ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΛΑΪΚΗ ΣΟΦΙΑ



Ένας πατέρας είχε παντρέψει τις κόρες του με δυο εργατικά παλληκάρια του χωριού˙ ο ένας ήταν γεωργός κι ο άλλος αγγειοπλάστης. Επειδή είχε πολύ καιρό να δει τα παιδιά του, αποφάσισε μια μέρα να πάει να μάθει πώς τα περνάνε.
Πρώτα πέρασε από το σπίτι της κόρης που ήταν παντρεμένη με τον γεωργό. Τον καλοδέχτηκαν, τον κέρασαν και ο γαμπρός του ο γεωργός του είπε : "Πατέρα, πριν λίγες μέρες όργωσα και έσπειρα το χωράφι. Αν ρίξει και μια δυο ποτιστικές βροχές, θα καρπίσουν τα σπαρτά κι η σοδειά θα είναι μεγάλη".
Ευχαριστημένος από τα νέα που άκουσε, κίνησε να πάει στην άλλη του κόρη. Τον καλοδέχτηκαν κι εκεί, τον κέρασαν και ο γαμπρός του ο αγγειοπλάστης του είπε : "Πατέρα, πριν λίγο τέλειωσα και το τελευταίο κανάτι που έφτιαξα. Τα έχω βγάλει όλα έξω να στεγνώσουν. Μια βδομάδα λιακάδα να κάνει, να στεγνώσουν, να πάω στο παζάρι να τα πουλήσω, να 'χουμε λεφτά να περάσουμε τον χειμώνα μας. Ευχαριστημένος κι απ' αυτά τα νέα, κίνησε να γυρίσει στο σπίτι του.
Σαν έφτασε στο σπίτι, η γυναίκα του τον καλωσόρισε και τον ρώτησε : "Τι νέα απ' τα παιδιά μας;"
Κι εκείνος της απάντησε : "Τι να σου πω, βρε γυναίκα. Ένα πράγμα μονάχα κατάλαβα. Βρέξει, δε βρέξει, κάποιον θα πάρει ο διάβολος!".

Αυτή τη λαϊκή ιστορία την άκουσα παιδί από έναν μεγάλο παραμυθά, τον μπάρμπα Μανώλη Βούλγαρη, θείο μου από την Σάμο.
Δημοσίευση σχολίου