ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ



ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

Σφάλισαν τα φτωχομάγαζα
οι τσαγκάρηδες
που με τις πρόκες
ανάμεσα στα δόντια
με το ρυθμικό χτύπο
του μικρού σφυριού
και το πινέλο με τη βενζινόκολλα
γιάτρευαν τις πληγές
στα τρύπια μας παπούτσια
από το τρεχαλητό
πάνω στα κοφτερά χαλίκια 
του χωματόδρομου

τώρα τα παιδιά
τριγυρνούν με πόδια γυμνά
στις γκρίζες λεωφόρους
σπρωγμένα από χέρια αδίστακτα
θέαμα κοινό σε μάτια αδιάφορα
με βλέμματα αμέριμνα και απλανή

σώπασαν
οι στεντόρειες φωνές
των πλανόδιων παπλωματάδων
που με το μαγικό δοξάρι τους
αφράτευαν το μπαμπάκι
των παιδικών μας ονείρων
και το ‘ραβαν σφιχτά
στις απόκρυφες πτυχές
της πανσέληνης αθωότητας

τώρα τα παιδιά
γέρνουν ανέλπιδα
σε αποκαμωμένα προσκέφαλα
ζυμωμένα με λάσπη και σκόνη
στα κακοτράχαλα μονοπάτια
της άτακτης φυγής

ούτε μπαλωματής
απόμεινε κανένας
όπως τότε, έτσι και τώρα
με κουρέλια πολύχρωμα
απ' των χορτάτων τ’ αποφόρια
να φράξει τις χαραμάδες
στα τριμμένα πανωφόρια
της καρδιάς μας
να μην πετρώσει απ’ το κρύο
να μαλακώσει, να καταλαγιάσει
με ανθρωπιά να τυλιχτεί
να βραδύνει το άσκοπο ταχύ βήμα
να μάθει να αφουγκράζεται
των παιδιών την οδυνηρή αφωνία.

© Δημήτρης Φιλελές

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΩΜΑΣ - ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟ "ΜΥΘ...ΙΣΤΟΡΗΜΑ"

Αγαπημένοι μου φίλοι και φίλες, στον απόηχο της πρώτης παρουσίασης της ποιητικής μου συλλογής "Μυθ...ιστόρημα" (εκδόσεις Απόπειρα, 2017) έχω τη χαρά και την τιμή να σας κοινοποιήσω το κριτικό σημείωμα του κ. Χρίστου Ρώμα, φιλόλογου - συγγραφέα, Δασκάλου μου στην ελληνική γλώσσα και στη λογοτεχνία στα καθοριστικά χρόνια της εφηβείας. Και από τον χώρο αυτό αισθάνομαι την υποχρέωση να του εκφράσω τις δημόσιες ευχαριστίες μου και για τότε και για σήμερα. Καλή σας ανάγνωση!



Δημήτρη Φιλελέ, «Μυθ…ιστόρημα»

Οι απόψεις των θεωρητικών της λογοτεχνίας για την ουσίας της ποίησης συγκλίνουν σήμερα στην παραδοχή ότι η διάκριση ανάμεσα σε παλαιότερη και σύγχρονη ποίηση είναι συμβατική. Η ποίηση, παλαιότερη και σύγχρονη, είναι μία. Και για την ακρίβεια όλη η πραγματική ποίηση είναι σύγχρονη. Απλώς τα εκφραστικά μέσα φωτίζουν με διαφορετικό φως τα συναισθήματα που αποτελούν το περιεχόμενό της.
Προς απόδειξη της πιο πάνω παραδοχής γράφει ο Νάσος Βαγενάς, ο πρύτανης αυτός των σύγχρονων ποιητών και κριτικών της λογοτεχνίας : «Αν η ποίηση είναι το αποτέλεσμα ενός ποιήματος πάνω στην ευαισθησία του ανθρώπου που το διαβάζει, τότε ένα ποίημα δεν είναι δυνατόν να θεωρείται ποίημα, αν δεν μπορεί ν’ απομακρύνεται, ν’ αποκόβεται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που το δημιούργησαν και να είναι συνεχώς παρόν». Μπορεί, βέβαια, μια εποχή να εκφράζεται συναισθηματικά διαφοροποιημένη, με ευαισθησία πιο πλατιά από τις προηγούμενες∙ δεν είναι, ωστόσο, και κατ’ ανάγκη πιο βαθιά απ’ αυτές.
Με τις παραπάνω σκέψεις άρχισα να μελετώ, εντυπωσιασμένος, τα ποιήματα της συλλογής «Μυθ…ιστόρημα» του παλιού άριστου μαθητή μου και σημερινού συναδέλφου και αγαπημένου φίλου Δημήτρη Φιλελέ, ενός πνευματικού ανθρώπου, ευαισθητοποιημένου, που κατορθώνει με την ποίησή του να μεταπλάθει ιστορικά γεγονότα σε τέχνη.
Η πρώτη εντύπωσή μου, λοιπόν, από την προσέγγιση των ποιημάτων της συλλογής, η οποία αποτελείται από δέκα ποιητικές ενότητες, ήταν η επιβεβαίωση της πιο πάνω αλήθειας. Ο ποιητής Δημήτρης Φιλελές, με σημαντική γνώση όλων των στιχουργικών μορφών ως και της μοντέρνας ποίησης, κινείται σε ένα ευρύ ιστορικό πλαίσιο, που εκτείνεται από τις χαμένες πατρίδες των αρχών του εικοστού αιώνα ως και τη σύγχρονη εποχή. Υπάρχουν όμως εμβόλιμες ποιητικές ενότητες με θέματα της ξενιτιάς, θέματα παιδαγωγικά, καθώς και ποιητικοί στοχασμοί για σύγχρονα πρόσωπα και καταστάσεις.
Στην αρχή εντυπωσιάζει τον αναγνώστη ο τίτλος της συλλογής. Η διακεκομμένη λέξη «Μυθ…ιστόρημα» ανακαλεί στη μνήμη μας την ομώνυμη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη. Και μάλλον τα δύο συνθετικά, μύθος και ιστορία, σηματοδοτούν επιδράσεις του ποιητή και από Καβάφη και από Σεφέρη, οι οποίοι επενδύουν με σύμβολα την πραγματικότητα της παρακμής του ελληνισμού, ή καλύτερα την «οδύσσεια» της σύγχρονης Ελλάδας.
Ο ποιητής δεν ακολουθεί, εξαρχής, την παραδοσιακή μορφή της ποιητικής γραφής. Μας ξαφνιάζει με το εισαγωγικό του ποίημα «Φθόγγοι», συνθεμένο σε μοντέρνα μορφή, ελεύθερο στίχο, λεξιλόγιο πεζογραφίας, τόνο προφορικής ομιλίας και σκοτεινό νόημα. Όμως, παρά τη σκοτεινότητα των εικόνων του, τα έλλογα στοιχεία των στίχων οδηγούν τον προσεκτικό αναγνώστη σε μια υποδήλωση των προθέσεων του ποιητή : Η ποίηση της συλλογής είναι συνθεμένη από λέξεις αιχμηρές, που διαλύουν την επιπόλαιη και ατεκμηρίωτη σκέψη. Είναι η ποίηση αυτή ένας «σπαθοφόρος λόγος, διασαλευτής της λιμνάζουσας ευταξίας». Είναι λόγος νέος, ανθοφόρος μιας αισιόδοξης άλλης ημέρας.
Και το επόμενο ποίημα της συλλογής σε μοντέρνα γραφή. Ποίημα καθαρά προσωπικό. Τα ρήματα σε α’ πρόσωπο, ενεργητικά, δυναμικά («σκύβω», «μαζεύω», «ζυμώνω» κ.α.). Ο ρόλος του συνειδητού δασκάλου στην πιο ωραία μεταφορική του έκφραση. Συλλέγει γράμματα, λέξεις, συναισθήματα, νοήματα από το εμπειρικό παρελθόν, για να συνθέσει ένα φωτεινό παρόν και να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα. Και την πραγματικότητα αυτή να την παραδώσει «στο αθώο βλέμμα των παιδιών/ ως διαθήκη ιδιόχειρη/ με ρίζες βαθιές/ στην πατρική γη».
Οι ενότητες που ακολουθούν εμφανίζουν μια μορφική ποικιλία. Στις «Πατρίδες» η μορφή των ποιημάτων είναι παραδοσιακή. Ποίηση σε τετράστιχες ή δίστιχες στροφές με ιαμβικό μέτρο και σταυρωτή ή πλεχτή ομοιοκαταληξία. Μια ποίηση περιγραφική, που ζωντανεύει το δράμα της Μικρασιατικής καταστροφής, αλλά και τον αφανισμό του Πόντου από τις ορδές των Τούρκων. Εξειδικεύω κάποιες επισημάνσεις : Στο ποίημα «Σμύρνη μου» ο στίχος από περιγραφικός γίνεται προσωπικός – κουβεντιαστός με συναισθηματική φόρτιση∙ ενώ στο άλλο, το «1922», τα τριτοπρόσωπα ρήματα της περιγραφής εναλλάσσονται με το α’ πληθυντικό, για να δοθεί μέσα από προσωπικά βιώματα η αιχμαλωσία, η καταστροφή και ο θάνατος. Στο «Πώς να σωπάσω», εξ άλλου, εντυπωσιάζουν οι τετρασύλλαβοι στίχοι στις εξάστιχες στροφές, που με το γοργό πέρασμα του μετρικού τόνου δίνουν πολύ ζωηρά τη σύγχιση και τον πανικό του ελληνικού στοιχείου στην προκυμαία της Σμύρνης. Η ενότητα κλείνει με το ρίζωμα των προσφύγων στη νέα γη, στις παρυφές της ελληνικής πρωτεύουσας.
Ιστορικό το περιεχόμενο και της ενότητας με τίτλο «Τα χρόνια της φωτιάς». Η Ελλάδα στον πόλεμο του ’40, η Αντίσταση κατά του Άξονα, η πείνα, τα χαμίνια, οι προδότες, οι εκτελέσεις των αγωνιστών. Το πρώτο ποίημα «Εμείς κι οι άλλοι» από τα ωραιότερα της συλλογής. Με την ποιητική δύναμη του σχήματος της μεταφοράς απεικονίζεται από τη μια η ιδιοσυστασία του Έλληνα, με τα γνωστά χαρίσματα της προσωπικότητάς του, και από την άλλη η στυγνή και λογικοκρατούμενη προσωπικότητα των τεχνοκρατών Ευρωπαίων. Όμως στο τέλος η αναπότρεπτη ανθρώπινη μοίρα :
«για το ταξίδι όλοι φεύγουμε γυμνοί
  κι ο κάθε άνθρωπος θερίζει ό,τι σπέρνει».
Αλλά και τα επόμενα ποιήματα πλημμυρίζουν από προβληματισμό, ερωτηματικά, πόνο και αγανάκτηση. Αιτία, η αιματοβαμμένη πραγματικότητα που βίωνε η μαρτυρική χώρα μας : τα παιδιά της Αθήνας, η μαύρη κατοχή, τα διακόσια παλικάρια των φυλακών Χαϊδαρίου που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του ’44. Ένα ποίημα που τα ομοιοκατάληκτα δίστιχά του μοιάζουν με πονεμένα λιανοτράγουδα. Η θυσία των παλικαριών έγινε «σπόρος λευτεριάς, στα χείλη μας τραγούδι. Και το τελευταίο ξάφνιασμα. Το ποίημα «Καισαριανή» συνθεμένο σε μεικτή μορφή. Οι πρώτες τέσσερις στροφές τρίστιχες σε σχήμα ιαπωνικού χάι-κάι με ομοιοκατάληκτους τον πρώτο και τον τρίτο στίχο και οι δυο τελευταίες τετράστιχες με πλεκτή ομοιοκαταληξία. Το ποίημα λειτουργεί ως κραυγή διαμαρτυρίας και αγανάκτησης, αλλά και ως μνημόσυνο αιώνιο της μεγάλης θυσίας.
Με αναφορά σε ιστορικά γεγονότα και τα ποιήματα της ξενιτιάς. Κι αυτή η ποίηση παραδοσιακή. Γνωρίζουμε πόσο δραματικά συγκλονιστικός είναι ο μισεμός στη δημοτική μας ποίηση, καθώς το «αντίο» του αποχωρισμού έμοιαζε με το μοιρολόι του θανάτου. Ο ποιητικός λόγος κι εδώ υπαινικτικός με αναφορά στις ομαδικές αναχωρήσεις της δεκαετίας του ’50 για Γερμανία, Αυστραλία, Καναδά με το «τραγούδι σκουριασμένο/ και παράταιρο/ στου Στέλιου χαραγμένο/ το παράπονο». Πόσο επίκαιρο, αλήθεια, το θέμα! Τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη θα μπορούσαν να είναι το «αντίο» του αποχαιρετισμού και για τα σημερινά ελληνικά νιάτα των άνεργων επιστημόνων!
Τα ιστορικά θέματα ολοκληρώνονται με τη δικτατορία του ’67. Τα ποιήματα της ενότητας σε παραδοσιακή φόρμα, αλλά και σε μοντέρνα. Στην παραδοσιακή ο στίχος είναι, κατά κανόνα, χαλαρός και οι στροφές τετράστιχες με ποικίλη ομοιοκαταληξία, όπως στο ποίημα «Νύχτα του Απρίλη», όπου με γλώσσα μεταφορική περιγραφική δίνεται το χρονικό των γεγονότων, ενώ η ψυχική ένταση από τα συναισθήματα του υποκειμένου κλείνουν το ποίημα στην καταληκτική τετράστιχη στροφή. Τα ποιήματα «Λύκοι», «Ενοχές», «Πάει καιρός» σε ποιητική πρόζα, την poème en prose των Γάλλων. Θαυμάζουμε σ’ αυτά τις αντιθέσεις : φως – σκοτάδι, συναίσθημα – λογική, δύναμη – ηθική, υποκρισία – αρετή, αλλά και την πένθιμη σιωπή όλων των όντων, από τους ανθρώπους, τα έμβια όντα ως τα άψυχα. Η εξέγερση κατά της δικτατορίας είναι το θέμα της «Αλλιώτικης νύχτας» σε μοντέρνο στίχο. Οι δυο πρώτες στροφές με τριτοπρόσωπα ρήματα περιγράφουν τη φύση, το τοπίο και τη θυσία. Οι επόμενες σε α’ πληθυντικό υπαινίσσονται τη συμμετοχή και του νεαρού ποιητή, μαζί με τους νέους της γενιάς του, στον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου.
Στο εξής το ποιητικό σκηνικό αλλάζει. Ο ποιητής κατά πρώτο επεξεργάζεται ποιητικά, θέματα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, με ρεαλισμό, φιλοσοφική διάθεση και αρκετή δόση σαρκασμού. Άλλωστε ο σαρκασμός, και ιδιαίτερα ο αυτοσαρκασμός, διακρίνει τους ανθρώπους με ώριμη προσωπικότητα και σημαντικό βάθος αυτογνωσίας. Έτσι, το πρώτο ποίημα της ενότητας «Αυτοσαρκαζόμενοι Νεοέλληνες», με τον τίτλο «Ελλάς», θυμίζει το Σεφερικό «Όπου κι αν πάω η Ελλάδα με πληγώνει» που υπαινίσσεται τη συρρίκνωση του ελληνισμού. Σαν συνέχεια και το άλλο με τίτλο «Εγκλήματα» δίνει έμμεσα, με το σχήμα της μεταφοράς, την κατάντια της Ελλάδας από τους πολιτικούς της, με τα χρέη, τις υποθήκες, τους φόρους και την οικονομική εξαθλίωση των πολιτών της. Γι’ αυτό και είναι βαριά η κατάρα του νέου ποιητή για το έγκλημα που συντελέστηκε στην πατρίδα :
«Έγκλημα ασυγχώρητο
  που μένει ατιμώρητο
  όποιος μας ψήνει να ψηθεί
  κι η στάχτη του να σκορπιστεί».
Τα ποιήματα, εξάλλου, «Παράπλευρες απώλειες» και «Το τυρί» αποτελούν επιτυχημένες εικόνες ανεκπλήρωτων ονείρων του Έλληνα ή μιας φαινομενικής επιτυχίας, που έρχεται να διαψεύσει η σκληρή και ανελέητη πραγματικότητα. Έκδηλος κι εδώ ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός. Αλλά γεμάτα σαρκασμό και αυτοδιαψεύσεις είναι και τα ποιήματα «Ο λάκκος» και «Δεν υπάρχει κράτος».
Οι χάι-κάι τρίστιχες στροφές με το παιχνίδισμα των ρημάτων, το γρήγορο ρυθμό του στίχου και τις λέξεις της καθημερινότητας, τέρπουν αλλά και προβληματίζουν.
Τέλος, «Η μπαλάντα των αδέσποτων σκυλιών» φωτογραφίζει εντυπωσιακά την αστική πραγματικότητα του περιθωρίου, με τους άνεργους και τους άστεγους να κοιμούνται στα πεζοδρόμια, μέσα στο κρύο, το χιόνι ή τον καύσωνα. Είναι ένας πικρός σαρκασμός που πληγώνει την ευαισθησία του καθενός μας, καθώς λειτουργεί αντιθετικά προς την ανεμελιά του διαβάτη που προσπερνά βυθισμένος στα προβλήματά του. Αλλά και η εικόνα στο σύνολό της παραπέμπει με πικρόχολο χιούμορ στη διογένεια αυτάρκεια.
Η επόμενη ενότητα, με τίτλο «Στη γειτονιά μας», εξίσου εντυπωσιακή. Στο ποίημα «Βαλκάνια εδώ», η αίσθηση ότι βρισκόμαστε σε ποιητικό περιβάλλον Κώστα Βάρναλη είναι έντονη. Οι πεντάστιχες στροφές με ομοιοκατάληκτους τον β’, γ’ και δ’ στίχους και επαναλαμβανόμενους σταθερά τον α’ και τον ε’ εκφράζουν με περιγραφική πυκνότητα την παθογένεια της καθημερινότητας στην Ελλάδα. Μέσα από τις αντιθέσεις κυλούν από τη μια τα προβλήματα, η φθορά και η δυστυχία, ενώ από την άλλη εκνευρίζουν η αδιαφορία, η απάθεια και η ανεύθυνη φλυαρία των πολλών. Γι’ αυτό και το τέλος :
«για το ξερό μας το κεφάλι
  έχει ο Θεός, κι αύριο πάλι»
ουσιαστικά και υφολογικά μας μεταφέρει στους «Μοιραίους» του Βάρναλη.
Πρωτότυπο ως ποιητική έκφραση και το ποίημα «Χτες». Στις απλές μονοσύλλαβες λέξεις του πρώτου στίχου κάθε στροφής ομοιοκαταληκτούν οι επόμενοι στίχοι. Συγκλονιστικά και τα γεγονότα που εκφράζει το ποίημα : θάνατος, βία, φωνές και προσευχές απόγνωσης μέσα στις φωτιές του πολέμου. Κι έτσι :
«Η μέρα δίχως οίκτο ξεκινά
  (αφού) το χρήμα τους ανθρώπους κυβερνά».
Αποτύπωσης της φρικτής ζωής των αθώων μέσα στη φρίκη του πολεμικού ανταγωνισμού των ισχυρών.
Εφεξής, όμως, το ποιητικό περιβάλλον αλλάζει, ημερεύει. Τώρα πια μιλάει ο δάσκαλος ποιητής. Και όσα γράφει είναι «Για τα παιδιά». Τέλος οι πόλεμοι, οι θάνατοι, οι σφοδρές συγκινήσεις. Τώρα παραμύθια, ιστορίες για πειρατές, περιπέτειες της ζούγκλας και συμβουλές. Το ύφος εδώ ευχάριστο, το λεξιλόγιο οικείο και το νόημα προσιτό. Μάλιστα, στο ποίημα με τα ομοιοκατάληκτα δίστιχα «Μη το ένα, μη το άλλο» είναι ευδιάκριτο και το λεπτό χιούμορ. Η περιπτωσιολογία των συμβουλών με την παρωχημένη πια παιδαγωγική αρχή, θυμίζει την τυπολογία των προσόντων από το «Ένας ιδανικός σύζυγος» του Όσκαρ Ουάιλντ. Δικαιολογημένη, ως εκ τούτου, και η παιδική αντίδραση.
Όμορφα και «Τα παραμύθια του παππού». Εξάπτουν την παιδική φαντασία και τρέφουν τα παιδικά όνειρα. Όμως και προσγείωση στην πραγματικότητα. Τα δίστιχα του ποιήματος με τη φανταστική ζωή τελειώνουν – και η τετράστιχη στροφή στο τέλος καλεί σε δράση :
«Κι όταν ο ήλιος το πρωί χτυπά στο παραθύρι
  ώρα να πιάσουμε δουλειά, σχολάει το πανηγύρι».
Και μαζί με το πανηγύρι τελειώνει και η ενότητα «Για τα παιδιά», που γαληνεύει τη συνείδηση και ηρεμεί την ψυχή.
Οι «Ευσεβείς πόθοι» στο εξής ολοκληρώνουν το κύριο σώμα της συλλογής. Ο ποιητής επιστρέφει εδώ με τρεις ξεχωριστές – μεταξύ των άλλων – δημιουργίες σε μοντέρνο ποιητικό λόγο. Φαίνεται μάλιστα πως αυτές διαχειρίζονται το ίδιο θέμα και εξελίσσονται σε ενιαία ποιητική αφήγηση. Πρόκειται για τα ποιήματα «Δικαιωθείτε», «Εστεμμένοι» και «Ουαί». Θέμα τους οι σύγχρονοι ηγεμόνες των λαών. Ο ποιητής καταφέρεται εναντίον τους. «Οδηγοί τυφλοί» οι ίδιοι, κατά την ευαγγελική ρήση, γίνονται ηγέτες «άνοων υποτελών». Αφιονίζουν τα αλαλάζοντα πλήθη με πομπώδεις λόγους, εντυπωσιάζουν με εικόνες μεγαλείου, κενές περιεχομένου, ενώ οι ίδιοι πολύ απέχουν από τις αρετές που μεγαλόστομα διακηρύττουν. Με μια σειρά από προστακτικές στο ποίημα «Δικαιωθείτε», ο ποιητής αποδεικνύει σ’ αυτούς πως όλα όσα αναφέρουν είναι φθαρμένα υλικά, που στόχο έχουν την υποτέλεια. Όμως, πιστεύει πως το αποτέλεσμα θα είναι αντίθετο από τις επιδιώξεις τους. Θα είναι, τελικά, η διαγραφή τους «από τα κατάστιχα του ανθρώπινου γένους».
Ίδια σκληρή γλώσσα και στο «Εστεμμένοι», καθώς και στο «Ουαί». Ο ποιητής, μέσα από ηχηρές αντιθέσεις, ξεσκεπάζει την κενότητα των εστεμμένων του λαού. Γι’ αυτό και το «Ουαί» έρχεται να διαστείλει τον τύπο από την ουσία, την υποκρισία από την πραγματικότητα, τη χαμέρπεια από τη μεγαλοσύνη.
Ομολογώ πως η πιο πάνω τριλογία προσμετράται στα θετικά της συλλογής.
Σε σχήμα κύκλου, τελικά, κλείνει, η ποιητική συλλογή «Μυθ…ιστόρημα» του αγαπητού μας Δημήτρη Φιλελέ. «Ο τρελός του χωριού» στο επίμετρο της συλλογής είναι ποίημα σε μοντέρνα μορφή και ελεύθερο στίχο, όπως και οι «Φθόγγοι». Και σ’ αυτό, τα θετικά στοιχεία σημαντικά. Η λογική του τρελού είναι ανώτερη από τη λογική των γνωστικών. Ένας σπόρος με το βάρος της αγάπης είναι ικανός όχι μόνο να αντισταθμίσει, αλλά και να ξεπεράσει τις ανθρώπινες ματαιότητες. Γιατί η ψυχική γαλήνη και η θεϊκή ομορφιά της αγάπης είναι η ουσίας της ζωής, ενώ τα βαρίδια του κόσμου γεμίζουν μια κούφια καρδιά με άπιαστα και ανώφελα όνειρα, σαν τη φενάκη της σκιάς. Και ο ποιητής καταφάσκει την ουσία της ζωής.
Φτάσαμε, λοιπόν, στο τέλος της διαδρομής μας, έστω κι αν αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση ήταν σύντομη κι έμοιαζε με απλό σκιτσάρισμα των ποιημάτων. Όμως, φάνηκε, νομίζω, καθαρά πως η αληθινή ποίηση είναι μία και πάντα σύγχρονη, είτε είναι σε έρρυθμο λόγο είτε σε μοντέρνο. Γιατί, όπως λένε και οι ειδικοί, «η ποίηση είναι γλώσσα που χορεύει», καθώς κινείται, σαν τον χορευτή, προς πολλές κατευθύνσεις. Και αυτές τις κατευθύνσεις δεν μπορούμε να τις προσδιορίσουμε από την αρχή. Και τούτο, γιατί η ποίηση έχει απρόσμενες επαναλήψεις έχει συμπύκνωση νοήματος και υψηλό βαθμό αφαίρεσης έχει πλήθος από αμφισημίες και πυκνή χρήση των σχημάτων του λόγου έχει, τέλος, συχνά, ασυνέχεια του λόγου, ενώ και οι εικόνες της διακρίνονται για την πρωτοτυπία και το απροσδόκητο.
Και όλ’ αυτά τα γνωρίσματα τα βρίσκουμε στην ποίηση του Δημήτρη Φιλελέ.
Πρόκειται, λοιπόν, για ποίηση αληθινή, που η γοητεία της μας τέρπει, μας συγκινεί, μας προβληματίζει και μας απογειώνει από την πεζότητα της καθημερινότητας.

Χρίστος Γ. Ρώμας

13 Νοεμβρίου 2017