ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2023

Πρωτοχρονιάς κάλαντα

 


Πρωτοχρονιάς κάλαντα

 

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου

στους ανέργους, στους άστεγους και στα παιδιά του δρόμου

που δώρο δεν θα πάρουνε από τον Άι-Βασίλη

και μια ζωή ολόκληρη γράμμα δεν έχουν στείλει.

 

Ήρθα και πάλι απρόσκλητος κάλαντα να σας ψάλω

εκεί που δεν με σπέρνουνε τη μύτη μου να βάλω

χρόνια πολλά να ευχηθώ με την κοπή της πίτας

που διώχνει την ανάμνηση της περσινής μας ήττας.

 

Φεύγει ο χρόνος ο παλιός και πίσω του αφήνει

θαμμένη στα ερείπια την επί γης ειρήνη

κι όσες δεν έπιασαν ευχές μάς μείναν αμανάτι

να ’χουμε να θυμόμαστε πως πάντα λείπει κάτι.

 

Κάτι που δεν κερδίσαμε κάποτε το λαχείο

κάτι που δεν γεμίσαμε ως πάνω το ψυγείο

κάτι που δεν επήραμε άριστα στο πτυχίο

κάτι που μας αδίκησαν μ’ εκείνο το βραβείο...

 

Είναι πολλά τα “θέλω” μας αλλά η ζήση λίγη

τα χέρια ας απλώσουμε να πιάσουμε πριν φύγει

πρώτη απ’ όλα τη χαρά και την υγειά αντάμα

αλλιώς μην περιμένουμε να ζήσουμε το θάμα.

 

Αν δεν ανοίξει η αγκαλιά για να χωρέσουν όλοι

τη λύση λάθος ψάχνουμε στο μάτσο πορτοφόλι

κι όσοι το χρήμα κυνηγούν μα και την εξουσία

απ’ της ζωής την ομορφιά θα πάρουν απουσία.

 

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα κι αρχή του Γεναρίου

προβλέπω πάλι δάνεια με ρήτρα δολαρίου

που οι συνήθεις ύποπτοι θα πάρουμε στην πλάτη

και θα χορτάσουμε ψωμί με μπόλικο αλάτι.

 

Όπως φορτσάτο έρχεται το δίσεκτο το έτος

ξανά χειμώνας δύσκολος προβλέπεται για φέτος

αφού τα ξύλα κάψουμε μαζί με τα παλούκια

τρέχοντας να γλυτώσουμε απ’ της ζωής τα λούκια.

 

Κι αν χρόνια συμβιώνουμε με του σεισμού το ρήγμα

με τίποτα μη χάσουμε της ανθρωπιάς το στίγμα

τα παραθύρια της καρδιάς ορθάνοιχτα να μείνουν

και από το υστέρημα να έχουν για να δίνουν.

 

Γιατί δεν φτάνει όρθιοι στα δυο να περπατάμε

ούτε μια γλώσσα ανθρώπινη να λέμε πως μιλάμε

άνθρωποι για να γίνουμε θέλει πολλά καρβέλια

στα πεινασμένα στόματα να φέρουμε τα γέλια

 

με αγάπη να μοιράσουμε στις γειτονιές του κόσμου

για ν’ απλωθεί μοσχοβολιά γαρίφαλου και δυόσμου

το δίκιο μες στα δάχτυλα ας πλάσουμε ζυμάρι

για να γευτεί γλυκό ψωμί το τρομαγμένο σμάρι.

 

Καλή χρονιά!

 

© Δημήτρης Φιλελές


Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023

Χριστουγέννων κάλαντα

 


Χριστουγέννων κάλαντα

 

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, σεμνοί νοικοκυραίοι

μέλι και γάλα εύχομαι στο σπίτι σας να ρέει

να έχετε να δίνετε τον δεύτερο χιτώνα

μην ξεπαγιάζουν οι φτωχοί στον άγριο χειμώνα.

 

Όσο για μένα, που γραφιάς γραφτό ήταν να γίνω

και άνθρωπο απείραχτο στιγμή να μην αφήνω

σκέφτηκα κάποιες σκέψεις μου να μοιραστώ μαζί σας

των Χριστουγέννων κάλαντα να ψάλω στην αυλή σας.

 

Τώρα που χρήμα άφθονο χαρίζει το καζίνο

εγώ το πήρα απόφαση στο σπίτι μου να μείνω

μπροστά στην τηλεόραση να βλέπω τις ειδήσεις

χωρίς σταγόνα αλκοόλ να έχω παραισθήσεις.

 

Να βλέπω μαύρα πρόβατα χασάπηδες να σφάζουν

και λύκους τερατόμορφους αθώα να βελάζουν

οι φάτνες του μικρού Χριστού τον κόσμο να φωτίζουν

και σταυροφόροι άρπαγες άνομα να πλουτίζουν.

 

Να βλέπω βρέφη άκακα να σφάζει ο Ηρώδης

της προσφυγιάς οι άνεμοι να πνέουν θυελλώδεις

υπεύθυνα τα θύματα που ζούσαν παρανόμως

εκεί που κόβει σαν σπαθί του ισχυρού ο νόμος.

 

Ν’ ακούω τους κροκόδειλους να κλαιν με μαύρο δάκρυ

με στόματα ορθάνοιχτα στου ποταμού την άκρη

κι ένα παιδί τον θάνατο στα μάτια να κοιτάζει

που έπαψε στο βλέμμα του ελπίδα να χαράζει.

 

Στρώστε λοιπόν, συνάνθρωποι, το γιορτινό τραπέζι

βάλτε και το ραδιόφωνο τραγούδια να σας παίζει

και πάλι να δοξάσετε τον ερχομό Κυρίου

καθώς θα κομματιάζονται στα δόντια του θηρίου

 

οι σάρκες που ο πόλεμος αλέθει στα σαγόνια

και βρίσκει ανενόχλητος τροφή για τα κανόνια

προσμένοντας εξ ουρανού να έρθει σωτηρία

αν  δεν σας κάνει μια χαψιά η ληστοσυμμορία.

 

Και η φωτιά στη γειτονιά που ’χει καιρό ξεσπάσει

μπορεί και το σπιτάκι σας ευθύς να καρβουνιάσει

αδιάφοροι μη στέκεστε στου γείτονα τον πόνο

και στην οθόνη της ψευτιάς μη σπαταλάτε χρόνο.

 

Εις έτη πολλά!

 

© Δημήτρης Φιλελές

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2023

Νικολέττα Ρεπάνη - Το ημερολόγιο ενός ναυτικού - Βιβλιοκριτική

 


Νικολέττα Ρεπάνη - Το ημερολόγιο ενός ναυτικού

Εκδόσεις Όστρια, 2021

 

Οι εμπειρίες της ζωής και τα προσωπικά βιώματα είναι άυλα. Ακόμα και όταν τα μοιραζόμαστε με φίλους και γνωστούς, εξακολουθούν να παραμένουν σ’ αυτή τη μορφή. Όταν όμως κάποιος από μας αποφασίζει να πιάσει στα χέρια του το χαρτί και το μολύβι, να τα καταγράψει και να τα κάνει κοινό κτήμα στο παρόν και στο μέλλον, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Με μια τέτοια συνθήκη έρχεται αντιμέτωπη η συγγραφέας Νικολέττα Ρεπάνη, όταν ο εγγονός ενός ναυτικού τής εμπιστεύεται με αθωότητα και αγάπη το ημερολόγιο του παππού του. Στιγμές προσωπικές, στιγμές καθοριστικές για τη ζωή του αλλά και των άλλων, στιγμές που στιγμάτισαν τη ζωή του και την πορεία του ως ανθρώπου σε καιρούς δύσκολους και συχνά επικίνδυνους.

Τι οδηγεί όμως τους ανθρώπους να καταγράψουν επιλεκτικά τις μνήμες τους; Μάλλον είναι η ανάγκη τους να μη χαθούν στις ρωγμές του αδάμαστου χρόνου όσα τους κίνησαν το ενδιαφέρον για ζωή, όσα τους σημάδεψαν ανεξίτηλα με ή παρά τη θέλησή τους.

Τι οδηγεί τους ανθρώπους να επιθυμούν να σκαλίσουν το παρελθόν και να ανασύρουν στην επιφάνεια τις μνήμες των άλλων; Μάλλον είναι η ανάγκη τους να ενωθούν νοερά με εκείνους που πέρασαν, αλλά δεν χάθηκαν στη λησμονιά.

Είναι άραγε συμπτωματική η συνάντηση της συγγραφέως με τις κιτρινισμένες σελίδες του ημερολογίου και όσα αυτές της αποκαλύπτουν για τη ζωή ενός καπετάνιου που στάθηκε όρθιος στις τρικυμίες μέχρι τέλους; Ή πρόκειται για ένα από τα πολλά τεχνάσματα της ζωής, που απροσδόκητα και με γλυκές κάποτε συνωμοσίες τραβά την κουρτίνα και μας δωρίζει μια ακτίνα φωτός;

Όπως και να ’χει το πράγμα, μια απόδραση χαλάρωσης κοντά στη θάλασσα, τα απομεινάρια μιας βάρκας σε μια απόμερη παραλία κι ένας καλοκάγαθος ταβερνιάρης είναι αρκετά για να δώσουν το έναυσμα για να στηθεί η αφήγηση μιας γλαφυρής ανθρώπινης ιστορίας.

Από τη στιγμή που η συγγραφέας έρχεται σε επαφή με τις γραπτές αναμνήσεις του καπετάνιου, όλα αλλάζουν και η πεζή καθημερινότητα παραμερίζει και παραχωρεί τη θέση της σε μια ζωή γεμάτη δράση, τόσο διαφορετική από αυτή που έχουμε συνηθίσει να κυλά σαν ποτάμι με ήρεμη ροή και χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις.

Ο κεντρικός ήρωας, ο Νικολής Παπαγεωργίου, ένας νεαρός ναυτικός, ζει σε μια εποχή σημαντικών κοινωνικών ανακατατάξεων στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι αναμνήσεις που καταγράφει στο πρώτο μέρος του ημερολογίου του, από το 1900 μέχρι και το 1917, ακόμα και σήμερα φαντάζουν επικά κατορθώματα. Ο διάπλους του Ατλαντικού ωκεανού με ιστιοφόρο, το ψάρεμα καρχαριών, το αντάμωμα με τον τυφώνα στον Ειρηνικό ωκεανό, αλλά και η μετέπειτα συμμετοχή του σε ναυμαχίες κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, όπως και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι περιστατικά που μάλλον χρειάζεται περισσότερο από μια ζωή για να τα ζήσει κάποιος.

Και όπως πάντα μετά τη θύελλα επικρατεί η νηνεμία, έτσι έρχεται το ξύπνημα του έρωτα για τη Φιλιώ, με επιστέγασμα τον γάμο και τον ερχομό του μοναδικού γιου του, του Μανώλη, που θα σημάνει και το τραγικό τέλος της ζωής της συζύγου του. Γιατί έτσι είναι η ζωήˑ με το ένα χέρι σου δίνει και με το άλλο χέρι σου παίρνει.

Το 1923, μετά από τις ταπεινώσεις που οι πολιτικοί και τα συμφέροντα οδήγησαν την Ελλάδα, αποφασίζει να παρατηθεί από το Βασιλικό Ναυτικό, αλλά δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του μακριά από τη θάλασσα. Η «Φιλιώ» γίνεται ψαροκάικο και ρίχνεται στα κύματα για τον επιούσιο. Ο κίνδυνος παραμονεύει και πάλι σε κάθε ταξίδι. Η Σθενώ, το στοιχειό της θάλασσας, ζητά το μερτικό της από τη ζωή του και κομματιάζει την καρδιά του καπετάνιου. Όμως βάζει τη ζωή των άλλων πάνω από τη ζωή τη δική του, της κάνει το χατίρι, η «Φιλιώ» γίνεται «Σθενώ»,  και εκείνη βρίσκει τρόπο να του το ανταποδώσει.

Πού είναι η αλήθεια, πού είναι το ζωντάνεμα του θρύλου, που είναι η ονειροφαντασιά, μόνο εκείνος γνωρίζει...

Κι αν τα στοιχειά μπορούν να δείξουν καλοσύνη, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους ανθρώπους, τα πιο άγρια πλάσματα της φύσης. Το αράπικο κουρσάρικο σκορπίζει το σκαρί του σε συντρίμμια, στέλνει στο υγρό μνήμα του βυθού του συντρόφους του, κι εκείνος ίσα που καταφέρνει να σώσει τον Παναγή, τον πιο μικρό από το τσούρμο του.

Είναι 15 Δεκεμβρίου 1936, είναι η τελευταία ημέρα που ο καπετάνιος γράφει στο ημερολόγιό του. Το βάρος της απώλειας τόσων αθώων ψυχών είναι τόσο μεγάλο, που η ψυχή του καπετάν Νικολή δεν μπορεί πια να σηκώσει. Προτιμά να βυθιστεί στη σιωπή μέχρι το τέλος της ζωής του. Ίσως είναι ο δικός του τρόπος για να μας δείξει πότε πρέπει να πάψουμε να μιλάμε και να πενθήσουμε για το αναπότρεπτο. Ίσως είναι ο δικός του τρόπος για να φτάσει στην εξιλέωση – αν στ’ αλήθεια είναι αναγκαία ή αν μπορεί να υπάρξει.

Με όλες αυτές τις κυματιστές εικόνες της ζωής χρωματίζει τον αφηγηματικό της καμβά η Νικολέττα Ρεπάνη με γραφή στρωτή και λιτή, με συγκρατημένο συναίσθημα και λυρισμό, χωρίς περιττές λεπτομέρειες ή πλατιασμούς, και μάς ταξιδεύει μακριά ενώνοντας το μακρινό παρελθόν με το παρόν με μια αόρατη, ευαίσθητη και αέρινη κλωστή.

 

Δημήτρης Φιλελές


Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2023

Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα - Βιβλιοκριτική

 


Στέλλα Βερτινάκη

«Το κρυμμένο θαύμα»

Ποιητική συλλογή, Εκδόσεις Αγγελάκη, 2023

 

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

Το βιβλίο είναι προϊόν πολιτισμού. Και ως τέτοιο οφείλει να διακρίνεται για την καλαισθησία του με συνευθύνη του εκδότη και του λογοτέχνη. Όταν τοποθετείται στην προθήκη ενός βιβλιοπωλείου, η πρώτη ματιά του δυνητικού αναγνώστη επικεντρώνεται στον τίτλο και στην εικόνα του εξωφύλλου, τους δύο πρώτους πόλους έλξης για την ενδεχόμενη απόκτησή του. Στο Κρυμμένο θαύμα της Στέλλας Βερτινάκη ο τίτλος είναι ήδη ελκυστικός, αφού μαντεύουμε ότι μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα γίνουμε μάρτυρες μιας ποιητικής αποκάλυψης. Ακόμη πιο ελκυστική και πιο τολμηρή, όμως, είναι η απόφαση της ποιήτριας να φωτογραφηθεί για το εξώφυλλο, εκθέτοντας έτσι τον εαυτό της στο κοινό πριν καν έρθει σε επαφή με τον ποιητικό της λόγο. Εμπιστεύεται την έμπειρη καλλιτεχνική ματιά του Κώστα Ηλιάκη, παραδίνεται στον φωτογραφικό του φακό και η επιλογή της δικαιώνεται απόλυτα. Σημαντική είναι επιπλέον η επιλογή της ένθεσης φωτογραφιών του Ηλιάκη, που κοσμούν το εσωτερικό του βιβλίου και εφάπτονται νοηματικά με το ποίημα που βρίσκεται απέναντί τους. Λόγος και εικόνα συνυπάρχουν και συμβιώνουν αρμονικά. Η ποιήτρια πλάθει την εικόνα με λέξεις και ο φωτογράφος αποτυπώνει την ανεπανάληπτη στιγμή.

Ας περάσουμε τώρα στο αμιγώς ποιητικό μέρος.

Καθώς ο χρόνος τρέχει, έχει τη δύναμη και τη διάθεση να μας παρασύρει στον ρυθμό του. Κάπως έτσι προσπερνάμε βιαστικά και άκριτα εικόνες, τοπία, αλλά και ανθρώπους. Και το πιο πολύ, τον ίδιο μας τον εαυτό. Ίσως αυτό το τελευταίο, η άρνηση να σκύψουμε μέσα μας. προέρχεται από τον ανεξήγητο φόβο του τι θα αντικρίσουμε – κάποτε το κενό, άλλοτε τις αδυναμίες μας και άλλοτε τις αναπάντεχες απώλειες.

Αν, όμως, τολμήσουμε, όπως αποφασίζει η Στέλλα Βερτινάκη με την ποιητική της συλλογή Το κρυμμένο θαύμα, αν θελήσουμε να εγκαταλείψουμε την επιφάνεια και να καταδυθούμε αυτοβούλως στο βάθος, αν επιλέξουμε την ενδοσκόπηση, είναι βέβαιο ότι θα αναδυθούμε και πάλι, αλλά αυτή τη φορά έχοντας επίγνωση του ξεχωριστού θαύματος που είναι κάθε άνθρωποςˑ καθένας από μας.

Και προκύπτει το ερώτημα: Γιατί να το κάνουμε; Γιατί να απαρνηθούμε το φως της επιφάνειας και να βυθιστούμε στα άδυτα της ψυχής μας;

Απάντηση: Επειδή μόνο εκεί μπορούμε να βιώσουμε την αλήθεια, να ανακαλύψουμε το αληθινό φως και να επιστρέψουμε, για να το σκορπίσουμε απλόχερα, να γίνουμε αυτόφωτοι με οδηγό τη δύναμη της αγάπης.

Θα μπορούσε γι’ αυτό ο τίτλος της ποιητικής συλλογής να είναι Τοπίο αγάπης. Επειδή η Στέλλα Βερτινάκη κάνει αυτό το επίπονο ταξίδι, διανύει διαδρομές εσωτερικών και εξωτερικών τοπίων και μας απευθύνεται μέσα από τις αξίες της ζωής.

Με άριστο χειρισμό του γραπτού λόγου και εκφραστική λιτότητα, με στίχο άλλοτε ομοιοκατάληκτο και άλλοτε ελεύθερο, μάς αγγίζει από το πρώτο κιόλας ποίημα, μιλώντας για τη ζωή:

Άπλωσε το χέρι! / Φεύγει! / Φεύγει, σου λέω![1]

Μα πώς να πιάσεις τη ζωή, αν δεν τη ζήσεις, αν δεν την ορίζεις, αν δεν την κυβερνήσεις εσύ ο ίδιος;

Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται να βρούμε τη δύναμη να δούμε την πραγματικότητα και του εαυτού μας και των ανθρώπων που κάποτε επιλέξαμε να είμαστε μαζί. Είναι βέβαιο ότι οι διαπιστώσεις θα είναι πικρές αλλά και εξίσου απαραίτητες για να κάνουμε το επόμενο βήμα στη ζωή. Και η ποιήτρια τις αποτυπώνει χωρίς φόβο, αλλά με πολύ πάθος:

Πήρες το φιλί μου, μα Πρίγκιπας δεν έγινες! / Ένας βατραχάκος, πίσω μου παρέμεινες...[2]

Βράχια και χώμα, καρφιά στο σώμα / χωρίς όρια αγάπη, τα δικά μου τα λάθη...[3]

Κι έτσι έρχεται η ώρα των δύσκολων, αλλά και αναπότρεπτων αποφάσεων:

Για το χατίρι κανενός / καινούργιος χρόνος και παλιός / δεν θα αλλάξω όσα είμαι και πιστεύω! [4]

Άραγε χωρίς συνέπειες, χωρίς πόνο; Ασφαλώς όχι!

Απόψε έβαλα φωτιά στο χθες και στο «για πάντα» / και θα χορέψω μέσα της, με της ψυχής τη μπάντα.[5] 

Όσες είναι οι πτώσεις, τόσες και μία παραπάνω είναι οι φορές που υπάρχει λόγος να σταθούμε πάλι στα πόδια μας:

Ψυχή μου, στάσου μια στιγμή να ξαποστάσεις λίγο, πάλι εγώ θα φύγω...[6]

Αναζήτηση η ζωή μας όλη, μέσα από διαδρομές δαιδαλώδεις και συχνά παρελκυστικές. Και όταν έχει «πληρώσει» όλα τα χρέη της, η ποιήτρια βάζει τον στόχο της:

Αγοράζω μια αλήθεια όσο όσο / κι ας με πάρει μια ζωή να ξεχρεώσω.[7]

Και ποιος είναι ο τελικός προορισμός αυτής της διαδρομής;

Θα ανεβαίνω ψηλά στον Θεό κι ας ματώνω / καλοκαίρια θα βρω φωτεινά κι ας παγώνω.[8]

Κι αν οι θνητοί δεν μπορούν να φτάσουν στον Θεό, μπορούν να βρουν τον τρόπο να ανακαλύψουν το πολυτιμότερο αγαθό, την αγάπηˑ αρκεί να μην υποταχτούν στη μοίρα, δηλαδή σε ό,τι χαρακτηρίζουν ως αδύνατο ή γραφτό τους, επειδή δεν διαθέτουν αρκετή δύναμη για να το προσπαθήσουν.

Μες στη νύχτα γράφω, σκίζω / και η μοίρα ξενυχτά / μα δεν την υπολογίζω / της το λέω δυνατά.[9]

Γιατί η αγάπη, όπως η ποιήτρια την ορίζει, έχει τη μοναδική δύναμη της αγαθότητας, που θεωρεί πως είναι αυτή που καταργεί όλα τα εμπόδια.

Κι αν πάλι η θάλασσα δεν θέλει να περάσω / θα φτιάξω δρόμο απ’ αγάπη να σε φτάσω.[10]

Έτσι θα χτίσουμε μια νέα ζωή, φωτεινή, ηλιόλουστη, ώστε να μπορούμε να πούμε με αισιοδοξία:

Σύρε να φέρεις το σκοινί. / Θα κρεμάσω τα μωρουδιακά της νέας μου ζωής.[11] 

Επιπλέον, η αγάπη σε συνδυασμό με την επίγνωση πως ο χρόνος μας σ’ αυτή τη διάσταση είναι πεπερασμένος και πως όταν η άμμος στην κλεψύδρα τελειώνει, η αναχώρησή μας δεν συνοδεύεται από γενική μετακόμιση.

Γι’ αυτό η ποιήτρια μάς προτρέπει:

Ζήσε την κάθε σου στιγμή σα να ’ναι η τελευταία / κι όσα δεν αγοράζονται, είναι τα πιο σπουδαία...[12] 

Και αν είναι κάτι που δεν αγοράζεται –αλλά και δεν πωλείται– και είναι απαραίτητο για να λέμε ότι ζούμε, είναι η αίσθηση της ολοκλήρωσης, η αίσθηση της πληρότητας που μας προσφέρει η συνύπαρξη, η αίσθηση του «ετέρου ημίσεος» καθώς εφάπτεται πάνω μας και βιώνουμε την αρμονία:

Έπρεπε να ζήσω / και σε ζωγράφισα / σε μια ρωγμή / του καθρέφτη. / Μισός χώρεσες. / Και ξέρεις / ποτέ δεν τα πήγαινα καλά / με το λίγο.[13]

Όμως, η Στέλλα Βερτινάκη δεν παραλείπει να μας υπενθυμίσει ότι η ζωή είναι δώρο για το οποίο, όσο το απολαμβάνουμε ή όσο φροντίζουμε να το απολαμβάνουμε, οφείλουμε να είμαστε κάθε στιγμή ευγνώμονες:

Φωνάζω «ευχαριστώ» για ό,τι βλέπω / για ό,τι νιώθω, για ό,τι είμαι, για ό,τι έχω.[14]



Τέλος, ευτυχή σύμπτωση αποτελεί η μελοποίηση ποιημάτων που περιλαμβάνονται στη συλλογή. Επειδή ο εσωτερικός ρυθμός και η μουσικότητα ενυπάρχει στον ποιητικό λόγο της Βερτινάκη –συντελεί, άλλωστε, σ’ αυτό η κρητική καταγωγή της ως εξ αίματος κληροδότημα–, το μουσικό αυτί την αφουγκράζεται και μας την μεταφέρει μέσα από τις ευαίσθητες εύηχες χορδές του, χτίζοντας έτσι μελωδικά γεφύρια με τις λέξεις.

Τα εβδομήντα δύο ποιήματα που απαρτίζουν Το κρυμμένο θαύμα είναι ένα κράμα ευαισθησίας, αυτογνωσίας και γενναιοδωρίας. Η ποιήτρια, με εμπειρία ζωής, με συνειδητότητα επιλογών, με δυναμισμό, μας προτείνει να πορευτούμε σ’ έναν κόσμο διαφορετικό, χτισμένο με τα πιο στέρεα υλικά: αξιοπρέπεια, υπευθυνότητα και αγάπη.

 

Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2023



[1] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Ζωή (σελ. 15).

[2] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Ο βατραχάκος (σελ. 22).

[3] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Ο λαθόκηπος (σελ. 61).

[4] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Για το χατίρι κανενός (σελ. 50).

[5] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Φωτιά (σελ. 25).

[6] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Πάλι εγώ θα φύγω (σελ. 20).

[7] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Δεν χρωστάς (σελ. 57)

[8] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Χαμηλά δεν μπορώ να πετάω (σελ. 23).

[9] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Τίποτα για πάντα (σελ. 35).

[10] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Αυτό το λίγο (σελ. 75).

[11] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Το σκοινί (σελ. 53).

[12] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Η στιγμούλα (σελ. 85).

[13] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Λίγο (σελ. 28).

[14] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Το κρυμμένο θαύμα (σελ. 92).


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Κράμα ευαισθησίας, αυτογνωσίας και γενναιοδωρίας