ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΕΥΧΕΤΗΡΙΟ


                                      ΕΥΧΕΤΗΡΙΟ

Έρχονται μέρες γιορτινές
κι είπα να γράψω τις ευχές
στους άστεγους στους πρόσφυγες
και στους ξενιτεμένους.

Έρχονται μέρες γιορτινές
μήπως να στείλω τις ευχές
στους λύκους και στους άρπαγες
τους καλοζωϊσμένους.

Οι πρώτου αν τις διαβάσουνε
μ' εμένα ίσως γελάσουνε
κι ίσως μαζί μου κλάψουνε
στη μαύρη ανεμοζάλη.

Οι δεύτεροι θα κουραστούν
με λόγια αν ασχοληθούν
που γρήγορα θα σκορπιστούν
στης λήθης την αιθάλη.

Το σκέφτηκα,  μετάνιωσα
και τα χαρτιά τσαλάκωσα
μαζί με τις ευχές μου
λάθος γυρίζει ο τροχός
δίκιο δε βρίσκει ο φτωχός
ούτε κι οι προσευχές μου.

Έρχονται μέρες γιορτινές
νέων πολέμων ιαχές
καμπάνες πένθιμες ηχούν
δονούν την οικουμένη.

Έρχονται μέρες γιορτινές
στο κύμα πνίγονται οι φωνές
όσων παλεύουν να σωθούν
πίσω τους γη καμένη.

Όσοι θαμμένοι ζωντανοί
στου νέου χρόνου την αυγή
νερό να πιουν απ' την πηγή
θέλουν, να ξεδιψάσουν.

Όσοι σπρωγμένοι στη φυγή
πνίγουν στο βλέμμα την οργή
αστέρι δεν τους οδηγεί
το δρόμο όταν χάσουν.

Κι εμείς ακόμα τρέχουμε
το χρόνο να προλάβουμε
και πριν το καταλάβουμε
γιορτές πως ήρθαν πάλι
ζωή μαγκανοπήγαδο
βαθιά στο ξεροπήγαδο
βουτιά με το κεφάλι.


© Δημήτρης Φιλελές 

ΧΡΕΟΣ


ΧΡΕΟΣ

Οι άγγελοι της οδύνης
διαγράφουν χορευτικές τροχιές στο μουντό ουρανό
τραγουδούν μονότονες άριες που μαγνητίζουν τα ανυποψίαστα πουλιά
κατευθύνονται ακάθεκτοι στο στόχο
αφήνουν την ύστατη πνοή
πάνω στα άψυχα κτίρια
φωταγωγώντας τις ερειπωμένες πολιτείες
μα πιο συχνά οσμίζονται την ανθρώπινη σάρκα
ηδονίζονται στο άκουσμα του ρόγχου της επιθανάτιας συνεύρεσης
διαμελίζουν τα αθώα πλάσματα σε άπειρες κόκκινες κηλίδες
βάφοντας ανεξίτηλα τον ορίζοντα

ποιος θεός τιμωρός οπλίζει το φονικό χέρι
ποιος θεός άσπλαχνος σπέρνει στο χώμα αμέτρητους ανώνυμους σταυρούς
ποιος θεός πανόπτης αποστρέφει το βλέμμα από την αιματηρή θυσία των αμνών
ποιος θεός παντογνώστης αδιαφορεί για τη διασάλευση της τάξης του σύμπαντος

σώθηκε η άμμος στην κλεψύδρα της άγνοιας

ο ήλιος ο μαντατοφόρος της ζωής
ακονίζει κάθε αυγή το χρυσό δοξάρι του
με ακτίνες μαχαίρια κόβει σε ίσα κομμάτια το καρβέλι του δίκιου
σηκώστε, συνάνθρωποι, τα μανίκια, ανασκουμπωθείτε
έχουμε χρέος να ταΐσουμε τα παιδιά όλου του κόσμου.



© Δημήτρης Φιλελές

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ (1973)


ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ

Εκείνη η νύχτα ήταν αλλιώτικη
με βουβές κραυγές
με αδάκρυτους θρήνους
με σκοτεινά πνιχτά χαμόγελα
με αθέατα πάμφωτα καντήλια νεομαρτύρων

οι φλόγες θέριζαν τα νιόβγαλτα
ολόλευκα κρίνα
σωριάζονταν άψυχοι οι στήμονες
στο μαύρο φίδι της ασφάλτου
το κλάμα της σιωπής έγλειφε
το φρέσκο αίμα στα πεζοδρόμια

κι εμείς, α εμείς
νεαροί άκαμπτοι ευθυτενείς ονειροπόλοι

περπατήσαμε χέρι χέρι ξυπόλητοι
πάνω στα χνάρια της ιστορίας
γράψαμε με το κάρβουνο της καρδιάς
γράψαμε το πανανθρώπινο σύνθημα
στο μαντρότοιχο του σκοπευτηρίου

ώσπου ο παιάνας των χιλιόκυκλων
σφηνώθηκε μαχαίρι στα πλευρά της τυραννίας
βόγκηξε ξέπνοο το θεριό
κι απέ, με τη ματωμένη κάμα ανάμεσα στα δόντια,
σύραμε χορό ασίκικο πάνω στο σάπιο του κουφάρι

το ξημέρωμα σηκώσαμε το κεφάλι
στρέψαμε το βλέμμα πάνου
καθρεφτιστήκαμε στη λάμψη της αστραπής
νιφτήκαμε με το καθάριο νερό
του χειμωνιάτικου σύγνεφου
και τραβήξαμε μακριά, πολύ μακριά

ακόμα βαδίζουμε
με τ’ όνειρο μωρό απερπάτητο
απαλά στα γυμνά μας μπράτσα.

© Δημήτρης Φιλελές


Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ - ΑΥΤΟΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ

Σαν σήμερα, στις 16 Δεκέμβρη 1974, έφυγε από τη ζωή ο μαχητής ποιητής του λαού Κώστας Βάρναλης. Στη μνήμη του αφιερώνεται η ανάγνωση του σαρκαστικού αυτοβιογραφικού ποιήματος του "Αυτονεκρολογία", που έγραψε λίγα χρόνια πριν φύγει απ' τη ζωή, τον Νοέμβρη του 1968.

Κώστας Βάρναλης (1884-1974)

ΑΚΟΥΣΤΕ...



ΑΥΤΟΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ

Μισόν αιώνα πάλευα κι απάνου
για λευτεριά δικιά μου και των άλλων
κι όλο πιότερο μ’ έπνιγεν ο βρόχος
κι οι γενναίοι, που με πνίγανε, πιο δούλοι.

Με μπουκώναν μωρό «Μεγάλη Ιδέα»
κρύβοντάς μου τον πιο αιμοβόρο οχτρό μου :
να ‘μαι του ξένου ο πάτος, να μισώ
και να καταφρονώ τ’ ανόσιο πλήθος.

Τα σκολειά μου τα κλείνανε τα μάτια.
Μου τ’ άνοιγαν η ζούγκλα των Ολίγων
και τα «καταραμένα» τα βιβλία.
Κι ολάνοιχτ’ απομείναν ως το τέλος.

Όσο τα χρόνια ασπρίζαν στην κορφή μου,
τόσο βαθιά μου μάτωνεν η ελπίδα.
Μάθαινα πως η αγάπη είναι δειλία
κι η καλοσύνη αγιάτρευτο κακό.

Ήρωας δεν ήμουν, μ’ έκαμνεν ο φόβος
(ή θα σκοτώσεις ή θα σκοτωθείς)
να μεγαλώνω τη γλυκιά πατρίδα
και να μικραίνω το φτωχό λαό.

Να γελιέμαι πως ζω, ξεπόρτιζα έξω.
Κάθε πατημασιά μου και πληγή.
Πιανόμουν από κάγκελα και πόρτες
μην πέσω – το κουφάρι μου κι όχι εγώ!

Μ’ άφησαν όλοι στα κακά υστερνά μου :
γυναίκες, συγγενάδια, άσπονδοι φίλοι.
Κανείς να με βαστάει, ναν του μιλάω.
Μιλούσα μοναχός δίχως ν’ ακούω.

Με βρήκανε στο τέλος ξυλασμένον
τρεις μέρες στο ντιβάνι μου απομόναχο,
με τα μάτα ανοιχτά και στηλωμένα
κατά σένα, όπως πάντα, Ανατολή.

Οι πεθαμενατζήδες μεθυσμένοι
βλαστημούσαν, όπως με κατεβάζαν
τυλιγμένον σε μια παλιοκουβέρτα
όροφοι πέντε και σκαλιά ενενήντα!

Κι η ραχοκοκαλιά να μη λυγάει
για να τους ευκολύνει στη δουλειά τους.
Δεν το ‘μαθε κανένας. Τ’ όνομά μου
μήτ’ εγώ δεν το λέω και δεν το γράφω.

Τα μπουκωμένα στόματ’ αλυχτήσαν :
- καλότυχοι, ένας Βούργαρος λιγότερο!
- κακότυχοι, που δεν τονε προλάβαμε!
- κόβουμ’ έναν, φυτρώνουνε σαράντα!

Ευχαριστώ σας, γερατειά και πόνοι,
που εσείς με ξαποστείλατε, όχι ο Νόμος
(δυο φορές «επ’ εσχάτη προδοσία»!).

Κι ούτε με πολτοποίησε στη λάσπη
ένα τρίκυκλο αθώο («τροχαίον ατύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στα βαθιά της θάλασσας.
Τ’ αδούλωτα κορμιά δε βρίσκουν ούτε
μιας πιθαμής Ελλάδα να ησυχάσουν!

Νοέμβρης 1968


ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

1967



1967

Νύχτα του Απρίλη δροσερή δε χάραξε, σκοτάδι
λύκοι καρτέρι στήνουνε στ’ ανθρώπινο κοπάδι
σίδερο μίσος και φωτιά στο διάβα τους ξερνάνε
και του Ιούδα το φιλί στα χείλη τους φοράνε.

Μ’ ατσάλινη περπατησιά την άγια γη ματώνουν
σ’ ένα μπουντρούμι σκοτεινό τη λευτεριά αμπαρώνουν
βουβός δακρύζει ο ουρανός στου χαλασμού το κύμα
π’ όθε η μπότα τους πατά βαθύ ανοίγει μνήμα.

Νύχτα του Απρίλη πένθιμη καμπάνα η αρματωσιά της
μαυροφοριέται ο λογισμός στο σφιχταγγάλιασμά της
θεριά στους δρόμους χύνονται ν’ αρπάξουν να ρημάξουν
αδέλφια τα αδέλφια τους χιμάνε να σπαράξουν.

Λυσσούν τ’ αδέσποτα σκυλιά, αίμα το μάτι στάζει
όποιος για δίκιο μάχεται στα κάτεργα στενάζει
οι φίλοι ντύνονται εχθροί, φίδι στο ξύπνημά του,
χορεύουν στα ξερόνησα το γύρο του θανάτου.

Ω, που να μην ξημέρωνε τέτοια κακούργα μέρα
τ’ αγκάθια να μην ένιωθε στα σπλάχνα της μητέρα
κάλλιο τα νύχια να ‘μπηγε βαθιά μες στην ψυχή της
παρά στο νεκροκρέββατο να κλαίει το παιδί της.


© Δημήτρης Φιλελές

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Στη μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου

Μάζεψα με τα χέρια μου
ένα ένα τα θραύσματα
από το κρυστάλλινο βάζο
της καρδιάς σου
μη σκορπιστούν κάτω
από τα αμέριμνα πέλματα
των περαστικών

στο στενό δρομάκι
απόμεινε μια μικρή κόκκινη λίμνη
ν’ αντιφεγγίζει τα χλωμά αστέρια
της παγερής βραδιάς

ύστερα έφτασαν
οι εντεταλμένοι υπάλληλοι
να ξεπλύνουν με άφθονο νερό
το σημάδι της ντροπής
να απαλλάξουν
την ευνομούμενη πόλη
από την ενοχλητική παρουσία σου
να επαναφέρουν
την καθεστηκυία τάξη

το άλλο πρωί
ένα απροσδόκητο κόκκινο σεντόνι
βρέθηκε απλωμένο
ανάμεσα στα ασπρόρουχα
στη μικρή αυλή
που αντιστέκεται
στον ορυμαγδό των πολυκατοικιών

το δίπλωσα με προσοχή
απόθεσα φύλλα λεβάντας
ανάμεσα στις πτυχές
να το ΄χω για σκέπασμα γιορτινό
στην εαρινή σύναξη των μαρτύρων.


© Δημήτρης Φιλελές

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

1922



1922

Στης Σμύρνης την τρελή φωτιά σφυριά με γύφτικα καρφιά
ξανά σταυρώνουν το λαό πάνω σε πέτρινο σταυρό
μανάδες με μωρά παιδιά μαχαίρια μέσα στην καρδιά
ναυάγια σ’ άπατο βυθό λουλούδια σε βαθύ γκρεμό.

Αποκαΐδια και καπνός στην προκυμαία οδυρμός
η νύχτα σφίγγει τη θηλιά που μας στερεύει τη μιλιά
ανάσα αναστεναγμός δάκρυ βροχή πνιχτός λυγμός
του χάρου ανοίγει η αγκαλιά φωλιά για τ’ άψυχα πουλιά.

Στης Σμύρνης τον κατακλυσμό μάταια ψάχνουμε σωσμό
στον κόκκινο αφρό νεκρά χέρια κομμένα με σπαθιά
έγραψε η μοίρα το χρησμό στης πόλης τον αφανισμό
κουρέλια δέρνονται κορμιά βαριά κατάρα η προσφυγιά.

Δίκοπος πόνος και βουβός γιατί μας πέταξ’ ο Θεός
στου αδελφού τη λησμονιά στ’ άγριο μάτι του φονιά
ο μαύρος ο ξεριζωμός μες στα τραγούδια μας καημός
σκορπίσαμε στην απονιά φύλλα στη βαρυχειμωνιά.

Της Σμύρνης η καταστροφή δρόμος χωρίς επιστροφή
τα σπίτια μας χαλάσματα το παρελθόν φαντάσματα
κι όσοι γλιτώσαν τη σφαγή ποτίσαμε την ξένη γη
μ’ αίμα ιδρώτα κλάματα τ’ αγέλαστα χαράματα.

© Δημήτρης Φιλελές


Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ - ΜΙΛΩ


ΑΚΟΥΣΤΕ...
ένα συγκλονιστικό ποίημα
του Μανόλη Αναγνωστάκη



ΜΙΛΩ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.


ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ



ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ

Γλυκόλαλη σαν με ξυπνά φλογέρα τα χαράματα
σταλάζει γύρω μου δροσιά απ’ τ’ ουρανού τα κλάματα
είναι τ’ αγέρι χαρωπό, τα σύννεφα τρομάζουνε
κι οι ηλιαχτίδες φωτεινές σαν άτια που καλπάζουνε.

Απ’ τις ραχούλες τα νερά στους κάμπους κελαρύζουνε
οι καλαμιές στις ρεματιές τραγούδι ψιθυρίζουνε
βοτάνια που μοσχοβολούν στολίδια μοιάζουν πλουμιστά
ποτάμια σέρνουν το χορό και χαιρετιούνται αντικριστά.

Απλώνει ο γερο-πλάτανος τη φυλλωσιά σαν αγκαλιά
αντιβουίζουν οι φωνές απ’ τα χαρούμενα πουλιά
χορεύουν οι γριές ελιές στου μελτεμιού το χάιδεμα
κάθε πρωί χαράς γιορτή απ’ της κορφής τ’ αγνάντεμα.

Στο πέλαγο αρμενίζουνε βάρκες με κάτασπρο πανί
που μια γοργόνα Παναγιά προσεύχονται για να φανεί
αντιφεγγίζουν στον αφρό ζαφείρια και μαλάματα
δελφίνια π’ αλαργεύουνε μ’ ονείρατα κι οράματα.

Ευλογημένα κόκαλα στα χώματα για λίπασμα
στον ουρανό χαράζουνε της λευτεριάς το σάλπισμα
κλήματα στάζουν κόκκινο σαν αίμα στο ποτήρι μας
κρασί από τον Όλυμπο, σπονδή στο πανηγύρι μας.


© Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ



ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Οι μοίρες ρίχνουν τα χαρτιά και το γραφτό ορίζουν
βοτάνια πίνουν μαγικά, πικρά το μουρμουρίζουν
στην κάμαρα π’ αντιλαλεί το πρώτο σου το κλάμα
δαίμονες και αερικά χορεύουνε αντάμα.

Ψυχή μου πρωτοτάξιδη στη γης τα περιβόλια
καρτέρι στήνουν ύπουλο οι λύκοι με τα βόλια
να σου θερίσουν τον ανθό τη δίψα να μερώσουν
της νιότης σου τ’ αρώματα να πιούν να ξεφαντώσουν.

Κυλά στις γάργαρες πηγές νερό φαρμακωμένο
μη σκύψεις για να δροσιστείς κι άδικα σε προσμένω
ουράνιο τόξο να φανείς, στα σύννεφα να γείρεις
χρυσή βροχή να σκορπιστείς, την ομορφιά να σπείρεις.

Κόκκινα ρόδα της αυγής στη στράτα αν συναντήσεις
να τα μυρίσεις μοναχά, δάχτυλο μην τρυπήσεις.
Κι αν η πλανεύτρα θάλασσα λυσίκομη σε κράζει
σκέψου το φυλλοκάρδι μου πώς βαριαναστενάζει.



© Δημήτρης Φιλελές

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ - Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ



Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,                 
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.                 

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.
Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη                       
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!                 

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!


K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,                 
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),                 

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:           
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!


Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.                 

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου                 
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.


Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.                 

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσα, άλλη γη".


ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ