ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

ΒΥΘΟΣ

 


ΒΥΘΟΣ

 

Βυθιζόμαστε˙ πώς δεν το βλέπεις; Είμαστε συγκάτοικοι στο έλος που τα βατράχια κοάζουν ανελέητα, αποδομούν συστηματικά κάθε λογική σκέψη και πράξη, διατηρούμε μόνο το κεφάλι στην επιφάνεια, τα χέρια μας, τα πιο επιδέξια εργαλεία μας, πλατσουρίζουν αδέξια πάνω στο βούρκο, οι πιτσιλάδες θολώνουν το οπτικό πεδίο, τα πόδια μας πεταλίζουν ένα ιδεατό ποδήλατο σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να αποφύγουμε το ρούφηγμα της δίνης στην άπνοια, βιώνουμε την πλήρη ακινησία με αναίτιους στροβιλισμούς στο ίδιο πάντα σημείο, η απόσταση από την ακτή της επιθυμίας και της προσδοκίας παραμένει αμείωτη.

Τα ρολόγια εξακολουθούν τους βασανιστικούς αναπότρεπτους κύκλους, οι μέρες στραγγαλίζονται στις θηλιές των υποχρεωτικών κινήσεων σε στημένες παρτίδες σκάκι, το υπερτροφικό εγώ ενθουσιάζεται σε κάθε προσπάθεια αναρρίχησης πριν τσακιστεί με το κεφάλι, οι αόρατες αλυσίδες που κρατούν σφιχτά δεμένα τα μέλη μας καταπνίγουν τον αυθορμητισμό και επιτρέπουν μόνο τη συμμετοχή σε διαδικασίες τυπικές, οριοθετημένες εκ των προτέρων από τους εντεταλμένους διακινητές των άνωθεν εντολών,  η διανομή αναπνευστήρων γίνεται με αργούς ρυθμούς με κριτήριο τον προσδόκιμο παραγωγικό χρόνο, οι άτεγκτοι χρονομετρητές απαλλάσσουν το τοπίο από τα αδύναμα πλάσματα, ο βυθός μεριμνά για τη σιωπηρή αποσύνθεση, προσαρμοζόμαστε στη συμβίωση με τα δηλητηριώδη απόβλητα, συναινούμε παθητικά στον ακρωτηριασμό του ανθρωπισμού, δηλώνουμε εκούσια υποταγή και άκριτη υπακοή στις διαταγές.

Το κλείστρο του φόβου ηχεί ακατάπαυστα, οι αδέσποτες σφαίρες των ελεύθερων σκοπευτών σφυρίζουν ανεξέλεγκτες στον αέρα, καλύπτουμε τα κεφάλια μας σαν κυνηγημένες στρουθοκάμηλοι, σηκώνουμε δειλά το βλέμμα, ευγνωμονούμε τη θεά Τύχη που το στόχαστρο σημαδεύει κάθε φορά κάποιον διπλανό μας, κάποιον μέχρι χτες κατ’ όνομα φίλο ή γνωστό, θεωρούμε αναπόφευκτη την πτώση του, ασκούμαστε στην προσωρινή διαφυγή, καταργούμε τη δράση και αποκλείουμε την αντίδραση, συρρικνώνουμε το παρόν για να απωθήσουμε στο άγνωστο - ίσως ανύπαρκτο - μέλλον τη γεύση του τέλους.

Βυθιζόμαστε˙ μη μου κρατάς το χέρι, η πορεία αυτή είναι μονόδρομη και μοναχική…

 

© Δημήτρης Φιλελές


Ευχαριστώ θερμά τον διαδικτυακό λογοτεχνικό τόπο e-musa.gr που φιλοξενεί το σύντομο σημείωμά μου στην ενότητα "Εντός των τειχών".

Πηγή : e-musa.gr - Βυθός

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

ΝΑΥΑΓΙΟ


 

ΝΑΥΑΓΙΟ

 

Στη λάσπη τρώει σκουριά τη λαμαρίνα

που τη στιγμάτισε αρρώστια στη Σαγκάη

στα δυο σκισμένη, σάπια η καρίνα

που σώθηκε απ' τον κυκλώνα στη Βομβάη.

 

Κουφάρι απ’ τα όρνια φαγωμένο

στου φεγγαριού το φως γυμνό να παραδέρνει

το παλαμάρι χρόνια ξεφτισμένο

κι ο μαύρος γύπας διψασμένος γυροφέρνει.

 

Στη γέφυρα κουρνιάζουνε οι γλάροι

μες στο σκοτάδι κουφοβράζει το μπουρίνι

σβηστά καραβοφάναρα και φάροι

κι ο ξέμπαρκος στην αμμουδιά βρίζει και πίνει.

 

Απονιφάδι, σκέλεθρο, ρημάδι

άσωτος γιος τις αμαρτίες ξεπληρώνει

φούντο η ζωή, κομμένο παραγάδι

αλλού καρδιά, αλλού κορμί, αλλού τιμόνι.

 

Στεγνό μελάνι, φύλλα κίτρινα ξερά

στο ημερολόγιο σταμάτησε ο χρόνος 

φρακάρει η άγκυρα στα βρόμικα νερά

το στερνοπαίδι καταβρόχθισε ο Κρόνος.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή "Αντι...σώματα"

(Εκδόσεις "Απόπειρα", Αθήνα, 2020)

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ



Καταξίωση

Κάποτε η κοινωνική καταξίωση ήταν συνυφασμένη με την πνευματική καλλιέργεια, την αξιοπρέπεια, την ευγένεια, το μέτρο και την αλληλεγγύη στο συνάνθρωπο. Αυτές οι αρχές όμως δεν εξυπηρετούσαν ούτε την εγωιστική επιδεικτικότητα, ούτε τον καταναλωτισμό, ούτε ασφαλώς τον άκρατο πλουτισμό. Κάποιοι σκέφτηκαν, λοιπόν, και οργάνωσαν την αλλαγή των κανόνων διά της ανοχής ή της σιωπηρής συνενοχής.

Έτσι τα ηνία της κοινωνίας παραδόθηκαν στους κάθε λογής εικονοπλάστες, που επέβαλαν τα νέα κοινωνικά πρότυπα και σταθμά. Το φαίνεσθαι επικράτησε του είναι, με αποτέλεσμα την αποθέωση του θεαθήναι. Και φτάσαμε στην καταξίωση μέσα από τη συνολική επιφάνεια των τετραγωνικών μέτρων της κύριας και της εξοχικής κατοικίας, την ιπποδύναμη του αυτοκινήτου και τον αριθμό των εβδομαδιαίων εμφανίσεων στους ευαγείς νυχτερινούς χώρους διασκέδασης και λουλουδοπολέμου.

Ήταν προφανές ότι αυτό δεν μπορούσε να διαρκέσει πολύ. Και αφού το φαίνεσθαι είχε πλέον καταρρακωθεί και το είναι είχε εκμηδενιστεί, υπήρχε ανάγκη άμεσης και δραστικής αλλαγής των κριτηρίων.

Περάσαμε, λοιπόν, από την καταξίωση του φαίνεσθαι στην καταξίωση του κρύπτεσθαι.

Χρειάστηκε γι’ αυτό η υπερπροβολή και υπερέκθεση μιας μικρής ομάδας «επιφανών» προσωπικοτήτων, που σύντομα ίππευσαν το καλάμι και όλα μπήκαν στον αυτόματο πιλότο.

Με εύκολους πλέον στόχους, φτάσαμε να βιώνουμε την κοινωνική καταξίωση της αφάνειας και της ανωνυμίας, πίσω από το απόρθητο οχύρωμα του πληκτρολογίου, απ’ όπου κάθε «κανένας» μπορεί να στοχεύει, να  πυροβολεί, να τραυματίζει ή και να σκοτώνει κατά βούληση.

Ζούμε την κοινωνική καταξίωση της εφήμερης αναγνωρισιμότητας, της   χυδαιότητας, της αγένειας, της βιαιότητας, της τυφλής εκδικητικότητας, της ανάδειξης της ασημαντότητας, της επίπλευσης του τίποτα στη δίνη του πουθενά.

Κάτω από τέτοιες συνθήκες σήμερα κάποιες ελπιδοφόρες φωνές και παρουσίες σπάνε τα στεγανά και τους αόρατους φραγμούς, τολμούν να εκτεθούν και να εκθέσουν όχι τα πρόσωπα, αλλά την αφόρητη πραγματικότητα, να σαρώσουν τα απορρίμματα της αμετροέπειας και της αναξιοκρατίας.

Αρκεί να μην έχουμε να κάνουμε με μια ακόμη βαλβίδα εκτόνωσης (από τις πολλές που διαθέτει) του σαθρού οικοδομήματος, που αδίστακτα και ανάλγητα θυσιάζει τους διάττοντες αστέρες του, προκειμένου να περισώσει την ύπαρξή του με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο και να κεφαλαιοποιήσει τα οφέλη των απωλειών.

Ας είναι να έχουμε ήδη αγγίξει το σκοτεινό πυθμένα του βαρελιού, ώστε να νιώθουμε επιτέλους πραγματικά ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη να εγκαταλείψουμε το εκτυφλωτικό φως των προβολέων και να βγούμε πάλι στο αληθινό φως.

 

© Δημήτρης Φιλελές

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

ΤΑ ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΡΑΜΠΑΣ

 


Τα φώτα της ράμπας

 

Όταν διαπράττεται και αποκαλύπτεται ένα έγκλημα - και διαπράττονται πολλά κάθε δευτερόλεπτο κατά αθώων υπάρξεων, ενώ πολύ λίγα αποκαλύπτονται -, οι δικολάβοι, προκειμένου να συνηγορήσουν υπέρ του φερόμενου, έως βέβαιου, θύτη πελάτη τους, δεν διστάζουν, με πλήρη ασυνειδησία και ασέβεια προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να εξευτελίσουν το θύμα και τους υπέρ αυτού μάρτυρες, υποβάλλοντας τέτοιες ερωτήσεις στους ανθρώπους που βίωσαν το αδίκημα, ώστε βίαια να το επαναφέρουν στη μνήμη τους και για δεύτερη φορά να απογυμνωθούν δημόσια, με την περιγραφή ανατριχιαστικών λεπτομερειών, που κυριολεκτικά ροκανίζουν την ήδη ταλαιπωρημένη ύπαρξη. Και αφού πάρουν το τρόπαιό τους, την ταπείνωση του θύματος στα σαρκοβόρα μάτια της κοινής γνώμης, συνεχίζουν το αποτρόπαιο έργο τους με ερωτήσεις «καθοριστικής» σημασίας, όπως : «πώς μπορείτε να περιγράψετε με τόση ακρίβεια κάτι που συνέβη σε τέτοιο σκοτάδι;» ή «εκεί που βρισκόσαστε, σας άκουσε κάποιος άλλος;» κτλ., υπερασπιζόμενοι το τεκμήριο αθωότητας του θύτη. Και όταν αυτοί ολοκληρώνουν την προσφορά των νομικών τους υπηρεσιών, η σκυτάλη παραδίδεται στους εισβολείς της εικόνας σε κάθε σπίτι, με τα «αποκλειστικά» ρεπορτάζ, με τις διασταυρωμένες (;) «ειδήσεις» - από ποια πηγή άραγε - και τις παραποιημένες ή αποκομμένες φράσεις, που μπορούν να προκαλέσουν ντελίριο στο παραληρηματικό κοινό, που πάσχει από βαριάς μορφής οφθαλμοπορνεία.

Τις τελευταίες μέρες έχουμε γίνει μάρτυρες, ίσως και με την κυριολεκτική έννοια του όρου, ενός δράματος που ξεκίνησε από το χώρο του αθλητισμού και σύντομα μετατοπίστηκε στο χώρο του θεάματος, που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας την ώρα που τα φώτα της ράμπας είναι εδώ και πολύ καιρό σβηστά. Ενός δράματος που πάντοτε υπήρχαν σοβαρές υποψίες ή και φήμες ότι υπέβοσκε, αλλά κανένα υγιές κύτταρο του χώρου δεν τολμούσε ή δεν αποφάσιζε να φέρει στο προσκήνιο.

Κι εδώ γεννιέται ένα ερώτημα, που χρειάζεται σαφή απάντηση από τους αρμόδιους φορείς : Επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό στο χώρο του αθλητισμού και η κάθαρση, για την οποία δεν έχουμε καμιά επίσημη ενημέρωση από την πολιτεία (επειδή αυτή είναι η καθ’ ύλη αρμόδια), επήλθε ακαριαία; Ή μήπως ο χώρος του θεάματος, ως πιο ελευθεριάζων, αποτελεί προσφορότερο έδαφος για «γαργαλιστικές» προσεγγίσεις, που διεγείρουν το φιλοθεάμον κοινό και αυξάνουν τα έσοδα των ΜΜΕ, αφού πρώτα τιτλοφορούν το θέμα «σε λίγο…» και μετά βρέχει διαφημίσεις;

Και ένα δεύτερο ερώτημα, ασφαλώς ρητορικό και ήδη απαντημένο : Μήπως αυτό συμβαίνει μόνο σ’ αυτούς τους χώρους και όχι οπουδήποτε αλλού υπάρχουν σχέσεις εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου; Δεν έχουμε ακούσει τίποτε για όσα επαίσχυντα διαδραματίζονται σε άλλους χώρους εργασίας, στο χώρο της μουσικής ή της μόδας, στο χώρο της εκπαίδευσης (ανώτατης κατά κύριο λόγο), στο χώρο της εκκλησίας και, ακόμη χειρότερα, στο στενό ή ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον; Ποιο ποσοστό απ’ αυτά τα ειδεχθή εγκλήματα κατά της ψυχής έχουν έρθει στο φως, έχουν παραδειγματικά καυτηριαστεί (τουλάχιστον), ώστε να αποτελέσουν, αν μη τι άλλο, παραδείγματα προς αποφυγή ;

Ή έχουν ήδη παραγραφεί, δυστυχώς, κατά νόμο, οπότε το θύμα μπορεί να διασυρθεί για μια ακόμη φορά ως κοινός συκοφάντης;

Και προφανώς δεν τίθεται θέμα ισχυρού ή ασθενούς, κατά την κοινή παραδοχή, φύλου… Είναι αποκλειστικά θέμα εξουσίας.

Όλα αυτά δεν είναι περίεργο, βέβαια, που συμβαίνουν σε μια περίοδο που οι κοινωνίες πλήττονται από την παγκόσμια πανδημία. Που αφού για πολύ καιρό έχει μονοπωλήσει την επιχείρηση «ανθρωποφοβία», τώρα τεχνηέντως μοιράζεται τα σκήπτρα με τον παγκόσμιο εμβολιαστικό πόλεμο και την επιχείρηση «ανθρωποφαγία». Και δεν αναφέρομαι τόσο στην ανθρωποφαγική διάθεση κατά των θυτών, αυτή είναι δεδομένη, όσο στην κατασπαρακτική και καταβροχθιστική αντιμετώπιση των θυμάτων, που έχουν ήδη θητεύσει ως θύματα και φαίνονται ως πλέον βρώσιμα για μια ακόμη φορά.

Προσανατολιζόμαστε στην ελαττωματική μονόφθαλμη όραση από την κλειδαρότρυπα, την ίδια στιγμή που πίσω από την πλάτη μας, σε επίπεδο εξουσίας, υπάρχουν ραγδαίες εξελίξεις σε βάρος των κοινωνιών, που θα γίνουν, ως είθισται, αντιληπτές όταν η ανεμοζάλη κοπάσει, όταν θα είναι πλέον πολύ αργά για την ανάπτυξη αντιστάσεων. Διευκρινίζεται ότι η θέση είναι απολύτως κοινωνική και σχετίζεται αποκλειστικά με τους τρόπους και τις μεθοδεύσεις που η κάθε λογής εξουσία, πέραν των κυβερνήσεων και των πολιτικών τους αντιπάλων, λειτουργεί.

Αν κάποιος εξακολουθεί να αναρωτιέται πώς φτάσαμε ως εδώ, μια μόνο απάντηση υπάρχει για τη γενικευμένη σήψη˙ και αυτή δίνεται αδιάψευστα από την αγαθή  μητέρα φύση : Το σκουλήκι γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα στο σάπιο μήλο, όχι στο υγιές.

Ας πάψουμε, επιτέλους, ως κοινωνία, να είμαστε φοβικοί με τη σκληρή αλήθεια και ας πετάξουμε οριστικά τη μάσκα της υποκρισίας και της δήθεν άγνοιας με το παραπλανητικό σαγηνευτικό χαμόγελο. 

Ας αποφασίσουμε τι είδους «μήλο» θέλει να είναι καθένας από μας˙ υγιές ή σάπιο. Τότε δυο πράγματα μπορούν να συμβούν : Ή να φαινόμαστε, επειδή είμαστε, ψυχικά υγιείς ή να φαινόμαστε, χωρίς να είμαστε, ψυχικά υγιείς και να παριστάνουμε τους έκπληκτους και τους άμωμους κάθε φορά που ο βόρβορος ξεχειλίζει. Όπως εμείς, έτσι θα είναι και ο κόσμος που ζούμε.