ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΟ ΕΔΕΣΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας μου


Η μητέρα ήταν εκ γενετής, θα μπορούσε κάποιος να πει χωρίς ίχνος υπερβολής, φύση υπέρμετρα αυστηρή και παραδοσιακή ταυτόχρονα – κυρίως με την εαυτό της. Ως Ορθόδοξη Χριστιανή δε θα μπορούσε παρά να τηρεί ευλαβικά τις περιόδους νηστείας όχι επειδή έτσι έλεγε ο παπάς της εκκλησίας, αλλά επειδή «έτσι τα βρήκαμε».

Με την είσοδο του Μεγαλοβδόμαδου, όλες οι μοναδικής γεύσης καθημερινές λιχουδιές εξαφανίζονταν από το τσουκάλι και από την ατμόσφαιρα του σπιτιού μας δια μαγείας. Τη θέση τους καταλάμβανε με το έτσι θέλω μια άλλη μαγειρική που θύμιζε κοινόβιο των πρώτων χριστιανικών χρόνων.

Το στομαχικό μαρτύριο ξεκινούσε από τη Μεγάλη Δευτέρα με ανήλαδη ντοματόσουπα συνοδεύομενη από μεγάλες ποσότητες βραστής πατάτας, ελιές, ψωμί και, ασφαλώς, χαλβά για επιδόρπιο.

Αλλά και η Μεγάλη Τρίτη δε διέφερε ουσιαστικά, αφού τα προηγούμενα εδέσματα παραχωρούσαν τη θέση τους στην ανήλαδη νερόβραστη φασολάδα με τα ίδια γαστριμαργικά συμπληρώματα.

Όταν, οδεύοντας προς τη Μεγάλη Τετάρτη, αντιλαμβανόταν πως τα πράγματα σκουραίνουν και είμαστε έτοιμοι να διαταράξουμε τη νηστευτική περίοδο εκτός σπιτιού με καμιά τυρόπιτα, έβαζε όλη της την τέχνη μαγειρεύοντας μοσχοχτάποδα με μακαρονάκι κοφτό, εννοείται χωρίς ψήγμα ελαιόλαδου και πάλι.

Κάπως έτσι φτάναμε ως τη Μεγάλη Πέμπτη, όπου οι νερόβραστες φακές έκαναν την ηρωική εμφάνισή τους στο πιάτο μας. Λίγο τουρσί, λίγες ελιές, πολύ ψωμί και χαλβάς για επιστέγασμα της πείνας μας, άντε και τη βγάλαμε κι αυτή τη μέρα.

Όσο για τη Μεγάλη Παρασκευή, μια από τα ίδια, μέχρι να φτάσει η ώρα να πάμε στην περιφορά του Επιταφίου, να πιάσουμε λίγο την κουβέντα με τους γείτονες στο δρόμο, να δούμε για πολλοστή φορά τα Πάθη του Κυρίου στην τηλεόραση, να βάλουμε στο στόμα μας κανένα κομμάτι χαλβά με ψωμί… Ε, μας είχε κοπεί πια η διάθεση για φαγητό και προτιμούσαμε να ξεχαστούμε με μια καλή μερίδα ύπνου.

Κι όλες αυτές τις μέρες το σπίτι να είναι γεμάτο με τα μοσχομυριστά κουλουράκια και τα κατακόκκινα πασχαλινά αυγά που μας έκλειναν πονηρά το μάτι σε κάθε ευκαιρία. Και τα κρέατα και τα τυριά στο ψυγείο να περιμένουν υπομονετικά και βασανιστικά να έρθει η ώρα τους.

Επιτέλους, Μεγάλο Σάββατο! Ανάσταση στη σκέψη μας απ’ το πρωί και αναμονή ως το «Χριστός Ανέστη» τα μεσάνυχτα, για κάθετη εφόρμηση στη μαγειρίτσα ή την κρεατόσουπα, που μας έσπαγε μεθοδικά τη μύτη στη διάρκεια όλης της μέρας. Κι όταν κάποια στιγμή η μητέρα διέβλεπε τις «άνομες» ορέξεις μας, αναχαίτιζε την επιθυμία μας με δυο λόγια μόνο : «Ε, καλά, τόσες μέρες άντεξες. Δε μπορείς να κρατηθείς μερικές ώρες; Θα σου πέσει το μωρό;».

Κι όταν ερχόταν πια η μεγάλη στιγμή της απόλαυσης, πάντοτε θύμιζε πως το στομάχι ήταν για μέρες άδειο, ξεσυνήθισε στα βαριά φαγητά και χρειάζεται προσοχή. Εξάλλου, πρέπει ν’ αφήσουμε και χώρο για αύριο (Κυριακή του Πάσχα).

Ενώ, όμως, επέβαλλε τη νηστεία στην οικογένειά μας, ποτέ δεν κατηγόρησε όσους γνωστούς ή γείτονες δεν άλλαζαν τις διατροφικές τους συνήθειες στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Φρόντιζε, μάλιστα, να τονίζει με κατάλληλο ύφος : «Δε βλάπτουν τα εισερχόμενα αλλά τα εξερχόμενα!». Κι έμεινε η φράση αυτή σαν φάρος να φωτίζει τις σκοτεινές στιγμές μέχρι σήμερα.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει…

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

ΤΑΒΕΡΝΕΙΟ "ΤΟ ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ"


Οι ομορφότερες φωτογραφικές διαδρομές είναι αυτές που γίνονται μέσα στα στενά στις παλιές αθηναϊκές γειτονιές. Εκεί που νιώθεις πως ξαφνικά ο χρόνος κάνει διάλειμμα, η πολύβουη πόλη παραμερίζει ιπποτικά μπροστά στο παρελθόν, τα κτήρια και οι άνθρωποι αντιστέκονται σε ό,τι επιχειρεί να τους συμπαρασύρει στον ξέφρενο ρυθμό της εποχής μας.
Στη διασταύρωση Λεωνίδου και Μυλλέρου, στο Μεταξουργείο, το μπαλκόνι ενός παλιού πετρόχτιστου διώροφου γίνεται πόλος έλξης της προσοχής. Ο σερβιτόρος στρώνει με επιμέλεια ένα τραπέζι για δύο, τόσο μόνο φτάνει. Φαντάζομαι ένα ζευγάρι να απολαμβάνει το δείπνο του κάτω απ' τον έναστρο αττικό ουρανό μιας καλοκαιριάτικης βραδιάς.
Η σκέψη διακόπτεται από την παρουσία του κυρίου Νίκου, του εστιάτορα, στην πόρτα του μαγαζιού. Ο φιλόξενος ιδιοκτήτης της επιχείρησης προσφέρεται να μου δείξει με χαρά αλλά και με υπερηφάνεια (συμπέρασμα εκ των υστέρων) τον εσωτερικό χώρο. "Δεν άφησα να μου το πειράξει διακοσμητής, μη μου το χαλάσει", θα μου εκμυστηρευτεί λίγο αργότερα.
Μπαίνοντας από την κύρια είσοδο στη Λεωνίδου, μια παλιά δίφυλλη ξύλινη εξώπορτα με τζαμλίκι, μια τηλεφωνική συσκευή δεκαετίας '60 πάνω σ' ένα τσίγκινο τραπεζάκι καφενείου. Η στριφτή εσωτερική ξύλινη σκάλα με την κουπαστή οδηγεί στον όροφο. Κάπου στο μέσο της, μια εσοχή με διάφορα αντικείμενα, ένα παλιό ραδιόφωνο (από 'κείνα που λέγαμε "παγκοσμίου λήψεως"), μια ραπτομηχανή...
Το πάνω πάτωμα είναι μια αποκάλυψη. Ο παλιός σοβάς έχει αποκολληθεί με ιδιαίτερη προσοχή από τη μεγαλύτερη επιφάνεια των τοίχων, για να αποκαλυφθούν τα αγκωνάρια (έτσι έλεγαν τις χοντρές πέτρες χτισίματος οι παλιοί μάστορες). Ανάμεσα τους καρφωμένη και μια σφαίρα (ας μην ξεχνάμε πως στην περιοχή βρισκόταν το αρχηγείο του ΕΛΑΣ το 1944) για να θυμίζει χρόνια δύσκολα, σκληρά.
Κι όπου ο σοβάς έχει μείνει με τις αλλεπάλληλες στρώσεις χρωμάτων που τον φόρτωσαν τα χρόνια, θυμίζει κυριολεκτικά πίνακα ζωγραφικής.
Οι παλιές προθήκες ομορφαίνουν και ζεσταίνουν το χώρο με όλα τα καλαίσθητα αντικείμενα που διακοσμούν τα ράφια τους. Από γυάλινα σερβίτσια μέχρι μια διτάσια παλάντζα, δυο χερόμυλοι, ένα σίδερο της γιαγιάς που ζεσταινόταν με κάρβουνο...
Κι αν κάποιος θελήσει ν' ανεβεί και στην ταράτσα, που λέει ο λόγος, δεν έχει παρά να ακολουθήσει τα σκαλοπάτια της παλιάς σιδερένιας σκάλας ("υπηρεσίας" την έλεγαν οι κυρίες της παλιάς Αθήνας). Αρκεί να προσέξει, καθώς η ματιά του θα πέσει σίγουρα σε μια σειρά καλλίγραμμα ακροκέραμα, να μην τραυματίσει τις γλάστρες με τα λουλούδια που βρίσκονται σε κάθε σκαλοπάτι.
Η τελευταία έκπληξη κρέμεται κυριολεκτικά απ' το ταβάνι. "Βρήκα το σκελετό από ένα παλιό αυτοκίνητο, τον έφτιαξα και τον έβαλα εδώ να τον βλέπουν", λέει ο κύριος Νίκος. Θέαμα, ομολογουμένως, εντυπωσιακό.
Κι όλα τα είδη εστίασης των πελατών - τραπέζια, καρέκλες, μαχαιροπίρουνα, αλατιέρες, μέχρι και ο κατάλογος, να βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος και να δένουν αρμονικά με τον μεγάλων διαστάσεων oxide καθρέφτη που καλύπτει τον κεντρικό τοίχο του ορόφου.
Επιστρέφουμε στο ισόγειο. Σε μια γωνιά το μαγειρείο. Χώρος, σκεύη, αλλά και κυρίως εδέσματα που μοσχοβολούν Ελλάδα και παραπέμπουν σε δύσκολα αλλά όμορφα χρόνια.
"Μια μέρα φέρανε και το Μανόλη το Γλέζο για φαγητό κάτι φίλοι και συγκινήθηκε πολύ. Θυμήθηκε τα χρόνια που ήταν φοιτητής κι έτρωγε σε τούτο το μαγαζί", θα προσθέσει στη συζήτησή μας ο κύριος Νίκος.
Τώρα φεύγω, βιάζομαι, χάρηκα πολύ για τη γνωριμία, αλλά θα επιστρέψω, να δοκιμάσω, να γευτώ, να θυμηθώ...

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ



Απ' την εποχή των μαθητικών χρόνων του γυμνασίου ξεκίνησε η γνωριμία μου με την ποίηση του Καββαδία. Εικόνες μαγικές, πρωτόγνωρες, αλλόκοτες μερικές φορές, λέξεις πρωτάκουστες, χαρακτήρες ανθρώπων αξεδιάλυτοι σ' ένα μπερδεμένο κουβάρι συναισθημάτων, απρόσμενη εναλλαγή της λύπης με τη χαρά, του μοναχικού μακρινού ταξιδιού με την ακόλαστη ηδονή.
Η διεγερμένη γραφίδα του ποιητή-μαρκονιστή εξέπεμπε ακατάπαυστα ηχηρά μηνύματα που έκαναν την εφηβική καρδιά να πάλλεται άρρυθμα, να επιθυμεί να κόψει τα σκοινιά της συμβατικότητας, να ταξιδέψει μακριά στους ονειρικούς χάρτες, μέχρι και πάλι να περιέλθει σε κατάσταση εκούσιας απομόνωσης-λύτρωσης.
Διάβαζα ακόρεστα στίχους με λέξεις άγνωστες ναυτικές κι αρνιόμουν να αναζητήσω την κυριολεκτική τους σημασία, γιατί τις ένιωθα να λειτουργούν μέσα μου έτσι όπως ξεπηδούσαν μπροστά μου, να με πλημμυρίζουν με τη θαλασσινή τους αρμονία. Αποστήθιζα τα ποιήματα, γιατί είχα ανάγκη να τα 'χω κάθε στιγμή μαζί μου, να ανακαλώ τη λυτρωτική τους αύρα όπου και όποτε θελήσω.
Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες για τη μετάβαση από τη συναισθηματική ανάγνωση στη μελέτη. Όχι πως το συναίσθημα παραχώρησε τη θέση του στη γνώση ή στην επίγνωση, μάλλον το αντίθετο τελικά συνέβη. Οι εμπειρίες ζωής δημιούργησαν ακόμη βαθύτερους δεσμούς, ωρίμασαν οι συνθήκες για ουσιαστικότερη αναζήτηση στα ενδότερα.
Αναπόφευκτα, οι εικόνες παντρεύτηκαν με τους στίχους και η αρμονία των λέξεων με τη μουσική ευαισθησία. Δημιούργησαν ένα άρρηκτα δεμένο σύνολο χωρίς κάτι να υπερτερεί ή να υπολείπεται. Όλα μαζί αντιστοιχούν σε μια ελάχιστη εισφορά στο δια βίου χρέος...

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

ΚΑΠΝΟΑΠΑΓΟΡΕΥΣΙΣ! ΑΣΘΜΑ ΣΑΤΙΡΙΚΟΝ ΚΑΙ ΕΥΘΥΜΟΝ



Στα σχολικά εγχειρίδια της Ιστορίας διδαχθήκαμε πως στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος ο πρώτος βασιλιάς, ο Γερμανός Όθωνας, κυβερνούσε ελέω Θεού. Κι επειδή καθόλου δε μας άρεσε αυτό, ο Μακρυγιάννης και ο Καλλέργης τον ανάγκασαν να παραχωρήσει Σύνταγμα. Μετά την απομάκρυνση του Όθωνα, οι Μεγάλες Δυνάμεις μας καπέλωσαν με τον πρίγκιπα Γεώργιο Γλύξμπουργκ, της γνωστής δανέζικης οικογενείας, που με το δικαίωμα της βασιλικής διαδοχής, κάτι σαν γονική παροχή, μας κυβέρνησαν τα παιδιά του, τα εγγόνια του, τα δισέγγονά του... Αλλά επειδή κι αυτό μας έπεφτε κομμάτι στενό, τους διώξαμε κι αποφασίσαμε να κάνουμε αυτή τη δουλειά μόνοι μας και πιο σωστά.
Έτσι καταλήξαμε στη σημερινή μορφή πολιτεύματος όπου οι πρωθυπουργεύοντες ανακηρύσσονται σ’ αυτό το αξίωμα άλλοτε με βάση το κληροδοτούμενο επώνυμο (βλ. Κωνσταντίνος Καραμανλής ο νεώτερος) κι άλλοτε τα κληροδοτούμενα αντικείμενα, π.χ. «πήρα από τον πατέρα μου το όνομα κι απ’ τον παππού μου ένα ρολόι» (βλ. Γεώργιος Παπανδρέου ο νεώτερος). Παγκόσμια ελληνική πρωτοτυπία!
Έρχεται, λοιπόν, ο προκαθήμενος της κυβερνητικής πλειοψηφίας και αποφασίζει να ασκήσει εξουσία επί του ελληνικού λαού χρησιμοποιώντας φράσεις το πολύ δύο λέξεων, όπως για παράδειγμα «πάμε μαζί» ή «λεφτά υπάρχουν». Προφανής ο λόγος : ως παιδί μεταναστών δε μετείχε της ελληνικής παιδείας και υστερεί σε πληρέστερες διατυπώσεις. Φαίνεται όμως πως η γλωσσική του ανεπάρκεια τον οδήγησε σε περικοπές, φαινόμενο γενικό των ημερών, και αποφάσισε να κυβερνά μονολεκτικά. Τι κι αν προσπάθησε ο Λοβέρδος, συνταγματολόγος άνθρωπος, να τον πείσει πως δε γίνεται έτσι προκοπή. Εκείνος αμετάπειστος. Χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και είπε : «Απαγορεύεται!».
Να τι παθαίνει όποιος αγνοεί την ελληνική νοοτροπία. Στον Έλληνα πες ό,τι θέλεις, ζήτα του ό,τι θέλεις, πάρ’ του ό,τι έχει, αλλά πάρ’ τον με το καλό. Μούσι να γίνει να τον ξουρίσεις, που έλεγε κι ο αλησμόνητος Ζίκος. Μονάχα αυτή την καταραμένη λέξη μην ξεστομίσεις, γιατί τον έκανες εχθρό. Και θα κάνει το εντελώς αντίθετο με οποιοδήποτε κόστος.
Για όσους αγνοούν ή αμφισβητούν τα γραφόμενα, θα δώσω απτά δείγματα της καθημερινότητας απ’ τα πιο απλά ως τα πιο σημαντικά.
«Απαγορεύεται το πτύειν και το ουρείν» - Ο Έλληνας εξακολουθεί να κατουράει όποιο δέντρο βρει όταν του έρθει η ανάγκη και να φτύνει κυρίως στη μέση του δρόμου.
«Απαγορεύεται η στάθμευση» - Εκεί θα δεις τα πιο πολλά σταθμευμένα αυτοκίνητα λες και δεν υπάρχει άλλο μέρος σ΄ ολόκληρη την πόλη.
«Απαγορεύεται η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ» - Αν γίνει αλκοτέστ στην έξοδο της ταβέρνας, όλοι θα εκτεθούμε ανεπανόρθωτα. Ας μην αναφερθούμε στα μπουζουκομάγαζα και κάθε λογής ξενυχτάδικο...
«Απαγορεύεται το σερβίρισμα αλκοόλ κάτω των 17 ετών» - Σιγά που δε θα πιει η πιτσιρικαρία για να το παίξουν άντρες. Σιγά που το κατάστημα θα χάσει την πελατεία του.
«Απαγορεύεται η ρίψη διαφημιστικών» - Τόνοι χαρτούρας, με προεξάρχοντες τους υποψήφιους βουλευτές και τους τοπικούς άρχοντες, φράζουν τα γραμματοκιβώτια των πολυκατοικιών και τα φρεάτια των δρόμων.
«Απαγορεύεται η ρίψη χαρτιών στη λεκάνη» - Και τότε πώς γίνεται να βουλώνουν και να πλημμυρίζουν κάθε τρεις και λίγο; Κάνουν αντίσταση στη χρήση τους;
«Απαγορεύεται η τοιχοκόλληση» - Καλά, δεν πειράζει. Θα γράψουμε σ’ όλο τον τοίχο με ανεξίτηλο σπρέι.
«Απαγορεύεται η ρίψη μπάζων» - Μέσα σε λίγες μόνο μέρες έχει δημιουργηθεί ο νέος σκουπιδότοπος.
«Απαγορεύεται η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας» - Και πώς χάνουμε τον πληθυσμό ενός χωριού κάθε χρόνο σε τροχαία ατυχήματα;
Και πόσα άλλα «απαγορεύεται» ακόμη.
Εδώ, καλέ μου πρωθυπουργέ, ο αείμνηστος πατέρας σου (που ομολογουμένως μετείχε της ελληνικής παιδείας) γκρέμισε δυο κάστρα του «απαγορεύεται», που γι’ αυτά θα τον θυμάται όλος ο ελληνικός λαός. Κι αν δεν τα ξέρεις, να σου τα γνωρίσω.
Πρώτο, το «ου μοιχεύσεις» του μωσαϊκού νόμου, με την αποποινικοποίηση της μοιχείας, που γλίτωσε τα ευάριθμα παράνομα ζευγάρια απ’ τη δημόσια διαπόμπευση, που μεταφέρονταν απ’ το ξενοδοχείο στο αστυνομικό τμήμα κι από κει στον εισαγγελέα του αυτόφωρου σαν ξεπεσμένοι ρωμαίοι λεγεωνάριοι.
Δεύτερο, το «ους ο Θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω» των παπάδων, δωρίζοντας το αυτόματο διαζύγιο και χαρίζοντας την ελευθερία σε χιλιάδες αλύτρωτους που βρίσκονταν επί δεκαετίες σε διάσταση από κοίτης και κλίνης με τις κατά νόμο συζύγους.
Πώς νομίζεις πως φρόντισε την υστεροφημία του; Με το «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», με το «Βυθίσατε το Χόρα», ή για τις καλές του σχέσεις με τον αραβικό κόσμο;
Κι εσύ, μ’ ένα ξερό «Απαγορεύεται» θέλεις να μας κόψεις το κάπνισμα την ώρα που πίνουμε το καφεδάκι μας στη λιακάδα, την ώρα που τρώμε το μεζεδάκι μας με την παλιοπαρέα, την ώρα που ρίχνουμε τις στροφές μας για να φύγει από μέσα μας ο καημός.
Μα, πού ζεις, χρυσέ μου;;;

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

ΑΙΣΙΟΝ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ!


Αν επί 36 συναπτά έτη δεν έχει υπάρξει προοπτική νέου έτους καλύτερου από το προηγούμενο σε ό,τι αφορά τουλάχιστον στην οικονομική κατάσταση και σε όσα αυτό συνεπάγεται, δε μπορούμε να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι πως από φέτος κάτι θα αλλάξει προς το καλύτερο.
Όσα χρόνια μπορώ να ανατρέξω στο παρελθόν, το μόνο που θυμάμαι είναι εκείνο το αμυδρό φως στο τούνελ που όλοι περιμέναμε με αγωνία να λάμψει, για να διαπιστώσουμε μετά μεγάλης μας λύπης πως τελικά επρόκειτο για τους εκτυφλωτικούς προβολείς του γερμανικής κατασκευής οδοστρωτήρα τύπου Μέρκελ, που μέσα από την οικονομική παντοδυναμία επιδιώκει να κατορθώσει όσα δεν κατάφερε ο προκάτοχός της Αδόλφος Χίτλερ με τη δύναμη των όπλων.
Δυστυχώς, και αυτή τη φορά, όλα και όλοι συνηγορούν εναντίον μας. Ακόμα και οι κυβερνήτες που με την ψήφο μας κατά πλειοψηφία επιλέξαμε, επειδή πιστέψαμε πως «λεφτά υπάρχουν», φαίνεται πως εδώ και πολλές δεκαετίες μας θεωρούν «κοπρίτες» και είναι απόλυτα βέβαιοι πως «μαζί τα φάγαμε» δια στόματος αντιπροέδρου. Οπότε, καλούμαστε όλοι μαζί να πάψουμε να κοπρίζουμε τον τόπο και να αποφασίσουμε επιτέλους να δουλέψουμε για να αποπληρώσουμε το υπέρογκο χρέος μας.
Τελικά, ίσως είναι καλύτερα έτσι, ίσως έχουμε την τελευταία ευκαιρία να αφυπνιστούμε και να εξοφλήσουμε ένα χρέος που έτσι κι αλλιώς μας βαραίνει πράγματι εδώ και δεκαετίες. Είναι στ’ αλήθεια βαρύ το παλτό του φιλοτομαρισμού που επί τόσα πολλά χρόνια φορέσαμε και το άβολο σμόκιν του ωχαδερφισμού που πιστέψαμε πως θα μας μεταφέρει σε υψηλότερη κοινωνική τάξη, ξεχνώντας εντελώς πως σε καμία περίπτωση «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά».
Για να μπορέσω, καλοί μου φίλοι, μετά λόγου γνώσεως να σας ευχηθώ «αίσιον και ευτυχές το νέον έτος» με αισθήματα αγάπης αληθινής για τον συνάνθρωπο που υποφέρει, με καρδιές που θα έχουν τις πόρτες διάπλατες και με ψυχές με μάτια ορθάνοιχτα, με ζεστασιά και στοργή για όσους έχουν ανάγκη, για να βρούμε την ευτυχία εκεί που πραγματικά υπάρχει.