ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2023

Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - Χρίστος Γ. Ρώμας

 


Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας

(Παρουσίαση βιβλίου)


Ο χαρισματικός Δημήτρης Φιλελές, ο εκπαιδευτικός με τις άριστες επιδόσεις στην ποίηση, τις μεταγραφές λογοτεχνικών έργων και στην πεζογραφία, μας ξάφνιασε και πάλι με το νέο του δημιούργημα. «Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας» είναι, όντως, μια πολύ πρωτότυπη υπόθεση, που κρατάει τον αναγνώστη σε αγωνία ως το τέλος. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα τοποθετούνται στην περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ενώ οι τοποχρονικές συγκυρίες εμφανίζουν αναμφισβήτητη αληθοφάνεια.

Τα έντεκα κεφάλαια του έργου, που είναι νουβέλα, δομημένα κατά σειρά επεισοδίων, δεν παρουσιάζουν διάσπαση της αφηγηματικής ύλης, κάτι που χαρακτηρίζει την τεχνική του μυθιστορήματος, ούτε όμως και αρκούνται σε αφήγηση ενός απλού γεγονότος με κεντρικό ήρωα, όπως συμβαίνει στο διήγημα. Αντίθετα, καθώς εξελίσσεται ο μύθος, εμπλέκονται στη δράση και νέα πρόσωπα με το ήθος τους, τις φοβίες, τις αντιδράσεις και τη συμβολή τους στην κάθαρση, κατά το νόημα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Το χρονικό περιβάλλον, στο πλαίσιο του οποίου τοποθετείται η υπόθεση και η εξέλιξή της, είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός του Μπράλου, την περίοδο, όπως ελέχθη, που κυβερνά τη χώρα «η εθνοσωτήριος επανάστασις της 21ης Απριλίου 1967». Κάποια μέρα, λοιπόν, που ο χειμώνας εκείνου του έτους πλησίαζε στο τέλος του, στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μπράλου σταθμεύει η αμαξοστοιχία Πειραιώς-Αθηνών-Θεσσαλονίκης και ανακοινώνεται από το σταθμαρχείο η αναβολής της αναχώρησής της λόγω τεχνικού προβλήματος. Κι ενώ οι επιβάτες κατευθύνονται καθένας προς τον προορισμό του, στην αποβάθρα, πλάι στον ηλεκτρικό φανοστάτη, βρίσκεται εγκαταλελειμμένη μία βαλίτσα. Αυτή είναι και η αφετηρία της πλοκής του περίεργου μύθου με την απροσδόκητη εξέλιξη.

Ερωτηματικά, υποψίες, φόβοι και τολμηρά σενάρια αρχίζουν αμέσως να βασανίζουν αρχικά τον σταθμάρχη και κατόπιν άλλα πρόσωπα, με κυριότερο τον πρόεδρο του χωριού. Έτσι, ο αναγνώστης θα παρακολουθήσει στο εξής με αγωνία και ενδιαφέρον την εξέλιξη της περίεργης αυτής υπόθεσης, με δικά του πλέον ερωτήματα: Ποιος ξέχασε αυτή τη βαλίτσα; Κι αν την ξέχασε κάποιος, γιατί δεν έσπευσε να την αναζητήσει; Έπειτα, τι περιέχει και γιατί είναι τόσο σφιχτά διπλοκλειδωμένη; Και ακόμη, ήταν τυχαία η εγκατάλειψή της ή σκόπιμη και γιατί; Και τέλος, πώς πρέπει ο σταθμάρχης και οι άνθρωποι του χωριού να διαχειριστούν στο εξής την υπόθεση αυτή;

Η εξέλιξη του μύθου εντυπωσιάζει τον αναγνώστη εξαρχής. Η αφήγηση είναι ασθματική σε ταχύτητα, καθώς, με βάση το ασύνδετο σχήμα, δεν διακόπτεται ο λόγος με τη στίξη, ώστε γεγονότα, σκέψεις, λαϊκές εκφράσεις και αποφάσεις παρατίθενται συνεχόμενα σε ακανόνιστη σειρά, χωρίς προτάσεις διάκρισης, λες και ο συγγραφέας επείγεται να φτάσει έγκαιρα στο τέλος, για να φωτίσει την έκβαση. Έτσι, κάθε συμβάν, κάθε παρατήρηση και κάθε προβληματισμός εσωτερικεύεται και κατόπιν η ενδόμυχη σκέψη εξωτερικεύεται ως προσωπικός μονόλογος. Στο σύνολό της η τεχνική αυτή, κατά τη γνώμη μου, δεν απαντάται συχνά στη γνωστή ως τώρα αφηγηματική πεζογραφία.


Παρά ταύτα, η χρήση αυτού του τρόπου αφήγησης δεν σημαίνει ότι το κείμενο χάνει τη λογοτεχνική του καλλιέπεια και καταλήγει σε πεζολογίαˑ αντίθετα, το ύφος του συγγραφέα είναι φυσικό και αβρό, ιδιαίτερα στις περιγραφές της φύσης, των καιρικών συνθηκών και των προσωπικών σκηνών. Ενίοτε διακρίνει κανείς ρομαντικές νότες, χωρίς ωστόσο να καταλήγουν αυτές σε γλυκερές υπερβολές. Σε κάποιες περιγραφές, εντούτοις, γεγονότων και σκηνών είναι ευδιάκριτη η ρεαλιστική απεικόνιση, ακόμη και με την προσθήκη στοιχείων υπερρεαλισμού.

Η εξέλιξη της υπόθεσης ανήκει πλέον στις πρωτοβουλίες του σταθμάρχη και των προσώπων που ο ίδιος καλεί σε συνεργασία. Ο πρόεδρος και ο παπάς του χωριού είναι οι πρώτοι συνεργάτες του. Κατόπιν και οι λίγοι κάτοικοι που καλούνται σε μια υποτυπώδη συνέλευση. Οι διαδικασίες που ακολουθούν, με τους λόγους, τους αντιλόγους, τις συζητήσεις και τις αποφάσεις διαμορφώνουν καταστάσεις, που αποκαλύπτουν το ήθος των προσώπων και τις σχέσεις μεταξύ τους.

Ο συγγραφέας υποβάλλει έντεχνα σκέψεις, μονολόγους και ψυχικά ενορμήματα από τα οποία διαφαίνονται οι εχθρότητες, τα μίση και οι υποκριτικές συμπεριφορές των πρωταγωνιστών. Ωστόσο, όλ’ αυτά καλύπτονται με τη μάσκα του αλληλέγγυου, του συγχωριανού και του συνεργάτη. Από την άλλη μεριά οι λίγοι κάτοικοι που παρακολουθούν ανέκφραστοι τα λογίδρια, πειθαρχούν από φόβο και αποδέχονται κάθε σχεδιασμό που τους προτείνεται για την αντιμετώπιση της υπόθεσης.

Από τον αφηγηματικό λόγο του συγγραφέα καταφαίνεται πρωτίστως το ταλέντο του. Οι διάλογοι είναι φυσικοί και αβίαστοι, περιγραφικοί, όπου απαιτείται, κοφτοί και υπαινικτικοί – ακόμη και απότομοι σε περιπτώσεις που επιβάλλεται. Το ήθος πάλι των πρωταγωνιστών υποδηλώνεται μέσα από τους λόγους τους, τα υπονοούμενα, τις σκοπιμότητες, τις φοβίες και τις ενέργειές τους. Οι κάτοικοι του χωριού, εξάλλου, φοβισμένοι και πειθαρχικοί, όπως αναφέραμε, κινούμενοι κάτω από τις απειλητικές διατάξεις της δικτατορίας, όχι μόνον δεν εγείρουν αντιρρήσεις σε ό,τι τους προτείνεται, αλλά και ομόφωνα επιδοκιμάζουν τα πάντα. Ο παπάς, επίσης, αν και γνωρίζει το ήθος του πανούργου προέδρου, αρκείται σε απλή συναίνεση και προτείνει πειθαρχία στους άνωθεν σχεδιασμούς. Υπάρχει κι ένα πρόσωπο ακόμη, που εμπλέκεται δυναμικά στην υπόθεση. Είναι η όμορφη γυναίκα του σταθμάρχη, που γνωρίζει πρόσωπα κι συμπεριφορές, και αναλαμβάνει ενσυνείδητα να παίξει ρόλο πρωτεύοντα και επικίνδυνο.

Ύστερα από τις αποφάσεις και τους σχεδιασμούς μπαίνουν σε ενέργεια τα σχέδια. Η βαλίτσα είναι κίνδυνος για το χωριό και τους κατοίκους του και πρέπει να εξαφανιστεί. Ναι, αλλά γιατί; Ποιος απειλεί ποιους – και τι είδους κίνδυνος είναι αυτός; Κι ενώ σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν απαντά κανείς, εντυπωσιάζει τον αναγνώστη το γεγονός πως η αφήγηση των συμβάντων, που ακολουθεί, θυμίζει πιο πολύ παραμύθι παρά σύγχρονη πραγματικότητα. Φαίνεται, όμως, ότι και ο συγγραφέας τα καταγράφει αδιάφορα θέλοντας κυρίως να καταδείξει ότι η έλλειψη απαντήσεων στα ερωτήματα που συνδέονται με τη μυστηριώδη βαλίτσα έχει οδηγήσει σε τυπικές ενέργειες χωρίς ενδιαφέρον, ενώ και ο αναγνώστης μένει σε σημαντικό βαθμό προβληματισμένος.

Έτσι, το έργο εκ πρώτης όψεως από νουβέλα κοινωνικού περιεχομένου μεταπίπτει πλέον σε θρίλερ αστυνομικού τύπου, όπου ο αναγνώστης θα ικανοποιηθεί μόνον όταν ευρεθεί ο δολοφόνος και συλληφθεί! Κι ενώ τώρα η κάθαρσις, κατά το νόημα της αρχαίας τραγωδίας, είναι προβληματική, η ποιότητα του έργου θα αξιολογηθεί θετικά μόνον όταν ο από μηχανής θεός αποκαλύψει ό,τι ως τώρα είναι κρυφό και σκοτεινό και οδηγήσει στα πραγματικά γεγονότα της μυστηριώδους ιστορίας.


Και ο από μηχανής θεός επεμβαίνει πλέον έντεχνα. Ο συγγραφέας σκηνοθετεί με λογοτεχνική επιδεξιότητα την προϊστορία του μύθου. Τα πάντα φωτίζονται τώρα και έχουν την ερμηνεία τους. Πρόσωπα, χρόνοι, γεγονότα, συνθήκες, αγώνες, προδοσίες σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη βαλίτσα και το περιεχόμενό της. Στο εξής η σκηνοθεσία της ιστορίας ζωηρεύει. Η αφήγηση γίνεται συναρπαστική. Τα νέα πρόσωπα που έρχονται στο προσκήνιο, ανακαλούν ιστορικές μνήμες που συγκινούν και παραδειγματίζουν. Με βασικό στοιχείο σ’ αυτήν την ενότητα τις λογοτεχνικές αναχρονίες, ο συγγραφέας εγκιβωτίζει μικρές ιστορίες αντίστασης των φοιτητών κατά του ανελεύθερου καθεστώτος και υποβάλλει έντεχνα τις έννοιες της θυσίας και του μαρτυρίου μπρος στα ιδανικά της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας, αλλά και στις πεποιθήσεις των νέων για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Είναι όλ’ αυτά τα ιδανικά, που κεντρίζουν τις συνειδήσεις, αναπτερώνουν το φρόνημα, εμπνέουν αισιοδοξία και χαράζουν για το μέλλον μια ελπιδοφόρα προοπτική.

Γενικεύοντας, τέλος, τις διαπιστώσεις και τις εκτιμήσεις μας για τη νουβέλα του Δημήτρη Φιλελέ, μπορούμε ανεπιφύλακτα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για υπόθεση πρωτότυπη, αληθοφανή λόγω των ιστορικών παραμέτρων της, με συναρπαστική πλοκή στα αφηγηματικά μέρη, ακριβή απόδοση του ήθους των προσώπων και απόλυτα φυσικούς διαλόγους.

Από την ανάγνωση ο επαρκής αναγνώστης, πέρα από την απόλαυση, θα αντλήσει διδάγματα αγωνιστικού ήθους, συντροφικής αφοσίωσης και πολιτικής συμπεριφοράς – στοιχεία που καταξιώνουν τον άνθρωπο και σκιαγραφούν οράματα και προοπτικές για το παρόν και το μέλλον

Και από αυτή την άποψη η νουβέλα του Δημήτρη Φιλελέ, εκτός από ευχάριστη, είναι και διδακτική.

 

Χρίστος Γ. Ρώμας

φιλόλογος – συγγραφέας 

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2023


Ευχαριστώ θερμά τον αγαπητό φίλο Emanon Freeman για τη γενναιόδωρη προσφορά του φωτογραφικού υλικό από την παρουσίαση του βιβλίου.


Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - Κριτική της Χρύσας Νικολάκη

 

Γράφει η Χρύσα Νικολάκη // *

Δημήτρης Φιλελές «Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας», εκδ. Πηγή

“In eum locum res, deducta est, ut, nisi qui deus vel casus aliqui subvenerit, salvi esse ne que amus.”:  Σε τέτοιο σημείο έχουν οδηγηθεί τα πράγματα ώστε να μην μπορούμε να σωθούμε εάν δεν μας βοηθήσει κάποιος Θεός ή κάποιο τυχαίο περιστατικό. (Η κατάρα των εμφυλίων πολέμων).

«Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας» του Δημήτρη Φιλελέ είναι ένα βιβλίο που περιέχει μία διεισδυτική ματιά στη ζωή των απλών ανθρώπων της επαρχίας. Ο Δημήτρης Φιλελές αντιμετωπίζει όλους τους ήρωες του με βαθιά ενσυναίσθηση αλλά και παρατήρηση. Πηγή αθωότητας, γεμάτης από τη δύναμη της επανάστασης είναι ο ορισμός της «υπογραφής» του. Αυτό ακριβώς αισθάνθηκα διαβάζοντας τη νουβέλα.

Ο μακροπερίοδος λόγος που χρησιμοποιεί προσδίδει  σοβαρότητα και επισημότητα, χωρίς όμως να χάσει καθόλου την καυστικότητα και το χιούμορ του.

Το επικοινωνιακό πλαίσιο ναι μεν αποκτά αυτή τη σοβαρότητα αλλά ο  καυστικός λόγος κατακλύζει τον αναγνώστη.

Ο Δημήτρης Φιλελές εκφράζει σύνθετες και πολύπλοκες σκέψεις, αναλύοντας διεξοδικά και κλιμακωτά τη συλλογιστική του διαδρομή. Τη διαδρομή δηλαδή της ιστορίας της βαλίτσας στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας. Εκεί όπου μία εξ ουρανού φερμένη βαλίτσα αναστατώνει την εικονική ηρεμία του τόπου. Ο δυναμικός και γρήγορος αφηγηματικός ρυθμός,  μας συνεπαίρνει στην τραγελαφική διαδρομή της βαλίτσας, ανάμεσα στην έριδα του σταθμάρχη και του προέδρου. Και ο δάσκαλος μαζί με τον Παπά, πρωτεργάτες του πνεύματος και της αδελφοσύνης, δίνουν τα χέρια για το καλό της ομόνοιας του συνόλου.

Προσέξτε το παρακάτω κείμενο στη σελίδα 35,  ενδεικτικό της μαεστρίας της τεχνικής του συγγραφέα,  που δεν είναι άλλη στην προκειμένη περίπτωση από την έμφαση του,  να καταστήσει πειστική την επιχειρηματολογική του δεινότητα.

Τι τους θέλουμε πάλι τους μπασκίνες μέσα στα πόδια μας ; δεν φτάνει που μας παιδεύουν τόσα χρόνια με τη βρωμιά που έχουν μέσα στο κεφάλι τους , να τους κουβαλήσουμε τώρα στο χωριό για μία χαμένη βαλίτσα, να χάσουμε τον ύπνο μας με τις ερωτήσεις και την καχυποψία τους, πάλι τα ίδια θα έχουμε, πάλι οι συνήθεις ύποπτοι θα περάσουμε από το τμήμα για ανάκριση μέχρι να σταμπάρουν αυτόν που θέλουν αυτοί για ένοχο, ένας Θεός ξέρει πού θα καταλήξουμε, καλύτερα να ετοιμάζω σιγά-σιγά τη δική μου βαλίτσα”.

Σε αντίθεση με άλλα βιβλία που κάνουν χρήση μακροπερίοδου λόγου,  εδώ ο Δημήτρης Φιλελές κατορθώνει να παντρέψει τις λογικές σχέσεις της τότε εποχής , τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες του αλληλοσπαραγμού και να μας οδηγήσει έναν έναν,  να κατανοήσουμε και να ξεκλειδώσουμε τα νοήματα.

Ο συγγραφέας φωτίζει το παρασκήνιο με τρόπο σαφή και εικονοπλαστικό, με μία γλώσσα άλλοτε τρυφερή και άλλοτε κοφτερή. Σαν τη ζωή. Τη ζωή εκείνης της σκοτεινής πλευράς της Ρωμιοσύνης όπου ο αδερφός στρεφόταν εναντίον αδερφού.

Διώξεις από το 67 έως το 74, αυταρχισμός και σκάνδαλα ήταν τα σημαντικότερα στοιχεία αυτής της μαύρης περιόδου με ολική κατάρρευση που επήλθε με την πτώση της χούντας και την άφιξη στην Αθήνα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και την πίεση της εισβολής των Τούρκων. Για αυτή την πραξικοπηματική δράση αρκετοί άνθρωποι καταδικάστηκαν. Κατόπιν ήρθε η πίεση της μεταπολίτευσης.

“Ο νεανικός ενθουσιασμός μας παρέσυρε σε λάθη. Τα μέλη της ομάδας μας αυξήθηκαν τόσο γρήγορα,  που χάσαμε τον έλεγχο. Η ασφάλεια και ο Στρατός είχαν μάτια και αυτιά παντού. Ο χαφιές χώθηκε ανάμεσα μας πριν το καταλάβουμε. Είχαμε το κρησφύγετο μας σ ‘ ένα παλιό σπίτι στα Σεπόλια. Εκεί περνούσαμε τα βράδια μας με τον Παντελή δουλεύοντας ασταμάτητα , οι γονείς μας καρδιοχτυπούσαν, αλλά εμείς τραβούσαμε τον δρόμο μας. Μέχρι που κάποιο ξημέρωμα μας μπλόκαραν.”

 

Δημήτρης Φιλελές

Συμπερασματικά, ο Δημήτρης Φιλελές περιγράφει τα γεγονότα εκείνης της εποχής από τη στάση εκείνων των «νιτσεϊκών» υπερανθρώπων που δεν υπέκυψαν απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο. Γνώση ιστορική, κατάκτηση των εκφραστικών μέσων και μία διεισδυτική οπτική κατακλύζουν το βιβλίο. Μα αυτό που εμένα σαν αναγνώστρια πρωτίστως και κατά δεύτερον σαν κριτικό γέμισε την ψυχή μου, είναι η ατόφια κράση των ηρώων. Σμιλεμένοι  λες από χέρι Φειδία ένας-ένας οι ήρωες της βαλίτσας, δημιουργούν ένα ηθογραφικό μωσαϊκό και ταυτόχρονα ρεαλιστικό, που με πείθουν για την ακρίβεια και την πιστότητα τους.

Πραγματικά μαζί με τις υπέροχες σκιτσογραφίες του Νίκου Βρεττού οι ήρωες ομοιάζουν σαν να βγαίνουν από τις ολοζώντανες σελίδες του. Οι συμβολισμοί και τα ονόματα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι παρμένα από τον φυσικό/ιστορικό κόσμο με δύναμη ηθογραφική.

Γράφει στη σελίδα 89:

“Το δικό μου «μακριά» έρχεται από τις 21 Μαρτίου 1969. “Μία μικρή κραυγή έκπληξης ξεφεύγει από τα χείλη της Ελευθερίας που παραλίγο να της πέσει ο δίσκος με τον καφέ και το νερό από τα χέρια, καθώς ακούει τη σημαδιακή ημερομηνία, ενώ ο Πέτρος ανοίγει διάπλατα τα μάτια και το στόμα, χωρίς να καταφέρει να αρθρώσει λέξη”.

Οπωσδήποτε μετά από αυτή την αποκάλυψη της αυτοδιάθεσης των ηρώων του βιβλίου, ο αναγνώστης απορροφά και απομνημονεύει μέχρι το τέλος την κάθε σελίδα. Όπως έλεγε ο Καζαντζάκης: “Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει μα η καρδιά αγριεύει, γλεντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.” Μέσα του ο συγγραφέας ξέρει πως η απάντηση βρίσκεται στην καθημερινή πάλη, στον πόλεμο κατά της διαφθοράς, στο “ευ αγωνίζεσθαι” της συνειδήσεως. “Μην καταδέχεσαι να ρωτάς θα νικήσουμε; θα νικηθούμε; Πολέμα!” σαν να ακούει τα λόγια του μεγάλου Κρητικού. Χρυσαετός πάνω από την άβυσσο, ο Δημήτρης Φιλελές φτάνει στην υψηλότερη βουνοκορφή, βουτά στα άδυτα του εμφυλίου, και μας φέρνει εκείνο το ελάχιστο φως που καίει, για να φωτίσει τους επερχόμενους νέους και να θυμίσει τα γεγονότα στους παλιούς. Ο Δημήτρης Φιλελές στη νουβέλα του «Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας» μασάει τα σίδερα και φτύνει τους προδότες. Και είναι αυτή του η στάση ζωής, που γίνεται στάση γραφής και υπογραμμίζει το περιεχόμενο της βαλίτσας του, αλλά και της Ιστορίας.

Πράγματι, “Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας” είναι μία νουβέλα μοναδική στο είδος της, αφού κατορθώνει να μας κάνει να γελάσουμε δυνατά και παράλληλα να εξεγερθούμε χειροκροτώντας!

* H Χρύσα Νικολάκη είναι Βιβλιοκριτικός, Συγγραφέας, Θεολόγος


Πηγή δημοσίευσης: Μια διεισδυτική ματιά στη ζωή των ανθρώπων της επαρχίας


Σωτηρία Τσέλιου-Παππά - Σημάδι αδυναμίας

 


Σωτηρία Τσέλιου–Παππά – Σημάδι αδυναμίας

Συλλογή διηγημάτων – Εκδόσεις Άπαρσις, 2019

 

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

Το Σημάδι αδυναμίας της Σωτηρίας Τσέλιου–Παππά (εκδόσεις Άπαρσις, 2019) είναι μια συλλογή διηγημάτων που απαιτούν πολύ γερό στομάχι, επειδή αρκετές φορές θα δεχτεί ισχυρά χτυπήματα,  και όραση διόφθαλμη που κοιτάζει την αλήθεια κατά πρόσωπο χωρίς κανενός είδους παραμορφωτικούς φακούς ή παρωπίδες.

Τα τριάντα επτά διηγήματα που απαρτίζουν το βιβλίο είναι κείμενα που σπάζουν το φράγμα της σιωπής και του καθωσπρεπισμού σε μια εποχή κακοποιητική για όλους τους ανθρώπους που εύκολα χαρακτηρίζονται «αδύναμοι», εύκολα τους φορτώνεται την ετικέτα της ατολμίας, εύκολα οι πέριξ αυτών διερωτώνται γιατί σιώπησαν όταν έπρεπε να μιλήσουν, εύκολα θεωρείται ότι φέρουν συν–ευθύνη για ό,τι κακό τους συμβαίνει. Ενώ, ταυτόχρονα, με πολύ μεγάλη ευκολία αποστρέφεται το βλέμμα όταν τυχαίνει οι άλλοι να γίνουν κοινωνοί του προβλήματός τους ή αποφεύγεται τεχνηέντως η συνδρομή όταν τα πλάσματα αυτά με τον τρόπο τους ζητούν βοήθεια.

Η συγγραφέας γράφει με διάθεση εξομολογητική, με φανερή πρόθεση να μοιραστεί μαζί μας όσες εμπειρίες ζωής – είτε προσωπικές είτε προερχόμενες από το ευρύτερο περιβάλλον–  την φορτίζουν πέρα από τα όρια. Γράφει όμως και με  αποφασιστικότητα, χωρίς δισταγμό, χωρίς ωραιοποίηση ή στρογγυλοποίηση των γωνιών που τραυματίζουν, πολλές φορές ανεπανόρθωτα, την ανθρώπινη ψυχή αλλά και την ανθρώπινη σάρκα. Με τρόπο λιτό και απόλυτα κατανοητό εκθέτει την κοινωνική σκληρότητα, καταγγέλλει τον θύτη, «αγκαλιάζει» με ανάσα ζεστή το θύμα και παίρνει θέση υπέρ αδυνάτου. Και κάτι επιπλέον, εξίσου σημαντικό – διαβάζοντας την αλήθεια του λόγου της, δεν μπορούμε πλέον να ισχυριστούμε ότι δεν ξέρουμε ή ότι δεν μας αφορά.

Μετά από είκοσι χρόνια γάμου ο άντρας μου δεν άντεχε την ακαταστασία μου, την αταξία στην ντουλάπα και στα συρτάρια του, τα υπολείμματα κρέμας στο πρόσωπό μου, τα πινέλα και τους καμβάδες μου. […] Μίλαγε αργά με το κεφάλι χαμηλωμένο, και συχνά έχανε το ειρμό του. Εγώ πάλι νόμιζα πως άκουγα τις λέξεις, που κρέμονταν αβέβαιες πάνω από το κοτόπουλο, να πέφτουν αμάσητες πάνω στο τραπεζομάντιλο. Τα ερωτηματικά που ανέβαιναν στο στόμα μου τα έκανα τελείες και τα κατάπινα. Δεν είχαν καμιά σημασία τα σημεία στίξεως σ’ έναν χωρισμό, σκεφτόμουν. (Σκιές, σελ. 25-26)

Λόγος ευθύβολος, αληθινός, εύστοχος σαν από χέρι αλάνθαστου σκοπευτή, πύρινος πολλές φορές, χωρίς περιττές παρεκβάσεις ή υπεκφυγές, δομεί χαρακτήρες που κινούνται μεταξύ πραγματιστικής απεικόνισης και ανεκπλήρωτου πόθου. Τα όνειρα και οι επιθυμίες συνωθούνται στην έξοδο από την κακοποιητική πραγματικότητα και οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας  –ή μήπως και εμείς οι ίδιοι κάποτε;–   ακολουθούν τον δρόμο που αντέχουν οι ώμοι τους να σηκώσουν. Όλοι με ένα κοινό χαρακτηριστικό, την αποφασιστικότητα που ορίζει την καινούργια αρχή ή το μοιραίο τέλος.

Έκανα να φύγω, αλλά η περικοκλάδα τυλίχτηκε στον λαιμό μου. Πνιγόμουνα. Όταν άκουσα την πόρτα να χτυπάει, ανέπνευσα. Με το αριστερό χέρι χαλάρωσα το σφίξιμο, ενώ με το δεξί άρπαξα το μαχαίρι και άρχισα να της κόβω τα βλαστάρια. «Δε θα μου διαλύσεις εσύ τον γάμο», φώναζα. (Ζιζάνια, σελ. 14)

Ωστόσο, από την αφήγηση δεν απουσιάζει η τρυφερότητα, η ευαισθησία, η οικειότητα και η παραστατικότητα του λόγου, έτσι που ο αναγνώστης αβίαστα μπορεί να συνθέσει εικόνες από τη γραφή. Για να περιπλανηθεί μαζί με τους ήρωες στους χώρους της πραγματικότητας ή των φαντασιώσεων που αυτοί κινούνται και σε χρόνο και τόπο παράλληλο να βιώσει νοερά αλλά με αμεσότητα τις συναισθηματικές τους μεταπτώσεις.

Τα μάτια της, ορθάνοιχτα, ζωγράφιζαν το δωμάτιο με μαύρες πινελιές. Ύστερα όλα σκοτείνιασαν, Το τζάμι θάμπωσε. Το ταβάνι άνοιξε και ο Τάμεσης όρμησε μέσα. Οι τοίχοι ξεφλούδισαν και τα λουλούδια της ταπετσαρίας έπεσαν στο πάτωμα. Το κρεβάτι στριφογύρισε για λίγο ακυβέρνητο, μέχρι που μια ρουφήχτρα στη μέση του δωματίου το κατάπιε. (Δωμάτιο 104, σελ. 32)

Σωτηρία Τσέλιου-Παππά

Μικρής έκτασης αλλά ιδιαίτερα αιχμηρά τα διηγήματα –ουκ εν τω πολλώ το ευ–, με λόγο πυκνό και έντονα στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, με γραφή που κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και συχνά τον ωθεί σε αναζήτηση διαφορετικών πιθανών προεκτάσεων στα αγκάθια που τρυπούν ανενδοίαστα το αραχνοΰφαντο πέπλο της ψυχής.

Το κορίτσι ζάρωσε στο κρεβάτι κι άνοιξε το αναγνωστικό της, αλλά από τις σελίδες του πετάχτηκαν άδειες αρβύλες που τριγυρνάγανε στο δωμάτιο και έψαχναν τα πόδια τους, στρατιωτικές χλαίνες που αλλάζανε σώματα, γεμάτα κράνη που κατρακυλάγανε στα βουνά της Ηπείρου κι άφηναν κόκκινες γραμμές πάνω στο χιόνι. Το όπλο πίσω από την πόρτα άρχισε να εκπυρσοκροτεί. Εκείνη κουκουλώθηκε κι έσφιξε δυνατά τα μάτια της. (Ο πόλεμος, σελ. 125)

Με μια δεύτερη, όμως, ανάγνωση καταγράφουμε σημεία της ροής του αφηγηματικού λόγου, στα οποία αξίζει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία ως προς την ποιητικότητα της γραφής. Παραθέτουμε ενδεικτικά μικρά αποσπάσματα:

Πολλές φορές κλειδωνόταν στο δωμάτιο, άνοιγε τον χάρτη και γύριζε τον κόσμο. Μετά αραίωσε, δεν της περίσσευε χρόνος και τα ταξίδια έμειναν στον πάτο της κόκκινης βαλίτσας. (Το ταξίδι, σελ. 19)

Μ’ αυτά τα πουλιά κοιμάται και ξυπνάει τα τελευταία χρόνια μέχρι να μεγαλώσουν και τα δικά της φτερά και να μπορέσει να το σκάσει μαζί τους. (Θα είναι Κυριακή και θα φυσάει, σελ. 36).

[…] εκείνος μίλαγε, εκείνη προσπαθούσε να ηρεμήσει τις πεταλούδες που φτερούγιζαν στο στομάχι της και της δάγκωναν τη γλώσσα. (Προσοχή στο κενό!, σελ. 47)

Όλο αυτό το πλήθος έχει γίνει ένα σώμα φτιαγμένο από σώματα, σαν ένα τέρας με πολλά στόματα και εκατοντάδες μάτια, που περιμένει τη λεία του. (Μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, σελ. 52)

Η δεύτερη ευκαιρία είναι σημάδι αδυναμίας. (Σημάδι αδυναμίας, σελ. 72)

Ξάπλωσε ανάσκελα και άνοιξε τα χέρια της. Ποτέ πριν δεν είχε καταλάβει πόσο ωραία ήταν η μυρωδιά του εαυτού της και πόσο ανεκτίμητη η σιωπή. (Το διαζύγιο, σελ. 100)

Η φωτιά έκανε τις ρυτίδες της να μοιάζουν με μονοπάτια, ενώ τα μάτια της έφεγγαν σαν κόκκινα φανάρια μέσα στην ομίχλη. (Μια ευτυχισμένη οικογένεια, σελ. 115)

Η συγγραφέας περνά θαρρετά ανάμεσα από τις δικές της συμπληγάδες και φτάνει στην ίαση. Συναισθάνεται, όμως, και το βάρος της ατομικής ευθύνης απέναντι στο σύνολο. Γι’ αυτό ανοίγεται πλησίστια στο πέλαγος της αλήθειας και χρησιμοποιώντας τη δύναμη της γραφής τη μοιράζεται με όσους έχουν –η αναζητούν– τη δύναμη να την αντέξουν.

 

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή δημοσίευσης: Μέσα από συμπληγάδες στην ίαση


Τετάρτη 14 Ιουνίου 2023

Μαριαλένα Δισακιά - Η σκιά της μάνας

 


Μαριαλένα Δισακιά – Η σκιά της μάνας

Νουβέλα – Εκδόσεις «Αττικός-Αγγελάκης», 2021

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

Ο αναγνώστης που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη νουβέλα «Η σκιά της μάνας» της Μαριαλένας Δισακιά (εκδόσεις Αττικός-Αγγελάκης, Αθήνα 2021), βρίσκεται μπροστά σε μια ευχάριστη έκπληξη. Μια ευρηματική συνάντηση δύο συμμαθητριών, της Δάφνης –κεντρικής ηρωίδας– και της Ρένας, με διαφορετικές πορείες ζωής μετά από δεκαετίες –αλλά, τελικά, με πολλές κοινές εμπειρίες να εξακολουθούν να τις ενώνουν με ένα αόρατο σκοινί– μπορεί να γίνει η φλόγα που θα πυροδοτήσει το φιτίλι της ψυχής.

Ύστερα από την ανάγνωση των λίγων αντί προλόγου σελίδων προκύπτουν τρεις σημαντικές διαπιστώσεις:

α. πρόκειται για μια εξιστόρηση που ακολουθεί (σε γενικές γραμμές) την αφηγηματική ροή της κυκλικής παπαδιαμαντικής γραφής,

β. η γλώσσα γραφής είναι λιτή, κατανοητή, καθημερινή, με ζωηρούς φυσικούς διαλόγους, χωρίς περιττολογίες ή λεκτικές ακροβασίες για εντυπωσιασμό,

γ. η φράση «γράψ’ τα» είναι το κλειδί της υπόθεσης, η προαναγγελία της εξομολόγησης και της κατάθεσης ψυχής, που φέρνει τη λύτρωση.

Από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά το ψυχογράφημα μιας γυναίκας στην πιο κρίσιμη ίσως περίοδο της ζωής της – από τη μέρα που αποφασίζει να μετατρέψει την ερωτική της σχέση σε γάμο, αλλά και να συνδυάσει ένα κοινωνικό συμβόλαιο με την απόκτηση παιδιών, ώστε να φτάσει σε μια κατάσταση που ορίζεται, κατά τη γνώμη της, ως «οικογένεια». Από την πρώτη στιγμή είναι ορατό ότι η απόσταση από την επιθυμία μέχρι την πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό,τι έχει φανταστεί η ηρωίδα, είναι όχι μόνο πολύ μεγαλύτερη, αλλά ότι και ο δρόμος που οδηγεί ως εκεί είναι διάσπαρτος με εμπόδια, με απρόοπτα, με ανατροπές, με παρεκτροπές, με ανεπιθύμητες σωματικές και ψυχικές παρενέργειες, χωρίς να υπάρχει η βεβαιότητα της επίτευξης του τελικού στόχου.


Η συγγραφέας, με δεξιοτεχνία, διατηρεί μόνιμα τη Δάφνη στο προσκήνιο, δείχνοντας με σαφήνεια ότι όσοι βρίσκονται δίπλα της, όπως ο σύζυγος Δαβίδ, ή γύρω της, όπως η Καίτη, η Μαριάνθη και η Κατερίνα, είναι δορυφόροι της σφοδρής μητρικής της επιθυμίας. Υποκύπτουν στις αποφάσεις που εκείνη παίρνει ή με τον τρόπο της οδηγεί να πάρουν οι άλλοι –κάτι που και η ίδια θα αργήσει πολύ να συνειδητοποιήσει– και απλά εξαναγκάζονται να τη συνδράμουν τόσο στις κορυφώσεις όσο και στις πτώσεις της.

Σαν αόρατη διευθύντρια ορχήστρας συναισθημάτων, η Δισακιά χαράζει με σταθερά βήματα την πορεία των χαρακτήρων της, καθώς αυτοί αναζητούν έξοδο διαφυγής από την αντίξοη και πνιγηρή πραγματικότητα. Και ενώ πολλές φορές είναι πεπεισμένοι ότι κατευθύνονται προς το φως, όλο και πιο βαθιά οδεύουν προς το σκοτάδι. Είναι άραγε κάποια ψήγματα προσωρινής ευτυχίας αρκετά, ώστε να αφιερώσουμε σ’ αυτά μια ολόκληρη ζωή, δηλώνοντας παραίτηση από κάθε άλλη χαρά της ζωής; Και αν μια επιθυμία μας γίνει ο σκοπός της δικής μας ζωής, έχουμε το δικαίωμα να εγκλωβίσουμε σ’ αυτήν όσους τύχει να δέσουν τη ζωή τους με τη δική μας;

Μέσα από τέτοιες επιλογές η ζωή γίνεται ένα στενός μονόδρομος χωρίς συνοδοιπόρους. Η πορεία γίνεται μοναχική με αποκλειστική ευθύνη της πρωταγωνίστριας. Οι απώλειες –ακατανόητες αρχικά– είναι σημαντικές όχι μόνο σε πλήθος, αλλά και σε ψυχικό κόστος. Η ηρωίδα, παραδομένη στην τυφλή επιθυμία, αδυνατεί να αποδεχτεί τις αρνητικές συνέπειες των ενεργειών της, να προβλέψει τις πιθανές εξελίξεις σε βάθος χρόνου, αδυνατεί (ή αδιαφορεί) να κατανοήσει τη στάση των άλλων και, με σφαλερή ή θολή κρίση, τους καταλογίζει αυθαίρετα ευθύνες που δεν τους αναλογούν.

Ωστόσο, πρόκειται εξαρχής για ένα τραγικό πρόσωπο, αφού είναι προφανές ότι τα κίνητρά της και αγαθά είναι και εντός των κοινωνικών προδιαγραφών κινούνται. Όσο όμως επιδιώκει να κινηθεί προς τον στόχο της, τόσο αυτός απομακρύνεται. Και όταν πια ο στόχος φαίνεται να επιτυγχάνεται, οι δονήσεις που θα ακολουθήσουν την (πρόσκαιρη) επιτυχία, είναι ικανές να μεταμορφώσουν την ψυχή της σε σωρό ερειπίων.

Πόσα αποθέματα δυνάμεων μπορεί να διαθέτει ένας άνθρωπος, όταν συνειδητοποιήσει ότι είναι θύμα των επιλογών του; Πόση δύναμη χρειάζεται για να αλλάξει ρότα πριν το σκαρί του τσακιστεί στην ξέρα; Πόσες πληγές, σωματικές και ψυχικές, θα χρειαστεί να επουλώσει η ηρωίδα, καθώς θα επιχειρεί να κόψει με κάθε μέσο το συρματόπλεγμα που την περιχαρακώνει από τον έξω κόσμο και απομονώνει την αλήθεια της από την αλήθεια των άλλων; Πόσο πρέπει μια μητέρα, βιολογική ή μη, να ξεπεράσει τον εαυτό της για να εννοήσει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ στοργής και εξάρτησης;  Πόση αντοχή απαιτείται για να τραβήξει τον ανηφορικό δρόμο της αυτογνωσίας πετώντας όσα βαρίδια την αγκυρώνουν με το παρελθόν, για να φτάσει επιτέλους στην κορυφή, να νιώσει αληθινά μια άλλη μέσα στο ίδιο σώμα και να αναφωνήσει απαλλαγμένη: «Δεν είμαι εγώ εκείνη που έκανε την ορφάνια της ορφανοτροφείο»;

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η νουβέλα διακρίνεται και για την πληθώρα των χαρακτήρων που πλαισιώνουν το κεντρικό πρόσωπο του αφηγήματος, τη Δάφνη, χωρίς ο ρόλος τους να είναι είτε δευτερεύων είτε διακοσμητικός. Αντίθετα, συμμετέχουν ενεργά σε όλη τη διάρκεια της ροής των γεγονότων και προσθέτουν ο καθένας το δικό του λιθαράκι στην εξέλιξη της πλοκής και στην ολοκλήρωση της ιστορίας. Ιδιαίτερα η μορφή της Κατερίνας είναι συγκλονιστική και, σε στιγμές κορύφωσης, ισοδύναμη με εκείνη της Δάφνης.

Μέσα σε 120 μόνο σελίδες, η Μαριαλένα Δισακιά αφηγείται μια ιστορία ζωής με καταιγιστική αληθοφάνεια, με συγκρούσεις όπου θύτης και θύμα εναλλάσσονται στους ρόλους, με παραμορφωτικά κάτοπτρα θέασης της αλήθειας, με συναρπαστικές συναισθηματικές μεταπτώσεις, με ακραία παιχνίδια του μυαλού και με δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας, προσωπικών βιωμάτων και εμπειριών.

«Η σκιά της μάνας», αποφεύγοντας την παγίδα της αποκλειστικά γυναικείας υπόθεσης, είναι μια ρεαλιστική ανθρώπινη καταγραφή της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας, που θα μπορούσε να συμβαίνει στη γυναίκα της διπλανής πόρτας ή –γιατί όχι– εντός των ορίων του δικού μας μικρόκοσμου.

 

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή δημοσίευσης: Ιστορία ζωής με καταιγιστική αληθοφάνεια

 

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2023

Παραμύθια λαϊκά απ' τα χώματα της Μάνας Μικρασίας

 


Παραμύθια λαϊκά απ’ τα χώματα της Μάνας Μικρασίας

(Του Ξεριζωμού και της Μνήμης: 1922-2022)

Εκδόσεις Εύμαρος, 2022

 

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

Όλοι γνωρίζουμε ότι τα παραμύθια μάς λένε “ψέματα”, όπως εξίσου καλά γνωρίζουμε ότι μέσα από τα “ψέματα” αυτά μάς αποκαλύπτονται με τρόπο μοναδικό οι πιο σημαντικές αλήθειες για τη ζωή, οι εμπειρίες διοχετεύονται με τον προφορικό λόγο από τις παλιότερες στις νεότερες γενιές και διαμορφώνουν προσωπικότητες ανθεκτικές όταν οι συγκυρίες απαιτούν οι άνθρωποι να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων.

Έχουν, όμως, μια ακόμα προϋπόθεση τα παραμύθια για να φτάσουν στον στόχο τους˙ εκτός από στόματα και αυτιά ανοιχτά, ανοιχτές χρειάζεται να είναι και οι καρδιές των ανθρώπων.

Ο λαογράφος και προφορικός αφηγητής Δημήτρης Β. Προύσαλης μελετά την τραυματική εμπειρία της μικρασιατικής καταστροφής μέσα από τη λαϊκή μας παράδοση, μέσα από την προφορική μας λογοτεχνία, μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων που βίωσαν τον διωγμό από τον τόπο που γεννήθηκαν και τον εξευτελισμό που υπέστησαν ως πρόσφυγες. Βυθίζεται στις ρίζες της συλλογικής μνήμης, καταγράφει, επιλέγει και μας παρουσιάζει το μωσαϊκό των συναισθημάτων, των προσδοκιών, των φόβων και των διαψευσμένων ελπίδων των ανθρώπων που νίκησαν τον θάνατο.

Ο τίτλος “ Παραμύθια λαϊκά απ’ τα χώματα της Μάνας Μικρασίας” μας οδηγεί στην πρώτη επισήμανση: Ναι! Η Μικρασία είναι Μάνα Ελληνίδα. Μάνα που γέννησε παιδιά διάσπαρτα στην αντίπερα στεριά του Αιγαίου, αλλά και στην Προποντίδα και στην Καππαδοκία και στην Κιλικία. Κι αυτά τα παιδιά ριζοβόλησαν και γέννησαν πολιτισμό από την αρχαία εποχή μέχρι και τη νύχτα της μεγάλης φωτιάς στα 1922. Κι όσες φορές πολεμήθηκαν, σκλαβώθηκαν, εξανδραποδίστηκαν, άλλες τόσες φορές βρήκαν τη δύναμη να σηκώσουν το κεφάλι και να σταθούν ξανά στα πόδια τους.

Και ο τίτλος συμπληρώνεται: “Του Ξεριζωμού και της Μνήμης: 1922-2022”. Έτσι οδηγούμαστε στη δεύτερη επισήμανση: Ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Μικρασίας από τα πατρογονικά χώματα δεν στάθηκε ικανός να ξεριζώσει και τη Μνήμη. Γιατί η Μνήμη είναι πιο ισχυρή, είναι εκείνη που μας δένει με το παρελθόν, μας διδάσκει και μας δίνει την ώθηση για να χαράξουμε το ελπιδοφόρο μέλλον.

100 χρόνια και πλέον μετά κρατάμε στα χέρια μας μια συλλογή παραμυθιών, μια συλλογή ανθρώπινων ιστοριών που κάποτε ακούστηκαν στη Σμύρνη, στο Αδραμύτιο, στο Αϊβαλί, στην Προύσα, στα Βουρλά, στο Λιβίσι, στην Πέργαμο, στα Φάρασα, στην Αλλάγια, στην Καππαδοκία, στα Κοτύωρα, στην Τραπεζούντα και σε τόσους άλλους τόπους, ταξίδεψαν στον χώρο και στον χρόνο και έφτασαν ως εμάς.

Ο ιχνηλάτης Προύσαλης σκαλίζει τα αρχεία στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Αναζητά το υλικό του με υπομονή και επιμονή στο Αρχείο του Λαογραφικού Φροντιστηρίου του Γ. Μέγα, στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, στην Ένωση Σμυρναίων, στο ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ. της Νέας Ιωνίας, στον Σύνδεσμο Μικρασιατών Κύπρου˙ αλλά και σε περιοδικές εκδόσεις όπως τα Μικρασιατικά Χρονικά, τα Χρονικά του Πόντου και το Δελτίο της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας.

Παράλληλα βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση και οι λαογραφικές του κεραίες λειτουργούν όπως των εντόμων την περίοδο της ερωτικής συνεύρεσης για μια ακόμα πληροφορία, για μια ακόμα ιστορία, για έναν ακόμα γέροντα ή γερόντισσα σε κάποιο μακρινό χωριό που θυμάται έστω και ένα παραμύθι από τότε.

Για να φτάσει η ώρα της μελέτης, της σύγκρισης, των συσχετισμών, μέχρι να σχηματοποιηθεί στα χέρια του το τελικό αποτέλεσμα.  Ο Προύσαλης, ανεξάντλητος δρομέας μεγάλων αποστάσεων, στο τέλος της διαδρομής, σταχυολογεί, αξιολογεί, επιλέγει και μας καταθέτει, όπως και σε όλα του τα πονήματα μέχρι σήμερα, ένα ευλαβικό απάνθισμα αφηγημάτων των ανώνυμων λαϊκών δημιουργών. Έτσι τα παραμύθια κατεβαίνουν από τα ράφια των επιστημονικών αρχείων και των βιβλιοθηκών ή από τις ανείπωτες μνήμες των μακρινών παιδικών χρόνων και γίνονται, όπως πρέπει, κτήμα του λαού, ενισχύοντας και τη γνώση και τη μνήμη του.

Το βιβλίο “Παραμύθια λαϊκά απ’ τα χώματα της Μάνας Μικρασίας”, είναι γραμμένο σήμερα για να αποτελέσει ταυτόχρονα σημείο αναφοράς για τους μελλοντικούς μελετητές και όχι μόνο. Η κατανομή των ιστοριών, που έχει γίνει με τρόπο επιστημονικό, το εμπεριστατωμένο προλογικό σημείωμα και οι πλούσιες ελληνικές και ξενόγλωσσες βιβλιογραφικές πηγές απευθύνονται τόσο στον ιδιαίτερα ενδιαφερόμενο αναγνώστη όσο και στους λαογράφους του αύριο.

Στο βιβλίο περιλαμβάνεται ένα ευρύ φάσμα παραμυθιών˙ μύθοι ζώων, μαγικά παραμύθια, θρησκευτικά παραμύθια, ρεαλιστικά παραμύθια, παραμύθια για το ξεγέλασμα των ανόητων δράκων, γιγάντων, διαβόλων, παραμύθια ευτράπελα ανεκδοτολογικά, παραμύθια κλιμακωτά τυπολογικά - έτσι χαρακτηρίζονται επιστημονικά. Ως αναγνώστης δεν μπορώ παρά να θαυμάσω τους απλούς ανθρώπους του καθημερινού μόχθου, τους αντιήρωες της προσφυγιάς, που μέσα απ’ αυτές τις λαϊκές αφηγήσεις -χωρίς επιστημονική καθοδήγηση και κάτω από το βάρος του αγώνα για επιβίωση- βρίσκουν τον τρόπο να δημιουργούν διαχρονικές βαλβίδες εκτόνωσης στην ασφυκτική καθημερινότητα, για να μπορούν να κρατηθούν όρθιοι στις καταιγίδες της ζωής. Και μια απ’ αυτές ήταν και η μικρασιατική τραγωδία για τον νεότερο Ελληνισμό.

Μεγάλο το ειδικό βάρος της παρούσας έκδοσης και για έναν ακόμα λόγο˙ επειδή σχετίζεται όχι με την ηρωική, αλλά με την τραυματική μνήμη μας ως έθνους. Έχει ίσως φτάσει το πλήρωμα του χρόνου να αντιμετωπίσουμε την πικρή αλήθεια. Και ποτέ ως τώρα η διαδικασία αυτή δεν υπήρξε -και δεν μπορεί να είναι- ανώδυνη.

Τα παραμύθια με την ιδιαίτερη λυτρωτική τους λειτουργία θα συνδράμουν πολλούς από μας και σ’ αυτό. Γιατί, επιπλέον, οφείλουμε να μη λησμονούμε ότι ένας στους τρεις Έλληνες σήμερα είναι απόγονος εκείνων των Μικρασιατών προσφύγων.

Και όπως ο ίδιος ο Προύσαλης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Όταν κάποιος αναγκάζεται να γίνει πρόσφυγας, το μόνο που μπορεί να κουβαλήσει, πέρα από την αγωνία για επιβίωση, είναι η ελπίδα πως θα σηκωθεί κάποτε ξανά όρθιος. Τα τραγούδια που έχει σιγομουρμουρίσει, τα παραμύθια που έχει ακούσει και ίσως μοιραστεί, οι χοροί που έχει νιώσει σωματικά, οι γεύσεις που τον έχουν στυλώσει, είναι κατακτημένα μπολιάσματα της μνήμης που κανένας παράγοντας δεν μπορεί να απειλήσει μήτε να στερήσει, από όσους ακουμπούν πάνω τους σε ώρες δυσκολίας αλλά και ανάμνησης αισθαντικής. Είναι τότε που το χτες επιμένει να σιγοψιθυρίζει, για να μην ξεχαστούν τα όσα βιώθηκαν σε κοινό χώρο και χρόνο, καθιστώντας την αφηγηματική σύμβαση της συνάντησης ένα μοναδικό διαβατήριο βιωμένης εμπειρίας, που ξεκλειδώνει όλους τους καιρούς και μπορεί να ανασαίνει από την αρχή σε νέους τόπους, διαμορφώνοντας όρους και συνθήκες συνέχειας, δύναμης και απαντοχής.»

Έχει ιδιαίτερη σημασία να γίνει ξεχωριστή αναφορά στον τρόπο γραφής των κειμένων του βιβλίου. Αν και ο Προύσαλης δεν θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα, ωστόσο κάθε φορά αναλαμβάνει την ευθύνη της μεταφοράς του λαϊκού προφορικού λόγου στον γραπτό. Έργο δύσκολο και ριψοκίνδυνο, καθώς το πέρασμα από τη μια μορφή στην άλλη οφείλει να είναι εφάμιλλο και εξίσου ενδιαφέρον κατά την ανάγνωση. Ο Προύσαλης είναι και τεχνίτης του λόγου, γνωρίζει τους κανόνες του και έχει το ταλέντο να γράφει όπως αφηγείται. Του λόγου το αληθές μπορεί να διαπιστωθεί με έναν πολύ απλό τρόπο˙ αν κάποιος επιλέξει να κλείσει τα μάτια και να ζητήσει από κάποιον άλλο να του διαβάσει ένα από τα παραμύθια του βιβλίου, θα ταξιδέψει με την εσωτερική προφορική δύναμη του γραπτού λόγου.

Τα “Παραμύθια λαϊκά απ’ τα χώματα της Μάνας Μικρασίας” θα κάνουν το δικό τους μακρινό ταξίδι, θα ζήσουν τις δικές τους δοκιμασίες και τις δικές τους περιπέτειες και μέσα απ’ όλη αυτή τη διαδρομή θα βρουν τόπους να ριζώσουν και καρδιές να αγαπηθούν αληθινά. Για να καρποφορήσει η σπορά τους και στα δίσεκτα χρόνια της σύγχρονης προσφυγιάς.

 

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Σημείο αναφοράς 

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - Κριτική της Παναγιώτας Μπλέτα

Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας



Κριτική προσέγγιση της Παναγιώτας Μπλέτα


Η νουβέλα του Δημήτρη Φιλελέ διαδραματίζεται την  εποχή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974), μια εποχή που στιγματίστηκε από τους διωγμούς, τις εξορίες, τα βασανιστήρια και την βάναυση καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 Έχει σημασία η εποχή, διότι η ιστορία του βιβλίου αναφέρεται στο ταξίδι μιας βαλίτσας, η οποία βρέθηκε παρατημένη στο σιδηροδρομικό σταθμό ενός χωριού, της ελληνικής επαρχίας, της οποίας, όμως, κανείς, δεν δηλώνει ιδιοκτησία, αλλά και ταυτόχρονα αποτελεί ιδιοκτησία όλων, για αυτό και προσπαθούν να την κρύψουν από τα μάτια και τα αυτιά του καθεστώτος.

Για να δούμε, όμως, τι ακριβώς συμβολίζει αυτή η βαλίτσα; 

Η βαλίτσα συμβολίζει τη διαδρομή των σκέψεων, ιδεών, συναισθημάτων και συνθημάτων κατά της χούντας, από και προς το λαό. Ουσιαστικά, ο ίδιος ο λαός εσωπρογραμματίζει την ανατροπή, είτε εν γνώση είτε εν αγνοία του, καθώς όλα αυτά που η βαλίτσα κρύβει αποτελούν αυτά που κρύβει στην ψυχή του, δηλαδή την αγανάκτηση για την καταπίεση και τη σκλαβιά που δέχεται.

Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι η βαλίτσα είναι η ψυχή του λαού, που ταξιδεύει από άκρη σε άκρη, προκειμένου να αφυπνίσει και να ετοιμάσει τον αγώνα για την ανατροπή της χούντας.

Οι βασικοί πρωταγωνιστές είναι ένας σταθμάρχης σε ένα περιφερειακό σταθμό τρένου και ο πρόεδρος του χωριού, ένας πολιτικάντης δημαγωγός, που όμως αντιδρά κι αυτός, κρυφά, απέναντι στο καθεστώς και προσπαθεί να προστατέψει το χωριό του από τον κίνδυνο που βλέπει μπροστά του, με την αποκάλυψη του περιεχομένου της βαλίτσας. Έτσι, σχεδιάζει τη στρατηγική, καθότι, είναι ο πολιτικός παράγων, ο ικανός να το κάνει, αλλά και ο έχων την ευθύνη για το κοινό που υπηρετεί, προκειμένου να εξαφανιστεί η βαλίτσα, αθόρυβα και ανεξιχνίαστα, πριν την εμφάνιση της χωροφυλακής. Ίσως, αυτό το project, του οποίου ήταν ο ιθύνων νους, να αποτέλεσε και το μεγαλύτερο επίτευγμα της καριέρας του. 

Ας μην ξεχνάμε, αυτή ήταν η εποχή όπου υπήρχε αρκετός χώρος για ήρωες, αρκεί η ενσυναίσθηση να υπερέβαινε το φόβο.

Σε αυτή του την προσπάθεια, ο πρόεδρος, λοιπόν, ζητά βοήθεια, από τον άσπονδο εχθρό του, τον σταθμάρχη του σταθμού. 

Ταυτόχρονα, αναζητά κι άλλους συμμάχους, μέσα από το χωριό, που αντιπροσωπεύουν τους εκπροσώπους των θεσμών που επηρεάζουν το κοινωνικό σύνολο τη δεδομένη εποχή, ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές τους πεποιθήσεις.

Έτσι, συγκαλεί δημοτική συνέλευση, στο καφενείο του χωριού, προκειμένου να αποφασισθεί συλλογικά η φύλαξη της βαλίτσας, μέχρι να φθάσει η χωροφυλακή, της οποίας βαλίτσας όμως έχει ήδη αποφασίσει, μυστικά, την εξαφάνιση. Ουσιαστικά, ψάχνει για μάρτυρες,  απέναντι στο καθεστώς, ότι τηρήθηκε η ορθή διαδικασία αντιμετώπισης ενεργειών συνομωσίας. 

Η διάταξη του κόσμου στην αίθουσα, αποκαλύπτει την κοινωνική διαστρωμάτωση, τα ήθη και τα έθιμα,  καθώς και τη θέση της γυναίκας η οποία είναι απούσα από αυτές τις συνελεύσεις. 

Ο παππάς και ο δάσκαλος, εκπροσωπώντας τις αρχές του τόπου, κάθονται μπροστά και ο πρόεδρος τους ζητά να πάρουν ενεργά μέρος στη συνέλευση, έτσι ώστε, να δώσουν το πράσινο φως, να βρεθούν εθελοντές μέσα από το λαό για να φυλάξουν τη βαλίτσα. Παρά τις διαφορές τους, πολιτικές και άλλες, αντιλαμβάνονται νοητά και συμπράττουν στο σχέδιο του προέδρου.  Οι παλικαράδες εθελοντές αυτοπροτείνονται και ο πρόεδρος τους ορίζει να φυλάξουν τη βαλίτσα.

Πως τα κατάφερε, όμως, ο πρόεδρος να εξαφανίσει τη βαλίτσα, μέσα από τα μάτια των ατόμων που ο ίδιος όρισε για τη φύλαξη της;

Εξαπάτησε ή προστάτευσε τελικά τους κατοίκους του χωριού του;

Αυτές οι οξύμωρες ισορροπίες είναι που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη εποχή, όπου ο φόβος δεν άφηνε περιθώρια να μεταδώσεις την αλήθεια σε όλο το λαό, παρά μόνο μέσα από το ασυνείδητο του. 

Όπου η  καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έκανε εχθρούς και φίλους ένα.

Είναι η κατάρρευση, τελικά, η καταστροφή, ο ορυμαγδός απαραίτητες συνθήκες για να μάθει ο άνθρωπος, παρά τις διαφορές που τον χωρίζουν με τους υπόλοιπους, να σκέφτεται και να ενεργεί συλλογικά;

Έτσι μάλλον θα πρέπει να είναι, γιατί κατά κάποιο τρόπο, στην εξαφάνιση της βαλίτσας, συμμετείχε, όλο το χωριό, είτε συνειδητά, είτε ασυνείδητα. 

Αυτή η απίθανη ιστορία μας οδηγεί σε πολλούς συνειρμούς σχετικά με τις βαλίτσες που κουβαλάμε στη ζωή, ιδέες ακυβέρνητες που παρατάμε στους διάφορους σταθμούς της ζωής μας και που μέλλει να αλλάξουν το μέλλον το δικό μας και των άλλων.

Ο συγγραφέας, κάνει αναφορές και στα έργα υποδομής που έγιναν, όπως και στην προσπάθεια της ορθής τους λειτουργίας, κατά τη διάρκεια της χούντας, που όμως βασίζονταν στην εξάντληση του ανθρώπινου μόχθου. Έμμεσα, καταρρίπτει τα επιχειρήματα για ανάπτυξη που χρησιμοποιούσε, συνήθως, η χούντα, για να βρίσκεται στην εξουσία. Επίσης, δίνει μια σαφή εικόνα της ταξικής διαστρωμάτωσης, εκείνης της εποχής, που δεν αφήνει περιθώρια στον εργάτη να αναπνεύσει, παρά μόνο όταν αφεθεί στην λύπηση των άλλων.

Οι περιγραφές του είναι τόσο γλαφυρές που σου μεταφέρουν αυτούσια την τραγικότητα της εποχής, τις αγωνίες και τους φόβους των ηρώων του, τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα που χρησιμοποιούνται για να δώσουν λύση στα πολιτικά αδιέξοδα.

Η πλοκή είναι αρκετά δυναμική και ευθυγραμμίζει την ουσία με την αγωνία που έχει πολλές διακυμάνσεις μέχρι το τέλος του βιβλίου.

Και φυσικά, υπάρχει χαραμάδα ελπίδας στο σκοτεινό δωμάτιο, στους σκοτεινούς καιρούς, που δεν είναι άλλη από τη συλλογική δράση, απέναντι σε όποιον εχθρό ορατό ή αόρατο, σε όποια οδύνη και πόνο, απέναντι στην ματαιότητα της εξουσίας που μετατρέπει τους ανθρώπους σε δολοφονικές μηχανές έτοιμες να καταστρέψουν όλα αυτά από τα οποία προήλθαν.

 

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας/Διανοήτρια

4.6.2023


Πηγή δημοσίευσης #1: Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - lifespeed

Πηγή δημοσίευσης #2: Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - now24

Πηγή δημοσίευσης #3: Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - Books and style

Κοσμάς Ηλιάδης - Στα παλιά λημέρια

 

Κοσμάς Ηλιάδης – Στα παλιά λημέρια

Συλλογή διηγημάτων – Εκδόσεις «Αποστακτήριο», 2022



Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

«Στα παλιά λημέρια» είναι ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων του Κοσμά Ηλιάδη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αποστακτήριο» το 2022.

Ο συγγραφέας, με λόγο λιτό και λαϊκό, ξετυλίγει το κουβάρι των προσωπικών του αναμνήσεων και μας μεταφέρει με γλαφυρότητα στις γειτονιές της αγαπημένης του Θεσσαλονίκης. Ο λογοτεχνικός του φακός εστιάζει στο συνονθύλευμα των απλών ανθρώπων της διπλανής πόρτας, εκεί που αναμειγνύονται αυτοί που μοχθούν καθημερινά για τον επιούσιο μαζί μ’ εκείνους που επιλέγουν να τους απομυζούν και να ζουν σε βάρος τους.

Οι χαρακτήρες των ηρώων συνοδεύονται από την εσκεμμένη ονοματοδοσία που τους προσδίδει ο εμπνευστής τους. Και είναι τέτοια τα ονόματα, ώστε να μην υπάρχει η ελάχιστη αμφιβολία ότι ο Γερβάσιος Γρύπηλος, ο Παναγής Χαρέμης, ο  Δεινοκράτης Χαντακωμένος, ο Αντώνης Ραχατσούλης, η Νίτσα, η Στάσα, η Σόνια, η Κρυστάλλω, όλες άνευ επωνύμου, και όλοι οι άλλοι δεν είναι προορισμένοι να αλλάξουν κοινωνική στάθμη. Θα ανήκουν πάντα στη β’ κατηγορία πολιτών (στην καλύτερη περίπτωση) και μόνιμα θα ταλαιπωρούνται και θα ταλαιπωρούν. Είναι οι κάτοικοι του υπογείου της πολυκατοικίας της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, όπου τα σύνορα δεν είναι κατακόρυφα αλλά οριζόντια. Είναι ένα ετερόκλητο πλήθος που δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του, αλλά καθένας καταφέρνει να βάλει τη σφραγίδα του στη ζωή του άλλου.

Ωστόσο, η φαινομενικά αδιάφορη ζωή αυτών των ανθρώπων περνά μέσα από το συγγραφικό φίλτρο, το οποίο συγκρατεί όλα εκείνα τα στοιχεία που αξίζει να αναδυθούν και να προβληθούν άλλοτε με σεβασμό, άλλοτε με ευαισθησία και συγκαταβατικότητα, άλλοτε με συμπόνια και άλλοτε με σκληρή αληθινή γλώσσα. Και αυτό συμβαίνει επειδή ο συγγραφέας αναμφίβολα μας μεταφέρει προσωπικές εμπειρίες και καταγραφές, από τις οποίες δεν μπορεί να απουσιάζει ούτε το συναίσθημα ούτε οι προσωπικές σκέψεις και απόψεις.

Ο ημιονηγός Γερβάσιος Γρύπηλος αρνείται να γίνει καταδότης για να εξασφαλίσει την εύνοια του «εθνικόφρονα» αξιωματικού του Α2. Ο αστυνομικός διοικητής Νεόφυτος Μουχλιάρης από θύτης γίνεται θύμα της ίδιας του της πλεκτάνης. Ο πληρωμένος νταής Παναγής Χαρέμης δέχεται κατάμουτρα το ηχηρό συναισθηματικό χαστούκι της επαναστατημένης συζύγου του Στάσας. Ο γλωσσοπλάστης χαρτοπαίκτης Δεινοκράτης Χαντακωμένος αντιμετωπίζει με περιφρόνηση τον φόβο του θανάτου. Η Ρόζα Οστρόφσκι τολμά να αποκαλύψει το μυστικό της ζωής της στον γιο της και να διώξει το μεγαλύτερο βάρος από την ψυχή της. Ο αμετανόητος βιαστής έχει το θράσος να κλείνει με νόημα το μάτι στη βασανισμένη Λεΐλα, ακόμα και όταν τον μεταφέρουν σιδηροδέσμιο στο τμήμα. Ο βιαστής και φονιάς Αντώνης Ραχατούλης λυγίζει κάτω από το βάρος των τύψεων και εξομολογείται τα αμαρτήματά του πριν φτάσει στον θάνατο, που ο ίδιος έχει προκαλέσει. Ο Ιππόλυτος, θύμα των ναρκωτικών και του έρωτα, παλινδρομεί από την παρανομία στη νομιμότητα, μέχρι που μια σύμπτωση βάζει τέλος στο όνειρό του. Ο Αντώνης Χρυσοστομίδης, ο τίμιος ψαράς, σώζει την κακοποιημένη Ουρανία και τα παιδιά της από τον θάνατο και την προστατεύει από τον χαραμοφάη και θρασύδειλο σύζυγό της, τον Παναγή Δράγκουλα. Η Ντίνα, κόρη της Ουρανίας, ακολουθεί τον αλητάμπουρα της γειτονιάς και την οικογενειακή παράδοση του ξυλοφορτώματος μέχρι να βρει το θάρρος να τον εγκαταλείψει. Η αποτυχημένη καλλιτέχνης Νάσια Ακριβή διασχίζει την κόλαση των τοξικών ουσιών και του αλκοόλ, γίνεται θύμα του χαραμοφάη συζύγου της και μεταφέρει τη βία που βιώνει στο αδύναμο παιδί της. Η Σούζη Μπλου είναι θύμα των παιχνιδιών της ζωής, από την κατακόρυφη άνοδο περνά στην κατακόρυφη πτώση, ώστε να της αναλογεί τουλάχιστον ένα ανώδυνο τέλος. Η Φρόσω, η τρελή μάνα του αδικοχαμένου Γιωργάκη, αδυνατεί να δεχθεί την απώλεια του μοναχογιού της και ζει ως το τέλος σ’ έναν παράλληλο δικό της κόσμο.

Τελικά διαπιστώνουμε ότι οι ιστορίες αποτυπώνονται με διάχυτη την πικρία που αφήνει ο αγώνας της καθημερινότητας, αλλά και με τη γεύση της ειρωνικής μελαγχολίας να σκεπάζει κάθε βράδυ τις εξουθενωμένες συνειδήσεις. Η τελική αίσθηση που προκύπτει από την ανάγνωσή τους είναι ότι η μυθοπλασία υποχωρεί και δίνει το μέγιστο του μεριδίου της στην πραγματικότητα.

Ο Κοσμάς Ηλιάδης μας παρουσιάζει την άλλη όψη της ζωής που δεν βλέπουμε ή δεν θέλουμε να έρθουμε σε επαφή. Είναι όμως υπαρκτή, κινείται δίπλα μας και υπάρχουν σημαντικοί λόγοι για να την αφουγκραστούμε και να την αγγίξουμε.

 

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή δημοσίευσης: Η ζωή που δεν βλέπουμε