ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

ΧΙΟΝΙ

Χιόνι

Από την ποιητική συλλογή "Θρ...ίαμβοι και απώλειες"




ΧΙΟΝΙ

Νιφάδες κατακόκκινες, φιλιά λευκά από χιόνι
δυο χέρια απλώνουν, προσπερνά η άνοιξη και λιώνει
νεράιδες δένουν το κορμί μ' αόρατο μαντήλι
αράχνης δίχτυ ντύνεται το ματωμένο δείλι.


Σαν ακροβάτης η ψυχή σ' ένα ταγκό του δρόμου
σ' ένα σκοινί ισορροπεί στα βλέμματα του τρόμου
πέφτει, ξανασηκώνεται, παθαίνει και μαθαίνει
το τραύμα επουλώνεται,  μα το σημάδι μένει.


Οι νύχτες θεοσκότεινες, ασφάλειες καμένες
φωνές ερώτων ένοχες, απόμακρες και ξένες
νεράιδες δένουν το κορμί μ' αόρατο μαντήλι
αράχνης δίχτυ ντύνεται το ματωμένο δείλι.


Σαν ακροβάτης η ψυχή σ' ένα ταγκό του δρόμου
σ' ένα σκοινί ισορροπεί στα βλέμματα του τρόμου
πέφτει, ξανασηκώνεται, παθαίνει και μαθαίνει
το τραύμα επουλώνεται,  μα το σημάδι μένει.


Ποίηση : © Δημήτρης Φιλελές
Μελοποίηση – Ερμηνεία : © Φίλιππος Πλακιάς

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

ΠΡΟΣ ΑΓΟΡΑΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ




ΠΡΟΣ ΑΓΟΡΑΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Αν κάτι θέλεις ν’ αγοράσεις, θα το βρεις

σ’ αυτόν που η ανάγκη πνίγει κάνεις χάρη

κι αν κάτι έχεις να πουλήσεις, μη ντραπείς

αλισβερίσι η ζωή σου και παζάρι.



Αν κάποιος σε κατηγορήσει, να του πεις

καθρέφτη αν έχει, την καμπούρα να κοιτάξει

καμιά δουλειά να πάει να βρει της προκοπής

και ας σου πει μετά τον κόσμο πώς θα φτιάξει.



Στο πάρε-δώσε πρέπει να 'χεις μερτικό

μ’ αυτό τον τρόπο όλη η γη στριφογυρίζει

παζάρεψε γερά το τρύπιο ιδανικό

μα την τιμή πάντα η ζήτηση ορίζει.



Η δυσκολία είναι μόνο στην αρχή

για τον πρωτάρη που τα κόλπα δε γνωρίζει

μέχρι που γίνεται το δέρμα του παχύ

μετά τον φτύνουνε και λέει ψιχαλίζει.



Κι αν η ταχύτητα σου σπάσει το κοντέρ

και στον κατήφορο δεν πιάσουνε τα φρένα

φρόντισε να 'χεις στα χαρτιά σου μπαλαντέρ

πριν σε πετάξουν στα λιοντάρια στην αρένα.



Όχι πως έτσι θα γλιτώσεις το χαμό

από τη μέρα που γεννήθηκες χαμένος

μα μια θηλιά να βάλεις μόνος στο λαιμό

και μια ταμπέλα που θα γράφει “πουλημένος”.



Είναι απίστευτα μικρή η διαδρομή

η κορυφή δυο βήματα απ’ τον πάτο

χωρίς κεφάλι ξάφνου μένει το κορμί

αν η Σαλώμη το ζητήσει μες στο πιάτο.



© Δημήτρης Φιλελές

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Επειδή, κατ' έθιμο, οφείλουμε να τα ψάλουμε...




ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ...



Σκεμπέδες σκληροτράχηλοι της μάσας

που τρωγοπίνετε μονάχα στην υγειά σας

σαν στρώσετε το γιορτινό τραπέζι

και γλείφετε στα δάχτυλα το πετιμέζι

προσέχετε μη κόκαλο καθίσει στο λαιμό σας

και το αγριογούρουνο γίνει το σάβανα σας

ποιο τάχα θα ‘ναι τ’ άτυχο γομάρι

να φορτωθεί το σάπιο σας κουφάρι

φτωχός, στο μεροκάματο, και ζορισμένος

για ξεροκόμματα γαϊδουροφορτωμένος

όσο στη γης ν’ αλαφροακουμπήσει

κιβούρι που τη ράχη έχει τσακίσει

για λίγα όβολα θα δώσει την ευχή του

και από μέσα θα γελά με την ψυχή του

κι απέ θα περιμένετε την κρίση

να πιείτε απ’ του παράδεισου τη βρύση

μα όσο εγώ στ’ αστέρια ταξιδέψω

και του παρά τη δύναμη λατρέψω

τόσο και σεις θ’ αγιάσετε στον Άδη

που ξεκληρίσατε τ’ ανθρώπινο κοπάδι

και σ’ όποια σάρκα μπήξατε τα νύχια

κατάρες μόνο θα ξερνά και σκατοψύχια



κι αν τυχερό είναι ν’ αποθάνετε εφέτος

οριζοντίως να σταθείτε αντί καθέτως

όσο χρυσάφι στο πουγκί κι αν κουβαλάτε

με τη σειρά σας στη γραμμή θα προχωράτε

στον άλλο κόσμο δεν περνούν τα μεταλίκια 

και σας και μας θα ροκανίσουν τα σκουλήκια.



Εις έτη πολλά!



© Δημήτρης Φιλελές

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

ΘΡ...ΙΑΜΒΟΙ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ - Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Γ. ΡΩΜΑ


Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής "Θρ...ίαμβοι και Απώλειες".
Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018,
στον φιλόξενο χώρο "Ώρα Ελλάδος" στο Θησείο.
Στη φωτογραφία : Δημήτρης Φιλελές, Χρίστος Ρώμας, Γιάννης Ρέντζος,
Δημήτρης Προύσαλης και  Κατερίνα Γκατζόγια.


Δημήτρης Φιλελές «Θρ…ίαμβοι και Απώλειες»



Ο νομπελίστας ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης καταθέτει στο έργο του «Ανοιχτά Χαρτιά» μια προσωπική εμπειρία. Όταν οι ιδέες, λέει, «βράζουν» μέσα στη συνείδηση του ποιητή, η έκφρασή τους παίρνει διαφορετικές διαστάσεις, παρά όταν αυτές προβάλλουν «κατεψυγμένες» μέσα από την ιστορία ή τις υπομνηματίσεις των ειδικών.

Και είναι, όντως, αυτή μια πρωτόγνωρη εμπειρία του ποιητή, γιατί οι ιδέες στην ποίηση είναι ζωντανές σαν την αλήθεια. Αλλά και η αληθινή ποίηση ως έκφραση είναι τόσο ζωντανή, όσο ζωντανή είναι και η ανάσα μας. «Και τι θα γινόμασταν, αν η ανάσα μας λιγόστευε;» διερωτάται ο άλλος νομπελίστας ποιητής μας, ο Γιώργος Σεφέρης.

Αυτή τη μετατόπιση, λοιπόν, του γεγονότος ή του βιώματος από την απλή περιγραφή στο λεκτικό ιδίωμα της ποίησης την απολαμβάνουμε πάντα ως τέχνη και ως αυθεντική έκφραση, φορτισμένη συγκινησιακά. Είναι, αληθινά, μια ευλογία αυτή που μας απογειώνει από την πεζότητα.

Και η ποίηση του αγαπητού μου Δημήτρη Φιλελέ έχει όλα τα γνωρίσματα της ποίησης ως τέχνης. Απόδειξη αποτελεί και η προκείμενη ποιητική του συλλογή «Θρ…ίαμβοι και Απώλειες», που έρχεται σαν συνέχεια της συλλογής «Μυθ…ιστόρημα» και κινείται συγκινησιακά σε όλα τα επίπεδα της επικαιρότητας από την ιστορία ως τη σύγχρονη ζωή, όπως και η προηγούμενη. Η διάκρισή της, όμως, σε δύο μέρη αφορά μόνο τη μορφή, καθώς τα ποιήματα του πρώτου μέρους είναι συνθεμένα στην παραδοσιακή μορφή ως δίστιχα σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, ενώ στο δεύτερο μέρος κυριαρχεί ο μοντέρνος ελεύθερος στίχος, που λειτουργεί ως λυρική πρόζα.

Πρέπει, πάντως, να ομολογήσουμε εξαρχής ότι μας εντυπωσιάζει ο πρωτότυπος τίτλος της συλλογής. Η διακεκομμένη λέξη «θρ…ίαμβοι» υποδηλώνει νίκες, επιτυχίες και δόξες, ενώ οι «απώλειες» παραπέμπουν σε ήττες και θλιβερές κοινωνικές καταστάσεις και εθνικές περιπέτειες. Κι έτσι, ο συνδηλωτικός τίτλος του έργου, με την πυκνότητά του, κωδικοποιεί μορφή και περιεχόμενο.

Από τα πρώτα ποιήματά του ο ποιητής εστιάζει το ενδιαφέρον του στον ποικιλώνυμο ανθρώπινο πόνο – και ιδιαίτερα στον πόνο της μάνας, που είναι ίδιος και απαράλλαχτος είτε πρόκειται για την Ελληνίδα μάνα είτε για τη μάνα του εχθρού. Γιατί γνωρίζει ότι δε φταίνε οι αγνοί νέοι, που θυσιάζονται στις μάχες ως αντίπαλοι, αλλά οι άθλιοι πολεμοκάπηλοι, που πλουτίζουν ως εγκληματίες αδίστακτοι εις βάρος των λαών.

Κατόπιν, με μια σειρά ποιημάτων υμνεί του ήρωες του ’21, τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, αλλά και τους μεγάλους σύγχρονους ειρηνιστές, όπως ήταν ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ενώ δεν παραλείπει ν’ αναφερθεί και στους αφανείς ήρωες του αντιδικτατορικού αγώνα. Όλοι μεγαλούργησαν, έγιναν αειλαμπείς φάροι των παραδόσεων και των ιδανικών του Γένους και εμπνευστές της ελληνικής συνέχειας.

Συνεχίζει, όμως, ο ποιητής και μ’ ένα τολμηρό παράδοξο. Στην Παλαιστίνη, τον τόπο που γεννήθηκε ο Χριστός και με τη δράση του και τη θυσία του θέλησε να εδραιώσει την ειρήνη ανάμεσα στους λαούς, σήμερα μαίνεται ο πόλεμος, με τις εκατόμβες των θυμάτων, τον πακτωλό του χρήματος για τους εξοπλισμούς, τον ξεριζωμό των ανθρώπων και την προσφυγιά, τον πόνο και το άφθονο χυμένο αίμα στο βωμό του συμφέροντος των ισχυρών. Το ποίημα «Χριστούγεννα» θυμίζει το άλλο εκείνο ποίημα του Κώστα Βάρναλη «Οι πόνοι της Παναγιάς» με το συγκλονιστικό επιμύθιο :

«Θεριά οι ανθρώποι, γιόκα μου,

  χίλιες φορές να γεννηθείς, χίλιες θα σε σταυρώσουν».

Σε ένα παράπλευρο, εξάλλου, μοτίβο ανθρώπινης σκληρότητας και απανθρωπιάς κινούνται τα ποιήματα «Το σπουργίτι», «Συνάνθρωπος» και «Κάτω απ’ τη γέφυρα». Σ’ αυτά προβάλλει η σύγχρονη απονιά, η δυστυχία των απόκληρων της ζωής, η υποκρισία που καλύπτει την ανάλγητη συμπεριφορά και την ανθρώπινη κακότητα.

Με πικρό χιούμορ, πάλι, και ειρωνεία στηλιτεύει σε μια άλλη παράμετρο τις ταπεινώσεις και τους εξευτελισμούς, που δέχονται οι χωρικοί – και ιδιαίτερα τα χωριατόπαιδα – που έρχονται στην πόλη και προσκολλώνται στους πολιτικάντηδες της χώρας, με μόνη φιλοδοξία να καμαρώνουν κοντά τους και να νιώθουν σπουδαίοι.

Γι’ αυτό και σε επόμενα ποιήματα με τους χαρακτηριστικούς τίτλους : «Γίγαντες και νάνοι», «Το ψέμα», «Η ομήγυρη» επιμένει ο ποιητής σε τολμηρές αντιθέσεις. Από τη μια η χαμέρπεια, η δουλικότητα, η οσφυοκαμψία – και από την άλλη η περηφάνια, η λεβεντιά, το αδούλωτο φρόνημα. Ή ακόμη, από τη μια η υποκρισία, το συμφέρον, η προβολή χωρίς αξία – ιδιαίτερα των πολιτικών – και από την άλλη η άμυνα, η αξιοπρέπεια, το ήθος και η τιμιότητα του απλού, τίμιου και λογικού πολίτη.

Ωστόσο, ο ποιητής δεν εξαντλεί το θεματολόγιό του στην κοινωνική παθογένεια. Συνεχίζει με θέματα της ξενιτιάς, που συγκινούν ιδιαίτερα σήμερα, καθώς η ανεργία έχει διώξει από την πατρίδα χιλιάδες νέους, όπως τα δύσμοιρα εκείνα χρόνια μετά τον Δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο. Αποτυπώνεται, λοιπόν, ανάγλυφα σ’ αυτά ο πόνος του ξενιτεμού, το μαράζι της μάνας και η λαχτάρα της επιστροφής. Σε συνάφεια, εξάλλου, με τα ποιήματα της ξενιτιάς βρίσκονται και όσα τραγουδούν τη θάλασσα, την ελληνική ναυτοσύνη, τους ταξιδευτές ναυτικούς μας, αλλά και τ’ αγαπημένα πρόσωπα που μένουν πίσω και τρέφουν όνειρα, ελπίδες και πόθους για μια μελλοντική καλύτερη ζωή.

Η θεματολογία, βέβαια, της συλλογής είναι μεγάλη και η ευρηματικότητα των ποιητικών στοιχείων θαυμαστή. Δε θα μπορούσε, γι’ αυτό, να λείπει απ’ αυτήν και ο έρωτας! Αυτός ο φτερωτός θεός, ο γιος της Αφροδίτης και του Άρη.

«Αυτός που μέσα στους Αθάνατους

είναι ο πιο ωραίος

και των ανθρώπων όλων την ψυχή

λυγάει μέσ’ στα στήθη.

Και σβήνει την περίσκεψη

από το νου τους όλη»,

όπως ύμνησε τον έρωτα στη «Θεογονία» του ο Ησίοδος.

Μια σειρά, λοιπόν, στιχουργημάτων κάνει εδώ ανάλαφρο πλέον το ποιητικό κλίμα, που είχε βαρύνει ως τώρα από την κοινωνική παθογένεια. Στο εξής το ερωτικό Εγώ έχει κυρίαρχο υπαρξιακό ρόλο και εκφράζεται ρομαντικά είτε μέσα από ερωτικές ευχές, είτε με λαχταριστές εικόνες, είτε ως ερωτικό πάθος μέσα από σφοδρούς διαλόγους με το ερώμενο πρόσωπο, είτε, τέλος, ως ερωτική επικοινωνία μεταξύ προσωποποιημένων φυσικών στοιχείων.

Ιδιαίτερα, όμως, στο ποίημα με τον τίτλο «Σ’ αυτήν εδώ τη γειτονιά» ο έρωτας παίρνει δραματική μορφή και μέσα από ταπεινώσεις, μαγικές επεμβάσεις, κατάρες και μύρια εμπόδια οδηγεί τα ερώμενα πρόσωπα στο θάνατο, ώστε το σμίξιμο των ψυχών τους να συντελείται πλέον στον Άδη. Είναι το ίδιο γνωστό θέμα που παραπέμπει στην «Ερωφίλη» του Χορτάτζη, αλλά και σε άλλα ποιήματα ή δράματα της μεσαιωνικής και της δημοτικής μας ποίησης.

Η συνέχεια των ερωτικών ποιημάτων και το τέλος του πρώτου μέρους της συλλογής συμπίπτει με το ποίημα «Σαν έρωτας», του οποίου θεματικό κέντρο είναι πάλι ο έρωτας, αλλά και ο θάνατος. Ο θάνατος, αυτό το «ναυάγιο της ανθρώπινης ύπαρξης», όπως τον αποκάλεσε ο Γιάσπερς. Εδώ η ευρηματικότητα του ποιητή είναι χαρακτηριστική και αποκαλύπτεται μέσα από το πλήθος των εύστοχων παρομοιώσεων του θανάτου, καθώς αυτός ορμάει ανίκητος στους ανθρώπους και με χίλιες δυο μορφές τους πλήττει και τους καταβάλλει.

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής κυριαρχεί ο ελεύθερος και συχνά υπερρεαλιστικός στίχος, από τον οποίο δεν απουσιάζει, ωστόσο, κάποιος εσωτερικός ρυθμός, ενώ τα θέματά του στην πλειονότητα είναι «ανοιχτά», δηλαδή προσβάσιμα στον εραστή του είδους αναγνώστη. Ορισμένα απ’ αυτά τα ποιήματα εντυπωσιάζουν με τις πρωτότυπες εικόνες και κινούνται στο ίδιο με πολλά άλλα, σαν να υποδηλώνουν ότι η θεματική τους αποτελεί τον μόνιμο και οδυνηρό προβληματισμό του ποιητή!

Έτσι, στο πολύστιχο ποίημα «Αν σε έβλεπα», που αφιερώνεται στον Νίκο Μπελογιάννη, ο ποιητής απευθύνεται σε διαλογική μορφή στον ήρωα, τον οποίο βλέπει να πορεύεται «ολομόναχος, ατάραχος και ανυπότακτος» και να προκαλεί τους εκτελεστές του. Τώρα, όμως, που ο ήρωας έχει περάσει στην αιωνιότητα, ο ποιητής τον βεβαιώνει ότι πορεύεται κι αυτός στ’ αχνάρια του, φυλάγοντας στο μέρος της καρδιάς τη φωτογραφία του σαν φυλαχτό και χρέος.

Ακολουθούν τα ποιήματα «Το τέρας», «Αλογόμυγες» και η «Φυγή», με τα οποία ο ποιητής επανέρχεται στα θέματα της υποκρισίας, του δόλου, της ψευτιάς, της αδικίας, που τα βλέπει κανείς διάσπαρτα γύρω του και τα οποία αισθάνεται την ανάγκη με την ποίηση ο ίδιος να καταγγείλει. Μοιάζει ο ποιητής με τον Σωκράτη, που τον κινούσε η αλογόμυγα, προκειμένου να μιλήσει με καταγγελτικό λόγο για τις παραλείψεις και την κοινωνική αναλγησία, καταστάσεις δηλαδή που αποπροσανατολίζουν από την αλήθεια και το χρέος την ανθρώπινη ύπαρξη. Μάλιστα, στο ποίημα «Φυγή» επιμένει ο ποιητής ότι ο δρόμος του τίμιου ανθρώπου, καθώς οδεύει προς την καταξίωση, είναι δύσκολος, ανάντης και μοναχικός, αλλά αξίζει να τον βαδίζει κανείς έως το τέρμα, για να χαρεί πλέον την αληθινή δικαίωση.

Με το τελευταίο ποίημα της συλλογής «Γράμμα σε φίλο ανορθόγραφο» ο ποιητής έμμεσα ομολογεί τη μοναξιά του πνευματικού ανθρώπου, τη μοναξιά του καλλιτέχνη – και ιδιαίτερα του ποιητή, ο οποίος κινείται έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις και τα καθημερινά στερεότυπα. Αδυνατεί να συνευρεθεί «με τις ομάδες των αιρετικών/ των φανατικών/ των πολιτικών/ των αναρχικών/ των σχολαστικών/ και, προπαντός, των γνωστικών». Μοιάζει με παρόραμα ενός βιβλίου «που όλοι αγνοούν/ ώστε να απολαμβάνει ανενόχλητος/ την αδιατάρακτη ηρεμία του τοπίου».

Είναι η ίδια μοναξιά για την οποία μίλησε ο μεγάλος Οδυσσέας Ελύτης στα «Ανοιχτά Χαρτιά».

Και με την παράθεση των λόγων του νομπελίστα ποιητή μας, σαν σε σχήμα κύκλου, σφραγίζω την παρούσα εισήγηση.

«Μόνος στα σύνορα του πανικού και της γοητείας ο ποιητής παθαίνεται να ταιριάσει την ανάσα του στο καινούριο κλίμα που του αποκαλύφτηκε. Ματώνεται να δώσει έκφραση σ’ αυτή τη μυστική γεύση, την απροσδιόριστη ουσία, την αθάνατη χροιά που μονομιάς είδε να παίρνουνε τα στοιχεία του κόσμου μέσα του. Αποτιμώντας από κει και πέρα με διαφορετικό τρόπο τη ζωή, αναμετράει με οδύνη την απόσταση που τον χωρίζει από τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων. Βλέπει την πλειοψηφία τούτη, περιχαρακωμένη σε ένα χώρο συμβατικό, ν’ απωθεί τόσο απελπιστικά, τόσο λυσσαλέα ό,τι θα μπορούσε να τη φέρει αντιμέτωπη στα πιο ουσιαστικά της προβλήματα, που καταλαβαίνει πως είναι γραφτό του να φορτωθεί μαζί με τον καημό της έκφρασης κι έναν άλλον ακόμη : τον καημό της κατανόησης, ανίσως και τη μοίρα της μοναξιάς. Έτσι συμβαίνει πάντοτε : ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του οι άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή την πόρτα που, από καιρό τώρα, έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της. Όμως, επιβάλλεται στους σύγχρονους καλλιτέχνες να τοποθετήσουν το αιώνιο στοιχείο της ομορφιάς στο αεί μεταμορφούμενο σημείο της ανθρώπινής της ροής, να νιώσουν με άλλα λόγια πόσο η αλήθεια ετούτη ήταν και της ίδιας της υπόστασής τους ο αιώνιος νόμος».

Χρίστος Γ. Ρώμας


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

ΘΡ...ΙΑΜΒΟΙ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ - Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΕΝΤΖΟΥ


Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής "Θρ...ίαμβοι και Απώλειες".
Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018, στον φιλόξενο χώρο "Ώρα Ελλάδος" στο Θησείο.
Οι εικονιζόμενοι με τη σειρά : Δημήτρης Φιλελές, Χρίστος Ρώμας, Γιάννης Ρέντζος,
Δημήτρης Προύσαλης και  Κατερίνα Γκατζόγια.


 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΙΛΕΛΕ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΘΡ...ΙΑΜΒΟΙ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ
Γιάννη Ρέντζου

Μας εκπλήσσει ευχάριστα πάλι ο αγαπητός φίλος Δημήτρης με τη νέα του ποιητική συλλογή Θρ…ίαμβοι και απώλειες. Είναι και αυτή το ίδιο δυνατή σε στίχο και ιδέες όσο και η προηγούμενη, το Μυθ…ιστόρημα. Είναι προσανατολισμένη σταθερά στα κοινωνικά και εθνικά ζητήματα όπως αυτός τα κοιτάζει άδολα αλλά όχι ουδέτερα, από την ανθρώπινη σκοπιά και τα καταγράφει, τα σχολιάζει ή τα καυτηριάζει. Χαιρετίζουμε λοιπόν αυτή την έκδοση της «Απόπειρας» με τα όμορφα γραφικά της Θεοδώρας Χανδρινού και τον περιεκτικότατο πρόλογο του εκλεκτού συναδέλφου Χρίστου Ρώμα.  Με τιμά και μένα ιδιαίτερα ο φίλος ποιητής με την ευκαιρία που μου προσφέρει να εκφράσω ανάμεσα στους πρώτους τα συναισθήματά μου από την ανάγνωσή των ποιημάτων του.   

Ο ίδιος στιβαρός τόνος μαζί με την πικρή ειρωνεία και ο έξοχα δεμένος στίχος υπηρετούν αυτή τη νέα και ανανεωμένη κατάθεση του ποιητή μας. Όπως και με τη συλλογή Μυθ…ιστόρημα όπου ο ποιητής πρόβαλλε με πρωτοτυπία κάποια δυαδικότητα, διάζευξη ή σύζευξη, χάρη στον τίτλο, έτσι και στη νέα του εργασία, στον τίτλο πάλι, βλέπουμε και διαβάζουμε δυαδικούς υπαινιγμούς σε πολλά επίπεδα.

Θα μπορούσαμε έτσι, με τη δική του προτροπή, να οδηγηθούμε κι εμείς σε δυαδικές σκέψεις για το έργο του. Αν είναι αισιόδοξος ή απογοητευμένος, απογραφικός ή διδακτικός, φυσιολατρικός ή πολεογραφικός, όπως είχαμε κάνει στην παρουσίαση της συλλογής Μυθ…ιστόρημα. Τα αντιδιαστελλόμενα ζεύγη δεν επιλέχτηκαν για να εκφράσουν αμοιβαίο αποκλεισμό. Μάλλον βέβαια, οι λέξεις αυτές έχουν και παραπληρωματική σχέση μεταξύ τους.

Όλες τους μπορούν να αναφέρονται σε διαφορετικό βαθμό στην τόσο κρίσιμη έννοια της κοινωνικής ευθύνης ως υπεύθυνης εμπλοκής που είναι τόσο ζωντανή` στους στίχους του Δημήτρη. Με ειρωνεία και πίκρα. 

[Ν]α κλείσεις ερμητικά τα παράθυρα

και να βυθιστείς πάλι στην οικογενειακή γαλήνη

τι φταις εσύ για τους ασυλλόγιστους

που αποφάσισαν να πάνε κόντρα στο ρεύμα ;

[Η ΑΛΟΓΟΜΥΓΑ]



Είναι βέβαιο λοιπόν πως ο ποιητής μας δεν είναι εθελότυφλα αισιόδοξος ούτε απλά απογραφικός ή ανέμελα φυσιολατρικός. Συνειδητοποιεί, για παράδειγμα, πολύ καλά πως το σύγχρονο κοινωνικό δράμα που αυτός αφουγκράζεται έχει για σκηνικό του την πόλη. Εκεί που μεγάλωσε και ο ίδιος. Πολεογραφεί.

Πώς μας σκοτώνει αυτή η πόλη, μάνα που τρώει τα παιδιά της

μοιάζει στον κρόταφο πιστόλι, φαρμάκι στάζει η ομορφιά της.

[ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΣ]

Η κριτική του φτάνει θαρραλέα και σε θεσμικά επίπεδα. Είναι σαρκασμός και σάτιρα που εκδηλώνουν κρυφό πόνο για όσα αντιλαμβάνεται πως συμβαίνουν ολόγυρά του.  

Του Έλληνος ο τράχηλος δεν είναι και για ρώτημα

έρμαιος είναι κι άβουλος

λίγο αν του δώστε θέαμα ψοφά για χειροκρότημα.

 [Η ΟΜΗΓΥΡΗ]

Σε κάθε θρίαμβο −έτσι διαβάζουμε στον τίτλο−, κρύβονται ίαμβοι όχι βέβαια όπως εκείνοι της αρχαίας εποχής με τα άσεμνα αστεία. Εκείνοι χαρακτηρίζονταν επίσης από περιπαικτικό περιεχόμενο με στόχο να διορθώσουν ελαττώματα ατόμων και της κοινωνίας. Θα πρέπει να περιμένουμε κι εμείς από τις σελίδες του Δημήτρη παρόμοιες προτροπές που θέτουν το κοινωνικό σύνολο σε επιφυλακή:

Να φταίει που μου φαίνεσαι απ’ το μπαλκόνι λέων

ενώ το ξέρουμε καλά πως είσαι χαμαιλέων

ή τα πολλά τα ψέματα που κρύβεις στο κεφάλι

και για αλήθειες τα πουλάς μέχρι να μού ’ρθει ζάλη.

[ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ]

Σε άλλο τόνο, ήσσονα, στις ποικίλες στιχουργικές του επιλογές,  είναι το μικρό ποιητικό αφιέρωμα που κάνει ο ποιητής μας στο βάτραχο, σε κάποιο βάτραχο μπουλούκο. 

Ένας μπουλούκος βάτραχος στις φυλλωσιές φωλιάζει

άλλοτε μοιάζει με κλαδί κι άλλοτε πέτρα μοιάζει […]

Της λίμνης είναι φωνακλάς που τα πουλιά τρομάζει…

[Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ]

Ω… αυτό το ζωάκι, το μπακακάκι −έτσι το λέγαμε στα παιδικά μας χρόνια−, έχει μια μεγάλη ποιητική ιστορία. Όσοι έχουν ασχοληθεί με την ιαπωνική ποίηση, τα περίφημα τρίγραμμα δεκαεπτασύλλαβα χάικου ή, συνήθως, χαϊκού, θα θυμούνται, δίχως άλλο, το Βάτραχο του μεγάλου Μπασό 

Λιμνούλα παλιά

Να ο βάτραχος πηδά

Ω… νερού ήχος…   

Προσπαθήσαμε να διατηρήσουμε το δεκαεπτασύλλαβο και ας αφιερώσουμε αυτή την παρέκβαση, που κλείνουμε, στο νέο τόπο συναντήσεων μας με το Δημήτρη, μετά το 9ο Λύκειο του Θησείου, στην ιδιαίτερη πατρίδα μου Πρέβεζα, απώτερη πατρίδα και της συντρόφου του Αίσιας. Αφού από την πρεβεζάνικη ντοπιολαλιά είναι και το μπακακάκι. 

Με συγκίνησε πολύ ένα δίστιχο που με οδήγησε σε πολλές σκέψεις.

Το γιορτινό μας το τραπέζι η θεία χάρη το φροντίζει

μα ένα παιδί αντί να παίζει δουλεύει για μια χούφτα ρύζι. 

[ΔΟΞΑ ΣΟΙ, ΚΥΡΙΕ]

Η έννοια «ρύζι» είναι πολυσυλλεκτική σαν λέξη σε σχέση με το σιτάρι, το αλεύρι και το ψωμί. Παραπέμπει τόσο στο αγροτικό καλλιέργημα όσο και στο άμεσα καταναλώσιμο εμπορικό προϊόν. Ονομάζει επίσης και το «ρυζάκι» πάνω στο τραπέζι. Κύρια στο τραπέζι αυτών των μισών από τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων του πλανήτη μας που εξαρτιούνται στη διατροφή τους από αυτό. Έχει ειπωθεί πως το ρύζι κρατάει την υπερηφάνεια του στη διαδρομή του από τη φύση από την οποία προέρχεται έως τον άνθρωπο στον οποίον κατευθύνεται ως τροφή.

«Σπυρωτό περίπου το παραλαμβάνουμε από τη μάνα γη και έτσι το βλέπουμε μπροστά μας, κάθε μέρα, αν μπορούμε, στο πιάτο μας». Ας πούμε πως αυτό είναι μια φράση ενός Ανατολίτη που μεταφέραμε, αφού εμείς έχουμε άλλη σχέση με το ρύζι που το υποκαθιστούν το σιτάρι, το αλεύρι και το ψωμί. Έτσι, το ποίημα αυτό του Δημήτρη μού φαίνεται, με τη μία αυτή λέξη, το «ρύζι», σαν διαπολιτισμικό, πανανθρώπινο.

Διαβάζοντάς το βλέπουμε πως ο τίτλος Δόξα σοι, Κύριε  και οι άλλες αναφορές είναι από μας, για μας. Μια κριτική της δικής μας κοινωνίας και της δικής μας υποκρισίας.  

Δόξα σοι, Κύριε, και πάλι που φρόντισες το φτωχικό μας

μα του σπιτιού μας το τσουκάλι δε φτάνει για τον διπλανό μας.  

 [ΔΟΞΑ ΣΟΙ, ΚΥΡΙΕ]

Η παρουσία του «άλλου» ως ανέστιου και πένητα, η ηλικία του φτωχού πεινασμένου παιδιού, το χριστουγεννιάτικο ή πρωτοχρονιάτικο σκηνικό, το μέσα και το έξω, όλα συγκροτούν αντιθέσεις. Όμως πέρα, ίσως, από την ενδεχόμενη αξιοποίηση των συγκεκριμένων λέξεων που θα χρησίμευσαν ιδιαίτερα στο στίχο για την ομοιοκαταληξία

…το φροντίζει /

…μια χούφτα ρύζι

βλέπουμε στο ποίημα αυτό την ίδια τη σύγκρουση των πολιτισμών. Ποιων πολιτισμών; Του ανεύθυνου ταχτοποιημένου και του αγωνιζόμενου για επιβίωση.        

Ναι, μια χούφτα ρύζι

τον «άλλον» συμβολίζει.

Τον πόνο του, την πείνα του

και τη χαμένη ελπίδα. 

Αναγκάστηκα να ριμάρω κι εγώ με την άδεια του ποιητή και τη δική σας, αντί να πω τόσα και τόσα ακόμα που έρχονται στο μυαλό. Το «ρύζι» του ποιήματος, που με οδήγησε σε αυτές τις σκέψεις, είναι «άπαξ λεγόμενον» μέσα στο κόρπους που αποτελεί η συλλογή. Θα γίνω κάπως πιο τεχνικός τώρα. Ποιες μπορεί να είναι, αλήθεια, τέτοιες λέξεις - έννοιες, μεμονωμένες, ή άλλες περισσότερο αγαπημένες που χρησιμοποιεί ο Δημήτρης Φιλελές;

Είναι ένας ποιητής του οποίου αγαπάω την ποίηση και σκέφτηκα πως έχω το δικαίωμα να ακτινογραφήσω το σώμα αυτής της τόσο ζωντανής ποιητικής συλλογής. Να δω σαν σε  γενετικό αποτύπωμα ποια είναι τα συστατικά της. Θα μπορούσαμε ίσως έτσι να φτάσουμε στον πυρήνα της ποίησής του. Στην καρδιά της. Στις λέξεις της μία-μία.

Μου είχε συμβεί να κάνω το ίδιο σε ένα κόρπους έρευνας από απαντήσεις ερωτηματολογίου. Ο κάθε ερωτώμενος μαθητής έπρεπε να σταυρώσει πάνω σε χάρτη της πόλης του το σημείο που του άρεσε περισσότερο και να εξηγήσει με δυο τρεις φράσεις το λόγο για αυτή την προτίμηση. Είδα με έκπληξη πως εκτός από το όνομα της πόλης, που ήταν η πρώτη σε συχνότητα λέξη, η πραγματικά πρώτη λέξη ήταν η θάλασσα. Οι ποικίλες φράσεις που είχαν πρόχειρα συντεθεί αναδείκνυαν σαν πυρήνα, στο μυαλό των παιδιών, αυτό το κυρίαρχο για τη χώρα μας υγρό στοιχείο και τις συνυποδηλώσεις του.

Ποιες λοιπόν ή ποια μπορεί να είναι η λέξη που χρησιμοποίησε τις περισσότερες φορές ο Δημήτρης; Ποια έννοια κυριαρχεί σε αυτή την ποιητική κατάθεση με τον τόσο δεμένο στίχο, απότοκο βαθιού στοχασμού και πολυάριθμων δοκιμών; Επιχείρησα μια φασματική ανάλυση από τις πιο σπάνιες λέξεις του συνολικού κόρπους έως τις κορυφαίες.

Βρίσκουμε μια μόνο επαρχία και επίσης μια Αθήνα μαζί με ένα Μαρακές και ένα Μαδράς. Μόνη της η μοναξιά και μία και η Ελλάδα μαζί ένα Μισίρι. Ένα ερημικό σχολείο, με ένα δάσκαλο, σαν μονοτάξιο, αλλά η τάξη αυτή, μη νομίζετε, είναι η πάντα καθεστηκυία. Ένα είναι και το κόμμα. 

Δύο οι παράδεισοι, τρεις οι θεοί (και ανάμεσά τους μια άλλη θεότητα), τρείς οι καμπάνες, τρεις οι κολάσεις. Τι περίεργο. Τρεις και οι λέξεις! Όσες και στη 2η πράξη, 2η σκηνή του «Άμλετ» «Λέξεις, λέξεις, λέξεις».

Πέντε τα καντήλια και άλλες τόσες εκκλησιές.

Πέντε φιλιά, πέντε φίλοι. Κάτι σαν τα «» που λέμε…

Έξι στρατιώτες κινάν και πάν και μαζί τους ένας στρατηγός.

Οχτώ μάχες και οχτώ  πόλεμοι και εμπόλεμοι.

Οχτώ μνήμες αλλά καμιά λήθη.

Οχτώ  πόδια και ποδάρια χωρίς να υπολογίσω και το χταπόδι.

Δέκα ελπίδες και μια μόνο απελπισία.

Γίνεται ήδη κουραστικό να συνεχίσω έτσι. Η πρώτη, πάντως, δεκάδα συχνοτήτων τελειώνει με δέκα μαχαιριές και μαχαίρια ενώ στη δεύτερη δεκάδα έχουμε, με αύξουσα συχνότητα, το παιδί (12) και τα νιάτα (12), την αγάπη ως ρήμα και ουσιαστικό (14 φορές, με το μίσος μόνο δύο), τη λευτεριά, την ομορφιά (με την ασχήμια μόνον μία), τα ταξίδια και τους ταξιδευτές (15), τα  μάγια και τις μάγισσες (16).

Δεκαοχτώ ήλιοι ακτινοβολούν αλλά είναι λιγότερα τα φεγγάρια και τα φεγγαρόφωτα και άλλα τόσα όνειρα μαζί και οράματα (με ένα μόνο εφιάλτη). Δεκαοχτώ  είναι και τα νερά ενώ τρία μόνο τα κρασιά. Οι μανάδες είναι 19 αλλά ένας μόνο πατέρας σε ένα συγκινητικότατο ποίημα για την ξενιτιά.

Ξένους, συναντούμε εικοσιδύο στην τρίτη δεκάδα εμφανίσεων μαζί και έννοιες του ξενιτεμού και του ξεριζωμού αλλά μόνο έναν μετανάστη. Εικοσιτέσσερις είναι οι ζωές και λιγότεροι οι θάνατοι και οι νεκρικές αναφορές. Σε κάποια ισορροπία οι 25 ουρανοί του Δημήτρη με τις 23 αναφορές της μάνας γης. Εικοσιέξι τα μαύρα χρώματα, με 12 τα κόκκινα και τα  κοκκινάδια. Μαζί με την ανθρωπιά, που συναντούμε 27 φορές με τους ανθρώπους και τα ανθρώπινα αλλά και μια ανθρωποθυσία, μας ανοίγονται και 27 δρόμοι.

Ολόγυρά μας όμως, στις  πυκνές και τόσο μεστές ποιητικές σελίδες της συλλογής, βρίσκονται 37 θάλασσες (μαζί και ένα θαλασσοδάνειο) και 27 κύματα, 8 λιμάνια καθώς και 16 καράβια και πλοία καθώς και εφτά γοργόνες σε εφτά πελάγη και μύρια θαλασσοπούλια, απέναντι σε δώδεκα μόνο στεριές και στεριανούς.

Αυτός ο κυρίαρχος σημασιολογικός αστερισμός της θάλασσας θα πρέπει να θεωρηθεί οπωσδήποτε σαν ένα ενδιαφέρον κεντρικό υποσυνείδητο ή φαντασιακό στοιχείο στη δημιουργία του Αθηναίου Έλληνα ποιητή, φίλου μας Δημήτρη. Και δεν μπορώ παρά να το συσχετίσω με τις συλλογικές αλλά ανεξάρτητες αντιδράσεις στο ερευνητικό ερωτηματολόγιο που λέγαμε. Ίσως άλλοι, ειδικότεροι, μπορούν να κάνουν ωριμότερες σκέψεις και αναλύσεις. 

Μόνο μια σημαντικότατη βέβαια αλλά μεμονωμένη λέξη με 39 εμφανίσεις αυτή, η καρδιά, ξεπερνάει τη θάλασσα όχι όμως και τις άλλες πολυάριθμες συνυποδηλώσεις του θαλάσσιου στοιχείου που είδαμε. Τι ωραία λέξη. Και βρίσκεται στην κορυφή.       

Ας ξεφυλλίσουμε και πάλι τη συλλογή. Άσμα καθόλου ηρωικό αλλά αρκούντως πένθιμο −είδος ελεγείας− διαβάζουμε για τη δραματική πτώση της γραμματικής πτώσης της δοτικής. Είναι κατάπτωση της δωρεάς και της προσφοράς. Ήταν αναμενόμενο να χαθεί η δοτική, μας λέει ο ποιητής, μια τέτοια πτώση του do σε μια κοινωνία, τη δική μας, που αντιλαμβάνεται και βιώνει το «δίνω» έχοντας στο νου της πάντα το ut des. Οι Λατίνοι, πρακτικοί όπως ξέρουμε, το έλεγαν από τότε «δίνω για να δώσεις» −do ut des− και ο ποιητής μας αναγνωρίζει και καταγράφει πως η πτώση της πτώσης αυτής απλά μας δηλώνει πως ζούμε 

μακριά από επάρατες ιδεολογίες

και ανθρωπιστικές ιδεοληψίες

γιατί η πρόοδος εξασφαλίζεται μόνο

με υγιείς και αμοιβαία επωφελείς δοσοληψίες…

[ΔΟΤΙΚΗ]

Do ut des στην κοινωνία μας. Φυσικά ο ποιητής έχει πάρει τη θέση του ενάντια στα κοινωνικά νταραβέρια. Γράφοντας το βιογραφικό ενός ανερχόμενου στοιχείου, στο ποίημα με τίτλο Πωλείται –και τι δεν πωλείται, αλήθεια;− μεταβιβάζει ή διατυπώνει ο ίδιος κάποιες σχετικές συμβουλές, έμμετρες αυτές: 

Μα να προσέχεις, θα ’λεγα, αυτό τ’ αλισβερίσι

πολλοί δεν ήπιανε νερό κι ας φτάσανε στη βρύση

κι αν σήμερα κορδώνεσαι σαν κόκορας λειράτος

θα είσαι πάντα ποντικός που τονε τρώει ο γάτος.      

[ΠΩΛΕΙΤΑΙ]

Είδαμε πιο πάνω σκηνές απελπισίας. Αλλά συναντούμε και τις υπάρξεις της ελπίδας, της προσμονής και της εγκαρτέρησης. Ο ποιητής τις αναζητά στα έγκατα της κατάθλιψης του γέρικου καφενέ, όπως επιγράφει ένα ποίημα σε ελεύθερο στίχο. Πού; Ανάμεσα σε 

τραπέζια με ρυτίδες και χαρακιές

από αρμυροφάγωτους σουγιάδες

αλλού ένα όνομα, αλλού μια ημερομηνία

κι αλλού μια μισοκαμμένη καρδιά

[Ο ΓΕΡΙΚΟΣ ΚΑΦΕΝΕΣ]

Παραναγνώσαμε σκόπιμα. Η καρδιά είναι κι αυτή μισοσκαμμένη σε κάποια ξύλινη επιφάνεια σκοροφαγωμένου τραπεζιού ή μισοσπασμένης καρέκλας. Εκεί είναι που η μισοκαμμένη καρδιά του ίδιου του γέρικου καφενέ  

Παραμονεύει […]

ν’ ακούσει απόπερα την μπουρού

του στερνού βαποριού

να λύσει κάβους και να σαλπάρει…

Ναι… αυτόν το γέρικο καφενέ, μαζί του να πάρει, σαν να ήταν εικοσάχρονο ναυτόπουλο, ή ίσως μια παλιά δική μας εικόνα στον καθρέφτη. 

Μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια

Σαν νάτανε το σήμερα και το αύριο αιώνια…

ο καιρός που ήταν νέος αυτός ο καφενές

μοιάζει σε όλους μας σαν νάτανε το χθες. 

Ας με συγχωρήσει ο ακροατής / ο αναγνώστης που προβάλλω τη δική μου πρόχειρη ρίμα τολμώντας να ανασυνθέσω τον στίχο του μεγάλου μας Καβάφη. Ήταν η ανάγνωση του ποιήματος του Δημήτρη που με οδήγησε σε αυτή τη σκέψη και τη σύγκριση. Ο Δημήτρης εξανθρωπίζει ή, καλύτερα, ανθρωποποιεί, προσωποποιεί όπως λέμε, «του καφενείου του βοερού το μέσα μέρος», το γηρασμένο περιβάλλον που και αυτό γεννιέται, ζει και γηράσκει μαζί με εμάς τους θνητούς. Και ζει, ο ποιητής, τον πόνο των πραγμάτων. Lacrimae Rerum. Δάκρυα πραγμάτων ή δάκρυα για τα πράγματα. Που μπορεί να είναι και δάκρυα για μας τους ίδιους.     

Κοιτάζουμε πάλι τον τίτλο. Ο ποιητής, παρά τις «απώλειες» του τίτλου, μας υπενθυμίζει πως οι χαμένοι μας δεν είναι οι απολωλότες. Μας καλεί να τους τιμήσουμε. Και ίσως να τους περιμένουμε. Να τους ξαναδούμε πάλι. 

Με δυο δίκες για το Νίκο

Και την έσχατη ποινή

Τιμωρήσανε το δίκιο

Και μια τίμια φωνή…

[ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ, Αλέξη Πάρνη]

… γράφει ο Αλέξης Πάρνης στον Εθνικό του Ύμνο για τον Μπελογιάννη. Έτσι και ο Δημήτρης, συνεχίζοντας σε δικό του τόνο, τον προσωπικό του ύμνο για τον εθνικό αυτόν ήρωα μας αφήνει μια εθνική ποιητική υποθήκη εκ μέρους ενός υπεύθυνου εκπαιδευτικού: 

[Α]ν σε αντίκριζα

σε κακοτράχαλα λημέρια

να ανεμίζεις απροσκύνητος

ένα άσπρο κομμάτι πανί

με ένα γαλάζιο σταυρό καταμεσής

θα ήξερα ποιος είσαι

γιατί μου το έμαθε μαζί με τα πρώτα γράμματα

ο δάσκαλος στο σχολείο…

[ΑΝ ΣΕ ΕΒΛΕΠΑ

Στον Νίκο Μπελογιάννη]

Η στροφή σε ελεύθερο στίχο που προηγήθηκε είναι από το αφιέρωμα στο Νίκο Μπελογιάννη με τίτλο ΑΝ ΣΕ ΕΒΛΕΠΑ. Ναι. Αυτούς που είδαμε, που βλέπουμε, θα τους ξαναδούμε, θα τους γνωρίσουμε, αγαπητέ Δημήτρη, από την όψη, πάλι. Και, ποιος ξέρει, και από την κόψη. Άλλον θα λένε Κωνσταντή κι άλλον Μιχάλη, λέει ο Κατσαρός. Και Άρη και Γρηγόρη και Ναπολέοντα, μας λες εσύ.

Γι’ αυτό δε μας ταιριάζει το πένθος και ο θρήνος. Το δείχνει το τελικό τετράστιχο από το «Δοξαστικό» για το Γρηγόρη Λαμπράκη: 

Κι αν πέρασες, κι αν έφυγες, το όραμά σου μένει

σαν ηλιαχτίδα φλογερή σ’ όλη την οικουμένη

κι εσύ καράβι ορθόπλωρο στον ουρανό αρμενίζεις

δάδα του πόθου ακοίμητη το λογισμό φλογίζεις. 

[Ο ΑΪΤΟΣ,

Δοξαστικό στον Γρηγόρη Λαμπράκη]

Το λέει σαν προανάκρουσμα της προσδοκώμενης ανάστασης και το αφιέρωμα στον Άρη Βελουχιώτη: 

[Τ]α στήθια μη χτυπήσετε, μη μαυροφορεθείτε

μόν’ άσπρα να φορέσετε, τραγούδια να του πείτε

να ’χει στο δρόμο συνοδειά στα μαρμαρένια αλώνια

ως να λαλήσουν τα πουλιά στης άνοιξης τα κλώνια.

[ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΛΙΚΑΡΙΟΥ

Στον Άρη Βελουχιώτη]

Πένθιμος αλλά καθόλου θρηνητικός ο ποιητής. Δεν μοιρολογάει αλλά τραγουδάει, τα πουλιά και την άνοιξη. Το ξαναγέννημα της ιδέας και την αθανασία του ιδεώδους.

[Δ]υο κόκκινα γαρίφαλα, φωτιές αθανασίας

προσκύνημα ευλαβικό στον τόπο της θυσίας.

[ΟΡΑΜΑ]

Στον Ναπολέοντα Σουκαντζίδη

Ας είναι και από μένα αποχαιρετιστήριο αυτό, στο τέλος της εισήγησής μου. Είναι το τελευταίο δίστιχο από το Όραμα αφιερωμένο στον εμβληματικό Ναπολέοντα Σουκαντζίδη, το γερμανομαθή κομμουνιστή που εκτελέστηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, ένας από τους 200 εκείνης της σφαγής. 

Εύχομαι οι στίχοι αυτής της συλλογής του Δημήτρη, βγαλμένοι από την καρδιά του και γραμμένοι με τη γραφίδα του, να φτάσουν στην καρδιά και στα χείλη του ελληνικού κοινού.




Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

ΕΔΩ...




ΕΔΩ...



Τύμπανα τροπαιοφόρα

οι καρδιές που πάλλονται

σάλπιγγες νικητήριες τα συνθήματα

που ζεσταίνουν τη χειμωνιάτικη νύχτα

πόθος λαμπαδηδρόμος

φλογίζει τα διψασμένα μάτια

για δικαιοσύνη και ελευθερία

βήμα ταχύ αποφασιστικό 

ποτάμι αφρισμένο από την κοίτη της σιωπής 

σπάζει το φράγμα

πλημμυρίζει τους αβάδιστους δρόμους

κορμιά σφριγηλά αναρριχώνται στα κάγκελα

κυματίζουν θάλασσα απέραντη

κάτω από πλαταγιστές σημαίες

γροθιές σφιγμένες ηδονικά

φλέβες διασταλμένες εκρηκτικά

απολαμβάνουν τον πυρετό της ιστορίας

πλακάτ λογχοφόρα σπαθίζουν

το μαυροφορεμένο ορίζοντα

απαιτώντας διέξοδο στο φως

τρεις λέξεις ηλεκτρίζουν τα καλώδια

ανθίζουν στον αέρα

ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα

ιερή μέθη αδελφοσύνης απλώνεται

τινάζοντας μακριά τον ιστό της φοβέρας

το θυσιαστήριο είναι έτοιμο

να δεχτεί πηχτό αχνιστό αθώο αίμα



η πρώτη εκπυρσοκρότηση θρυμματίζει

τον καθρέφτη της υποκρισίας

μια κόκκινη γραμμή ορίζει την αλήθεια

το τέρας αποκαλύπτει τη φρικαλέα όψη του

οι ριπές διασταυρώνονται με το άοπλο όραμα

ο ήχος των όπλων διαπερνά τις φωνές

οι ερπύστριες μαστιγώνουν το οδόστρωμα

ο εκτυφλωτικός προβολέας εστιάζει 

στη σκηνή του μαρτυρίου

οριοθετεί το μονοπάτι της αδελφοσφαγής

χωρίς ενδοιασμό, χωρίς αιδώ

το ανδρείκελο της παραφροσύνης διατάζει

το ανδρείκελο της υποταγής εκτελεί



η πύλη της αποθέωσης

τσακίζει, υποχωρεί, καταρρέει

σμήνη άπτερων αγγέλων αιωρούνται

πριν τη μοιραία πτώση στα χέρια

των φιδογέννητων δήμιων

η πύλη της κόλασης

τους υποδέχεται διάπλατα ανοιχτή

ατάραχοι υπομένουν τα βασανιστήρια

αμετάπιστοι οραματίζονται το μέλλον

υπογράφουν ένας ένας

τις ωχρές σελίδες του μαρτυρολόγιου

με μια μικρή κόκκινη κηλίδα

αμετανόητοι βαδίζουν

στην κορυφογραμμή του χρέους



ο Σπύρος, ο Διομήδης, ο Σωκράτης, ο Βασίλης, ο Αλέξανδρος…

σε γιορτινό τραπέζι ανταμώνουν 

τον Γρηγόρη, τον Σωτήρη, τον Παναγιώτη,  τον Νικηφόρο, τον Γιώργη…

θανάτω θάνατον πατήσαντες

με τσάμικο λεβέντικο χορό

μια φέτα ήλιο φορώντας στ’ αχτένιστο κεφάλι

μυστήρια άχραντα το σώμα και το αίμα τους

μετάληψη κι αντίδωρο προσφέρουν

στου αφέντη λαού τη χάρη

με τις παλάμες υψωμένα αρτοφόρια

γεμάτα μικρά μικρά κομμάτια γαλανό ουρανό

διαβαίνουν σιωπηλοί ανάμεσα στο πλήθος

της δικαίωσης τη μέρα καρτερώντας



νερό και ξίδι φέρτε, αδέρφια

να πλύνουμε τις μυροβλήτισσες πληγές

να πάρουμε τη μαγιά της λευτεριάς

από το ψυχωμένο χέρι τους

όρθιοι να σταθούμε μέσα μας

αποξαρχής να πλάσουμε τον κόσμο.



© Δημήτρης Φιλελές

Παρασκευή 16 Νοέμβρη 2018


ΣΤΙΓΜΑ - ΕΝΑ ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Το ποίημα "Στίγμα"
από τη νέα ποιητική μου συλλογή
"Θρ...ίαμβοι και Απώλειες"
(εκδόσεις "Απόπειρα", 2018)
αφιερωμένο στη μνήμη
του Νίκου Καββαδία
μελοποιεί και ερμηνεύει
ο Φίλιππος Πλακιάς

Καλή σας ακρόαση!