ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ
ΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥΣ

Ραντεβού στο 8ο Φεστιβάλ Αφήγησης Πηλίου
5 -12 Αυγούστου 2018


Ευχαριστώ από καρδιάς τους εκλεκτούς φίλους
Στάμο Προύσαλη, Δημήτρη Προύσαλη,
Χρύσα Πορίχη και Φίλιππο Πλακιά
για την αγάπη και για τη συνεργασία τους!

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ - ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

ΑΚΟΥΣΤΕ...

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ


ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Aχιλλέως·
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο —
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο —
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή —
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλλίτερα να μην σας δίναμε, άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι.»— Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΧΡΟΝΟ


Έργο του Salvador Dali

Δεν έχουμε χρόνο

Όμορφη που είσαι, αγάπη μου!
καθώς πύρινη αναδύεσαι κάθε βράδυ
μέσ' απ’ το σύθαμπο των πρώτων αστεριών 
μοναχική βαδίζοντας τον δρόμο σου, μα ποτέ μόνη

άφησέ με να σου ζητήσω συγνώμη 
για όσες φορές δεν κράτησα σφιχτά το χέρι σου 
για όσες φορές δεν καθρεφτίστηκα στα μάτια σου 
για όσες φορές δεν σου ψιθύρισα λόγια αγάπης 
για όσες φορές δεν ήμουν στο πλάι σου

ένα ποτάμι ο κόσμος, αγάπη μου, που μέσα  του κυλάμε 
ένα ρεύμα ορμητικό που θέλει να μας παρασύρει 
στον ανερμάτιστο χορό του
μα εμείς έχουμε χρέος στους μελλούμενους ανθρώπους 
όρθιοι να σταθούμε 
δρόμο δικό μας να χαράξουμε 
με των ιδανικών μας το κοφτερό μαχαίρι 

δεν έχουμε χρόνο εμείς, αγάπη μου 
εμείς προχωράμε αντίθετα στο ρεύμα
της συνήθειας και της απάθειας 
της απάτης και της αυταπάτης 
εμείς είμαστε σημαιοφόροι του ήλιου

άκου, τα τύμπανα ηχούν, πρέπει να βιαστούμε 
η θέση μας βρίσκεται εκεί, στην πρώτη γραμμή 
δεν μπορεί να μείνει κενή 
δεν έχουμε χρόνο εμείς, αγάπη μου 

έρχομαι κοντά σου, σου απλώνω το χέρι 
μη διατάζεις ούτε στιγμή, κράτησε με σφιχτά 
να ζεστάνουμε μέσα στις παλάμες μας το όνειρο
να δικαιώσουμε το παρελθόν,  να σώσουμε  το μέλλον 
εμείς είμαστε οι ταχυδρόμοι της ελπίδας 
έχουμε χρέος να φτάσουμε στον προορισμό μας

δεν έχουμε χρόνο εμείς, αγάπη μου 

το όνομά μας δεν θα γραφτεί στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων 
ούτε στα βιβλία της ιστορίας 
δεν θα ακουστεί στα επινίκια επετειακά  εμβατήρια 
ούτε στα εθιμικά προσκλητήρια πεσόντων 
δεν θα δοξαστεί στις φωταγωγημένες πλατείες 
ούτε στις επίσημες γιορτές της πολιτείας

μόνο τραγούδι θα γίνει 
στα χείλη των ερωμένων της ανθρωπιάς.

© Δημήτρης Φιλελές









Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

ΜΠΕΪΑΛΑΝ

19 ΜΑΪΟΥ
ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ
ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ



ΜΠΕΪΑΛΑΝ

Οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν χιμήξαν στο χωριό μας
μόνους μας ξέχασ’ ο Θεός στο μαύρο ριζικό μας.

Σαν πεινασμένες ύαινες για αίμα διψασμένοι
ορμήξανε στα σπίτια μας μέρα καταραμένη.

Γέρους και γυναικόπαιδα μαζέψαν στην πλατεία
χαιρόταν με τον τρόμο τους όλη η συμμορία.

Σε δύο σπίτια αρχοντικά σφαλίσανε την πόρτα
στο νου τους είχαν το κακό ξερά ανάψαν χόρτα.

Μέσα μωρά στην αγκαλιά, μάνες αλλοπαρμένες
παραδοθήκαν στη φωτιά κραυγές απελπισμένες.

Στάχτη, καπνός και κουρνιαχτός τη μοίρα μας ορίζουν
κλαίνε τα σύννεφα βαριά και τα βουνά δακρύζουν.

Νύχτα του μαύρου χαλασμού τη μνήμη μας στοιχειώνει
στο δρόμο του ξεριζωμού χορτάρι δε φυτρώνει.

Του Πόντου άγια χώματα χιλιοβασανισμένα
χίλιες φορές ο θάνατος παρά προσκυνημένα.


© Δημήτρης Φιλελές

Από την ποιητική μου συλλογή "Μυθ...ιστόρημα" (Εκδόσεις "Απόπειρα", 2017)

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ - ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ



ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Απ' τη ζωή περάσαμε


Για την Πρωτομαγιά που ξημερώνει...

Τα "λασπωμένα γουρούνια"
οι εργάτες των ορυχείων χρυσού της Βραζιλίας
το συγκλονιστικό φωτορεπορτάζ του  Sebastião Salgado

ΑΠ’ ΤΗ ΖΩΗ ΠΕΡΑΣΑΜΕ



Του κόσμου ασταμάτητα δουλεύουν τα ρολόγια

σε κάθε χτύπο αντιλαλούν χαρές και μοιρολόγια

το γέλιο και τα δάκρυα βαδίζουν χέρι χέρι

στο μονοπάτι του φονιά οι λύκοι στο καρτέρι

η μέρα υφαίνει το πανί κι η νύχτα το ξηλώνει

του ήλιου σβήνει το κερί και τ' όνειρο παγώνει.



Πικρό στο στόμα το ψωμί και το νερό φαρμάκι

τα παραμύθια σώθηκαν κι απόμειναν οι δράκοι

τα βάσανά μας κεραυνοί κι η φτώχεια πανωφόρι

για δίκιο πολεμήσαμε, της τρέλας σταυροφόροι

κι αν φταίξαμε, αντέξαμε,  πληρώσαμε τα λάθη

για να γεμίσει της ψυχής το άδειο το καλάθι.



Απ' τη ζωή περάσαμε και φύγαμε μοιραία

και με το χάρο τα 'παμε και τα 'πιαμε παρέα

ανοίξαμε λογαριασμούς και ήρθαμε στα χέρια

χειμώνες μόνο ζήσαμε, ποτέ μας καλοκαίρια.



© Δημήτρης Φιλελές


Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967 - ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ...

Ένα από τα ρολόγια του Salvador Dali

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967 - ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΠΡΩΤΟ

Πέμπτη, 20 Απριλίου 1967. Αποβραδίς τρώμε στο σπίτι της θείας Μαρίας στο Θησείο. Συνήθεια ετών από τότε που ο πατέρας μου έφυγε από τη ζωή. Μαζευόμαστε σχεδόν κάθε βράδυ και τρώμε όλοι μαζί βάζοντας στη μέση το φτωχικό φαγητό μας, στο πάντα πλούσιο σε αισθήματα τραπέζι μας. Νιώθω μια ξεχωριστή χαρά περιμένοντας την επόμενη μέρα, την τελευταία πριν από τις διακοπές του Πάσχα. Είναι η πρώτη μου χρονιά στο Δημοτικό Σχολείο και η κούραση είναι πλέον φανερή.

Ο ανοιξιάτικος καιρός σκορπά παντού ευωδιές λουλουδιών στο δρόμο της επιστροφής στο σπίτι μας στα Άνω Πετράλωνα ένα σπίτι πάνω από το εργοστάσιο του εξαδέλφου του πατέρα μου, παλιό, με πολλά δωμάτια (τα πιο πολλά κλειστά λόγω αδυναμίας θέρμανσης), με μια μεγάλη σιδερένια σκάλα που οδηγεί στο πλατύ κεφαλόσκαλο και στην ξύλινη πόρτα με το τζαμλίκι.

Μετά το βραδινό φαγητό και τον ποδαρόδρομο, δεν αργεί να με πάρει ο ύπνος με τη γλυκιά προσμονή  των σχολικών διακοπών. Τίποτα δεν προμηνύει όσα θα συμβούν το επόμενο ξημέρωμα.

********** 

Παρασκευή, 21 Απριλίου 1967. Δεν έχουμε ακόμα ξυπνήσει για να με ετοιμάσει η μητέρα μου για το σχολείο. Μας ξυπνά η φωνή του ξαδέλφου μου του Στέλιου, που μένει στο διπλανό στενό, που έχει κυριολεκτικά εισβάλει από την αυλόπορτα, έχει σταματήσει στο κάτω μέρος της σκάλας και φωνάζει «Θεία!... Θεία!... Θεία!...». Η μητέρα μου σηκώνεται  και ξεκλειδώνει ανήσυχη. Δεν προλαβαίνει να καλοβγεί στο κεφαλόσκαλο και να ρωτήσει, γιατί ο Στέλιος ξεκινάει λαχανιασμένος «Δικτατορία… Στρατιωτικός Νόμος… Χούντα…». Στο μεταξύ έχω μισοξυπνήσει και βλέπω και ακούω άφωνος πίσω από το τζάμι της εξώπορτας. Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται. Όμως κάθε λέξη που βγαίνει από το στόμα του έχει μια οσμή φόβου.

Στην ίδια αυλή, στο ισόγειο, υπάρχει μια ακόμη μονοκατοικία, που μένει η κυρία Ελευθερία από το Βόλο με τις δύο κόρες της, την Ιφιγένεια και τη Φιλιώ που με έχουν μεγαλώσει στα πόδια τους. Μαζί τους προσωρινά μένει και ο κύριος Κώστας, ο αδελφός της κυρίας Ελευθερίας, που κοιμάται στην ταράτσα σε ένα μικρό δωμάτιο, για να μη βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια των γυναικών. Κι αυτό το δωμάτιο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το κεφαλόσκαλο του σπιτιού μας. 

Στο άκουσμα των λέξεων, η πόρτα του μικρού δωματίου ανοίγει και ο κύριος Κώστας, προφανώς χωρίς να σκεφτεί ότι απέναντί του βρίσκεται μια γυναίκα, εμφανίζεται με αμφίεση ύπνου σώβρακο και φανέλα. Το πρόσωπό του είναι ανέκφραστο, δε μιλάει, δε ρωτάει κάτι, μένει εκεί για λίγο, γυρνάει την πλάτη του και χώνεται ξανά μέσα στο μικρό δωμάτιο.

Ο Στέλιος έφυγε. Η μητέρα μου είναι φανερά εκνευρισμένη τουλάχιστον έτσι δείχνει. Με βιαστικές κινήσεις προσπαθεί να με ετοιμάσει για το σχολείο. Το τηλέφωνο χτυπάει. Το σηκώνει. Είναι η διευθύντρια του σχολείου, η κυρία Αντωνία. «Το σχολικό δεν θα περάσει σήμερα. Είναι δύσκολη η κυκλοφορία. Το σχολείο θα παραμείνει κλειστό. Θα τα πούμε μετά τις διακοπές. Καλό Πάσχα…». Κι όμως δε χαίρομαι μ’ αυτό το πρόωρο δώρο. Και δεν ξέρω γιατί.

Η πόρτα από το απέναντι δωματιάκι ανοίγει πάλι. Ο κύριος Κώστας, ντυμένος αυτή τη φορά, κρατάει στα χέρια του μια μικρή βαλίτσα. Ξαφνική αναχώρηση. Χωρίς να μας χαιρετήσει. Χωρίς μια κουβέντα. Έφυγε βιαστικά με σκυφτό κεφάλι. Από κείνο το πρωινό δεν τον ξαναείδαμε ποτέ πια. Ούτε μάθαμε τι απέγινε. Κανείς δεν ξαναμίλησε γι’ αυτόν.

Η πρώτη σκοτεινή μέρα της πιο μεγάλης ελληνικής νύχτας είχε πάρει το δρόμο της…


21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967 - ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Το ψυγείο μας είναι ένα όμορφο ξύλινο παραλληλεπίπεδο κουτί, ύψους μετρίου, χρώματος καφέ καρυδί, με τέσσερα κοντά ποδαράκια. Χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πάνω μέρος, αφού η μητέρα αφαιρέσει το διακοσμητικό πετσετάκι, ανοίγει ένα καπάκι όπου τοποθετούμε την παγοκολόνα μέρα παρά μέρα. Μπροστά υπάρχει μια μικροσκοπική ασημένια βρυσούλα με διπλή χρησιμότητα. Το χειμώνα την ανοίγουμε για να συλλέξουμε το νερό στο οποίο έχει μετατραπεί ο πάγος. Από την άνοιξη όμως, και αφού η μητέρα τη ντύσει με ένα κομμάτι τούλι για τη συγκράτηση βλαβερών σωματιδίων, τη χρησιμοποιούμε για να πίνουμε παγωμένο νεράκι μέχρι να βγει το καλοκαίρι. Το κάτω μέρος του ψυγείου έχει πόρτα που ανοίγει με μια μεγάλη ασημένια λαβή. Στο εσωτερικό του υπάρχουν δυο χωρίσματα, για να φυλάξουμε τα περισσεύματα του φαγητού που θα καταναλωθούν το βράδυ ή, το πολύ, το επόμενο μεσημέρι. Μας αρέσει το ψυγείο μας, το φροντίζουμε και το καθαρίζουμε συχνά και μας είναι ιδιαίτερα εξυπηρετικό.

Όμως η τεχνολογία της εποχής έχει άλλη άποψη. Το ηλεκτρικό ψυγείο είναι το παρόν και το μέλλον κάθε σπιτιού. Προ ημερών ήρθε στο σπίτι μας ένας νεαρός πλανόδιος πωλητής, ο κύριος Αλευράς, από ένα κατάστημα του κέντρου της Αθήνας, απ’ αυτά που θεωρούν χρέος τους να εκσυγχρονίσουν τα ελληνικά νοικοκυριά ανά την επικράτεια. Μη λίγο μη πολύ, η μητέρα πείστηκε ότι το ψυγείο μας έχει πλέον ολοκληρώσει την αποστολή του και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να καταλήξει στα σκουπίδια. Άκουσον, άκουσον! Και σα να μην έφτανε αυτό, ο κατά τα άλλα συμπαθητικός πωλητής, τα έβαλε και με το μέγεθός του. Το βρήκε μικρό, άβολο και ξεπερασμένο. Και έπεισε τη μητέρα με το ατράνταχτο επιχείρημα «το μεγάλο γίνεται μικρό, το μικρό δε γίνεται μεγάλο», που οφείλω να ομολογήσω ότι είναι μια άποψη που δύσκολα αντικρούεται. 

Κάτι η απαλλαγή από την καθημερινή έγνοια του πάγου, κάτι η μικρή κατανάλωση ρεύματος (άρα οικονομία), κάτι η πολύ μεγαλύτερη διάρκεια συντήρησης του φαγητού αλλά και των φρούτων και των λαχανικών σε ειδικές λεκάνες, κάτι η κατάψυξη με τη δυνατότητα αποθήκευσης κρέατος για μήνες, κάτι η ευκολία των πολλών μηνιαίων δόσεων, ο κύβος ερρίφθη. Θα αγοράσουμε καινούργιο ψυγείο. Και μάλιστα μεγάλο, έντεκα ποδών. Αξιόπιστο, γερμανικής κατασκευής, της εταιρείας Siemens, μοντέλο Cold House. Το παραγγείλαμε, λοιπόν!

Μου είναι, βέβαια, αδιανόητες κάποιες αντιλήψεις των ανθρώπων μέχρι και σήμερα. Όπως, για παράδειγμα, το μαγείρεμα μιας μεγάλης ποσότητας φαγητού, ώστε να τρώμε το ίδιο φαγητό για τόσες μέρες μέχρι να το σιχαθούμε, χάνοντας και ένα μεγάλο μέρος απ’ όσα έχει να μας προσφέρει. Η αποθήκευση φρούτων και λαχανικών για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να είμαστε υποχρεωμένοι να τα τρώμε αφού τα πληρώσαμε ή να τα πετάμε αν προλάβουν να σαπίσουν και να μας απαλλάξουν απ’ την ανοστιά τους. Η αγορά νωπών κρεάτων που, αφού πληρώθηκαν σε υψηλή τιμή για να καταναλωθούν φρέσκα και εύγευστα, καταψύχονται, αποψύχονται, μαγειρεύονται και τρώγονται ξαναζεσταμένα για μερικές μέρες. Εκτός και αν κάνουμε προμήθειες για ενδεχόμενο πόλεμο.

Τέλος πάντων, όλα αυτά είναι προσωπικές ιδεοληψίες, για τις οποίες ο καλός πωλητής έχει πάντα την κατάλληλη απάντηση κάτω από τη γλώσσα, κάτι σαν φάρμακο ευρέως φάσματος. Ο κόσμος βαδίζει μπροστά και το ολοκαίνουριο ηλεκτρικό ψυγείο μας είναι γεγονός.
********** 

Η μέρα σήμερα είναι διαφορετική. Υπάρχει μια βουβή ένταση. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. Οι συζητήσεις μεταξύ των μεγάλων που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι είναι χαμηλόφωνες. Το τηλέφωνο χτυπάει συχνά, αλλά οι συνδιαλέξεις είναι σύντομες με κοφτά λόγια. Είναι φανερό ότι κάτι σημαντικό, μάλλον δυσάρεστο, συμβαίνει, αλλά κανείς δεν το ονοματίζει. Και οι τρεις λέξεις που ξεστόμισε το πρωί ο Στέλιος, «στρατιωτικός νόμος, δικτατορία, χούντα», μου είναι εντελώς άγνωστες.

Η κίνηση της μητέρας να βγάλει το ραδιόφωνο από το ντουλάπι, να το βάλει στην πρίζα και να ξεκινήσουμε να ακούμε στρατιωτικά εμβατήρια, είναι το αποκορύφωμα των περίεργων γεγονότων της ημέρας. Γιατί εμείς στο σπίτι μας δεν ακούμε ραδιόφωνο και κυρίως μουσική, γιατί εμείς στο σπίτι μας, όπως λέει η μητέρα, «έχουμε πένθος». Η συντριπτική απώλεια του πατέρα χρονολογείται από τον Ιούλιο του 1964, παραμονή της Αγίας Μαρίνας, αλλά εμείς εξακολουθούμε να έχουμε πένθος. Και θα έχουμε για πολλά χρόνια ακόμη… Μου φαίνεται πως η απότομη διακοπή του πένθους είναι αναγκαστική. Και έτσι ήταν…

Κάπου εκεί, ανάμεσα στα εμβατήρια, τις συνθηματικές φράσεις, τα λόγια μέσα απ’ τα δόντια, το σούρτα-φέρτα στη γειτόνισσα και το πήγαιν’-έλα των συγγενών και φίλων, εμφανίζεται ο κύριος Αλευράς με τους μεταφορείς στο κάτω μέρος της σκάλας.

«Κυρία Πελαγία! Κυρία Πελαγία! Καλημέρα σας! Φέραμε το ψυγείο! Καλορίζικο!»
Η μητέρα έχει κοκαλώσει. Κανονικά θα έπρεπε να χαίρεται. Αλλά…
«Μα σήμερα βρήκατε να το φέρετε;»
«Σήμερα είχαμε κανονίσει. Δεν το θυμάστε;»

Φαίνεται πως δεν είναι το μόνο που δε θυμάται η μητέρα σήμερα. Γενικά δεν έχει όρεξη να ασχοληθεί με οτιδήποτε. Ακόμη κι εγώ, που τόσο με αγαπάει, σήμερα φαίνεται πως είμαι εμπόδιο ανάμεσα στα πόδια της. Και τώρα μπήκε το κερασάκι στην τούρτα. Το καινούριο μας ψυγείο.

Οι άνθρωποι του καταστήματος το ανεβάζουν προσεκτικά στη σκάλα. Μέσα στο προστατευτικό χαρτοκιβώτιο μοιάζει τεράστιο. Δύσκολα χωράει να περάσει από την ξύλινη εξώπορτα αλλά και από τις μέσα πόρτες του σπιτιού μέχρι να φτάσει στην κουζίνα. Όταν φτιάχτηκε το σπίτι που μένουμε, δεν υπήρξε ούτε υποψία αυτού του μηχανικού κτήνους. 

Οι μεταφορείς μετακινούν σε μια άκρη το ψυγείο του πάγου, γδύνουν το ηλεκτρικό ψυγείο από το χάρτινο περίβλημά του και το τοποθετούν εκεί που τους υποδεικνύει η μητέρα, κοντά στην πρίζα. Ακούγεται ένας χαμηλός διαπεραστικός ήχος λειτουργεί. Είναι ολόλευκο με μία μόνο μεγάλη πόρτα με μακρόστενη λαβή. Την ανοίγουμε και ανάβει ένα μικρό φως. Στο εσωτερικό του υπάρχει ένας μικρός μεταλλικός θάλαμος με πλαστική πόρτα, η κατάψυξη, και κάτω απ’ αυτήν ένας μικρός δίσκος. Εκεί συγκεντρώνονται τα νερά όταν κάνετε απόψυξη, μια φορά το μήνα. Ακολουθούν πέντε χωρίσματα για τα τρόφιμα. Και στο κάτω μέρος μια μεγάλη φρουτολεκάνη. Στο εσωτερικό της πόρτας υπάρχουν δυο μικρές θήκες, μια για το βούτυρο και μια για τα αυγά. Και θήκες για τα μπουκάλια, τις μπύρες, τα αναψυκτικά, το παγωμένο νερό. Όλα είναι μελετημένα στην εντέλεια. Καλορίζικο και πάλι!

Καθώς ο πωλητής συμπληρώνει τα στοιχεία της μητέρας στις μηνιαίες συναλλαγματικές, οι μεταφορείς φροντίζουν να εξαφανίσουν το παλιό μας όμορφο ψυγείο του πάγου. Λες και μολύνει το περιβάλλον. Νιώθω πως αποχωρίζομαι κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, στενοχωριέμαι λίγο, αλλά το καινούριο μας απόκτημα μου κλείνει πονηρά το μάτι. Σαν να μου λέει, μην ανησυχείς, θα γίνουμε φίλοι.

Η διαδικασία απλή και σύντομη. Πέφτουν γρήγορα οι υπογραφές. Επαναλαμβάνονται οι ευχές. Η μητέρα, πάντα ευγενική, ξεπροβοδίζει βιαστικά τους απρόσμενους επισκέπτες. Δίνει και ένα φιλοδώρημα στους μεταφορείς. Επιστρέφει αμίλητη. Στέκεται μπροστά στο ψυγείο ακίνητη και λέει μια φράση που χαράζεται για πάντα στη μνήμη μου :

«Τη μέρα που θα πέσει η χούντα, εγώ αυτό θα το σπάσω»

**********
21η Απριλίου 1967 – 21η Απριλίου 2018 : Συμπληρώθηκαν πενήντα ένα ολόκληρα χρόνια από εκείνη την αποφράδα ημέρα. Κάτι σαν πένθιμο ιωβηλαίο. Το ψυγείο η μητέρα δεν το έσπασε όταν έπεσε η χούντα, δεν κράτησε την υπόσχεσή της, γιατί δεν είχαμε χρήματα να πάρουμε καινούριο. Μπορεί και να φοβόταν την επάνοδό της. Το ψυγείο εκείνο ζει και βασιλεύει, σε πλήρη λειτουργία, αθάνατο γερμανικό προϊόν, σε ένα εξοχικό σπίτι σε κάποιο νησί του Ιονίου. Η μητέρα έχει φύγει εδώ και αρκετά χρόνια απ’ τη ζωή…

© Δημήτρης Φιλελές



Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ


Έργο του Σύριου γλύπτη Ναζίρ Αλί Μπαντέρ

Αναστάσιμο
Μ’ έναν μακρύ μακρύ σταυρό, λιβάνι κι αγιοκέρια 
μ’ ευλάβεια, κατάνυξη και υψωμένα χέρια 
σε Σένα δέονται οι πιστοί, Σε κράζουνε Σωτήρα 
και Σου ζητούν το δίκαιο στου καθενός τη μοίρα.

Το όνομά Σου φέρνουνε με σεβασμό στα χείλη 
κι ακοίμητο κρατούν για Σε στο σπίτι τους καντήλι 
τα κρέατα νηστεύουνε, τυριά, αυγά και λάδι 
μπροστά Σου μετανίζουνε πριν κοιμηθούν το βράδυ.

Της ηθικής αμύντορες και της οικογενείας 
αιτούνται συγχωρήσεως και χάρης ουρανίας 
την πόρτα του Παράδεισου στα όνειρά τους βλέπουν 
της πίστης τους παρέκκλιση καμιά δεν επιτρέπουν.

Κι ενώ θα πρόσμενε καθείς ο κόσμος μας να λάμπει 
να λουλουδίζουν τα βουνά και να γελούν οι κάμποι 
κάτι παθαίνουν οι πιστοί κι αθώοι χριστιανοί Σου
και με αθώων αίματα ματώνουν τη γιορτή Σου.

Άλλος σκοτώνει γείτονα για μία χούφτα χώμα 
άλλος το άδικο γεννά με την ψευτιά στο στόμα 
πόλεμο κάνει ο τρανός να φέρει την ειρήνη 
και για της δίψας τη φωτιά αίμα μονάχα πίνει.

Αδέλφια αλληλοσφάζονται για την περιουσία 
όταν της πατρικής σκιάς εκλείψει η παρουσία 
κι οι δικαστές που ορκίστηκαν για να τηρούν τον νόμο 
καταδικάζουν τους φτωχούς και τους πετούν στον δρόμο.

Κοπάδια αλέθει η μηχανή για δόξα και για χρήμα
- κάποιοι μετάνοια ζητούν λιγάκι πριν το μνήμα- 
κι οι αφεντάδες μάχονται για την αθανασία
μα την ψυχή στον διάβολο πουλούν για εξουσία .

Και ρασοφόροι Σου πολλοί στα μοναστήρια αράζουν
και στ’ όνομά Σου τους πιστούς ευθύς ξεπαραδιάζουν 
της ανημποριάς έμποροι το σπίτι Σου ρημάζουν
κοπρόσκυλα τεμπέλικα που τ’ αχαμνά τους λιάζουν.

Και μια γριά γειτόνισσα συχνομεταλαβαίνει
μα όσα σέρνει η σκούπα της σ’ όλο τον κόσμο σέρνει
το σώμα και το αίμα Σου ρουφάει απ’ το κουτάλι 
στις αμαρτίες άφεση για ν’ αρχινήσει πάλι.

Χριστός Ανέστη, το λοιπόν, μα με ελπίδες φρούδες 
στης παρακμής τον συρφετό, στους όπου γης Ιούδες 
που χρόνια Σε σταυρώνουνε κι Ανάσταση γιορτάζουν 
τα σάπια τα κουφάρια τους που τη χολή ξεβράζουν. 

Χριστός Ανέστη και σ’ εσάς που χρόνια καρτεράτε 
της λευτεριάς την άνοιξη κι όλο μαυροφοράτε 
μ’ αν δεν σηκώσετε σπαθί, δεν φεύγετε απ’ τον πάτο 
και πάλι θα ‘στε το αρνί μες στου βοσκού το πιάτο.


© Δημήτρης Φιλελές

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

ΕΡΩΤΗΣΗ


Η εικόνα προέρχεται από το helpis.gr

ΕΡΩΤΗΣΗ

Εκείνο το παιδί της φωτογραφίας
με τα ανέλπιδα θλιμμένα μάτια
σαν του ελαφιού που οσφραίνεται
την απειλητική παρουσία του αμείλικτου κυνηγού
πάντα καθρεφτίζεται στο μυαλό μου
όταν ξυπνώ με μια κούπα αχνιστό καφέ
όταν φορώ το καθαρό πουκάμισο
όταν ξεδιψώ μ’ ένα ποτήρια διάφανο νερό
όταν δουλεύω σκληρά για τον επιούσιο
όταν διαλέγω δώρα μπροστά στην ολόφωτη βιτρίνα
όταν απολαμβάνω το αγαπημένο μου φαγητό
όταν ξαπλώνω στο μαλακό στρώμα
κάνοντας όνειρα για το μέλλον
πάντα την ίδια ερώτηση με ρωτάει :
«Εσύ τι έκανες σήμερα
για να σβήσει ο φόβος απ’ το βλέμμα μου;»

© Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

ΑΓΩΝΙΑ


Αγωνία

Αφουγκράζομαι την αγωνία σου, συνάνθρωπε
ακούω το βήμα σου που παίρνει λάθος δρόμο στο σκοτάδι 
ακούω την ανάσα σου που ασθμαίνει στον ανήφορο της απουσίας 
ακούω τον λυγμό σου που πνίγεται στο βυθό της απογοήτευσης

αφουγκράζομαι την αγωνία σου, συνάνθρωπε

είμαστε συγκάτοικοι έξω από το πλαίσιο της εικόνας 
τα κελιά μας δεν έχουν πια τοίχους 
για να γράψουμε τις σκέψεις μας στην απομόνωση 
τα παράθυρά μας δεν έχουν πια σίδερα 
για να κοιτάξουμε με λαχτάρα το φως της ανατολής 
οι δεσμοφύλακες δεν κρατούν πια μαστίγιο 
για να φοβερίσουν την αδύναμη σάρκα μας 
οι φυλακές μας δεν έχουν πια κλειδαριές 
για να προσδοκούμε τη στιγμή της ελευθερίας 
είμαστε ισοβίτες κατάδικοι της υποκρισίας 
υπάρχουμε δίχως να ζούμε την πραγματικότητα 
οι αισθήσεις μας είναι αδρανείς 
σε παρατεταμένη χειμερία νάρκη

αφουγκράζομαι την οδύνη σου, συνάνθρωπε 
ντρέπομαι για κάθε στιγμή που ξεπαγιάζεις απροστάτευτος 
ντρέπομαι για κάθε μέρα που καταδέχεσαι τα αποφάγια της φιλανθρωπίας 
ντρέπομαι που εξακολουθώ να ονομάζομαι άνθρωπος

αφουγκράζομαι την οδύνη σου, συνάνθρωπε

το θεριό της πείνας τριγυρνά ελεύθερο ανάμεσά μας
θερίζει τις ελπίδες της μέρας και τα όνειρα της νύχτας 
τρέφεται με το αίμα της αδελφοσφαγής 
το θεριό της απελπισίας σπέρνει τον σιχαμερό σπόρο του στα σπλάχνα μας
εξανεμίζει την έσχατη εστία αντίστασης 
απέναντι στον προδιαγεγραμμένη αυτοχειρία της ανθρωπιάς

οι σαράφηδες ξεπουλάνε τα κομμάτια του σπασμένου ουρανού 
οι έμποροι του θανάτου ζυγιάζουν τη ζωή με αδέσποτες σφαίρες
οι νομοθέτες δικαιώνουν του Κάιν τους αιμοδιψείς απογόνους
οι κυβερνήτες παραδίνουν σώμα και ψυχή στης εξουσίας τη μέθη

μην απελπίζεσαι, συνάνθρωπε
μην πάψεις για το δίκιο να παλεύεις
μην πάψεις για την αγάπη να μάχεσαι 
μην πάψεις στους ανθρώπους να πιστεύεις
μην κάνεις τούτο το απλόχερο δώρο
σ’ εκείνους που χρόνια ολόκληρα προσμένουν τη μέρα
που θα τους χαρίσεις τη ζωή σου για ένα πιάτο φαΐ

σήκωσε ψηλά το κεφάλι
το πιο ισχυρό σου όπλο
κοίταξε με αφοβιά την αλήθεια κατάματα
ετούτη η γης με τα βουνά και τα ποτάμια της
με τις θάλασσες και τις στεριές της και τον ουρανό της
είναι δική μας 
είναι των παιδιών μας
είναι των παιδιών όλου του κόσμου

η ζωή μας, να το ξέρεις, είναι μονόδρομος.

© Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

ΑΝΘΡΩΠΟΙ




ΑΝΘΡΩΠΟΙ



Μου λένε καλημέρα το πρωί

τα ρούχα στο απέναντι μπαλκόνι

οι άνθρωποι σκυμμένοι και βουβοί

στης θλίψης τυλιγμένοι το σεντόνι.



Με μια θηλιά μας δένει το σκοινί

προβάλλει τη ζωή μας στην οθόνη

το χέρι που τα νήματα κινεί

αθόρυβα μας σπρώχνει στην αγχόνη.



Παγώνει στο φλιτζάνι ο καφές

και κρέμεται στα χείλη το τσιγάρο

ποια άνοιξη χαμένη πάλι κλαις

ποιο δάκρυ σου κρυφό θέλεις να πάρω;



Βουλιάζουν στη σιωπή οι Κυριακές

τα λόγια στην ομίχλη σκεπασμένα

αόρατες μας κλείνουν φυλακές

με τα φτερά του φόβου απλωμένα.



Καράβια που πεθαίνουν στο βυθό

και μια σκουριά που τρώει τα σωθικά τους

οι μέρες καραβάνια στο κενό

σαν τα πουλιά γοργό το πέρασμά τους.



Στους τοίχους ξεθωριάζουν οι στιγμές

καπνός οι αυταπάτες στο ταβάνι

στο πάτωμα ανοίγουν οι ρωγμές

στεγνώνει της ελπίδας το μελάνι.



© Δημήτρης Φιλελές

Το ποίημα είναι δημοσιευμένο στο συλλογικό έργο "Χρώματα Ψυχής" που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Όστρια. 

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

ΧΡΩΜΑΤΑ ΨΥΧΗΣ

ΧΡΩΜΑΤΑ ΨΥΧΗΣ

Αγαπημένες φίλες και φίλοι,

Έχω την ιδιαίτερη χαρά να σας προσκαλέσω στην παρουσίαση του συλλογικού έργου "Χρώματα Ψυχής" των εκδόσεων "Όστρια", το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018, στις 7:30 μ.μ., στην αίθουσα εκδηλώσεων των εκδόσεων, Χέυδεν 3, κοντά στον σταθμό του μετρό στη Βικτώρια.
Στο έργο αυτό συμμετέχω με ένα διήγημα και δυο ποιήματα. Επίσης συμμετέχω ως ομιλητής στην παρουσίαση του βιβλίου.
Η παρουσία σας θα είναι για μένα ξεχωριστή τιμή.



Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ



ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

Σφάλισαν τα φτωχομάγαζα
οι τσαγκάρηδες
που με τις πρόκες
ανάμεσα στα δόντια
με το ρυθμικό χτύπο
του μικρού σφυριού
και το πινέλο με τη βενζινόκολλα
γιάτρευαν τις πληγές
στα τρύπια μας παπούτσια
από το τρεχαλητό
πάνω στα κοφτερά χαλίκια 
του χωματόδρομου

τώρα τα παιδιά
τριγυρνούν με πόδια γυμνά
στις γκρίζες λεωφόρους
σπρωγμένα από χέρια αδίστακτα
θέαμα κοινό σε μάτια αδιάφορα
με βλέμματα αμέριμνα και απλανή

σώπασαν
οι στεντόρειες φωνές
των πλανόδιων παπλωματάδων
που με το μαγικό δοξάρι τους
αφράτευαν το μπαμπάκι
των παιδικών μας ονείρων
και το ‘ραβαν σφιχτά
στις απόκρυφες πτυχές
της πανσέληνης αθωότητας

τώρα τα παιδιά
γέρνουν ανέλπιδα
σε αποκαμωμένα προσκέφαλα
ζυμωμένα με λάσπη και σκόνη
στα κακοτράχαλα μονοπάτια
της άτακτης φυγής

ούτε μπαλωματής
απόμεινε κανένας
όπως τότε, έτσι και τώρα
με κουρέλια πολύχρωμα
απ' των χορτάτων τ’ αποφόρια
να φράξει τις χαραμάδες
στα τριμμένα πανωφόρια
της καρδιάς μας
να μην πετρώσει απ’ το κρύο
να μαλακώσει, να καταλαγιάσει
με ανθρωπιά να τυλιχτεί
να βραδύνει το άσκοπο ταχύ βήμα
να μάθει να αφουγκράζεται
των παιδιών την οδυνηρή αφωνία.

© Δημήτρης Φιλελές