ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Ρωγμή ελπίδας

 






Ρωγμή ελπίδας

 

Τρεις νύχτες τώρα περπατούσαν μέσα από δύσβατα μονοπάτια σαν αγρίμια κυνηγημένα από τον αμείλικτο θηρευτή τους. Και σαν έφτανε το ξημέρωμα, κρύβονταν στις πυκνές φυλλωσιές και πρόσμεναν να πέσει πάλι το σκοτάδι για να κινήσουν. Ήταν η Όλγα, μια τριαντάχρονη γυναίκα με το μερικών μηνών βρέφος της, και η Μυρτώ η παρακόρη της, ένα κορίτσι που κόντευε τα είκοσι. Είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν το σπιτικό τους όταν οι φωτιές είχαν πια φτάσει τόσο κοντά στο χωριό τους, που ο καπνός έκανε τα μάτια τους να τσούζουν και χωνόταν στα ρουθούνια κόβοντάς τους την ανάσα.

Όχι, δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, αλλά ο Αγγελής, ο άντρας της Όλγας, δεν άφησε κανένα περιθώριο συζήτησης.

- Σώθηκαν τα ψέματα, Όλγα, σώθηκαν κι οι ελπίδες μας. Τώρα πρέπει να σώσεις τη ζωή σου και τη ζωή του γιου μας. Μόλις πέσει το σκοτάδι, θα φύγετε μαζί με τη Μυρτώ˙ έχεις και τούτη την ψυχή πάνω σου. Ούτε τούτο το δύστυχο πλάσμα πρέπει να πέσει στα χέρια τους. Ξέρεις... και έκοψε τη φράση, μη τολμώντας να πει φωναχτά την υπόλοιπη σκέψη του.

Η Όλγα έκανε μια ύστατη προσπάθεια να τον μεταπείσει. Κάρφωσε το βουρκωμένο βλέμμα της μέσα στα μάτια του άντρα της και η φωνή της ακούστηκε σαν θρυμματισμένο γυαλί.

- Ορκιστήκαμε μπροστά στον Θεό να είμαστε μαζί ως το τέλος. Μαζί στις χαρές και στις λύπες. Μαζί στη ζωή και στον θάνατο. Κανείς να μη μας χωρίσει ως το τέλος. Μη με αναγκάζεις να πατήσω τον όρκο μου.

- Ο Θεός που ορκιστήκαμε στ' όνομά του, της απάντησε εκείνος, μας ξέχασε. Πρώτα μας ξέχασαν οι άνθρωποι κι ύστερα γύρισε κι εκείνος αλλού τη ματιά του. Μας άφησε στην τύχη μας. Κι αν κάνω λάθος, το κρίμα στον λαιμό μου. Εσύ θα κάνεις αυτό που σου λέω. Μόλις βραδιάσει, θα πάρεις τον γιο μας και τη Μυρτώ και θα τραβήξετε κατά τη θάλασσα. Λίγα πράγματα να πάρετε μαζί σας για τον δρόμο. Φροντίστε το νερό να μη σας λείψει, είναι φόνισσα η δίψα. Τον δρόμο τον ξέρετε καλά. Θα σας πάρει τρεις τέσσερις μέρες, μα θα τα καταφέρετε. Τον νου σας στο παιδί. Να το κρατάτε κοιμισμένο, το κλάμα του μπορεί να σας προδώσει. Κι όταν φτάσετε εκεί, θα μπείτε σε μια βάρκα και θα περάσετε σε κάποιο από τ’ αντικρινά νησιά. Έχω μάθει πως τον τελευταίο καιρό ο καπετάν Στεφανής, παράτολμος από τα νιάτα του και πατριώτης από γεννησιμιού του, είναι εκεί κάθε βράδυ με τη βάρκα του και προσμένει να βοηθήσει άναυλα όσους ξεριζώνονται απ’ τον τόπο μας. Ας είναι καλά ο άνθρωπος… Άντε, τι κάθεστε, βιαστείτε, σουρουπώνει.

Όση ώρα μιλούσε, το βλέμμα του ήταν στραμμένο αλλού. Δεν άντεχε να την κοιτάξει κατάματα. Δεν άντεχε να της πει πόσο την αγαπάει -κι εκείνη και το παιδί τους-, πόσο σκίζεται η καρδιά του που ξέρει πως δεν θα τους ξαναδεί, πόσο έχει χρέος να πολεμήσει ως την τελευταία του πνοή για να κρατήσει όσο πιο μακριά και όσο περισσότερο χρόνο μπορεί τους διώκτες τους. Μιλούσε και η φωνή του ακουγόταν παγερή, ατσαλάκωτη, χωρίς κανένα ίχνος από τα συναισθήματα που ξεχείλιζαν και απειλούσαν να τον πνίξουν κάθε στιγμή.

Η Μυρτώ, κρατώντας στοργικά το βρέφος που κοιμόταν βαθιά στην αγκαλιά της, ήταν βουβός μάρτυρας της σκηνής. Από τα μεγάλα μαύρα μάτια της κυλούσαν ασυγκράτητα καυτά δάκρυα, ενώ το νεανικό στήθος της ανεβοκατέβαινε από τα αδιάκοπα αναφιλητά. Ναι, ήξερε καλά τι την περίμενε αν έπεφτε στα χέρια τους. Τα μαντάτα τους έφταναν πιο γρήγορα από τα ποδοβολητά των αλόγων τους. Δεν την ένοιαζε αν θα την περνούσαν από μαχαίρι, την ατίμωση δεν μπορούσε ν’ αντέξει. Πριν κατρακυλήσει σ’ αυτό το σκαλί, προτιμούσε από μόνη της να βάλει τέρμα στη ζωή της.

- Μυρτώ, έσπασε τη σιωπή η φωνή της Όλγας. Δώσε μου το μωρό και πήγαινε να γεμίσεις όσα φλασκιά με νερό μπορούμε να σηκώσουμε. Άλλα πράγματα δεν θα κουβαλήσουμε μαζί μας. Αν αξιωθούμε να φτάσουμε στον προορισμό μας, τότε έχει ο Θεός, έχει για όλους κι ας λέει ό,τι θέλει ο Αγγελής. Λίγο ψωμί θα πάρουμε μονάχα για τον δρόμο.

Η παρακόρη σκούπισε τα δάκρυά της, σήκωσε το κεφάλι, απόθεσε το βρέφος με προσοχή στην αγκαλιά της μάνα του κι έτρεξε να εκτελέσει την εντολή.

Κάθε λεπτό που κυλούσε, έμοιαζε με αιώνα. Όσο η στιγμή του μοιραίου αποχωρισμού ερχόταν ένα βήμα πιο κοντά, η ατμόσφαιρα βάραινε όλο και πιο πολύ. Τα βλέμματα απέφευγαν να διασταυρωθούν, τα στόματα κρατούσαν σφιχτά τις λέξεις πίσω από τα δόντια, τα κορμιά προσπαθούσαν να μην αγγιχτούν, μη θέλοντας να πιστέψουν πως αυτό θα συνέβαινε για τελευταία φορά.

Η Όλγα μάζευε αμίλητη όσα κομμάτια της ζωής τους μπορούσαν να χωρέσουν στις τσέπες του φουστανιού της μέχρι που στάθηκε μπροστά στο εικονοστάσι, σταυροκοπήθηκε, το άνοιξε, πήρε από μέσα τα στέφανα του γάμου της, τα φίλησε και τα έχωσε στο κόρφο της. Τύλιξε το βρέφος με μερικά ρουχαλάκια και ετοιμάστηκε να αποχαιρετήσει τον άντρα της. Μα δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο, ξέσπασε σε λυγμούς και άφησε το κορμί της να κρυφτεί ολόκληρο μέσα στα στιβαρά μπράτσα του Αγγελή. Εκείνος την έσφιξε πάνω του για στερνή φορά, της χάιδεψε και της φίλησε τα πλούσια σγουρά μαλλιά, ανασήκωσε απαλά με τα δάχτυλά του το πηγούνι της και κόλλησε τα χείλη του πάνω στα δικά της. Η ανάσα της τον έκαιγε ολόκληρο, καθώς ένιωσε τα δάκρυα έτοιμα να γεμίσουν τις κόρες των ματιών του.

- Έχε γεια, αγάπη μου, της είπε. Να προσέχεις εσένα και το παιδί μας. Σύντομα θ’ ανταμώσουμε.

- Θα σε προσμένω, Αγγελή μου, κατάφερε κι εκείνη να ψελλίσει, αν και ήξερε πως σε τούτη τη ζωή ήταν η στερνή φορά που τον έβλεπε.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα στην κάμαρα και η Μυρτώ κρατώντας τρία φλασκιά γεμάτα με νερό.

- Να προσέχεις και τη Μυρτώ. Κι εσύ, Μυρτώ μου, να προσέχεις τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Αδελφωμένες να είσαστε για μια ζωή.

Η Μυρτώ άφησε τα φλασκιά πάνω στο τραπέζι, έτρεξε και χώθηκε ασυναίσθητα κι αυτή στην αγκαλιά του˙ κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ ξανά όσα χρόνια ζούσε μαζί στο σπιτικό τους. Έτσι βρέθηκαν και οι τέσσερις σφιχταγκαλιασμένοι για πρώτη και τελευταία φορά.

Κίνησαν να φύγουν και έφτασαν ως την εξώπορτα. Και τότε ο Αγγελής έκανε κάτι που καμιά τους δεν περίμενε. Στάθηκε ανάμεσά τους, τις κοίταξε με ένα βλέμμα που ως τότε δεν είχαν αντικρίσει, έβγαλε τα δυο μαχαίρια που φορούσε πάντα σταυρωτά στο ζωνάρι του και έδωσε από ένα στην καθεμιά τους. Η φωνή του ακούστηκε απόκοσμη:

- Αν χρειαστεί, ξέρετε τι πρέπει να κάνετε!

Άπλωσαν τα χέρια τους αμίλητες, πήραν τα μαχαίρια και τα έκρυψαν στα φορέματά τους δίχως να δευτερώσουν λέξη. Άνοιξαν την πόρτα και χάθηκαν στο σκοτάδι αποφεύγοντας να κοιτάξουν πίσω τους.

 

Τρία μερόνυχτα περπατούσαν με τη σκιά του θανάτου να βαραίνει στο κατόπι τους. Το πρωί κούρνιαζαν στα σύδεντρα και η καρδιά τους σφιγγόταν καθώς έβλεπαν τους πυκνούς καπνούς να σιμώνουν, πράγμα που σήμαινε πως η ανάσα του φονιά ζύγωνε. Το βρέφος άρπαζε όλο και πιο σφιχτά το ρωγοβύζι της μάνας του, στεγνό πια από γάλα, το δάγκωνε με μανία και το μάτωνε, προσπαθώντας να κρατηθεί στη ζωή. Κι εκείνη άφηνε μικρά βογγητά, μα δεν το απόκοβε, γιατί έτσι το κρατούσε σιωπηλό. Το βράδυ έστρεφαν πίσω το κεφάλι κι έβλεπαν τις φωτιές που έκαιγαν τα χωριά, η μέγγενη του φόβου τους προκαλούσε ρίγη στο κορμί, αλλά η Μυρτώ έκανε κουράγιο και βάδιζε μπροστά -ήξερε τα μονοπάτια σαν την παλάμη της- κι άνοιγε δρόμο προς τη σωτηρία. Τα χείλη τους ήταν κομματιασμένα, η γλώσσα τους ξερή, το νερό είχε πια σωθεί, έπρεπε πάση θυσία να φτάσουν στον προορισμό τους. Τα πρόσωπά τους ήταν γδαρμένα, τα πόδια τους πληγιασμένα, τα φουστάνια τους σκισμένα από τ’ αγκάθια, μα δεν σταματούσαν, μικρή ήταν πια η απόσταση που χώριζε τις τρεις σκιές από το θαύμα της διαφυγής.

Η θαλασσινή αύρα έφτανε τώρα ως τα σκασμένα χείλη τους, ένιωθαν τη γεύση του αλατιού στον ουρανίσκο τους, ένιωθαν χειροπιαστό το όνειρο του λυτρωμού. Είχαν φτάσει στην απότομη πλαγιά που οδηγούσε στον μικρό κόρφο. Κατηφόριζαν γλιστρώντας στα λειασμένα βράχια, σκίζοντας τις παλάμες τους κάθε φορά που προσπαθούσαν να κρατηθούν όρθιες αρπάζοντας όποιο κλαδί βρισκόταν μπροστά τους. Όταν ξαφνικά ακούστηκαν πίσω τους φωνές και ποδοβολητά. Κατάλαβαν πως οι διώκτες τους πλησίαζαν απειλητικά. Τάχυναν το βήμα τους με κίνδυνο να κατρακυλήσουν και να χάσουν τη ζωή τους πάνω στα βράχια. Γιατί ήξεραν πως αν προλάβαιναν να φτάσουν ως την ακτή, οι καβαλάρηδες δεν θα μπορούσαν να τις ακολουθήσουν. Τα άλογα ήταν αδύνατο να κάνουν μια τέτοια κατάβαση και η απόσταση που θα τις χώριζε, θα τους προσέφερε την απόσταση ασφαλείας που χρειάζονταν.

Είχαν σχεδόν φτάσει στην ακτή όταν οι καβαλάρηδες φάνηκαν στην κορυφή του βράχου. Άναψαν πυρσούς και σε λίγο όλο το μέρος φωτίστηκε. Στο βάθος του κόρφου ξεχώρισε η μικρή βάρκα και αμέσως ακούστηκαν πυροβολισμοί, κάτι που απαγόρευε στον τολμηρό βαρκάρη να πλησιάσει πιο κοντά για να σώσει τις δυο γυναίκες και το βρέφος. Κι εκείνες δεν τολμούσαν να εμφανιστούν στην ακτή και να γίνουν εύκολος στόχος. Για μια στιγμή επικράτησε απόλυτη σιγή. Και τότε αντιλάλησε το απρόσμενο κλάμα του μωρού. Οι καβαλάρηδες κατάλαβαν πως υπήρχαν άνθρωποι στην ακτή, κάποιοι ξεπέζεψαν και άρχισαν μεμιάς να κατηφορίζουν. Τα χτυπήματα από τις μπότες τους έρχονταν ορμητικά προς τις δύο γυναίκες.

Η Όλγα και η Μυρτώ κοιτάχτηκαν δίχως να χάσουν την ψυχραιμία τους. Έσφιξαν η μια το χέρι της άλλης και σαν να είχαν συνεννοηθεί από πριν, βγήκαν από την κρυψώνα τους και άρχισαν να τρέχουν προς τη θάλασσα. Τα δαδιά φώτιζαν τον δρόμο τους, αφήνοντάς τις ταυτόχρονα ακάλυπτες στα πυρά που ξεκίνησαν να πυκνώνουν. Κόντευαν να βουτήξουν στη θάλασσα όταν μια σφαίρα πέτυχε την Όλγα στο πόδι και μια δεύτερη σφηνώθηκε στα πλευρά της. Σωριάστηκε αιμόφυρτη, το βρέφος γλίστρησε μέσα από τα χέρια της και κυλίστηκε στην άμμο και μια σπαρακτική κραυγή που βγήκε από τα στήθη της έσκισε τη νύχτα:

- Μυρτώ, σώσε το παιδί μου!

Η Μυρτώ για μια στιγμή σάστισε, μα γρήγορα συνήλθε. Σύρθηκε στην άμμο και άρπαξε το βρέφος πριν ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχό της. Στράφηκε στην Όλγα:

- Κουράγιο! Έρχομαι να σε πάρω! Δεν σ’ αφήνω μόνη σου εδώ!

- Όχι! Μην κάνεις βήμα πίσω, της φώναξε η Όλγα με όση δύναμη της είχε απομείνει. Σώσε το παιδί μου! Για όνομα του Θεού! Πάρ’ το και πέσε στη θάλασσα! Εγώ ξέρω τι πρέπει να κάνω…

Οι διώκτες ήταν πια πολύ κοντά. Έπρεπε να αποφασίσει τώρα, να φύγει, να τρέξει προς τη θάλασσα, μα η καρδιά της άλλα την πρόσταζε να πράξει. Όμως η Όλγα δεν της άφησε περιθώριο επιστροφής. Τράβηξε από το φουστάνι το μαχαίρι της και με μια αποφασιστική κίνηση το έμπηξε χωρίς δισταγμό βαθιά στα σωθικά της. Τώρα η Μυρτώ έπρεπε να φροντίσει μόνο για τη σωτηρία του παιδιού.

Με τη σβελτάδα της νιότης της κράτησε το παιδί σφιχτά την αγκαλιά της, κουλουριάστηκε μαζί του για να το προστατέψει και στροβιλίζοντας το κορμί της βρέθηκε σε λίγο μέσα στο νερό. Κρατώντας το κεφάλι του βρέφους έξω απ’ το νερό, κολυμπούσε με το ένα χέρι προς τη βάρκα βάζοντας όλη της τη δύναμη. Ευτυχώς ο καπετάν Στεφανής, είχε τολμήσει να πλησιάσει αψηφώντας τον κίνδυνο και σε λίγο το αντρίκιο μπράτσο του άρπαξε πρώτα το βρέφος που, κατατρομαγμένο, σπάραζε στο κλάμα και μετά την κοπέλα και τους ανέβασε στη βάρκα. Κάθισε στα κουπιά και με δυνατές χεριές η βάρκα και οι επιβάτες της τυλίχτηκαν στο πέπλο της νύχτας, ενώ πίσω τους ακούγονταν φωνές και βλαστήμιες.

Η Μυρτώ έστρεψε δακρυσμένη το κεφάλι να δει για τελευταία φορά τη φιγούρα του άψυχου σώματος της Όλγας, να κλείσει για πάντα στη μνήμη της την εικόνα της αδικοχαμένης μάνας. Αμέσως μετά κοίταξε το βρέφος που κρατούσε στην αγκαλιά της και έκανε ό,τι μπορούσε να σκεφτεί για να το ζεστάνει. Του έβγαλε τα βρεγμένα ρούχα, το τύλιξε πρόχειρα σε μια κουβέρτα, του έτριβε το τρυφερό κορμάκι και με το χνώτο της προσπαθούσε να το ηρεμήσει. Ώσπου από τα αθώα μάτια του σταμάτησαν να κυλούν δάκρυα, το χτυποκάρδι του βρήκε τον κανονικό του ρυθμό και στα χείλη του σχηματίστηκε ένα πλατύ χαμόγελο. Μια ρωγμή ελπίδας μέσα στη σκοτεινιά.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Πηγή δημοσίευσης : Literature.gr

 

Τρίτη 24 Μαΐου 2022

Τάσος Λειβαδίτης - Καντάτα (αποσπάσματα)

 #διαβάζω_για_σένα



Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988)





ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ - ΚΑΝΤΑΤΑ (1960)
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ

Σκηνικό: Συνοικιακός δρόμος σύγχρονης πόλης. Αρχίζει να βραδιάζει. Πρόσωπα: Ποιητής. Ο άνθρωπος με το κασκέτο. Διάφοροι περαστικοί. Χορός από γυναίκες και άνδρες (οι γυναίκες μαζεμένες σε μια εξώπορτα· οι άντρες αριστερά, πλάι στη σκαλωσιά μιας οικοδομής). 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ: Και το όνομά του ήταν μεγάλο, σαν οποιοδήποτε ανθρώπινο όνομα.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ (που κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται και πού πάει, κάθεται σ’ ένα σκαλοπάτι κι αρχίζει κάθε φορά κι απ’ ένα παραμύθι… Σήμερα θα διηγηθεί στα παιδιά μια ιστορία παλιά όσο κι ο κόσμος):   

1. Και τις ημέρες εκείνες οι άντρες με τις καπαρντίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες πήραν το έγγραφο της διαταγής
2. Και πήγαν να τον συλλάβουν.
3. Ήταν δε αυτός ο άνθρωπος φτωχός, επιγραφοποιός το επάγγελμα.
4. Κι είχεν απαρνηθεί τη μητέρα του και τα εργαλεία του,
5. κι ό,τι πιο άγιο και βαθύ έχει ο άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο.
6. Και μάζευε, έλεγε η διαταγή, κρυφά τους μεροκαματιάρηδες και τους χερομάχους,
7. και τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον – κι άλλες τέτοιες βλασφημίες.
8. κι οι ταπεινοί χαμογέλαγαν κι οι τυφλοί σκιρτούσαν κι οι φτωχοί πλούτιζαν από φιλία.
9. Οι διψασμένοι βρίσκαν ένα αυλάκι νερό. Κι οι κυνηγημένοι μια πόρτα.
10. Κι οι απελπισμένοι γύριζαν τώρα τραγουδώντας σιγά μέσα στη νύχτα
11. έναν παράξενο σκοπό.
12. Που ενώ μιλούσε για βάσανα, ξαλάφρωνε όλο της ψυχής σου το βάρος. 
13. Και την άλλη μέρα, ώρα λύχνου, οι άνδρες με τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες (για να μη φαίνονται τα τυφλά τους τα μάτια), χτύπησαν τη μικρή ξύλινη πόρτα, δυτικά της πόλης, κοντά στα παλιά βυρσοδεψεία.
14. Κι αυτός άνοιξε. Και τον ερώτησαν: Πώς λέγεσαι;
Κι εκείνος απάντησε
(Μικρή παύση)
15. Και τ’ όνομά του ήταν μεγάλο σαν οποιοδήποτε ανθρώπινο όνομα
16. Και την πρώτη νύχτα μπήκε μες στο κελί ένας άνθρωπος που 'χε χάσει το πρόσωπο του, κι ακούμπησε το φανάρι που κρατούσε κάτω στο πάτωμα.
17. Κι ο ίσκιος του μεγάλωσε πάνω στον τοίχο.
18. Και τον ερώτησε: πού έχεις κρυμμένα τα όπλα;
19. Κι εκείνος, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν' απαντήσει,
20. έβαλε το χέρι πάνω στην καρδιά του.
21. Και τότε τον χτύπησε. Ύστερα μπήκε άλλος άνθρωπος που 'χε χάσει το πρόσωπό του και τον χτύπησε κι αυτός.
22. Κι οι άνθρωποι που 'χαν χάσει το πρόσωπό τους, ήσαν πολλοί.
23. Και ξημέρωσε. Και βράδιασε.
24. Ημέρες σαράντα.
25. Κι ήρθαν στιγμές που φοβήθηκε πως θα χάσει το λογικό του.
26. Και τον έσωσε μια μικρή αράχνη στη γωνιά, που την έβλεπε ακούραστη κι υπομονετική να υφαίνει τον ιστό της.
27. Και κάθε μέρα τής τον χάλαγαν με τις μπότες τους μπαίνοντας.
28. Κι εκείνη τον ξανάρχιζε κάθε μέρα. Και της τον χάλαγαν πάλι. Και τ' άρχιζε ξανά.
29. Εις τους αιώνας των αιώνων.

30. Και κάθε μέρα διάφορα πρόσωπα άνοιγαν το μικρό παράθυρο του κελιού και κοίταζαν μέσα.
31. Και τα μάτια τους ήταν πέτρινα.
32. Μα ήρθαν στιγμές που και αυτά τα πέτρινα μάτια τους παρηγόρησαν τη μεγάλη ανθρώπινη μοναξιά του.
33. Και κάθε νύχτα έμπαιναν κι ακουμπούσαν το φανάρι κάτω στο πάτωμα.
34. Και τον χτυπούσαν.
35. Κι ο ίσκιος τους πάλευε πάνω στο ταβάνι, σαν ένας νικημένος που χτυπιέται και κλαίει.
36. Και τον άφηναν ύστερα μονάχο, με τη σιωπή και το αίμα του που έτρεχε.
37. Και μακριά ακουγόντουσαν να σφυρίζουν τα τρένα, μ’ αυτόν τον απέραντο ήχο που προσκαλεί στη ζωή.
38. Ίσως και να ’χασε το θάρρος του τότε. Ίσως και να ’κλαψε. Ίσως και να ’πεσε σε ακόμα πιο μεγάλο αμάρτημα
39. Και να υπερηφανεύτηκε
40.  Και τη δέκατη τρίτη νύχτα άκουσε κάποιον να βογκάει στο γειτονικό κελί.
41. Κι ένιωσε θλίψη ανείπωτη, ότι δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.
42. Άρχισε λοιπόν, να σέρνεται σιγά- σιγά προς το μέρος του τοίχου.
43. Και πολλές φορές, στο μεγάλο αυτό δρόμο της γης, λιποθύμησε.
44. Κι όταν έφτασε, τέλος, σήκωσε το ανήμπορο χέρι κι άρχισε να χτυπάει τον τοίχο.
45. Όπως, αιώνες, τώρα, συνηθούν μέσα στην ερημιά τους οι τρελοί κι οι φυλακισμένοι.
46. Και μονομιάς το βογκητό έπαψε. Κι ένα σπασμένο χτύπημα ακούστηκε στον τοίχο του άλλου κελιού.
47. Προς δόξαν του ανθρώπου.

48.  Και με συνοδεία μεγάλης φρουράς τον οδήγησαν στο δικαστήριο.
49.  Ήταν δε η φρουρά αμούστακα, φτωχά παιδιά που αισχρολογούσαν και βρίζανε
50. Για να ξεχάσουν πως κάποτε τα φώναζαν: της πλύστρας ο γιος.
51.  Κι εκείνα κρυβόντουσαν πίσω απ’ τα ξεζεμένα κάρα, ή μες στις γκρεμισμένες αποθήκες και κλαίγαν ώρα πολλή.
52.  Κι ήταν στιγμές που μισούσαν τη μάνα τους.
53.  Κι ήταν πάλι στιγμές που πέφταν με δάκρυα στα χέρια της μάνας τους που μύριζαν σαπούνι και ξερό ψωμί
54.  Τα μεγάλα φθαρμένα τους χέρια σα μικρές εκκλησίες που ερειπώθηκαν.
55.  Κι ούτε παπάς πια τώρα τις λειτουργεί, κι ούτε πιστός με βάγια πηγαίνει.
56.  Και κατεβαίνει ο ίδιος ο Θεός και κλαίει
57.  Μέσα στα χέρια τους. 
                                           (Παύση)

58.  Κι οι δικαστές, μόλις εκείνος μπήκε, σκύψαν και κάτι μίλησαν μεταξύ τους
59.  Και τον ερώτησαν: είσαστε πολλοί;
60.  Κι αυτός, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν’ απαντήσει, έδειξε έξω από το παράθυρο,
61.  το πλήθος.
62.  Κι οι δικαστές φώναξαν: τι χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων;
63.  Και θυμήθηκαν, τότε, πως τούτος ο λόγος είχε, κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ξανά ειπωθεί.
64.  Και τους πήρε φόβος μεγάλος.

65.  Κι οι μέρες πέρασαν γρήγορα Κι ήρθε το τελευταίο απόγεμα που ο φτωχός επιγραφοποιός θα ζούσε πάνω στη γη.
66.  Κι ακούμπησε στο μικρό, καγκελόφραχτο παράθυρο του κελιού και κοίταξε κάτω την πολιτεία.
67.  Κι ύστερα κοίταξε ψηλά, που άρχιζαν ν’ ανάβουν τ’ άστρα ένα-ένα.
68.  Και τότε μια απέραντη γαλήνη τον έλουσε, σα να ’σβησαν όλες μεμιάς οι αγωνίες, που χρόνια τώρα τον βασάνιζαν.
69.  Κι ένιωσε μέσα του τον ίδιο γλυκό λυγμό, όπως όταν ήταν παιδί, και κάποιος του άπλωνε εγκάρδια το χέρι του ή του ’λεγε μια παρήγορη λέξη.
70.  Και ψιθύρισε σιγανά: σύντροφοι…

***

άντρες
α΄ ημιχόριο
Καθώς, λοιπόν, ξεφύγαμε από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, και βγήκαμε στ’ ανοιχτά
γνωρίσαμε άλλους πιο τρομερούς κινδύνους: των συντρόφων τη ξαφνική λιγοψυχιά,
του κουπολάτη την τυφλή υπακοή, ή την κρυφή φιλοδοξία του άλλου,
την εύκολη αναγνώριση, τον έπαινο του ταπεινού και την αδιαφορία του μεγάλου,
τη ζήλεια, την αμφιβολία, τη χίμαιρα, την πανουργία που χαμογελά και την υστεροβουλία που δίνει,
κι απ’ όλα πιο χειρότερο, όταν όχι η ελπίδα πια, μα κι αυτός ο ίδιος ο πόνος σου σ’ αφήνει.

β΄ ημιχόριο
Α, οι ηλίθιοι, που πήγαμε και χαθήκαμε στην ξενιτιά, κάτω απ’ τα τείχη της Ιερουσαλήμ, ή στην παλιά πολυτραγουδημένη Τροία
χωρίς κανένας Όμηρος να πει κάτι για μας. Μα να, που όπως ύστερ’ από καιρό μπαίνει κανείς στο σπίτι που του λήστεψαν, ανοίγουμε δακρύζοντας και μπαίνουμε
στην Ιστορία.

[...]
ποιητής
Τίποτα. Κανείς. Η πόλη κουλουριασμένη σαν ένα μυστηριακό ζώο
με το σκοτεινό του τρίχωμα διάστιχτο απ’ τα φανάρια των δρόμων.
Ένα ζευγάρι βγαίνει αγκαλιασμένο από κάποιο κέντρο,
τα φώτα των αυτοκινήτων τούς δίνουν μια στιγμή
το σπασμένο, ωχρό προσωπείο της Ηλέκτρας και του Ορέστη, λίγο πριν απ’ την αναπότρεπτη πράξη,
ενώ, πελώριες κι αόρατες, σαν Ερινύες, τους παραμονεύουν στο βάθος του δρόμου
η κούραση, η μοιχεία — κι η συνήθεια.

Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός που μένει στο ίδιο σπίτι με σένα,
που τρώει στο ίδιο τραπέζι με σένα, που κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι με σένα; Δεν τον γνώρισες ποτέ.
Κι αυτός εκεί, το πρόσωπο τυλιγμένο με σκοτάδι, που ορθώνεται αντιμέτωπος
σ’ ό,τι πας να λησμονήσεις — ποιος είναι; Κανείς.
Μόνο τα χέρια του τυφλού Οιδίποδα ανοιγμένα να του δείχνουνε το δρόμο, σ’ αγγίζουν καμιά φορά
μες στο συνωστισμό. Στο γειτονικό κακόφημο ξενοδοχείο «Βυζάντιον» μπαινοβγαίνουν οι μαστρωποί κι οι αρσενοκοίτες,
στην πόρτα ο μονόφθαλμος θυρωρός, κατευθείαν απόγονος των Παλαιολόγων, γεμάτος σπυριά, αλκοολικά όνειρα και βαριές κληρονομιές —
με συγχωρείτε, αυτός ο δρόμος πού βγάζει; Όχι, όχι αυτόν, ούτ’ εκείνον,
μη, μη... έτσι να στρίψεις τη γωνιά
γκρεμίζεσαι στο χάος...


***

…Φτωχές γυναίκες, μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες, 
τίμιες ή σπιτωμένες, 
ακόμα κι άλλες εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού, 
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού, 
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά πίσω από την αγνότητα, 
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία πίσω απ’ την υπακοή. 

Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία 
που κρύβεται πίσω απ’ την κακία. 
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε 
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι, 
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε, 
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον, 
γιατί τα χρόνια περνάνε… 
 Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, 
όταν μένουμε μονάχες 
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, 
και κρεμάμε στην κρεμάστρα το πανωφόρι 
κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα 
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο. 

 Αχ, γυναίκες έρημες, κανείς δεν έμαθε ποτέ 
πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’ τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας. 
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο…. 
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες, 
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε; 
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες, 
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους… 
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; 
Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια 
με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία; 

Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, 
απ’ το αίμα και την επανάληψη. 
Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή- 
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία. 

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε, 
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά, 
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες, 
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας. 
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει γρήγορα η ζωή, 
ούτε το καταλαβαίνεις. 

Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, 
δε μας ξέρουν παρά μονάχα σα μητέρες, 
δεν μπόρεσαν να μας δουν ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους- 
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους. 

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες 
μέσα στο εσωτερικό μας πάθος, 
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα της μητρότητάς μας…

***

Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,
ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια»,
πήρε μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,
αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει
να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα»,
οι άλλοι απ’ έξω δώσ’ του χτυπήματα στην πόρτα.
Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές
— ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.
Και μόνο εκείνη η γυναίκα,
θα ‘ρθει η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,
την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

***

..Σχέδια που εγκαταλείπουμε. Αποφάσεις που φοβηθήκαμε να πάρουμε.
Προσδοκίες των άλλων από εμάς που τις τροφοδοτήσαμε κι ας ξέραμε τι επικίνδυνο ήταν.
Δικές μας απαιτήσεις απ’ τους άλλους, ενώ μαντεύαμε κι εκείνων τη μικρότητα και τη δική μας υστεροβουλία.
Άνθρωποι που συναντήσαμε μια νύχτα, μα που το βλέμμα τους όρισε πια για πάντα τη ζωή μας.
Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν ήρθε η ώρα δώσαν τη θέση τους σε μια δειλή σιωπή.
Έρχονται όλα κάποτε μαζεμένα.
Μέσα σε μια στιγμή…εκεί που ανεβαίνεις ανύποπτος μια σκάλα ή απλώνεις το χέρι στο σκοτάδι ψάχνοντας για το φως.
Μονάχος σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο ή μέσα στο πλήθος και τα φώτα.
Πού να πας τότε; Πού να κρυφτείς; Τι την έκανες την ανεπανάληπτη ζωή σου;…

***

Ω αρετή της συγνώμης, αρετή της υπομονής, αρετή
της αυταπάρνησης,
μα πάνω απ’ όλα, υπέρτατη αρετή, σαν τους απλούς ανθρώπους,
να δέχεσαι υπάκουα, κατανυχτικά το πέρασμα του χρόνου,
κατανοώντας αόριστα το βαθύ μυστήριο της αιώνιας κίνησης
κι αλλαγής
και σχεδόν συγκατανεύοντας – σα να ‘σαι λίγο κι εσύ
ο δημιουργός του.
Κι α, ποια άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία
υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,
απ’ το τραγούδι.

Το ποιητικό έργο "Καντάτα" του Τάσου Λειβαδίτη κυκλοφόρησε για πρώτη φορά από τις Εκδόσεις "Κέδρος" το 1960.
Επίσης βρίσκεται και στον συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του "Ποιήματα 1 (1950-1966)" που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις "Μετρονόμος" το 2015. 






Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Ρίτα Μπούμη-Παπά - Αφιέρωμα

 

#διαβάζω_για_σένα


Αφιέρωμα στην ποιήτρια


Ρίτα Μπούμη-Παπά



Διακόσοι


Η πρώτη αυγή του φετινού Μαγιού

κρέμασε μεγάλες νεκρικές κουρτίνες

που μαύρισαν τον ήλιο

και σώπασαν το φλώρι στη ροδιά

καθώς ήρθαν του χάρου τα καμιόνια

με βουλιαγμένες τις παχιές τους ρόδες

στ’ αχτινοβόλα χαμομήλια και τα χόρτα

γεμάτα αγαπημένα κι άγνωστα παιδιά

που ζητωκραύγαζαν ορθά και τραγουδούσαν


Ο σημερινός ήλιος δε μαλάκωσε τη χτεσινή απόφαση

αξίνα η πένα π’ άνοιξε στο χαρτί διακόσια μνήματα

γι’ αγόρια πιο νέα κι απ’ το Χριστό

που δεν τραφήκανε με γάλα, μέλι και ψωμί

παρά το Μέγα Όνειρο

θρέψαν με τ’ ασήμι τους το μεδούλι

με μια ερωμένη στα μάτια του φτιαγμένη από αέρα

αέρα πλατύ γαλάζιο αέρα


Τα σημερινά πουλιά δε στόλισαν τα μαλλιά σας

απ’ το στερνό θυμό σας ηλεχτρισμένα

περάσατε μέσα απ’ τις παπαρούνες

και τα ψηλά στάχια

κι ήταν σαν τότε

που κυνηγούσατε κοτσύφια με το λάστιχο

στα γλυκά ξένα χωράφια,

παιδιά που ήρθατε και φύγατε

κολυμπώντας στο αίμα

όταν εμείς το σφουγγαράκι μιας φωλίτσας επροσέχαμε

μη και χαλάσουν τα παιδιά τ’ αυγά της σφήκας


Παραταχτήκατε κάτω απ’ τη δόξα του ήλιου

με της μητέρας σας τ’ ασύχαστο φακιόλι

χαμένο πίσω απ’ τα δενδροπερίβολα

σα φάκελο που τ’ άρπαξε ο άνεμος αφίλητο,

τα δάκρυά της γίνανε ρυάκι

στων ξένων γυναικών τα τσίνορα

τ’ αδέρφια σας συνάχτηκαν στην πράσινη πλαγιά

να δέσουν το στεφάνι της πρωτομαγιά σας

καθώς σα μαθητές το Μάιο τραγουδώντας

βγήκατε όλοι μαζί στην εξοχή σήμερα για να προαπαντήσετε το θάνατό σας!


Το βουνήσιο σήμαντρο λύθηκε ξαφνικά

κι απ’ το μοναστήρι με τους μαύρους τρούλους

χύθηκε αργά ένα σμάρι από παράπονα

να μετρήσει τις ώρες της μεγάλης παρασκευής σας

κι ήταν σα να σας αποχαιρέταγε για μας

που δεν μπορούσαμε να σας φωνάξουμε αντίο

όπως τόκαναν τ’ αρνάκια βελάζοντας,

είμαστε από το πρωί φρουρημένοι απ’ τις περίπολες

φοβάται ο εχτρός τη δόξα του θανάτου σας

δε θέλει ν’ ακούσομε την τελευταία σας λέξη

με το σάλιο σας να δούμε πως τον νικάτε

γι’ αυτό μας ζώσανε σιδερόφραχτοι στρατιώτες του

γι’ αυτό μπήκαν στα πρωινά περβόλια μας

γεμάτα πεταλούδες και κεχριμπαρένιες μαργαρίτες.


Τι κάνατε λοιπόν για να θεριστείτε γυμνοί

πίσω απ’ τον οχυρωμένο μαντρότοιχο;

η πατρίδα το ξέρει και κλαίει

κοπήκατε σαν τα υγρά τριαντάφυλλα

που φύλαγαν τα κορίτσια προτού σας χάσουν

για να δοξάσουν το μπούστο που σας περίμενε


Σεις γίνατε στεφάνι από πυρακάνθι

Χαλκάς ζεματιστός στο λαιμό της ανθρωπότητας

αγαπημένα παιδιά του μαρτυρίου

που βάψατε μαύρους τους τοίχους της συνοικίας

και μας φορέσατε το πένθος της μνήμης σας

σκληρής βαριάς σαν πετροκάρβουνο


Οι κρότοι που σας στέρησαν τη θέα του κόσμου

γαζώνουν την καρδιά μας

κόβουν τα γόνατά μας οι ριπές σας

αχ τότε που γατζωθήκατε με τα μάτια μεγάλα

και σπαρταρήσατε στο μεταξένιο αιθέρα

κεντημένο απ’ τις πρωτάνθιστες ροδακινίτσες

για να γενείτε αητοί με βασιλικές φτερούγες

να πιείτε όλο τον ήλιο που διψάσατε

κι ας περιμέναν όξω τα καμιόνια

να πάρουν την κόκκινη λάσπη σας.


 Βάψτε τους δρόμους με τις καρδιές σας·

ήρθε το περιστέρι απ’ το χωριό,

βάφτισε τα ξανθά του πόδια

στο χαντάκι που στράγγισαν τα νιάτα σας,

κόκκινο θα γυρίσει πριν απ’ τον ταχυδρόμο

χάθηκε κι η γριούλα που κίνησε νύχτα

να ψηλαφίσει τα σύνορα της Αθήνας

να βρει ένα κομμάτι ρούχο σας στη λεωφόρο

σκισμένο με τα δόντια σας και πεταμένο για σημάδι

πίσω απ’ τα βουνά έχασε τις παντόφλες της

την ώρα που τα κάρα κουβαλούσαν τα σφάγια σας

ανάμεσα σε δυο σειρές κεριών

π’ ανάψαμε με το νου μας

εκεί στις κόχες του τελευταίου σας δρόμου

απ’ όπου της χλόης ο θυμός

χίμηξε να πνίξει τις πέτρες


Σεις έχετε κιόλας σμίξει με τ’ αδέρφια σας

τις ανθισμένες ιτιές και τα σιντριβάνια

τ’ άλογα καβαλικέψατε του ρήγα ήλιου

πάνω απ’ τη θάλασσα των παραμυθιών

με ασημένιο αμάξι

κι εμείς ζηλεύουμε τη δόξα σας

παιδιά με τ’ ανοιχτόστοιθα πουκάμισα

αυριανά μας αγάλματα


Πέτρινες εντολές τ’ άτριχα στήθια σας

μέσα απ’ το δάσος που περπατήσατε

μ’ όρθια πόδια

καθώς δίχως ελπίδα μπλεχτήκατε την πιο ένδοξη στιγμή 

με τα χελιδόνια του στρόβιλου

και τα σγουρά θυμάρια.


Τι γλυκά που ησυχάσατε μάρτυρες

μαζί με το χαλάζι των πολυβόλων

κάτω απ’ τις κυψέλες του Υμηττού…

Βιτσιά στον ύπνο μας το χαριστικό βόλι σας

βιτσιά στο αίμα μας

βιτσιά στα όνειρά μας

πόσα μαρμαρένια παιδιά θα στήσομε αύριο

δω μέσα που πνίγηκαν στο αίμα τα μερμήγκια!


Πόση σιωπή θέλει το ρόδι για να δέσει

πόση οργή για να σκάσει και να χυθεί

είσαστε οι διακόσιοι της Πρωτομαγιάς

εκατό λιγότεροι από τους συντρόφους του Λεωνίδα

που σας αποχαιρέτησαν τα τρυφερά κλίματα

κι ο τσομπάνος πούκλαιγε δαγκάνοντας το δάχτυλο

κι οι ανθισμένες λεμονιές των επιτάφιων όλων

και τα κορίτσια που δεν φιλήσατε

καθώς η φοβερή απουσία της μάνας σας

άχνιζε πελώρια στον αιθέρα

σαν τα θεσσαλικά ποτάμια το χειμώνα.


Ούτε λουλούδια να σας φέρουμε δεν μας άφηκαν

να κοινωνήσομε απ’ το γαρούφαλο της πληγής σας

να σφουγγίσουμε με τα μαλλιά μας

τον ακριβό ιδρώτα της αγωνίας σας

ορφανές γυναίκες αφημένες πίσω με μαδημένα μάγουλα

και τη ζουγραφιά σας στα μάτια μας

κάτω απ’ τη μολυβένια βροχή που σας θέρισε

πριν από τα στάχυα

για να ζεστάνετε με τ’ άστρα σας

τη γριά κορώνα του κόσμου.


Αντίο παιδιά

δε θα ξεχάσουμε το τίμιο μέτωπό σας

με τη λάμπα του θα φωτίσουμε την υπόλοιπη ζωή μας

με την πίκρα σας θα γεμίσουμε τα βιβλία μας

και με το ρουμπινί αίμα σας

θα βάψουμε τις σημαίες της οικουμένης


Ρίτα Μπούμη - Παπά


Το ποίημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ολόκληρο στο διαδίκτυο στη σελίδα «Ατέχνως» (atexnos.gr) 



Ειρήνη


Κλείσ’ το βιβλίο.

Την αυγή σφάξαν μια κόρη

αιματοπότες άνθρωποι. Κι όλη τη μέρα

κλαίγαν τα δέντρα που είδανε το φόνο

τέσσερα χιλιόμετρα έξω απ’ τα Γρεβενά.


Μπροστά στην πύλη της αυγής

ρόδινη απ’ την ανταύγεια προχωρούσε

με μαλλιά ξέπλεκα η Ρηνούλα

με το λευκό της φόρεμα της Κυριακής

με μόνο κόσμημα τα σμαραγδιά της μάτια.


Ανυποψίαστη, άπραγη, μικρή

τριγυρισμένη από τουφέκια γυμνασμένα

γαλήνια εβάδιζε κοιτώντας τα πλατάνια

αποχαιρέταε τα πουλιά δίχως παράπονο

τους λόφους πέρα και το δάσος.


Δεν ήταν μια πριγκίπισσα από τα παραμύθια

που βγήκε αυγή με τις θεραπαινίδες της

για να συνάξει ρόδα υγρά

σ’ ένα πανέρι από ακτίνες.

Μια δασκαλίτσα ήτανε αγροτικού σχολειού.


(Καλημέρα κίτρινο θερισμένο χόρτο

δεν ήρθα για περίπατο στις ασημένιες όχθες

ήρθα για να με σφάξουνε.

Όταν ο ήλιος υψωθεί σε λίγο

κι όπως κάθε πρωί μ’ αναζητήσει,

εσύ που γνώρισες του δρεπανιού την κόψη

και είσαι ο μόνος μάρτυρας εδώ

πες του πως με θερίσανε και μένα

ανήμερα Αγιάς Μαρίνας

πως άφησα έρημο το σπίτι μας

αράχνες να το κατοικήσουν.

Μόνο στα μαθητούδια μου μην κάνεις λόγο

αν έρθουν ως εδώ και ψάχνουν,

μην πεις πως βρίσκομαι κάτω απ’ τις πέτρες.

Κι αν δουν το αίμα μου και σε ρωτήσουν

πες τους αρνί πως σφάξαν οι βοσκοί).


Ο ποταμός πήρε το βόγγο της και τόνε τρέχει

στα δυο στηθάκια της σημάδεψαν οι στρατιώτες

με τα μεγάλα μάτια της πρώτη τους πυροβόλησε!

Σαν ν’ απαντούσε σ’ ένα προσκλητήριο

φώναζε τ’ όνομά της δυνατά

από τη λήθη να το σώσει.


Άνεμε, ξύπνα! Ούρλιαξε! μέσα απ’ τα φύλλα,

πλαδαρά πρόσωπα στα πουπουλένια μαξιλάρια

σηκωθείτε να δείτε το σφαγμένο κορίτσι

την άσπιλη καρδιά του να κρατά ψηλά

σαν αρτοφόρι για τους πεινασμένους

και να φωνάζει αυτό που μόλις ψιθυρίζουμε

φτασμένη όρθια στον ανοιγμένο τάφο

και μες στις αλυσίδες της

μια κορδελίτσα κόκκινη να λάμπει.


Ρίτα Μπούμη - Παπά


Το ποίημα είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Ειρήνης Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα), της πρώτης γυναίκας που εκτελέστηκε με απόφαση Έκτακτου Στρατοδικείου, στα χρόνια του εμφύλιου πολέμου.

Από την ποιητική συλλογή Χίλια σκοτωμένα κορίτσια (Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις - 1964).



Η μοίρα μας 


Πόσοι μας αγνοούν, Θεέ μου,

Από τα μακρινά τʼ αστέρια σου

Μέχρι τον ένοικο του πλαϊνού σπιτιού…

Πόσοι δεν ξέρουν πως τους αγαπούμε

Πόσοι δεν ξέρουνε πως χτίζουμε γιʼ αυτούς

Για τα παιδιά τους

Για τα εγγόνια τους

Πόσοι δεν ξέρουνε την αυταπάρνηση μας

Τη μοναξιά μας

Πόσοι κοιμούνται δίχως να μας πουν καληνύχτα

Όταν γιʼ αυτούς ξενυχτούμε σʼ ένα τραπέζι με μια λάμπα

Πόσοι δεν νιώθουνε το χάδι μας σαν τους τυλίγει

Πόσοι θαρρούν πως είμαστε φαντάσματα, βρυκόλακες

Όταν μπροστά στη ρέμβη τους περνούμε ως ίσκιοι

Πόσοι δεν μας υποψιάζονται καθόλου

Πόσοι δεν μας προσέχουν

Πόσοι δεν μας ακούνε νʼ αλαλάζουμε στην έρημο

Πόσοι στο δρόμο μας προσπερνούν ανίδεοι

Μη ξέροντας πως είμαστε η ψίχα της καρδιάς τους

Πόσοι, Θεέ μας, μας περιγελούν

Που περπατούμε ανάλαφροι κι αφηρημένοι

Πόσοι ξαφνιάζονται

Πόσοι ακόμα και τρομάζουν

Γιατί περνώντας τους χαμογελούμε.


Ρίτα Μπούμη - Παπά



Ο θαλασσοπόρος


Έχω ένα καράβι, τόσο, με πανιά,

θάλασσες αφήνει, θάλασσες περνά.


Άφωνος στον κίνδυνο και θαλασσομάχος,

ταξιδεύω σχίζοντας πέλαγα μονάχος.


Στου περιβολιού μας τη δεξαμενή

τα νερά τους σμίγουν πέντε ωκεανοί!


Γύρω περιμένουν στις ακτές οι κάβοι

δίπλα τους νʼ αράξει τʼ άσπρο μου καράβι.


Στην Ινδία, στο Βόλγα, στο Μισισιπή

τρέχει το καράβι μου, πάει σαν αστραπή.


Το φεγγάρι μέσα απ’ το πυκνό πλατάνι

στα ταξίδια του όλα συντροφιά μού κάνει.


Προς τα πολυτρίχια, λίγο παρακεί,

το τιμόνι αν στρίψω, να κι η Αφρική.


Πίσω απ’ του κισσού μας τη χλωρή κουρτίνα,

έγια μόλα, βάζω πλώρη για την Κίνα.


Το Σουέζ, την Πόλη και τον Παναμά,

ως να με φωνάξει για φαΐ η μαμά.


Καθισμένος πλάι σε μια γλάστρα δυόσμο

δέκα χρόνων πλοίαρχος, γνώρισα τον κόσμο!


Ρίτα Μπούμη - Παπά



Πώς άνθισαν απόψε τα φιλιά μου


Πώς άνθισαν απόψε τα φιλιά μου

Κʼ έγιναν τα ξερά μου χείλια κήποι

Και στα νεκρά σκίρτησαν σωθικά μου

Παλιοί λησμονημένοι κάποιοι χτύποι;


Ανέστη, Θε μου, ο πόθος του έρωτα μου,

Που ο χωρισμός τον νέκρωσε κι η λύπη

Απόψε μες στην άρρωστη καρδιά μου

Που ο πόνος κι ο καημός δεν απολείπει!


Λουλούδια ευωδιαστά γίναν οι πόνοι

Και το σφιχτό μου στόμα αχνά γελάει

Θαρρώντας πως η αγάπη το σιμώνει….

Πιο γρήγορα το στήθος μου χτυπάει

Από μια σκέψη που έκανα και μόνη

Που πέρασε σα σύννεφο και πάει…


Ρίτα Μπούμη - Παπά



Υπόγειο


Τους ήλιους δεν εμέτρησες που σε ζητήσαν τόσα χρόνια

πού είσαι κόρη με τα γαλάζια τσίνορα;

Σ’ έκρυψε στο φουστάνι της η μαραμένη γυναίκα

πέντε χειμώνες σ’ έθαψαν με χιόνι λασπερό.

Βαθιά στη γη υποτάχτηκες όπως μια ρίζα

ψηλά τεντώνεσαι για να καλημερίσεις

ένα λουλούδι που βασιλεύει στον καιρό του

διψά η καρδιά σου για καινούργιο κάτοικο.

Μεγάλη νυχτερίδα από το φως σου θρέφεται

γι’ αυτό νωρίς βραδιάζει πριν χορτάσεις

στα ψηλά δώματα βόσκει το μεσημέρι

τους δρόμους καβαλίκεψε το ξανθό κύμα του.

Ύψος δεν έχει για τα δυο φτερά σου

να λιώσει η πάχνη να φωνάξει το αίμα σου,

ξέχασες την αφή που 'χει ο ουρανός στην άνθισή του

από μια τρύπα διακονεύεις την αγάπη του.

Πεθαίνεις με τους ποιητές κάθε ηλιοβασίλεμα

τα χέρια σου μυρίζουν από τα μαλλιά τους

χτυπά η καμπάνα που δεν πιστεύεις πια

σε ξένη αυλή το φεγγαράκι δοκιμάζεις.

Μαδάς του ημεροδείχτη το πιστό τριαντάφυλλο

σε τόσο βάθος τρων σκουλήκια τον πατέρα σου

όμοια κι εδώ ακέρια μέρα δε χωρεί

κ’ είναι το φιλικό το βήμα απ’ άλλο κόσμο.

Σου 'φερε ο Μιλόζ φέτος την άνοιξη

την πείνα σου ποιος άλλος να συλλογιστεί;

Φουρτούνιασε τη γειτονιά το φιλντισένιο αμάξι του

γίνου όμορφη στα περιβόλια θα σε δείξει!

Έχεις ένα χαμόγελο από μαργαριτάρια

ψαράδες Σικελοί το ταίριαξαν να το φοράς

ψάξε και βρες το πριν το κλειδώσει η νύχτα

σ’ ένα σεντούκι πιο βαθύ απ’ το δικό σου.


Ρίτα Μπούμη - Παπά

Από τη συλλογή Καινούργια χλόη (1952)

[πηγή: Ρίτα Μπούμη-Παπά, Άπαντα, τ. 3, Εκδόσεις Καρανάση, Αθήνα 1981, σ. 141]



Φως ιλαρόν


Φως ιλαρόν

Είσαι το μόνο φως που ορίζω

Σε πύργο σε κρατώ στημένο

Στον άνεμο

Σʼ αβράδυαστη μέρα σʼ αιχμαλωτίζω

Μαργαριτάρια σου χαρίζω

Περίπατους γλυκούς

Σʼ ουρανούς δίχως σύνορα.

Πριν από σένα

Είχαν δει την καρδιά μου οι γλάροι

Να ναυαγεί

Σκεπασμένη με φύκια.

Τώρα χτυπάς εσύ το τζάμι μου

Κι οι γούνες της θάλασσας

Τυλίγουν το ρίγος μου

Νύχτες έναστρες ξεκολλούν

απʼ το χρόνο

φωτιές από ουράνια τόξα

καίνε στο τζάκι μου

ξημερώνει

και δεν διαλύονται τα φαντάσματα

που χτίζουν στον ύπνο μου

παλάτια στην άμμο.


Φως ιλαρόν

Όποια χώρα επισκεφθείς λέγεται

Ελπίδα

Όποια γη πατήσεις καλπάζει

Στη χαίτη του ιλίγγου

Στην έκσταση

Σ΄ όποιο προσκέφαλο κοιμηθείς

Με σπαθί λυγερό από μαρτιάτικο μίσχο

Το σφάζεις

Το γεμίζεις όνειρα.

Λαμπάδα από ανόθευτο κερί

Στα σκοτάδια

Φέξε απʼ τα ύψη τους νόμους

Μιας νέας θρησκείας

Αναίμακτης

Το υλικό

Για το μέγα ναό της ειρήνης

Που αιώνες ονειρεύονται

Τʼ ανθρώπινα ποίμνια.

Δείξε σʼ όσους δεν πίνουν

Άλλο κρασί απʼ το αίμα

Και το κίτρινο μέταλλο έχουν θεό

Τις διαστάσεις του χρόνου

Στο χώρο που εσύ μόνο βαδίζεις

Το μόριο της παρουσίας τους

Στο απέραντο σύμπαν

Το μαστό τον αστείρευτο

Της αγάπης το γάλα.

Εξήγησε τους πόσο απύθμενη είναι

Η άβυσσος

Πόσο έχουνε κιόλας

Στο χείλος της πλησιάσει

Με το πνεύμα δεμένο

Στων πολέμων τʼ αμάξια

Πόση οργή ηφαιστείων κλείνει

Η ξέχειλη καρδιά των ταπεινών

Που δεν είδαν ποτέ τους

Ψωμί και βιβλίο

Και γράψε στο μαύρο βελούδο

Του άπειρου

Με πύρινα γράμματα

Πως η νίκη θα ʽναι του Ανθρώπου.

Φως ιλαρόν

Εσύ, εγώ και το τραγούδι

Τρέχομε ακόμα μαζί

Διανύομε αποστάσεις μέσα σε στιγμές

Εισδύοντας σε κύκλους πύρινους

Για να καούμε

Μα, απʼ τη δοκιμασία

Βγαίνομε πιο άλκιμοι

Και πιο λαμπροί.

Δεν ξέρω αν ήταν εποχή που είμαστε

Άγνωστοι

Εσύ, εγώ και το τραγούδι

Τώρα αναζητιόμαστε κι οι τρεις

Απεγνωσμένα

Η επαφή μας κάνει τα δέντρα

Να τινάζονται

Δίχως πνοή ανέμου

Λέξεις βελούδινες ανθούν στʼ αυτιά

Με ματωμένους μίσχους

Κι ένας λαβύρινθος μας παρασύρει

Στα ενδότερα του.

Κι αυτόν όμως τον κίνδυνο τον αψηφούμε

-γιατί τώρα το νήμα δεν υπάρχει

κι η Αριάδνη ήταν μύθος-

πάνω στο άσπρο προσκέφαλο του δειλινού

κωφεύομε

στη μυστική επίκληση της φρόνησης

είμαστε έτοιμοι για το πήδημα

του θανάτου

για την πάλη της αγάπης

εναντίον όλων

για την ελπίδα που τρέμει

και ζητά να ζήσει

μες στα ερείπια και στις στάχτες

για την απόφαση

να συγκολλήσουμε τρίμμα με τρίμμα

όλα τα θρύψαλα

σʼ έναν καθρέφτη γαλανό

με χλοερές ανταύγειες

και δάφνες άκοπες στις όχθες

να ιδούμε ακόμα μια φορά

ολάνθιστο το πρόσωπο μας.


Ρίτα Μπούμη - Παπά