ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

Βικτώρια Χαλκιά - Η σπηλιά του δράκου - Βιβλιοκριτική

 


Βικτώρια Χαλκιά

Η σπηλιά του δράκου – Παραμύθι για παιδιά

Εκδόσεις της Νέας Διάστασης, 2023

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

Το παραμύθι, όπως λέει η ίδια η λέξη, βρίσκεται παρά τον μύθο, δηλαδή δίπλα στον μύθο και ένα σκαλί πιο κάτω. Ο ανώνυμος προφορικός λαϊκός αφηγητής –που δεν είναι μόνο ένας, αλλά πολλοί– ζυμώνει την κοινή γνώση και την εμπειρία της ζωής, οφείλει να διατηρείται στο αφηγηματικό του ύψος και να προσφέρει στους ακροατές όλα όσα θέλουν να ακούσουν και όλα όσα πρέπει να μάθουν.

Ο σύγχρονος παραμυθάς ή παραμυθού, όμως, έχει ακόμα δυσκολότερο ρόλο και να αντιμετωπίσει μεγαλύτερες προκλήσεις. Είναι επώνυμος, άρα εκτεθειμένος, καταθέτει μόνο τη δική του εμπειρία ζωής, και μάλιστα γραπτά, και δεν διαθέτει το βάθος του χρόνου της λαϊκής μας παράδοσης. Μ’ αυτό το εγχείρημα έρχεται να αναμετρηθεί η Βικτώρια Χαλκιά μέσα από το παραμύθι της «Η σπηλιά του δράκου», με στόχο να γίνει ελκυστική, ευχάριστη, διδακτική χωρίς διδασκαλία τυπική, κρούοντας με ευαισθησία και απαλότητα την θύρα του συναισθήματος, ενεργοποιώντας τη μνήμη και διεγείροντας την καρδιά.

Στη Χώρα του Χειμωνανθού με τα κίτρινα λουλούδια ο βασιλιάς είναι δίκαιος, οι άνθρωποι ζουν ευτυχισμένοι και, το σημαντικότερο, εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον. Η καλοσύνη δεν μπορεί να αντιληφθεί την κακία που παραμονεύει και φθονεί εκείνους στους οποίους ποτέ δεν μπορεί να μοιάσει. Τα μάγια σπέρνουν τον τρόμο και τον πανικό, η ισορροπία ανατρέπεται, ο τόπος παγώνει, ο χρόνος παγώνει, οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε πλάσματα που το ένα μπορεί άθελά του να βλάψει το άλλο, η λύση –αν υπάρχει και ποια να είναι άραγε– στην αταξία που επικρατεί φαντάζει σαν άπιαστο όνειρο. Η Χώρα του Χειμωνανθού μεταμορφώνεται σε Χώρα της Λησμονιάς και η απελπισία γίνεται ο χειρότερος σύμβουλος.

Όμως, και στις πιο ακραίες και αντίξοες καταστάσεις η πίστη στη μητέρα φύση και η εμπιστοσύνη στα πλάσματά της είναι αρκετή για να δημιουργήσει μια ρωγμή στο δίχτυ της κακίας, να αφήσει χώρο για να φυσήξει μια πνοή ελπίδας, να χτίσει φιλίες δυνατές που μπορεί να φαίνονται παράταιρες στα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, αλλά να διαθέτουν τη δύναμη ψυχής να αποδεχτούν τη διαφορετικότητα και να εργαστούν για το κοινό καλό.

Οι αγριόχηνες, το σμήνος του σοφού αρχηγού Νιλ, που ταξιδεύουν προς τον νότο αναζητώντας τα πιο θερμά μέρη, δεν συνεχίζουν την πορεία τους αδιαφορώντας για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα πλάσματα που συναντούν στο διάβα τους. Κι ας μη βιαστεί κάποιος να θεωρήσει ότι κάπου εδώ υποβόσκει το σύνδρομο του σωτήρα. Είναι κάτι πολύ πιο απλό και αληθινόˑ το ενδιαφέρον που οφείλουμε να εκδηλώνουμε για όσους συν–υπάρχουν μαζί μας στο μεγάλο μας σπίτι, τη γη. Γιατί ζωή χωρίς προβλήματα δεν υπάρχειˑ και πού θα συντύχουμε άραγε αρωγούς και συμπαραστάτες στη δική μας δύσκολη ώρα, όταν πριν έχουμε εγκαταλείψει όσους εμείς αφήσαμε κάποτε αβοήθητους;

Για να λυθεί το πρόβλημα –τα μάγια– χρειάζεται να βρεθεί το αντίδοτο, και το αντίδοτο στον παραλογισμό είναι η λογική, είναι η προσπάθεια που κάνουμε χωρίς να σκεφτόμαστε την αποτυχία ή την επιτυχία, είναι η μάχη που δίνουμε με όλες μας τις δυνάμεις, χωρίς να υπολογίζουμε χρόνο και κόπο, για να είμαστε συνεπείς με τον εαυτό μας ότι δεν παραδοθήκαμε αμαχητί. Και για να θυμηθούμε τα λόγια του ποιητή: Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει, όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει. (Ιάκωβος Καμπανέλλης).

Ένα μικρό μπλε λουλουδάκι, το μη με λησμόνει, είναι ικανό να λύσει τα μάγια. Με τη βοήθεια των αγαθών στοιχείων της φύσης η ισορροπία και η τάξη επιστρέφουν, τα κίτρινα λουλούδια του βορρά μαθαίνουν να συνυπάρχουν με τα μπλε λουλούδια του νότου, η ομορφιά και η αρμονία επανέρχονται στον τόπο και μια νέα δυνατή φιλία χτίζεται χωρίς να υπολογίζει σύνορα και αποστάσεις. Η επισφράγισή της είναι η συμβολική υπόσχεση συνάντησης κάθε άνοιξη, την εποχή της αναγέννησης της φύσης.

 Όσο ζω, μαθαίνω. Δεν είναι όλοι οι δράκοι κακοί, δεν είναι όλες οι αρκούδες τρομακτικές, δεν είναι όλες οι αγριόχηνες άγριες, δεν είναι όλες οι γριούλες καλοσυνάτες, δεν είναι ο κόσμος μας αγγελικά πλασμένος και ούτε θα γίνει ποτέ. Αλλά ούτε και η διδασκαλία από μόνη της είναι ικανή να μας μάθει τα μυστικά της ζωής και να μας προστατέψει από τις κακοτοπιές. Είναι η εμπειρία της ίδιας της ζωής όταν αποφασίσουμε να τη ζήσουμε, να πειραματιστούμε, να κάνουμε λάθη και να μάθουμε απ’ αυτά για να μην τα επαναλάβουμε, να βιώσουμε τις πτώσεις μας ως ευκαιρίες για να σταθούμε πάλι στα πόδια μας.

Ίσως η συγγραφέας, όταν έγραφε το παραμύθι, να είχε στο μυαλό της όλες αυτές τις προεκτάσεις του, ίσως κάποιες απ’ αυτές ή και καμιά απ’ αυτές. Και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της γραφής και ιδιαίτερα των παραμυθιώνˑ να αποκομίζει ο αναγνώστης μηνύματα που δεν του υπαγορεύονται, αλλά οδηγείται σ’ αυτά διαισθητικά και τα αφομοιώνει, χωρίς να του επιβάλλεται η πέψη τους.

Ολοκληρώνοντας, δεν θα παραλείψω τον σχολιασμό της εικονογράφησης του παραμυθιού από την Ανθούλα Π. Βεζύρη. Λιτές αλλά εξίσου στιβαρές εικόνες, με χαρακτηριστική «παιδική» αθωότητα, σε ισορροπία με το κείμενο, με πολυχρωμία και ζωντάνια, που αποτελούν πόλο έλξης για το παιδικό βλέμμα.  Σημαντική επίσης και η καλαίσθητη και ποιοτική έκδοση, που είναι απαραίτητη για κάθε βιβλίο, αλλά πολύ περισσότερο για εκείνα που απευθύνονται στους μικρούς αναγνώστες.

 

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η σπηλιά του δράκου στο fractal

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2023

Θοδωράκης, ο "μικρότερος" των Κολοκοτρωναίων

 Μόλις κυκλοφόρησε

από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή

Θοδωράκης, ο "μικρότερος" των Κολοκοτρωναίων



Ο Δημήτρης Β. Προύσαλης
αφηγείται ιστορίες από τη ζωή του μεγάλου στρατηγού.

Ο Δημήτρης Φιλελές
εμπνέεται από τη ζωή 
και την επαναστατική δράση του Κολοκοτρώνη
και γράφει ποιήματα.

Ο Φίλιππος Πλακιάς
δημιουργεί πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις,
μελοποιεί και ερμηνεύει μοναδικά.




1843-2023: Εκατόν ογδόντα χρόνια 
από τον θάνατο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, 
του στρατηγού ελευθερωτή της Ελλάδας.




Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023

Άσεμνα Σεξουαλικά Λαϊκά Παραμύθια

Το νέο βιβλίο του Δημήτρη Β. Προύσαλη, με τίτλο "Άσεμνα Σεξουαλικά Λαϊκά Παραμύθια" (2023), κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις "Απόπειρα".

Ακολουθεί η κριτική μου προσέγγιση στο βιβλίο, όπως δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό Fractal. 


Γεννηθήκαμε μέσα στο σώμα μας. Και δεν μπορεί παρά να το αγαπάμε με όλα του τα φυσικά προτερήματα ή ελαττώματα. Όμως οι θρησκευτικές πεποιθήσεις -ανθρώπινα, δηλαδή, κατασκευάσματα- μας επέβαλαν, καθεμιά με τον τρόπο της, το ένδυμα, το "φύλλο συκής", ή, αν θέλετε, τη σεμνότητα, ή, αν προτιμάτε, το αίσθημα ντροπής γι’ αυτό που είμαστε. Εκπαιδευτήκαμε να  πιστεύουμε ότι οφείλουμε να κρυβόμαστε, ενώ η φύση μας είναι αντίθετη σ’ αυτό. Η φύση μας επιθυμεί να ζούμε σώμα με σώμα, να το θαυμάζουμε, να μας διεγείρει, να νιώθουμε τη φυσική έλξη και να  θέλουμε το ένα σώμα να μπει μέσα στο άλλο - και όταν αυτό συμβαίνει, να γίνεται ο κινητήριος μοχλός της ζωής αλλά και της διαιώνισης του είδους. Όσο πιο συντηρητικές υπήρξαν ή εξακολουθούν να είναι οι κοινωνίες, βαφτίζοντας ως ηθικό το αφύσικο και ως λογικό το παράλογο, τόσο οι άνθρωποι θα βρίσκουν τρόπους για να ακολουθήσουν τον δρόμο που η φύση τους επιτάσσει.

Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι κινούμενες από τους θρησκευτικούς κανόνες απαγορεύσεις αίρονται κατά τη διάρκεια της αποκριάτικης περιόδου. Η χριστιανική θρησκεία, υιοθετώντας τις διονυσιακές γιορτές των Ελλήνων και τις αντίστοιχες των Ρωμαίων (Κρόνια, Λουπερκάλια, Σατουρνάλια), αποδέχεται το γλέντι και το ξεφάντωμα, που συνοδεύεται κατά τόπους από τη λατρεία του φαλλού, ως συμβόλου γονιμότητας και ευημερίας (Μπουρανί, το καρναβάλι του Τυρνάβου).

Αφού, λοιπόν, κρύβουμε ή φοβόμαστε ή απαγορεύεται να δείξουμε το σώμα μας, βρίσκουμε τρόπους να μιλάμε γι’ αυτό, σκαρώνοντας από ανάγκη "Άσεμνα, σεξουαλικά λαϊκά παραμύθια", όπως τιτλοφορείται το νέο βιβλίο του Δημήτρη Προύσαλη, όπου μπορούμε να σπάμε τους κανόνες της ευπρέπειας και της αιδημοσύνης, λέγοντας ιστορίες σεξουαλικής συνεύρεσης και στυτικής λειτουργίας των γεννητικών οργάνων με το όνομά τους. Ιστορίες με διάθεση εύθυμη, ιστορίες προκλητικές, ιστορίες -γιατί όχι- ερωτικά διεγερτικές, χωρίς τον φόβο μήπως ο λόγος μας χαρακτηριστεί με αρνητικό πρόσημο. Εξάλλου, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι άνθρωποι εμφανίζουμε πολλών λογιών ανάρμοστες συμπεριφορές στη διάρκεια του δημοσίου και ιδιωτικού μας βίου, που δίνουν στα παραμύθια αυτής της κατηγορίας το αναφαίρετο δικαίωμα να αποβάλουν τον μανδύα του καθωσπρεπισμού και να λένε τα πράγματα με το όνομά τους.


Οι εικονιζόμενοι από αριστερά προς τα δεξιά:

Σαράντης Κορωνάκος, Φίλιππος Πλακιάς, Εμμανουέλα Κατρινάκη,

Δημήτρης Β. Προύσαλης και Δημήτρης Φιλελές

στο βιβλιοπωλείο Free Thinking Zone (Σκουφά 64, Αθήνα).

Συνεχίζοντας τη μακρά πορεία του στη λαογραφική μελέτη και καταγραφή, που αισίως συμπληρώνει δύο δεκαετίες, ο Προύσαλης υλοποιεί με επιμέλεια και επιλεκτικότητα ένα υλικό που συλλέγει και επεξεργάζεται εδώ και πολλά χρόνια. Με μεθοδικότητα και επιστημονική μεθοδολογία αναζητά, κατατάσσει και ταξινομεί παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο που προσεγγίζουν την ανθρώπινη σεξουαλικότητα με τη λαϊκή σοφία και την εμπειρία ζωής, που η αρχή της χάνεται τόσο βαθιά στον χρόνο, όσο και η ύπαρξη των πρώτων ανθρώπων. Η επιστήμη και η λαϊκή σοφία ισορροπούν χωρίς αστάθεια μέσα από τον τρόπο γραφής, ώστε η αποτύπωση στο χαρτί να διατηρεί ολοζώντανη την αίσθηση της προφορικότητας του λόγου.

Μια σημαντική επίσης συμβολή των άσεμνων σεξουαλικών λαϊκών παραμυθιών είναι η απoενοχοποίηση των λέξεων. Οι παραμυθάδες αυτοδίκαια αναφέρονται στα γεννητικά όργανα άλλοτε με χαρακτηρισμούς όπως: το πράμα του / της, το απαυτό του /της, το εργαλείο του, το παλούκι, η χαραμάδα, τα παραπόρτια κ.ά και άλλοτε με τα αυθεντικά λαϊκότροπα ονόματά τους. Όσο για την ερωτική συνεύρεση, άφθονες είναι οι εκφράσεις, όπως: το πήδημα, το καβάλημα, τη βάτεψε, τη βόλεψε, την έβαλε από κάτω κ.ά.

Και όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί μαζί, που, αν μη τι άλλο, προκαλούν την ευθυμία, χωρίς να κινδυνεύουν –τουλάχιστον στην εποχή που ειπώθηκαν- ως σεξουαλική παρενόχληση, αποτελούν παράλληλα και ένα είδος πρώιμης λαϊκής σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης και γίνονται οδηγός για την ομαλή μετάβαση από την παιδική αθωότητα στην ενηλικίωση και στη σεξουαλική ωρίμανση.

Γιατί, ας μου επιτραπεί να σημειώσω, ο χαρακτηρισμός «γεννητικά όργανα» είναι ελλιπέστατος και δηλώνει μόνο ένα συγκεκριμένο λειτουργικό μηχανισμό του ανθρώπινου σώματος. Αλίμονο αν τα «όργανα» αυτά υπήρχαν μόνο για τη διαδικασία της αναπαραγωγής του είδους. Είναι τόσο σημαντική η ύπαρξη και η λειτουργία τους σε ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου, που η απουσία ή η αχρηστία τους μπορεί να προκαλέσει σοβαρές σωματικές και ψυχικές παρενέργειες.

Δεν είναι, άλλωστε, συμπτωματική η εξειδικευμένη αναφορά των παραμυθιών σε καλόγερους και χήρες, σε ανθρώπους δηλαδή που για κάποιο λόγο, προσωπικής απόφασης ή αναγκαστικών συνθηκών, απέχουν από την ερωτική ζωή. Είναι όμως, όπως φαίνεται, τόσο έντονη η επιθυμία τους να γευτούν την ερωτική συνεύρεση, που οι μεν καλόγεροι αθετούν τον όρκο τους, οι δε χήρες λησμονούν ή παρακάμπτουν  τη μνήμη του μακαρίτη όσο διαρκεί η ερωτική ηδονή. Για να αποενοχοποιηθεί, εκτός από τα λόγια, και η ερωτική πράξη, που είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης.

Είναι τόσο ευφάνταστα, ευτράπελα, αλλά και αληθινά όλα τα παραμύθια της συλλογής, που είναι δύσκολο να επιλέξει ο αναγνώστης εκείνα που για κάποιο λόγο ξεχωρίζουν. Μετά την ανάγνωση, Τα τρία φιλαράκια (Υεμένη, σελ. 67), Οι τρεις ευχές (Αίγυπτος, σελ. 122), Βάζοντας όσα λείπουν (Σάμος, σελ. 142), Η χήρα και ο υπηρέτης της (Χίος, σελ. 187), Το πονεμένο δάχτυλο (Νορβηγία, σελ. 213), Τρεις κόρες στον νερόμυλο (Κορέα, σελ. 245), και Όχι! (Ρωσία, σελ. 270), είναι αυτά που αξίζει τον κόπο να διαβαστούν με ιδιαίτερη προσοχή.

Θεωρώντας τα άσεμνα περιεχόμενα αυτού του βιβλίου, με ιστορίες λαϊκές απ’ όλο τον κόσμο, σημαντικά για την επιστήμη της λαογραφίας αλλά και για το ευρύ αναγνωστικό κοινό, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω ότι υπάρχουν και τα αντίστοιχα αινίγματα, προσθέτοντας  ένα λαογραφικό επιδόρπιο από τον πλούτο τους με σεξουαλικά υπονοούμενα, έτσι όπως τα έχω ακούσει από το στόμα της μητέρας μου και τα έχω καταγράψει στη μνήμη μου.

Το πρώτο:

Πάμε να υπνώσουμε / το μακρύ μες στο σχιστό να χώσουμε

να ενωθούμε τρίχα με τρίχα / να νιώσουν τα κορμιά μας γλύκα!

Καλά το καταλάβατε: Πριν κοιμηθούμε, πρέπει να κλειδώσουμε και να ενωθούν τα βλέφαρά μας για να απολαύσουμε τον ύπνο.

Το δεύτερο:

Σου τη δείχνω και φοβάσαι, σου τη βάζω και πονάς

μα σαν χύνω το λαδάκι, αχ τι ευχαρίστηση!

Ασφαλώς δεν πρόκειται για κάτι περισσότερο από την ένεση με τη βελόνα, που μας θεραπεύει όταν ρίχνει το φάρμακο.

Ίσως μ’ αυτή τη σύντομη τροφοδότηση προκύψει και ένα ενδιαφέρον πόνημα αινιγμάτων από τον συγγραφέα,  σε αναμονή του δεύτερου τόμου των «Άσεμνων Σεξουαλικών Λαϊκών Παραμυθιών».

Και μία τελική επισήμανση, σχετική με την αξία του παραμυθιακού λόγου στη σύγχρονη εποχή, την εποχή της αστραπιαίας διάδοσης των fake news. Ενώ τα fake news επιδιώκουν να αντιληφθούμε την πλαστή εικόνα ως πραγματικότητα, τα παραμύθια, με τα «ψέματά» τους, με το ειδικό βάρος της λαϊκής σοφίας και της αποκρυσταλλωμένης εμπειρίας ζωής, στοχεύουν στην αποκάλυψη και τη γνώση της αλήθειας. Ίσως σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τα χρειαζόμαστε στην καθημερινότητά μας.

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: 
 

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2023

Μνημοσύνη - Η κριτική της Τέσυ Μπάιλα στο culturenow

Μνημοσύνη: Το Πολυτεχνείο 50 χρόνια μετά

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ / 17-11-2023 


Φόρος τιμής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και στη πορεία προς την αποκατάσταση της δημοκρατίας αποτελεί το συλλογικό έργο που ανθολογεί και υπογράφει με ποιήματά του ο Δημήτρης Φιλελές με τίτλο: «Μνημοσύνη – Το Δραματικό πέρασμα από τη Δικτατορία στη Δημοκρατία – 50 Χρόνια από την Εξέγερση του Πολυτεχνείου, 1973-2023» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πηγή.

Πενήντα χρόνια μετά την ιστορική εξέγερση έρχεται η λογοτεχνία να αποτίνει φόρο τιμής σ’ αυτή τη μεγάλη στιγμή της δημοκρατίας κλείνοντας μέσα σε έναν καλαίσθητο τόμο μαρτυρίες, μνήμες, ποιήματα και ιστορίες από την κορυφαία αυτή εξέγερση του εικοστού αιώνα που σημάδεψε την έναρξη της μεταπολίτευσης. Ο Δημήτρης Φιλελές υπογράφει δώδεκα ποιήματα για τον Νοέμβρη του ΄73 και δώδεκα συγγραφείς παίρνουν το αφηγηματικό νήμα από την τελευταία λέξη κάθε ποιήματος και γράφουν ένα σχετικό διήγημα σε ένα φιλόδοξο πάντρεμα ποίησης και πεζογραφίας με αφορμή το ιστορικό αυτό ορόσημο ενός νεανικού αγώνα που κατάφερε να αλλάξει τον ρου της ελληνικής Ιστορίας, τολμώντας να προτάξει την ορμή της νιότης απέναντι στις ερπύστριες της δικτατορίας και να υψώσει το πανανθρώπινο σύνθημα «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» πάνω από τον ελληνικό ορίζοντα σε κάθε σημείο της γης. Και ταυτόχρονα να διεκδικήσει την ελευθερία, τη διέξοδο από την ανελευθερία, τον φόβο και τη συνθλιβή.

Με αλφαβητική σειρά οι συγγραφείς που συμμετέχουν στον τόμο αυτό είναι: Στρατής Γαλανός, Μιχάλης Γριβέας, Γιώργος Μανιός, Μαρία Εμ. Μαραγκουδάκη, Βούλα Μέμου, Τέσυ Μπάιλα, Ελένη Μπάλιου, Χρύσα Νικολάκη, Ηλίας Δ. Παπακωνσταντίνου, Δημήτρης Β. Προύσαλης, Νίκος Σαλτερής, Δημήτρης Φιλελές, ενώ η συλλογή κοσμείται από τις μαρτυρίες των Χρίστου Ρώμα και Βαγγέλη Δημούλα.

Συναισθανόμενοι οι δημιουργοί το μεγάλο χρέος της ελληνικής κοινωνίας να μην αφήσει να χαθεί η εξέγερση αυτή στη σκόνη του χρόνου, να μη χαθεί στη λήθη ή να μην αποδυναμωθεί τελικά η τεράστια προσφορά της στη νεότερη ελληνική ιστορία ανασυνθέτουν κομμάτια της αλήθειας, τη μεταπλάθουν ποιητικά και αφηγηματικά και την καταθέτουν στην έναρξη της επόμενης πενηνταετίας με τη χαρά μιας ελάχιστης προσφοράς στη μνήμη. Ξαναφέρνουν στο προσκήνιο εκείνα «τα παιδιά που τους έλεγαν αλήτες», τα σιδερόφρακτα χρόνια της πέτρινης επταετίας, τη φωνή μιας εποχής που δεν πρέπει να σβήσει στο πέρασμα του χρόνου. Τη φωνή εκείνων των παιδιών που φώναξαν για κοινωνική δικαιοσύνη, για ισότητα και δημοκρατία, για ειρήνη αλλά και για την επανάσταση μιας γενιάς που πήρε στα χέρια της την μοίρα αυτού του τόπου όταν χρειάστηκε. Με την ελπίδα το πολυτεχνείο να συνεχίσει να ζει για πάντα.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι τα ποιήματα αυτού του συλλογικού τόμου έχουν μελοποιηθεί από την τραγουδοποιό Άννα Καρλαύτη και αξίζει κανείς να θαυμάσει αυτό το πάντρεμα της τέχνης στo μουσικο-θεατρικό αναλόγιο που έχει ετοιμάσει με την ηθοποιό Ντομένικα Ρέγκου δραματοποιώντας κείμενα του βιβλίου και τραγουδώντας συγκλονιστικά τα μελοποιημένα ποιήματα, παρουσιάζοντας μια παράσταση που συνδυάζει τη μουσική, την ποίηση, την υποκριτική και την πεζογραφία ενώ την ευθύνη της ενδυματολογικής επιμέλειας έχει ο Γιώργος Γάτσιος.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η Τέσυ Μπάιλα γράφει για τη "Μνημοσύνη"



Μνημοσύνη - Η κριτική του Κώστα Α. Τραχανά στο fractal

50 χρόνια μετά

50 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου (1973-2023).

Το βιβλίο αυτό είναι ένα συλλογικό έργο μαρτυριών, ποιημάτων και διηγημάτων.

Το βιβλίο αυτό μας δίνει την αλήθεια της εποχής αφτιασίδωτη.


Ποίηση: Δημήτρης Φιλελές

Μελοποίηση και Ερμηνεία: Άννα Καρλαύτη

Μαρτυρίες: Χρίστος Ρώμας και Βαγγέλης Δημούλας

Συμμετέχουν με αφηγήματα στα οποία δίνουν την πολιτική και προσωπική αποτύπωση των γεγονότων: Στρατής Γαλανός, Μιχάλης Γριβέας, Γιώργος Μανιός, Μαρία Εμ. Μαραγκουδάκη, Βούλα Μέμου, Τέσυ Μπάιλα, Ελένη Μπάλιου, Χρύσα Νικολάκη, Ηλίας Δ.Παπακωνσταντίνου, Δημήτρης Β.Προύσαλης, Νίκος Σαλτερής και Δημήτρης Φιλελές.


«Της γειτονιάς ο αστυνόμος

είναι ο τρόμος και ο νόμος

και ο περιπτεράς ο Θάνος

της συνοικίας ο ρουφιάνος.


Δίπλα ο χαφιές με τριγυρίζει

και όλο νόημα σφυρίζει

μέχρι να πέσω στην παγίδα

και να με πιάσει στην τσιμπίδα.


Ο γιος του φίλου καταδότης

κουκουλοφόρος και προδότης

έρπει και γλείφει, σκαρφαλώνει

και το κοσμάκη φακελώνει.


Οι ΕΣΑτζήδες κόβουν βόλτες

και σπάνε με κλοτσιές τις πόρτες

όσων κινούν την υποψία

κι αμφισβητούν την εξουσία…»


Όταν η ιστορία αρχίζει να μοιάζει με παραμύθι που το νήμα του χάνεται στη σιωπή, όταν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων ντύνονται το ρούχο της φθοράς των ιδεών και της ένδειας ιδανικών, μόνο η μνήμη μπορεί να ανασυνθέσει τα θραύσματα του ραγισμένου καθρέφτη της αλήθειας.

Η εξέγερση των φοιτητών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου παραμένει το ορόσημο του αγώνα των νέων ανθρώπων που, ανοχύρωτοι και άοπλοι απέναντι στα σιδερόφρακτα χουντικά ανθρωπάρια, τόλμησαν να σπάσουν με την ορμή της νιότης το γύψινο καλούπι της ανελευθερίας και του φόβου. Το σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία» που ήχησε τον Νοέμβρη του ’73 στους δρόμους της Αθήνας, ξεπερνά τα στενά όρια ενός τόπου, γίνεται πανανθρώπινο. Χωρίς τη γενναία κινητοποίηση του φοιτητικού κινήματος δεν θα υπήρχε η μεταπολιτευτική δημοκρατία.

Η χούντα και ο φασισμός δεν έρχονται τυχαία. Βρίσκουνε μήτρα εύφορη και πρόθυμη μαία.

Εδώ Πολυτεχνείο!

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο, σας μιλάει ο σταθμός των Ελεύθερων Πολιορκημένων».

17 Νοέμβρη 1973. Κάθοδος των τανκς,  σφαίρες στρατιωτών κέντησαν το κέντρο της Αθήνας, η πύλη του Μετσόβιου τσακίστηκε κάτω από τις ερπύστριες, εκκένωση του Πολυτεχνείου. Συλλήψεις, ξυλοδαρμοί και σκοτωμοί. Νεκρές ψυχές γέμισαν τον αττικό ουρανό. Στο πένθος όλη η Ελλάδα.

Θέλει αγώνα η λευτεριά και αίμα να κυλάει, για να γλιστρήσει επώδυνα αυτός που προσκυνάει.

Νοέμβρης. Μήνας ξεχωριστός. Μήνας που κλείνει μέσα του φλόγας άσβεστη, φλόγα που παρά τους φλογερούς ανέμους που φυσάνε προσπαθώντας να τη σβήσουν, αυτή κρατάει καλά, αντέχει. Γιατί τροφοδοτείται απ’ τον ίδιο τον λαό και προπαντός απ’ το καλύτερό του κομμάτι, τη νεολαία.

Γιατί τα νιάτα έβαλαν τον μήνα αυτό τη δική τους σφραγίδα στην ιστορία, κάνοντας τον Νοέμβρη σημείο αναφοράς για νέους αγώνες, για νέους ξεσηκωμούς, όταν η ζωή δείχνει να κάνει πίσω, να τελματώνει, να παίρνει την κατηφόρα.

50 χρόνια από τότε, απ’ τη νύχτα εκείνη που έμελλε να χαραχτεί με ανεξίτηλα γράμματα στη μνήμη και στην καρδιά όλων μας σαν φωτεινό ορόσημο ανδρείας και θάρρους, στη ζοφερή εκείνη εποχή για τη χώρα μας, που «όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».

«…Γροθιές σφιγμένες άοπλες μπαίνουν μπροστά στη μάχη

τα νιάτα  που δεν έμαθαν να σκύβουν τη ράχη

ψωμί, παιδεία, λευτεριά, το σύνθημα στα χείλη

και με τραγούδια φλογερά ανάβουν το φιτίλι.


Στήνει ο έρωτας χορό χίλιους πενήντα κύκλους

κοράκια μαύρα ρίχνονται στης λευτεριάς τους κύκνους

βρυχιέται αντίκρυ το θεριό, ερπύστριες μαχαίρια

-αδέλφια, μ’ αίμα αδελφικό μη βάψετε τα χέρια…»


Τα νιάτα αψηφώντας ακόμα και τον θάνατο, ξεσηκώθηκαν ενάντια στη βία, ενάντια στην καταπίεση, στο ψέμα και στην αποχαύνωση στην οποία έσπρωχνε τον λαό η ξενοκίνητη χούντα. Πρόταξαν τα στήθια τους απέναντι σε όπλα κι άρματα μάχης κι έκαναν τις σχολές τους προπύργια του αγώνα και τη λευτεριά.

Πενήντα χρόνια πέρασαν ,πενήντα χρόνια Νοέμβρης. Πρέπει να καταλάβουμε πως το Πολυτεχνείο είναι της γνώσης ο ναός και όχι μουσείο.

«Εμάς η χούντα μας σημάδεψε για πάντα , αφήνοντας  μέσα μας έναν ανεξίτηλο λεκέ. Έναν λεκέ που όσο και να προσπαθούμε από τότε να εξαλείψουμε καθένας με τον τρόπο του, θα μείνει εκεί για πάντα και θα μας βασανίζει…»


Τρία μερόνυχτα

Πίσω απ’ τα κάγκελα φωνή υψώνει η Ελλάδα

σκοτάδι γύρω απλώνεται που κρύβει τη λιακάδα

λαμπάδες στέκουν τα παιδιά στις μαρμαροκολόνες

και πήρανε απόφαση να διώξουν τους χειμώνες.


Ναι, σε τρία μερόνυχτα έγιναν όλα. Τρία μερόνυχτα χρειάστηκαν για να αλλάξει η Ιστορία αυτού του τόπου.


Πενήντα χρόνια πριν. Πώς πέρασαν αλήθεια. Πόσο γρήγορα έγινε παρελθόν η πιο πρόσφατη Ιστορία αυτού του τόπου; Οι νέοι άνθρωποι αυτής της χώρας είχαν αποφασίσει να υψώσουν τη φωνή τους. Πάνω από τα κάγκελα. Να τρομάξουν ήθελαν το σκοτάδι που είχε κυκλώσει το δίκιο τους. Ήθελαν, λέει, να διώξουν τους χειμώνες. Μα άλλοι χειμώνες, το ίδιο παγωμένοι, ήρθαν μετά από εκείνον…

«Αναρωτιέται αν απόμεινε τίποτα από εκείνη τη γενιά που δεν έσκυβε τη ράχη. Άντεξαν μέχρι τώρα να μην σκύψουν; Αν τελικά αυτή η φλόγα που έκαιγε στα σωθικά τους κατάφερε να μη σβήσει. Κι αν θα μπορούσε ποτέ να ανάψει ένα ανάλογο φιτίλι…

…Θα ήθελε να τρέξει ξανά, να αγκαλιάσει στα σίδερα εκείνης της πύλης, να φωνάξει και πάλι τις ίδιες αυτές λέξεις. Δυνατά, να ουρλιάξει και πάλι. Να ζητήσει να μην ξεχαστεί ποτέ ο αγώνας εκείνος, πως ήταν αληθινός, πως τίποτα δεν πήγε χαμένο…


τρία μερόνυχτα φωτιάς στο δίκιο φτάνουν μόνο

τρία μερόνυχτα φωτιάς στο δίκιο φτάνουν μόνο

τρία μερόνυχτα φωτιάς στο δίκιο φτάνουν μόνο

Ο στίχος επαναλαμβάνεται συνεχώς μέσα του. Όπως εκείνες οι τρεις λέξεις:


Ψωμί Παιδεία Ελευθερία

                                    Ψωμί Παιδεία Ελευθερία

                                                                      Ψωμί Παιδεία Ελευθερία


…Να φωνάξει ξανά. Να διεκδικήσει το δίκιο της ζωής του. Να ζήσει ξανά. Για να αλλάξει τον κόσμο, αυτή τη φορά τον δικό του. Τον κόσμο της παραίτησης στον οποίο έχει χρόνια βουλιάξει…»

Μέσα από τις σελίδες της «Μνημοσύνης» υπογραμμίζεται το χρέος κάθε πολίτη να προασπίζει, ακόμα και με την ίδια τη ζωή του αν χρειαστεί, το δικαίωμα στην ελευθερία και τη δημοκρατία, μέχρι να θεμελιώσουμε την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα και την ειρήνη σε όλη τη Γη.

Πενήντα χρόνια έπειτα από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Οι προσωπικές μαρτυρίες συνταιριάζονται με τη λογοτεχνία και την ποίηση, ανάβοντας έτσι τη σπίθα που ξυπνά μνήμες και δημιουργεί επαναστατικές εικόνες.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης : Ο Κ. Α. Τραχανάς για τη "Μνημοσύνη"


Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2023

Δημήτρης Φιλελές - Ήσυχα και απλά

 


Γιώργος Φαρσακίδης - Μακρόνησος


Ήσυχα και απλά

Αχ, αυτό το κοριτσάκι μου! Αχ, αυτή η Μυρτούλα μου! Ώρες-ώρες πετάει κάτι έξυπνα, που μου έρχεται να την αγκαλιάσω και να την πνίξω στα φιλιά. Κι άλλες φορές πάλι, ρίχνει μια ξαφνική βόμβα, που μου έρχεται να… να… ούτε κι εγώ ξέρω τι θέλω να την κάνω. Για να καταλάβεις, τις προάλλες, την Κυριακή, στα γενέθλιά της, 17 του Νοέμβρη, αποφασίσαμε με τον Γιώργο να καλέσουμε τους παππούδες και τις γιαγιάδες -δίπλα μας μένουν δα- να τους κάνουμε το τραπέζι και να σβήσουμε τα κεράκια στην τούρτα της οικογενειακά. Δέκα χρονών έγινε, ολόκληρη κοπέλα πια. Ο παππούς Κωνσταντίνος μάλιστα, ο πατέρας του Γιώργου, για να τιμήσει ξεχωριστά την εγγονή του, είχε φορέσει και την επίσημη στρατιωτική στολή του. Εκεί, που λες, που τρώγαμε, γυρίζει στον παππού της τον Μιχάλη και τον ρωτάει:

«Παππού, τι σημαίνει εξορία;»

Κόκαλο ο Γιώργος, παραλίγο να πνιγεί με τη μπουκιά στο στόμα. Ο παππούς Κωνσταντίνος και η γιαγιά Ελισάβετ σκύβουν το κεφάλι και μόνο που δεν το χώνουν μέσα στα πιάτα τους. Η γιαγιά Μυρτώ, η μητέρα μου, μένει ακίνητη με τα μάτια στυλωμένα στην εγγονή της. Κάνω μια ύστατη προσπάθεια να αποσοβήσω την επερχόμενη καταιγίδα, αλλά ο παππούς Μιχάλης, όπως πάντα, μου ανατρέπει τα σχέδια. Είναι ο μόνος που παραμένει ατάραχος -μεγάλο προτέρημα, του το αναγνωρίζω- και ξεκινά τον διάλογο με τη μικρή μας ανακατώστρα.

«Μυρτούλα μου, το λέει η ίδια η λέξη˙ έξω από τα όρια, δηλαδή μακριά από τον τόπο που ζουν όλοι οι άλλοι. Αλλά για να με ρωτάς, μάλλον σε κάποιο βιβλίο Ιστορίας συνάντησες αυτή τη λέξη. Ή κάνω λάθος;»

«Ναι, παππού, σωστά. Στο μάθημα της Ιστορίας ο δάσκαλος μας είπε ότι οι Αθηναίοι ανάγκασαν τον Αριστείδη τον Δίκαιο να ζήσει στην εξορία, μακριά από την πόλη της Αθήνας, στην Αίγινα.»

Ζούσα με την ελπίδα ότι ο μεταξύ τους διάλογος θα σταματούσε εκεί, αλλά δυστυχώς είχα κάνει λάθος. Γιατί η όρεξη της κορούλας μας για μάθηση είχε ανοίξει και ο πατέρας μου είχε βρει ευκαιρία να μην κλείσει το στόμα του, καθώς η Μυρτούλα έκανε την επόμενη ερώτηση:

«Μα αφού ήταν Δίκαιος, όπως λέει το βιβλίο, γιατί τον εξόρισαν; Μήπως εκείνοι που τον εξόρισαν είχαν άδικο;»

Ο πατέρας μου, χωρίς να ρίχνει το βλέμμα του σε κανέναν στο τραπέζι, λες και δεν υπήρχαμε, συνέχισε με άνεση τη συζήτησή του.

«Κοριτσάκι μου καλό, τι όμορφες απορίες έχεις σήμερα! Φαίνεται πως κάθε μέρα που μεγαλώνεις, το μυαλουδάκι σου γίνεται όλο και πιο κοφτερό. Ναι, λοιπόν, εκείνοι που τον εξόρισαν είχαν άδικο. Αλλά ο Αριστείδης, πιστός στη δημοκρατία, δέχτηκε την απόφασή τους, έκανε υπομονή, ανέχτηκε την προσβολή, γιατί πίστευε πως θα έρθει η στιγμή που θα δικαιωθεί και θα επιστρέψει πάλι στην Αθήνα.»

Ανάσανα με ανακούφιση, βλέποντας πως οι απαντήσεις του πατέρα μου είχαν χορτάσει την ιστορική φιλομάθεια της Μυρτούλας, που για λίγο σταμάτησε να μιλάει. Βρήκα την ευκαιρία να αρπάξω την καράφα με το κρασί για να βάλω στα ποτήρια όλων μας και να τσουγκρίσουμε στην υγειά της όταν η ερώτησή της ακούστηκε σαν κρότος πολιορκητικής μηχανής έξω από τα τείχη μιας πόλης που είναι έτοιμη να παραδοθεί.

«Εσένα σε έχουν εξορίσει ποτέ, παππού;»

Είναι αλήθεια πως αυτή την ερώτηση ούτε ο παππούς Μιχάλης την περίμενε. Ξαφνιάστηκε τόσο, που στριφογύρισε απότομα στην καρέκλα του, δεν είπε λέξη, σήκωσε μόνο το ποτήρι του, τσούγκρισε με όλους μας και το κατέβασε μονορούφι. Λίγες κόκκινες στάλες κρασιού είχαν απομείνει στο κάτω μέρος από το παχύ γκρίζο μουστάκι του, που έμοιαζαν να κρέμονται στον αέρα σαν διάσπαρτες κηλίδες αίματος. Ευτυχώς είχα προλάβει να τους σερβίρω όλους και να αφήσω την καράφα στο τραπέζι, γιατί ένιωσα πως σίγουρα θα μου έφευγε απ’ τα χέρια και θα γινόταν θρύψαλα.

 

Πώς μια αθώα ερώτηση μπορεί να ξυπνήσει μνήμες που μια ζωή προσπαθείς να αφήσεις πίσω, να τις κρατήσεις βυθισμένες στη σιωπή!

Ήταν ομορφάντρας ο πατέρας στα νιάτα του - ακόμα είναι, δηλαδή. Γεροδεμένος και με κορμί σαν κυπαρίσσι. Φτωχόπαιδο, παραδουλεύτρα η μάνα του, ξενόπλενε, κι ο πατέρας του οικοδόμος. Του άρεσαν πολύ τα γράμματα, τα ’παιρνε, το ’λεγε κι ο δάσκαλός του, αλλά μόλις τέλειωσε το δημοτικό, ο πατέρας του τον πήρε μαζί στο γιαπί. Να του μάθει την τέχνη. Να μπαίνει άλλο ένα μεροκάματο στο σπίτι. Να πάψει πια η μάνα του να ξενοδουλεύει. Κι εκείνος υποτάχτηκε στην ανάγκη. Φρόντισε να μάθει όσο πιο καλά μπορούσε τη δουλειά, γρήγορα έγινε τεχνίτης κι έπιανε καλά λεφτά. Μα ποτέ του δεν έπαψε να διαβάζει. Κι αν δεν διεκδίκησε το δίκιο του από τον πατέρα του, δεν έπαψε ποτέ να νοιάζεται για το δίκιο και τα δικαιώματα των άλλων. Παλληκαράκι, από τους πρώτους μπήκε στους Λαμπράκηδες και πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, όλο σε διαδηλώσεις και σε μυστικές συγκεντρώσεις χανόταν. Μάταια καρδιοχτυπούσαν οι γέροι γονείς του, εκείνος έκανε το δικό του.

Έπειτα ήρθε ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, ο ένας και μοναδικός, η μητέρα μου η Μυρτώ. Μοδιστρούλα στη γειτονιά, φτωχοκόριτσο κι αυτή, με τη βελόνα έβγαζε το ψωμί της. Μαλλιά κατάξανθα ως τη μέση, μάτια σαν το πέλαγος, χείλια κερασένια, κορμί λαμπάδα. Και μια ψυχή μάλαμα. Τι άλλο θέλει ο έρωτας για να σου ματώσει την καρδιά! Μαζί το αποφάσισαν και κανένα δεν ρώτησαν. Αρραβωνιάστηκαν. Δυο χρόνια θα περίμεναν να κάνει ο πατέρας το φανταρικό του και μετά ο γάμος...

Άλλα λογαριάζει ο ζευγάς κι άλλα κάνουν τα βόδια. Πόσο σοφές είναι οι παροιμίες. Τους πρόλαβε εκείνο το μαύρο ξημέρωμα της δικτατορίας του ’67. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο πατέρας βρέθηκε κυνηγημένος. Τον έψαχναν παντού τα κοράκια της χούντας. Πόσες φορές δεν αναποδογύρισαν τα πάντα στο πατρικό του, πόσες φορές δεν τρομοκράτησαν τους γέρους γονείς του, πόσες φορές δεν μπουκάρισαν στο πατρικό της Μυρτώς με απειλές και βρισιές. Κι όσο δεν τον ξετρύπωναν, τόσο σκύλιαζαν.

Μα όσο κι αν ήξερε ο πατέρας να φυλάγεται, οι χαφιέδες είχαν πλοκάμια απλωμένα παντού. Μήνες ολόκληρους τον κυνηγούσαν ανελέητα, μέχρι που ανακάλυψαν το κρησφύγετό του˙ ένας γείτονας τον κάρφωσε. Δεν πρόλαβε να το σκάσει. Τον έσυραν στα μπουντρούμια της Ε.Σ.Α., τον έδερναν μερόνυχτα αλύπητα, δεν τον ρωτούσαν τίποτα, τον έδερναν και τον βασάνιζαν μέχρι να τον δουν να λυγίζει. Κι όσο εκείνος έμενε όρθιος, τόσο τον χτυπούσαν όπου έβρισκαν. Κάποτε χόρτασαν -μπορεί και να κουράστηκαν- και του ζήτησαν να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Ο πατέρας μου να υπογράψει! Προτιμούσε να πεθάνει εκείνη τη στιγμή. Το πλήρωσε πολύ ακριβά, αλλά γι’ αυτό ήταν ήδη αποφασισμένος.

Μπορούσαν να τον στείλουν να υπηρετήσει τη θητεία του σε τάγμα ανεπιθυμήτων, να του κάνουν κι εκεί τη ζωή κόλαση. Αλλά το διεστραμμένο μυαλό τους είχε βρει κάτι ακόμα πιο εξοντωτικό. Τον φόρτωσαν κακήν κακώς σ’ ένα σαπιοκάραβο μαζί με άλλους πολιτικούς κρατούμενους και τον έστειλαν γραμμή στη Μακρόνησο. Τα μαρτύρια του Χριστού πέρασε, μα ποτέ του δεν άνοιξε το στόμα να μας πει έστω ένα τραγικό περιστατικό. Τα έχει κρατήσει όλα βαθιά μέσα του. Εμείς βλέπουμε μονάχα τα σημάδια παντού στο κορμί του όταν κυκλοφορεί ημίγυμνος τα καλοκαίρια. Εμείς βλέπουμε μονάχα το κυπαρίσσι μας να γέρνει όταν περπατάει σέρνοντας με καμάρι το αριστερό πόδι με το τσακισμένο γόνατο, το πιο μεγάλο παράσημο της ζωής του.

Κι όσα ξέρω, μου τα είπε η μητέρα μου, παραλείποντας τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, όταν πια πήγαινα στο γυμνάσιο, καταλήγοντας στη μόνιμη επωδό: «Κορίτσι μου, ο πατέρας σου είναι ένας ήρωας». Πόσο είχα θαυμάσει τότε την πίστη και το κουράγιο του!

Όλη τη μαύρη εφταετία την πέρασε σ’ εκείνο το ξερονήσι, αποφασισμένος να κρατηθεί ζωντανός. Επέστρεψε στο λιμάνι του Πειραιά μαζί με τους τελευταίους δεσμώτες μετά την πτώση της χούντας, σκιά του εαυτού του. Η Μυρτώ είχε φροντίσει να μάθει, ποτέ δεν έπαψε να τον σκέφτεσαι, και τον περίμενε αχάραγα στο λιμάνι. Προσπάθησε να την αποφύγει, δεν ήθελε τον οίκτο της, δεν ήθελε να τον λυπούνται, δεν ήθελε να τον συντηρούν, αλλά εκείνη έπεσε στην αγκαλιά του κι από τότε δεν ξαναβγήκε ποτέ.

 

Εγώ γεννήθηκα μερικά χρόνια αργότερα, όταν τα πράγματα έστρωσαν και μπορούσαν να μου προσφέρουν όσα μου έδωσαν στη ζωή μου, και παραπάνω απ’ όσα μπορούσαν. Σχολεία, ωδεία, σπουδές... Κι εγώ βρήκα κι ερωτεύτηκα τον Γιώργο. Έρωτας με την πρώτη ματιά. Έρωτας αθεράπευτα τυφλός. Ο μεγάλος μου έρωτας παιδί στρατιωτικού. Ο μεγάλος του έρωτας παιδί εξόριστου στα ξερονήσια. Τόμπολα! Άντε τώρα να το ξεστομίσεις. Με τι καρδιά; Κομμένα τα πόδια απ' τα γόνατα.

Όχι, μη φανταστείς πως ο πατέρας του Γιώργου είχε κάποια σχέση με όλα αυτά που έγιναν τότε. Ήταν τότε φοιτητής στη Σχολή Ευελπίδων, δεν πήρε ποτέ το μέρος των χουντικών και δεν είχε κάποια ανάμειξη. Τουλάχιστον, δεν πρόλαβε… Αλλά, πώς να το κάνουμε, είναι άλλων απόψεων.

Το πήραμε μαζί απόφαση. Το λέμε κι όπου βγει. Εμείς ορίζουμε τη ζωή μας κι εκείνοι τη δική τους. Αν τους αρέσει, έχει καλώς. Αν δεν τους αρέσει, προχωράμε μόνοι μας.

Ο πατέρας με κοίταζε μ’ εκείνο το πάντα γαλήνιο και γεμάτο κατανόηση βλέμμα του. Με άκουγε να μιλάω ασταμάτητα, να προσπαθώ προκαταβολικά να εξηγήσω, να αγχώνομαι να τον πείσω, μέχρι που εξαντλήθηκα κυριολεκτικά και σταμάτησα. Το στόμα μου είχε στεγνώσει, τα μάτια μου αναζητούσαν τη σκέψη του μέσα από τους μορφασμούς του, τα αυτιά μου αδημονούσαν να ακούσουν την ετυμηγορία του, η ανάσα μου είχε κοπεί.

«Άκουσε, παιδί μου. Αν διάλεξες τον Γιώργο και τον αγαπάς, μ’ αυτόν τον άνθρωπο να πορευτείς. Αν σου φέρεται καλά,  αν σ’ αγαπάει και σου το δείχνει κάθε στιγμή με κάθε τρόπο, όπως μου λες, έτσι τον έμαθαν οι γονείς του. Αγάπη του έδωσαν και αγάπη σου δίνει. Άρα είναι καλοί άνθρωποι. Τι σημασία έχει που ο πατέρας του είναι στρατιωτικός. Ένα επάγγελμα είναι κι αυτό, όπως όλα τ’ άλλα. Παντού υπάρχουν καλοί και κακοί επαγγελματίες. Ας μην το συνεχίσουμε... Κι αν θέλετε την ευχή μας, την έχετε από την καρδιά μας.»

Ομολογώ ότι αυτό δεν το περίμενα. Ήμουν έτοιμη να δώσω μάχη για την αγάπη μου κι εκείνος ούτε που μ’ άφησε να τραβήξω το σπαθί από το ζωνάρι μου. Δεν ήξερα αν θέλω να κλάψω ή να πετάξω από χαρά. Κατάφερα μόνο να τον φιλήσω τρυφερά στο μάγουλο. Αλλά, ανακουφισμένη πια, μπήκα στον πειρασμό να τον ρωτήσω:

«Δεν τους μισείς;»

«Χριστίνα μου, εκείνοι οι άνθρωποι είχαν τόσο μίσος στις καρδιές τους, που δεν περίσσεψε για κανέναν άλλον», μου απάντησε με την παροιμιώδη ηρεμία του.

«Τους έχεις συγχωρήσει; Έχεις ξεχάσει;» Ούτε ξέρω πώς ανέβηκαν αυτές οι ερωτήσεις στα χείλη μου.

«Θεός δεν είμαι για να συγχωρώ. Άνθρωπος είμαι. Αν υπάρχει Θεός, ας τους συγχωρήσει εκείνος κατά την κρίση του. Μα το πρόβλημά τους είναι άλλο. Αν εκείνοι καταφέρουν κάποτε να συγχωρήσουν τον εαυτό τους... Και όχι, δεν έχω ξεχάσει, ούτε θα ξεχάσω ποτέ. Περασμένα, ναι... Γιατί όποιος ξεχνάει, όποιος δεν θέλει να ξέρει, είναι βέβαιο πως εκείνες τις μαύρες μέρες θα τις ξαναζήσει˙ εκείνος ή τα παιδιά του.»

Στο σπίτι του Γιώργου η εξέλιξη ήταν επίσης απρόσμενη. Ο ταξίαρχος Κωνσταντίνος έπεσε στα μαύρα πανιά, γιατί σκεφτόταν με τι μούτρα θα αντικρίσει έναν άνθρωπο που οι επίορκοι αξιωματικοί εξόρισαν, βασάνισαν, παραλίγο να του στερήσουν τη ζωή. Ένιωθε σαν να κουβαλάει στους ώμους του ένα ιδιότυπο προπατορικό αμάρτημα. Με τα χίλια ζόρια τον έσυρε στην πρώτη συνάντηση γνωριμίας η πεθερά μου, η Ελισάβετ.

Όμως η αρχόντισσα καρδιά του πατέρα μου έδωσε λύση και σ’ αυτό το πρόβλημα. Σηκώθηκε ο ίδιος να ανοίξει την πόρτα, να τον καλωσορίσει σφίγγοντας θερμά το χέρι του μέσα στο δικό του, να τον αγκαλιάσει και να του ευχηθεί «Να μας ζήσουν». Έσπασε ο πάγος από την πρώτη στιγμή.

Πού τα θυμήθηκα πάλι όλα αυτά τέτοια μέρα; Από ποια ρωγμή σύρθηκαν και βγήκαν πάλι στην επιφάνεια; Ή μήπως βρίσκονται πάντα εκεί;

 

Η Μυρτούλα μου όμως φρόντισε να με αποτραβήξει από τις σκέψεις μου. Βλέποντας πως ο παππούς Μιχάλης δεν της απαντούσε, επανέλαβε με επιμονή την ερώτησή της:

«Εσένα σε έχουν εξορίσει ποτέ, παππού;»

Ήμουν βέβαιη πως ο πατέρας μου δεν επρόκειτο να μασήσει τα λόγια του, αλλά δεν ήμουν καθόλου βέβαιη για το τι θα πει. Κάτι τέτοιες στιγμές με τόση φόρτιση, οι άνθρωποι εύκολα χάνουν το μέτρο.

«Ναι, κοριτσάκι μου. Έχω κάνει κι εγώ εξορία. Κι εγώ αδικήθηκα όπως ο Αριστείδης, αλλά έκανα υπομονή, δεν τους έκανα τη χάρη να σκύψω το κεφάλι και ήρθε η ώρα που βρήκα το δίκιο μου. Και να που σήμερα κουβεντιάζουμε ήσυχα και απλά, όπως λέει και ο ποιητής. Να μεγαλώσεις λίγο ακόμα και θα τα πούμε όλα.»

«Και ποιοι σε έστειλαν εσένα στην εξορία, παππού; Ποιοι σε αδίκησαν;»

Σιωπή... Δύσκολα τα πράγματα. Όλα τα στόματα κλειστά.

Μέχρι που ο παππούς Κωνσταντίνος σηκώθηκε με επισημότητα από την καρέκλα του, τους πλησίασε, χάιδεψε το κεφαλάκι της Μυρτούλας μας και είπε:

«Κάποιοι στρατιωτικοί σαν κι εμένα, κοριτσάκι μου, που δεν τίμησαν τη στολή τους και τον όρκο τους να φυλάνε την πατρίδα μας από τους εχθρούς της. Τιμωρήθηκαν για τις πράξεις τους, ίσως όχι αρκετά. Κι εμείς που ξέρουμε τι συνέβη τότε, αποφασίσαμε να βάλουμε στην άκρη όσα μας χωρίζουν και να βρούμε όσα μας ενώνουν. Για να μην ξανασυμβεί τέτοιο κακό στον τόπο μας. Να, κοίταξέ μας, πρώτοι εμείς, οι παππούδες σου.»

Πόσες ακόμα ερωτήσεις είχε στο μυαλό του το παιδί μας; Και γιατί έπρεπε να πάρει όλες τις απαντήσεις σήμερα; Ένιωθα το χέρι του Γιώργου που σε κάθε ερώτηση μου έσφιγγε τον ώμο να ζυγίζει εκατό κιλά. Τότε ήταν που ανέλαβαν τον ρόλο του από μηχανής Θεού και οι δύο γιαγιάδες μαζί˙ σαν καλοκουρδισμένη ορχήστρα.

«Καλέ, και σήμερα θα το ρίξουμε στο μάθημα; Φτάνει πια. Από αύριο στο σχολείο», είπαν με ένα στόμα η γιαγιά Μυρτώ και η γιαγιά Ελισάβετ.

«Με την κουβέντα ξεχάσαμε να φέρουμε την τούρτα, να πούμε το τραγουδάκι των γενεθλίων του κοριτσιού μας και να σβήσουμε τα κεράκια. Καλέ, ακόμα να φέρετε την τούρτα; Άντε, Μυρτούλα μου, να βοηθήσεις κι εσύ. Γιορτάζουμε σήμερα.»

Τέτοια ευκαιρία δεν την αφήνεις να πάει χαμένη. Ξεκινήσαμε να μαζεύουμε τα πιάτα με τον Γιώργο, ζητήσαμε και τη βοήθεια της εορτάζουσας -που συνεργάστηκε άψογα έχοντας κατά νου το γλυκό- και σε λίγο βρεθήκαμε όλοι γύρω απ’ το τραπέζι με τον αριθμό 10 να ακτινοβολεί πάνω απ’ τη σοκολατένια τούρτα. Τραγουδήσαμε, ευχηθήκαμε, φιληθήκαμε και ο Γιώργος έκοψε την τούρτα και μοίρασε σε όλους από ένα γενναίο κομμάτι.

 

Και νιώσαμε όλοι αυτή τη γλύκα, που κύλησε από το στόμα σ’ ολόκληρο το κορμί μας κι έφτασε ως την καρδιά μας κι έσπρωξε την πίκρα σε μια σκοτεινή γωνιά˙ να μείνει εκεί και να παραμονεύει, πότε θα βρει πάλι ευκαιρία…

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Ήσυχα και απλά - Literature.gr