ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΚΑΙ ΝΑΝΟΙ

Peter Paul Rubens - Λεπτομέρεια από την "Τιτανομαχία"


ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΚΑΙ ΝΑΝΟΙ

Στο σύρε κι έλα της ζωής, στου κόσμου το χαρμάνι
λίγοι γεννιούνται γίγαντες, πολλοί γεννιούνται νάνοι

ψηλά πετούν οι σταυραϊτοί μαζί με τα γεράκια
όρνια ψοφίμια κυνηγούν, ξοπίσω τα κοράκια

τ’ αηδόνι βγαίνει την αυγή και γλυκοκελαηδάει
το κλαψοπούλι τη νυχτιά βαριά μοιρολογάει

του λιονταριού περήφανη η χαίτη ανεμίζει
ο χοίρος μες στο λάκκο του τρώει κι αποπατίζει

αλύγιστος ο έλατος ορθώνεται στο χιόνι
το χαμοδέντρι προσκυνά, καίγεται, μαραζώνει

στην άκρη άκρη του γκρεμού ριζώνει η ανεμώνα
μα της γαρδένιας ο ανθός τρομάζει το χειμώνα

ο ποταμός το δίκιο του χρόνους πολλούς γυρεύει
κι ο χείμαρρος για μια στιγμή κυλάει και στερεύει

ο ναύτης λάμνει το κουπί στο θεριεμένο κύμα
κι ο στεριανός με το τσαπί στο χώμα σκάβει  μνήμα

αίμα της δόξας κόκκινο βάφει το μονοπάτι
του δράκοντα δε σκιάζεται το άγρυπνο το μάτι

παράδεισος και κόλαση της γης το περιβόλι
όταν θρηνούν οι άγγελοι, χορεύουν οι διαβόλοι.


© Δημήτρης Φιλελές

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - ΠΡΟΣΧΕΔΙΟΝ ΔΟΚΙΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ




ΑΚΟΥΣΤΕ...

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
"ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ"



Προσχέδιο δοκιμίου πολιτικής αγωγής*

Οι τσαγκαράδες να φτιάνουν όπως πάντα γερά παπούτσια
Οι εκπαιδευτικοί να συμμορφώνονται 
     με το αναλυτικό πρόγραμμα του Υπουργείου
Οι τροχονόμοι να σημειώνουν με σχολαστικότητα τις παραβάσεις
Οι εφοπλιστές να καθελκύουν συνεχώς νέα σκάφη
Οι καταστηματάρχες ν’ ανοίγουν και να κλείνουν 
     σύμφωνα με το εκάστοτε ωράριο
Οι εργάτες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην άνοδο του επιπέδου παραγωγής
Οι αγρότες να συμβάλλουν ευσυνείδητα στην κάθοδο του επιπέδου καταναλώσεως
Οι φοιτητές να μιμούνται τους δασκάλους τους και να μην πολιτικολογούν
Οι ποδοσφαιριστές να μη δωροδοκούνται πέραν ενός λογικού ορίου
Οι δικαστές να κρίνουν κατά συνείδησιν και εκτάκτως μόνον, κατ’ επιταγήν
Ο τύπος να μη γράφει ό,τι πιθανόν να εμβάλλει εις ανησυχίαν τους φορτοεκφορτωτάς
Οι ποιητές όπως πάντα να γράφουν ωραία ποιήματα.

* Πρόκειται περί προσχεδίου, ως ο τίτλος, και προσφέρεται εις ελευθέραν δημοσίαν συζήτησιν. Μετά τας ακουσθησομένας απόψεις θα γίνει τελική επεξεργασία υπό ομάδος εγκρίτων Ποιητών και θα παραδοθεί εις το κοινόν προς γνώσιν και αναμόρφωσιν.

 ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Σ' ΑΥΤΗΝ ΕΔΩ ΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Η εικόνα προέρχεται από το διαδίκτυο

Σ’ ΑΥΤΗΝ ΕΔΩ ΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Σ’ αυτήν εδώ τη γειτονιά, σ’ αυτήν εδώ τη ρούγα
ένας αϊτός λαβώθηκε, έσπασε τη φτερούγα.

Δεν ήταν βόλι κυνηγού που στο κορμί του μπήκε
ήταν αγάπης μαχαιριά που στην καρδιά τον βρήκε.

Έγειρε, χαμοπέταξε εκεί που δεν του πρέπει
δυο μάτια που φεγγοβολούν ολημερίς να βλέπει .

Και κείνη περδικόστηθη και κείνη περιστέρα
σαν ξωτικιά τον τύλιξε στη μαγική της σφαίρα.

Τον τύφλωσε η ομορφιά, τον μάγεψαν τα κάλλη
λησμόνησε του ουρανού την ανοιχτή αγκάλη.

Έχτισ’ αϊτός φωλιά στη γη, δε θα ξαναπετάξει
μήτε τον ήλιο την αυγή στα μάτια θα κοιτάξει.

Η τάξη εταράχτηκε, τα πάνω ήρθαν κάτω
σαν κεραυνός ακούστηκε τ’ ανήκουστο μαντάτο.

Ποιος είδε αρχοντόπουλο με μπιστικούς να τρώει
αρχοντικό συμπεθεριό με μαύρο φτωχολόι;

Ποιος είδε νιο πολεμιστή τ’ άρματα να πετάει
και τον οχτρό να σκιάζεται, την πλάτη να γυρνάει;

Ποιος είδε αϊτό περήφανο ζευγάρι με τρυγόνα
χειμώνα στα κατώμερα χωμένο σε κρυψώνα;

Τα μάγια λύσε μάγισσα, σου το ζητώ για χάρη
που μια νυχτιά τον έδεσες μ’ ολόγιομο φεγγάρι.

Ανθρώπου λόγος δε φελά στης μοίρας το τεφτέρι
γινάτι μόνο συμφορές και κλάματα  θα φέρει .

Μα ειν’ η νιότη άμυαλη στου έρωτα τα βρόχια
θαρρεύει ορθή πως θα σταθεί στα μαύρα ανεμοβρόχια.

Θρήνος της μάνας, οδυρμός για το μοναχογιό της
λόγο φονιά ξεστόμισε μες στον πικρό καημό της.

«Κάλλιο στην κάσα ξέπνοο να τον νεκροφιλήσω
παρά γαμπρό στην εκκλησιά να πάω να τον στολίσω.»

Σαράντα μέρες πόλεμος με τη βαριά κατάρα
ο σταυραϊτός ξεψύχησε, απλώθηκε αντάρα.

Λύγισ’ η δόλια ξωτικιά, σαν καλαμιά, σαν στάχυ
κι από γκρεμό τσακίστηκε στην πιο ψηλή τη ράχη.

Κοιμούνται τώρα αγκαλιαστά σε σύννεφο μπαμπάκι
στο χώμα λιώνουν ταιριαστά κορμάκι με κορμάκι.

© Δημήτρης Φιλελές

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΑΜΑΧΗΤΙ



ΑΜΑΧΗΤΙ

Η πολιτεία αλώθηκε  αμαχητί
οι υπερασπιστές της εγκλωβίστηκαν
σε μικρά ομοιόμορφα επικαθήμενα κιβώτια
με όλες τις ανέσεις της διάχυτης μαλθακότητας
παγιδεύτηκαν εποχούμενοι
σε αδιέξοδες οδικές αρτηρίες
εν είδει νεκρικής πομπής
συνωθούντες και συνωθούμενοι
διαγκωνιζόμενοι για τη σειρά προτεραιότητας
στον τελευταίο ασπασμό
οι συνειδήσεις εμποτίστηκαν με δηλητηριώδη αιθάλη
εμβαπτίστηκαν σε καπνό καιόμενου εορταστικού λίπους
περιτυλίχτηκσν με έγχρωμες πλαστικές σημαίες
παραδόθηκαν ως σφάγια στο βωμό της επιπολής ευμάρειας
μόνο ο τελευταίος τυμπανιστής
προτίμησε την αυτοχειρία παρά την ατίμωση
η ιστορική αλήθεια εξοβελίστηκε με συνοπτικές διαδικασίες
η ιστορική συγκυρία επέφερε την σώφρονα συναίνεση
ευπειθώς αναφέρθηκε η αποκατάσταση της νέας τάξης
ουδείς αναζητήθηκε υπεύθυνος
για την αφημένη ορθάνοιχτη κερκόπορτα.


© Δημήτρης Φιλελές

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

ΑΝ ΣΕ ΕΒΛΕΠΑ

Φρανσίσκο Γκόγια - 3 Μαΐου 1808

ΑΝ ΣΕ ΕΒΛΕΠΑ

Αν σε έβλεπα
οργισμένο πολεμιστή
να οδηγείς το άρμα με τα αγέρωχα άλογα
έξω από τα τείχη της Τροίας
με τους μυώνες σου έτοιμους να εκραγούν από την ένταση
θα σε αναγνώριζα αμέσως
γιατί έχω νιώσει το θυμό σου
μέσα από τα λόγια
του τυφλού Χιώτη ραψωδού

αν η άτρομη  θωριά μου προκαλούσε δέος
καθώς δρασκέλιζες τα βουνά
και δάμαζες τα κύματα
σώζοντας τα ολοφυρόμενα ανδράποδα
από το διαγούμισμα των κουρσάρων
και τα σκλαβοπάζαρα της ανατολής
θα σε ονομάτιζα
γιατί ο θρύλος σου με έφτασε
σαν βροντερός απόηχος της άνισης μάχης
στα μαρμαρένια αλώνια

αν σε αντίκριζα
σε κακοτράχαλα λημέρια
να ανεμίζεις απροσκύνητος
ένα άσπροι κομμάτι πανί
με ένα γαλάζιο σταυρό καταμεσής
θα ήξερα ποιος είσαι
γιατί μου το έμαθε μαζί με τα πρώτα γράμματα
ο δάσκαλος στο σχολείο

αν φάνταζες άγγελος εκδικητής
με ένα δαυλό φλεγόμενο στο χέρι
στη μπαρουταποθήκη του μοναστηριού
έτοιμος να κάνεις στάχτη τη σκλαβιά
θα προσκυνούσα γονατιστός
το άσαρκο θυσιαστήριο
γιατί το θαύμασα ολοζώντανο
από τον χρωστήρα των ζωγράφων

αν σε συναντούσα
στην πλατεία του χωριού
λεβεντόκορμο γενειοφόρο
πρώτος να σέρνεις το χορό
ζωσμένος σταυρωτά τα φυσεκλίκια
θα σε χαιρετούσα σφίγγοντας την τραχιά παλάμη σου
γιατί άκουσα τα κατορθώματά σου
από το στόμα των παππούδων
τα βράδια χαμηλόφωνα δίπλα στη φωτιά

μα εσύ περπατούσες ολομόναχος 
ατάραχος και ανυπότακτος
με ένα πλατύ πλατύ χαμόγελο
με βήμα σταθερό 
φορώντας ένα ολόλευκα πουκάμισο
ραντισμένο με ανθόνερο
σιδερωμένο από τα ροζιασμένα χέρια της μάνας σου
με ένα κόκκινο μαντήλι
επιδέξια διπλωμένο στη μικρή τσέπη
στο μέρος της καρδιάς
και ήταν σαν να φώναζες στον Εφιάλτη
"Εγώ είμαι αυτός που γυρεύεις!
Μην αστοχήσεις! "
χαιρετώντας τον ήλιο για στερνή φορά

κι εγώ γνώρισα τυχαία τη μορφή σου
μέσα σε μια κρυμμένη φωτογραφία
τη στιγμή που το χώμα
πήρε το χρώμα από το μαντήλι σου
τη στιγμή που πέρασες στην αθανασία
χωρίς να προλάβουμε να ανταλλάξουμε μια λέξη
κι όμως μου είπες τόσα πολλά

μαζί σου πορεύομαι
με την εικόνα σου φυλαγμένη
στην ίδια πάντα τσέπη του πουκάμισου
στο μέρος της καρδιάς.


© Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ



ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ

Η γριά κοντοστάθηκε στη μισάνοιχτη αυλόπορτα
έβαλε το χέρι αντήλιο κι έγνεψε καλημέρα.
- Πέρνα μέσα να σε τρατάρω. Έτσι, για το καλό…
Δρασκέλισε την αυλή αλαφροπάτητη
κάθισε στο σκαλί
- Μια ρακή, αν σου βρίσκεται ∙
ίδια με το κάμα του δρόμου
στην υγεία σου!... Μονορούφι!
κι ύστερα το ποτήρι θρύψαλα στην πέτρα
για να σπάσει η γκίνια, συνήθειο παλιό.
Λεφτά δε θέλω ∙ στα χρόνια μου πια δε φελάνε
μονάχα μια δεκάρα
τα ναύλα για το στερνό ταξίδι
- τόσα του φτάνουν του βαρκάρη –
μονάχα σώπασε κι άπλωσε το χέρι της καρδιάς
εδώ τα γράφει όλα
παλάμη τραχιά κι αρμυροφάγωτη
ίδια κι η ψυχή
μικρή η γραμμή της ζωής αλλά χορτάτη
θάλασσα πριν και μετά θάλασσα
και τ’ ανάμεσα ήσυχο σαν ύπνος, σαν θάνατος
τέλεψα ∙ άλλο δεν έχω να σου πω, σώνει.
Κίνησε να φύγει, έφτασε ως την πόρτα
γύρισε ξαφνικά το κεφάλι
- Φυλάξου απ’ τον εαυτό σου! Έχε γεια…
Χάθηκε στη σκόνη του δρόμου
μαζί με το τελευταίο όνειρο…

© Δημήτρης Φιλελές


Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

ΤΟ ΨΕΜΑ



ΤΟ ΨΕΜΑ

Το ψέμα πάντα ντύνεται με λούσα και στολίδια
την Κυριακή στης εκκλησιάς τα πρώτα τα στασίδια

μ' ένα μακρύ μακρύ σταυρό και με κερί δυο πήχες
παίζει κορόνα γράμματα στα δάχτυλα τις τύχες

γονατιστό προσεύχεται στης εκκλησιάς την πόρτα
φυτρώνει σα ζιζάνιο ανάμεσα στα χόρτα

νηστεύει,  καθαρίζεται και πάει να μεταλάβει
τους άλλους σπρώχνει γύρω του το νάμα να προλάβει

άφεση παίρνει αμαρτιών, τη βγάζει παλληκάρι
με το γεμάτο του πουγκί που αδειάζει στο παγκάρι

φουσκώνει σα γαλόπουλο και το λειρί υψώνει
κορδώνεται και πρήζεται και σκάει σαν μπαλόνι

κι όσο βροντούν τα όβολα και γλυκοκουδουνίζουν
τ' ανθρώπινα τα βλέμματα τόσο τα μαγνητίζουν

κι όταν σκολάσει η λειτουργιά κι η εκκλησιά απολύσει
μπορεί να τρέξει λεύτερο, στις γλώσσες να τσουλήσει

να πάρει τον κατήφορο κι όπου το βγάλει ο δρόμος
να γίνει αλήθεια η ψευτιά και της ζωής ο νόμος

σαν φίδι κουλουριάζεται που κόβει την ανάσα
σαγόνια ανοίγει διάπλατα και στρώνεται στη μάσα

σαν ψείρα βγαίνει στο γιακά κι όθε  χωθεί φωλιάζει
και το μυαλό παραπατά, σαν σούπα νερουλιάζει

ψαρεύει σε θολά νερά και σαν χταπόδι απλώνει
παραμονεύει στη σκιά, ύπουλα βεντουζώνει

ψάρι που πλέει στον αφρό, φελλός που δεν πατώνει
το παραμύθι να πουλά παίρνει σκοινί κορδόνι

με τα κοντά ποδάρια του στα σβέλτα σκαρφαλώνει
τον κόσμο διπλοχαιρετά ψηλά απ' το μπαλκόνι

γεννήθηκε για ν' αγαπά παρά και εξουσία
γι' αυτά και με το διάβολο κάνει συνεργασία

μα μέχρι να ξυπνήσουμε, το πλοίο έχει  σαλπάρει
και τα ποντίκια στήνουνε τρελό χορό στ' αμπάρι

καμένη πίσω αφήνουν γη με μία μαύρη τρύπα
κι ένα κοπάδι πρόβατα στην αγκαλιά του γύπα.


© Δημήτρης Φιλελές 

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΔΟΞΑ ΣΟΙ ΚΥΡΙΕ



ΔΟΞΑ ΣΟΙ, ΚΥΡΙΕ

Το γιορτινό μας το τραπέζι
η θεία χάρη το φροντίζει
μα ένα παιδί αντί να παίζει
δουλεύει για μια χούφτα ρύζι.

Στους δρόμους φώτα και στολίδια
λάμψη στη νύχτα μας χαρίζουν
μα της βιτρίνας τα παιχνίδια
δυο μάτια βλέπουν και δακρύζουν.

Μικρό καράβι η χαρά μας
που έχει άγκυρα σηκώσει
μα έξω απ' τα παράθυρά μας
τα όνειρα έχουν σκοτώσει.

Η περιέργεια μας καίει
πώς θα μοιράσουμε τα δώρα
μα μια ψυχή χωρίς να φταίει
γυμνή ξυλιάζει μες στη μπόρα.

Δόξα σοι, Κύριε, και πάλι
που φρόντισες το φτωχικό μας
μα του σπιτιού μας το τσουκάλι
δε φτάνει για τον διπλανό μας.

Δόξα σοι, Κύριε, ποιος ξέρει
του χρόνου αν ξαναβρεθούμε
πριν μας φωτίσει κάποιο αστέρι
και την ψευτιά μας σιχαθούμε.


© Δημήτρης Φιλελές

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΓΡΙΑΣ

Στη μνήμη του δικού μας Αη-Γιώργη, καβαλάρη και σπαθοφόρου, που ξεψύχησε προδομένος δίνοντας τη στερνή του πνοή για την Ελλάδα, σαν σήμερα, ανήμερα της γιορτής του, στις 23 Απριλίου 1827.



Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΓΡΙΑΣ

Μάνας τρελής απόκληρος, μπάσταρδος και χτικιάρης
στ’ Άγραφα, στην αϊτοφωλιά, ανίκητος μπροστάρης

αγριωπός, μαυριδερός, σίφουνας μανιασμένος
στον όλεθρο του τύραννου παντοτινά ταμένος

στη Ρούμελη της κλεφτουριάς ο πρωτοκαπετάνιος
δαίμονας καταχθόνιος, άγγελος επουράνιος

ίσκιος αλαφροπάτητος με το σπαθί στο χέρι
ορθός καβάλα στ’ άλογο, της λευτεριάς ξεφτέρι

λόγος κοφτός αθυρόστομος, ματιά καυτή, αστρίτης
αδίστακτος σ’ αποκοτιά, αίλουρος και πετρίτης

στ’ άδικο απροσκύνητος, του δίκιου του αφέντης
χιμούσε μέσα στη φωτιά, αψύς, αϊτός, λεβέντης

πάνω σε χιονοσκέπαστα απάτητα λημέρια
έστηνε νύχτα δόκανο στα φοβισμένα ασκέρια

η λευτεριά με το σπαθί δεν ξέρει παρακάλια
μονάχα στοίβα σα βουνό τα εχθρικά κεφάλια

ούτε λογιάζει αφεντικά ξενόφερτους προστάτες
μόνο σηκώνει το σταυρό σαν το Χριστό στις πλάτες

τα γκέμια αρπάζει ο σταυραϊτός και τ’ άτι του φρουμάζει
και στη θωριά του ο χάροντας κρύβεται και δειλιάζει

ντουφέκι ρίχνει ύπουλο και του τρυπά τα σπλάχνα
μ’ αυτός στη μάχη ρίχνεται δίχως να βγάλει άχνα

ψυχορραγεί ο στρατηγός μα δεν του πρέπει κλάμα
στον κάτω κόσμο συντροφιά θα ‘χει το Μάρκο αντάμα

ο Διάκος σέρνει το χορό, ο Φλέσσας κι ο Τζαβέλας
απάνω στα τσακίσματα της άσπρης φουστανέλας

σα γίγαντες ορθώνονται και σαν πλατάνια σμίγουν
σκίζεται το στερέωμα, οι ουρανοί ανοίγουν

με μια φωνή για ν’ ακουστεί σ’ ανατολή και δύση
ξένου ποδάρι τούτ’ τη γης δε θα ξαναπατήσει.


© Δημήτρης Φιλελές

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Η 21η



Ξημέρωμα 21ης Απριλίου 1967. Ο ξάδελφός μου ο Στέλιος εισβάλλει από την αυλόπορτα φωνάζοντας "Θεία! Θεία! Θεία!". Η μητέρα μου ξεκλειδώνει ανήσυχη την πόρτα και βγαίνει στο κεφαλόσκαλο. Ο Στέλιος συνεχίζει "Στρατιωτικός νόμος... Δικτατορία... Χούντα...". Η μητέρα μου μένει άφωνη. Από το απέναντι ταρατσάκι ανοίγει η πόρτα της σοφίτας και εμφανίζεται ο κύριος Κώστας, ο αδελφός της απέναντι γειτόνισσας, με τα σώβρακα, για πρώτη φορά στη ζωή του. Δε μιλάει, δεν κινείται. Ξαναμπαίνει μέσα και μετά από λίγο εξαφανίζεται κρατώντας ένα μικρό βαλιτσάκι. Από κείνη τη μέρα δεν τον ξαναείδαμε ποτέ...

Η 21η

Δοξαστικό στους αφανείς ήρωες
του αντιδικτατορικού αγώνα

Σωπαίνουν γύρω τα πουλιά και κλαίνε οι ραχούλες
πισωγυρίζουν ποταμοί, στερεύουν οι βρυσούλες

θεριά πατούν τον τόπο μας, στους κάμπους αλωνίζουν
ακρίδες μαύρες που πετούν και σπίτια ξεκληρίζουν

η καταχνιά μας τύλιξε, βουβές μας ζώσαν ώρες
στα τρίστρατα μοιρολογούν μανάδες πενθοφόρες

μαύρη απλώνεται η νυχτιά, μαύρη η αυγή χαράζει
μαύρο το χέρι του φονιά τους δίκαιους δικάζει

βαριά τα σήμαντρα χτυπούν, βαριές χτυπούν οι μέρες
βαριά πολέμου τύμπανα, αντάρα και φοβέρες

καρδιά, το αίμα πάγωσε, ατσάλι γίνε, πέτρα
το φόβο σου αμπάρωσε, με την οργή σου μέτρα

μιλήστε λιανοντούφεκα στα χέρια τ’ αντρειωμένα
και σεις μαχαίρια κοφτερά στο αίμα ευλογημένα

σε κορφοβούνια απάτητα σε μήνες και σε χρόνους
και σε κλεισούρες άπαρτες ξορκίστε τους δαιμόνους

ασπίδα στήστε το κορμί σε πέτρινα γεφύρια
στης μάχης μέσα τον αχό ξυπνούν τα πανηγύρια

σύρτε, αδέρφια, το χορό στου χάρου το καρτέρι
αντάμα με το θάνατο ας στρώσουμε νυχτέρι

να πιούμε κόκκινο κρασί και με σπονδές στο χώμα
ν’ αγιάσουμε τη μαύρη γης που παίρνουμε για στρώμα

και του παππού τα κόκαλα βάλτε για προσκεφάλι
ψηλά προστάζει η λευτεριά να ‘χουμε το κεφάλι

φύτρα γι’ αγριολούλουδα ας είναι η σπορά μας
παρά τα όρνια άσπλαχνα να τρών’ τα σωθικά μας

κι όσοι θα μείνουν από μας ας ιστορούν στον κόσμο
πως με της σάρκας τη φωτιά ανοίξαμε το δρόμο.


© Δημήτρης Φιλελές