ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΝΟΙΚΟΚΥΡΗ



Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΝΟΙΚΟΚΥΡΗ

Απόψε έξω κάνει κρύο
και χουχουλιάζουμε στο τζάκι
καιρός καλός για μας τους δύο
μα κάπου τρέμει ένα κορμάκι.

Στην αγκαλιά σου παίρνω θέση
βρίσκει η ψυχή μου καταφύγιο
μη βασανίζεσαι στη σκέψη
πως πέφτει η νύχτα σαν μαστίγιο.

Στρώσε να φάμε στο τραπέζι
για να δοξάσουμε τον Κύριο
το σπιτικό μας προστατεύει
και μας γλιτώνει απ’ το μαρτύριο.

Εμείς δεν βλάψαμε κανένα
κάνουμε πάντα το σταυρό μας
κι ένα κομμάτι απ’ τα κλεμμένα
το δίνουμε στον διπλανό μας.

Εμείς δεν έχουμε ευθύνη
για ό,τι γύρω μας συμβαίνει
κι αν θέλεις κάτι να μας μείνει
κράτα την πόρτα κλειδωμένη.

Αν έχει ο Θεός για όλους
πρέπει και να το αποδείξει
να μας φυλάξει από τους άλλους
και στα φτερά του να μας κρύψει.

Κι εμείς λιβάνι θα σκορπάμε
τις Κυριακές στην εκκλησία
και μερτικό θα του χρωστάμε
κάποτε αν γίνουμ’ εξουσία.


Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ - ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ


ΑΚΟΥΣΤΕ...
τον αξεπέραστο ποιητικό λόγο
του Κώστα Βάρναλη


ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ

Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλη η παρέα πίναμε εψές
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής,
ω, πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

(Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ' ουρανού·
ω της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε σβήνετε μακριά μας
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερη η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιός του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα.

Έτσι, στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί·
σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Πηγή φωτο : www.imerisia.gr

ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Εμείς φτιαχτήκαμε από χώμα και νερό
κι οι άλλοι γίναν από σίδερο και πέτρα
εμείς πετάμε τα παπούτσια στο χορό
κι αυτοί μετράνε με της λογικής τα μέτρα.

Εμείς θα καίμε τα φτερά μας στη φωτιά
κι αυτοί θα φτιάχνουνε υπόγεια καταφύγια
εμείς θα παίζουμε στα ζάρια την καρδιά
κι αυτοί θα ρίχνουν τη ζωή τους στα σκουπίδια.

Εμείς χορταίνουμε με αλάτι και ψωμί
κι αυτοί τα χρήματα μετράνε σε δεσμίδες
εμείς ποτίζουμε ιδρώτα το κορμί
κι αυτοί φορτώνουν την ψυχή με αλυσίδες.

Εμείς ανοίγουμε στο πέλαγο πανιά
κι αυτοί στη μαύρη αγορά τους να δουλεύουν
εμείς σπουργίτια νηστικά στην παγωνιά
κι αυτοί τα ρούχα του Χριστού να παζαρεύουν.

Ίδιο κομμάτι μας ανήκει από τη γη
πίσω αφήνει ο καθένας ό,τι παίρνει
για το ταξίδι όλοι φεύγουμε γυμνοί
κι ο κάθε άνθρωπος θερίζει ό,τι σπέρνει.


Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΕΔΩ


Πηγή φωτο : topontiki.gr

ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΕΔΩ

Βαλκάνια εδώ και βρέχει
κάπου ο πόλεμος θερίζει
κάποιο υπόγειο πλημμυρίζει
κάποιος στο κρύο τουρτουρίζει
κι εμείς, αδέρφια, πέρα βρέχει.

Βαλκάνια εδώ και βρέχει
κάποιοι εργάτες που πεινάνε
κάποιοι στους δρόμους τριγυρνάνε
κάποιοι δικαίωση ζητάνε
κι εμείς, αδέρφια, πέρα βρέχει.

Βαλκάνια εδώ και βρέχει
κάποιοι τα φράγκα τους μετράνε
κάποιοι το χρήμα προσκυνάνε
κάποιοι στην πλάτη μας γλεντάνε
κι εμείς, αδέρφια, πέρα βρέχει.

Βαλκάνια εδώ και βρέχει
κάποιοι αδιάφορα περνάνε
κάποιοι περίεργα κοιτάνε
κάποιοι μας κλέβουν και γελάνε
κι εμείς, αδέρφια, πέρα βρέχει.

Στο καφενείο οι συζητήσεις
δίνουν και παίρνουν και οι λύσεις
έχει ο καθένας από μία
πολιτική και οικονομία
μ’ αυτά, μ’ εκείνα και με τ’ άλλα
τον κόσμο βλέπουμε απ’ τη γυάλα
πώς μας αρέσει ο καθρέφτης
κι ας ξέρουμε πως είναι ψεύτης
για το ξερό μας το κεφάλι
έχει ο Θεός, κι αύριο πάλι.

Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΕΙΡΗΝΗ


ΑΚΟΥΣΤΕ...
... το πανανθρώπινο κήρυγμα αγάπης
του ποιητή της Ρωμιοσύνης
Γιάννη Ρίτσου


ΕΙΡΗΝΗ

Τ᾿ ὄνειρο τοῦ παιδιοῦ εἶναι ἡ εἰρήνη
Τ᾿ ὄνειρο τῆς μάνας εἶναι ἡ εἰρήνη
Τὰ λόγια τῆς ἀγάπης κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα
εἶναι ἡ εἰρήνη.
Ὁ πατέρας ποὺ γυρνάει τ᾿ ἀπόβραδο
μ᾿ ἕνα φαρδὺ χαμόγελο στὰ μάτια
μ᾿ ἕνα ζεμπίλι στὰ χέρια του γεμάτο φροῦτα
καὶ οἱ σταγόνες τοῦ ἱδρώτα στὸ μέτωπό του
εἶναι ὅπως οἱ σταγόνες τοῦ σταμνιοῦ
ποὺ παγώνει τὸ νερὸ στὸ παράθυρο,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Ὅταν οἱ οὐλὲς ἀπ᾿ τὶς λαβωματιὲς
κλείνουν στὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου
καὶ μὲς στοὺς λάκκους ποὔσκαψαν οἱ ὀβίδες
φυτεύουμε δέντρα
καὶ στὶς καρδιὲς ποὔκαψε ἡ πυρκαγιὰ
δένει τὰ πρῶτα της μπουμπούκια ἡ ἐλπίδα
κι οἱ νεκροὶ μποροῦν νὰ γείρουν στὸν πλευρό τους
καὶ νὰ κοιμηθοῦν δίχως παράπονο
ξέροντας πὼς δὲν πῆγε τὸ αἷμα τους τοῦ κάκου,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Εἰρήνη εἶναι ἡ μυρουδιὰ τοῦ φαγητοῦ τὸ βράδυ,
τότε ποὺ τὸ σταμάτημα τοῦ αὐτοκινήτου στὸ δρόμο
δὲν εἶναι φόβος,
τότε ποὺ τὸ χτύπημα στὴν πόρτα
σημαίνει φίλος,
καὶ τὸ ἄνοιγμα τοῦ παραθύρου κάθε ὥρα
σημαίνει οὐρανός,
γιορτάζοντας τὰ μάτια μας
μὲ τὶς μακρινὲς καμπάνες τῶν χρωμάτων του,
εἶναι εἰρήνη.

Εἰρήνη εἶναι ἕνα ποτήρι ζεστὸ γάλα
κι ἕνα βιβλίο μπροστὰ στὸ παιδὶ ποὺ ξυπνάει,
τότε ποὺ τὰ στάχυα γέρνουν τό ῾να στ᾿ ἄλλο λέγοντας:
τὸ φῶς, τὸ φῶς
καὶ ξεχειλάει ἡ στεφάνη τοῦ ὁρίζοντα φῶς,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Τότε ποὺ οἱ φυλακὲς ἐπισκευάζονται νὰ γίνουν βιβλιοθῆκες,
τότε ποὺ ἕνα τραγούδι ἀνεβαίνει ἀπὸ κατώφλι σὲ κατώφλι τὴ νύχτα,
τότε ποὺ τ᾿ ἀνοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ σύγνεφο
ὅπως βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κουρεῖο τῆς συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ὁ ἐργάτης τὸ Σαββατόβραδο,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Τότε ποὺ ἡ μέρα ποὺ πέρασε,
δὲν εἶναι μιὰ μέρα ποὺ χάθηκε,
μὰ εἶναι ἡ ρίζα ποὺ ἀνεβάζει τὰ φύλλα τῆς χαρᾶς μέσα στὸ βράδυ
κι εἶναι μιὰ κερδισμένη μέρα κι ἕνας δίκαιος ὕπνος,
ποὺ νιώθεις πάλι ὁ ἥλιος νὰ δένει βιαστικὰ τὰ κορδόνια του
νὰ κυνηγήσει τὴ λύπη ἀπ᾿ τὶς γωνιὲς τοῦ χρόνου,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Εἰρήνη εἶναι οἱ θημωνιὲς τῶν ἀχτίνων στοὺς κάμπους τοῦ καλοκαιριοῦ
εἶναι τ᾿ ἀλφαβητάρι τῆς καλοσύνης στὰ γόνατα τῆς αὐγῆς.
Ὅταν λές: ἀδελφές μου, - ὅταν λέμε: αὔριο θὰ χτίσουμε.
ὅταν χτίζουμε καὶ τραγουδᾶμε,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Ἡ εἰρήνη εἶναι τὰ σφιγμένα χέρια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι τὸ ζεστὸ ψωμὶ στὸ τραπέζι τοῦ κόσμου
εἶναι τὸ χαμόγελο τῆς μάνας
Τίποτ᾿ ἄλλο δὲν εἶναι ἡ εἰρήνη.
Καὶ τ᾿ ἀλέτρια ποὺ χαράζουν βαθιὲς αὐλακιὲς σ᾿ ὅλη τὴ γῆ,
ἕνα ὄνομα μονάχα γράφουν:
Εἰρήνη.
Τίποτ᾿ ἄλλο. Εἰρήνη.

Πάνω στὶς ράγες τῶν στίχων μου
τὸ τραῖνο ποὺ προχωρεῖ στὸ μέλλον
φορτωμένο στάρι καὶ τριαντάφυλλα,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Ἀδέρφια,
μὲς στὴν εἰρήνη διάπλατα ἀνασαίνει ὅλος ὁ κόσμος
μὲ ὅλα τὰ ὄνειρά μας
Δῶστε τὰ χέρια ἀδέρφια μου,
αὐτό ῾ναι ἡ εἰρήνη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ALEXANDRA LOSS - ΣΚΙΑΧΤΡΟ


ΑΚΟΥΣΤΕ...
... ένα κείμενο που αναζητά 
τη χαμένη ανθρωπιά μας
στις δαιδαλώδεις διαδρομές
της ανθρωπιστικής κρίσης...




ΣΚΙΑΧΤΡΟ
Είδα ένα σκιάχτρο.

Στον σταθμό του προαστιακού, διαδρομή Αεροδρόμιο-Νέα Λιόσια, να λυγίζει στις ριπές των πρώτων ανέμων του χειμώνα, περπατώντας ανάμεσα σε απρόσωπες κούκλες -ή μήπως ήταν άνθρωποι;- είδα, λοιπόν, ένα σκιάχτρο. Και σαν σκιάχτρο στη μέση του αγρού, με τη σάρκα του να διαλύεται σε άχυρα και κουρέλια κάτω από την μανία του καιρού, τρόμαζε κι έδιωχνε τα κοράκια. Περνούσε και στο δυσοίωνο βάδισμά του τα κοράκια -ή μήπως ήταν άνθρωποι;- σκορπίζονταν, για να βγουν από τον δρόμο του.

«Μήπως περισσεύουν 20 λεπτά;»

Μ’ αυτό του το φρικιαστικό κάλεσμα άνοιγε δρόμο. Δεν περίσσευαν 20 λεπτά. Δεν περίσσευαν κανενός είδους 20 λεπτά. Ούτε στα πορτοφόλια, ούτε στα ρολόγια.

Είδα ένα σκιάχτρο.

Είχε τσακισμένο σώμα και κουρελιασμένα ρούχα. Είχε αχυρένια μαλλιά και βρώμικη όψη. Το χρώμα των ματιών του ήταν μπλε -ή μήπως ήταν άδειο; Το έβλεπα να πλησιάζει σε εικόνα υγρή και θολή, ετοίμαζε το κάλεσμα του, σε κάθε ασταθές κι αργό βήμα του, ετοίμαζε μια λέξη, σαν να ‘θελε να διώξει απ’ τον δρόμο του κι εμένα, τα μάτια του -ήταν μπλε, άραγε, ήταν μπλε ή άδεια;- καρφωμένα στα δικά μου, ή μάλλον διαπερνούσαν τα δικά μου, κι εγώ πετρωμένη αποφάσισα πως δε θα φύγω, δεν είμαι κοράκι εγώ, δεν είμαι κοράκι, δεν είμαι.. Έβγαλα το πορτοφόλι μου.

«Να σου πω, έκλαιγες;»

Τα μάτια του ήταν μπλε. Κοίταξα το ρολόι μου.

Είδα έναν άνθρωπο.

Ένας άνθρωπος προχωρούσε γενναίος ανάμεσα στα σκιάχτρα και μου έδωσε 20 λεπτά.

ALEXANDRA LOSS

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ - ΛΕΕΙ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ ΣΕ ΚΑΠΟΙΑΝ ΑΛΛΗ...


ΑΚΟΥΣΤΕ
... τον απολύτως επίκαιρο
σατιρικό ποιητικό λόγο
του Γεώργιου Σουρή



ΛΕΕΙ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ ΣΕ ΚΑΠΟΙΑΝ ΑΛΛΗ...

Λέει γειτόνισσα σε κάποιαν άλλη :
γιατί τον άνδρα σου, κυρά μεγάλη
τον έχουν πάντα διορισμένο
και τον δικό μου πάντα παυμένο;

Πες μου τα μέσα σου, κυρά... κι αυτή
που ‘χε μια θέση στην κοινωνία
κάτι ψιθύρισε κρυφά στ’ αυτί
της άλλης, που ‘χε τον Παυσανία.

Τι να της είπε;... ποιος το γνωρίζει;
αλλ’ από τότε και τον δικό της
κάθε Κουβέρνο τον διορίζει
κι άνοιξε λίγο το ριζικό της.

Κι εκείνος πάει και θεατρίζεται
μέσα σε μέγαρα τιμής εγκρίτου
και βεβαιώνει πως διορίζεται
με την αξία του και την τιμή του.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ
Ποιήματα, τόμος έκτος, μέρος β’
Αθήνα, τυπογρ. Π.Δ. Σακελλαρίου, 1902

ΣΤΙΓΜΑ



ΣΤΙΓΜΑ

Μνήμη Νίκου Καββαδία

Εμείς που δεν μπαρκάραμε με πλοίο φορτηγό
και δεν ανάψαμε φωτιές κάτω απ’ τις πυραμίδες
όλη τη γη γυρίσαμε με σένα πλοηγό
απ’ το Μαδράς στο Μαρακές ως πέρα στις Εβρίδες.

Κι αν δεν κεντήσαμε γυμνή στο μπράτσο μας γοργόνα
πάνω μας μπόρα ξέσπασε στο μάτι του κυκλώνα
τσουβάλια ξεφορτώσαμε μαζί στη νότια Κίνα
και μια ζωή ματίσαμε πάνω στη λαμαρίνα.

Ανέμελα σαλπάραμε με ναύλο για το νότο
στο στόκολο ανασάναμε της μηχανής το χνώτο
στη γέφυρα βρεθήκαμε την ώρα του κινδύνου
τις τρεις ευχές ξοδέψαμε στο λύχνο του Αλαδδίνου.

Στο Bay of Bisky η θάλασσα τα φίδια της ξερνούσε
εμείς ορθοπλωρίζαμε κι ο αγέρας τραγουδούσε
όρτσα! το λέει η καρδιά κι ας τρίζουνε τα ρέλια
Δίστομο και Καισαριανή της νιότης μας θεμέλια.

Τα εφηβικά μας όνειρα αλέθει η προπέλα
κι οι μαρκησίες του λιμανιού μας κλέβουν τα καπέλα
το στίγμα μας στου ωκεανού την άβυσσο χαμένο
κι ένα στιλέτο αλγερινό στη μέση μας σφιγμένο.

Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ - ΓΙΑΤΙ Μ' ΑΓΑΠΗΣΕΣ


ΑΚΟΥΣΤΕ
... τον ρομαντικό ποιητικό λόγο
της Μαρίας Πολυδούρη...



ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΣ

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.
Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΞΕΝΟΙ



ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΞΕΝΟΙ

Πατρίδα, μάνα ορφανή
με χέρια σταυρωμένα
μαύρισε η ανατολή
στο δρόμο για τα ξένα.

Πίσω μας ο κατατρεγμός
πατρίδα ρημαγμένη
μπροστά μας ο βαθύς γκρεμός
παντού στον κόσμο ξένοι.

Πατρίδα, μάνα ορφανή
πώς σβήσανε τα γέλια
και μείναμε χωρίς φωνή
ανθρώπινα κουρέλια.

Παράνομοι στον τόπο μας
στην παγωνιά χαμένοι
να κλέβουνε τον κόπο μας
ισόβια δικασμένοι.

Στα μάτια μαύρος αδελφός
τα δίχτυα του απλώνει
σκοτάδι γίνεται το φως
στης νύχτας το σεντόνι.

Για την ελπίδα πέρασμα
της θάλασσας ο δρόμος
και για το χάρο κέρασμα
της προσφυγιάς ο νόμος.

Σε μια ζαριά μας παίξανε
τα όνειρά μας κλέψανε
στη θάλασσα μας ρίξανε
και τις ελπίδες πνίξανε.

Στη λησμονιά περάσαμε
την προσφυγιά χορτάσαμε
και τ’ όνειρο στεγνώσαμε
στην πέτρα που ριζώσαμε.

Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ


Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος

ΑΚΟΥΣΤΕ...
τον βιωματικό ποιητικό λόγο
μέσα από τα Ημερολόγια Εξορίας
στα πέτρινα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού



ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ

27  Ὀκτωβρίου 1948

Ἐδῶ τ᾿ ἀγκάθια εἶναι πολλὰ -
ἀγκάθια, καστανά, κίτρινα ἀγκάθια,
σ᾿ ὅλο τὸ μάκρος τῆς μέρας, ὡς μέσα στὸν ὕπνο.
Ὅταν περνοῦν τὸ συρματόπλεγμα οἱ νύχτες
ἀφήνουν μικρὰ κουρέλια ἀπ᾿ τὴ φοῦστα τους.
Τὰ λόγια ποὺ μᾶς φάνηκαν ὄμορφα κάποτε
χάσαν τὸ χρῶμα τους σὰν τὸ γιλέκο τοῦ γέρου στὸ σεντοῦκι
σὰν ἕνα λιόγερμα σβησμένο στὰ τζάμια.
Οἱ ἄνθρωποι περπατᾶνε μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες
ἢ κάποτε χειρονομοῦν σὰ νὰ διώχνουν μία μῦγα
ποὺ ξανακάθεται στὸ ἴδιο μέρος πάλι καὶ πάλι
στὰ χείλη τοῦ ἄδειου ποτηριοῦ ἢ πιὸ μέσα
σ᾿ ἕνα σημεῖο ἀπροσδιόριστο κι ἐπίμονο
ὅσο κι ἡ ἄρνησή τους νὰ τὸ ἀναγνωρίσουν.

29  Ὀκτωβρίου

Κοιμόμαστε λίγο - δὲ μᾶς φτάνει.
Ὅλη νύχτα ροχαλίζουν οἱ ἐξόριστοι -
κουρασμένα παιδιά, κουρασμένα.
Ἀπ᾿ ὄξω εἶναι τ᾿ ἀστέρια - πολὺ μεγάλα ἀστέρια
κουρεμένα ἀστέρια ποὺ οἱ τρίχες τους φυτρώνουν ἄγριες
σὰν τὸ κεφάλι τ᾿ Ἅη-Γιάννη τοῦ Προδρόμου
ἢ σὰν τοῦ δικοῦ μας τοῦ Παναγιώτη.
Εἶναι καὶ τὰ μικρὰ βατράχια μέσα στὸ φλισκοῦνι.
Τὸ πρωὶ μᾶς χτυπάει καταπρόσωπο ἕνας ρόδινος ἥλιος
καθρεφτισμένος μὲ τὸν πιὸ συνηθισμένο τρόπο στὴ θάλασσα πέρα
ὅμοιος μὲ κεῖνες τὶς φτηνὲς ἐλαιογραφίες ποὺ πουλοῦν στὰ σκαλιὰ τοῦ Ἀρσακείου
κι εἶναι παράξενο ποὺ ἕνας τέτοιος ἥλιος μᾶς ἀρέσει.
Ἕνας-ἕνας, δυό-δυό, πολλὲς φορὲς καὶ πιότεροι
σταματᾶμε στὸ προαύλιο ἢ στὸ λόφο καὶ τὸν κοιτᾶμε.
Καὶ τοῦτος ὁ ἥλιος μᾶς χτυπάει μὲ δύναμη τὰ πρόσωπα
ὅπως ἐκεῖνος ὁ ξυπόλητος χωριάτης ραβδίζει
τὶς μυγδαλιὲς νὰ πέσουν τὰ στερνά τους μύγδαλα.
Ὕστερα σκύβουμε τὰ μάτια, κοιτᾶμε τὰ παπούτσια μας,
κοιτᾶμε τὸ χῶμα. Δὲν ἔπεσε τίποτα.

29  Ὀκτωβρίου

Ἀνάμεσα στ᾿ ἀγκάθια καὶ στὰ πεσμένα φύλλα
βρήκαμε μία γυμνὴ γαϊδουροκεφαλὴ -
ἴσως καὶ νἆναι τὸ κεφάλι τοῦ καλοκαιριοῦ
ἔτσι ἀφημένο στὶς βρεγμένες πέτρες
καὶ γύρω του κάτι μικρὰ γαλάζια λουλούδια
ποὺ δὲν ξέρουμε τ᾿ ὄνομά τους.
Ἂν φωνάξει κάποιος πίσω ἀπ᾿ τὸ φράχτη
ἡ φωνή του κατακάθεται γρήγορα στὸ χῶμα
σὰν ἕνα χωνὶ ἀπὸ στρατσόχαρτο γεμάτο μαύρη σταφίδα.
Τὸ βράδι ἀκοῦμε πέρα στοὺς λόφους
ποὺ ἀλλάζουν τὸν ξεφούσκωτο τροχὸ τοῦ φεγγαριοῦ.
Ἀργότερα τὰ πράγματα ξαναβρίσκουν τὴ θέση τους
ὅπως βρίσκεις τυχαία στὸ προαύλιο
τὸ καφετὶ κουμπὶ τοῦ σακκακιοῦ σου - καὶ ξέρεις:
δὲν εἶναι διόλου ἕνα κουμπὶ ἀπὸ τὶς στολὲς
τῶν θεατρίνων τοῦ καλοκαιριοῦ - ὄχι, διόλου -
ἕνα κοινότατο κουμπὶ ποὺ πρέπει νὰ τὸ ράψεις πάλι στὸ σακκάκι σου
μ᾿ ἐκείνη τὴν ἀδέξια, εὐγενικὴ προσοχὴ
τοῦ πάντοτε μαθητευόμενου.

1 Νοεμβρίου

Ἡ καταχνιὰ ἔχει μαῦρες φτεροῦγες σὰν τὶς κάργιες
δὲν ἔχει διόλου μάτια
ψάχνει μὲ τὴν τυφλότητά της τὰ μάτια μας τὶς τσέπες μας
ὅπως ἡ γριὰ χαρτορρίχτρα τὴν παλάμη μας.
Τίποτα δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ κρύψουμε.
Ἐδῶ τὰ πράματα βγαίνουν τὰ μέσα ἔξω
ὅπως μιὰ λερωμένη κάλτσα ποὺ τὴ βγάζουμε πρὶν ἀπ᾿ τὸν ὕπνο
κι ὅλα τὰ πόδια εἶναι γυμνὰ καὶ τὰ πρόσωπα τὸ ἴδιο.
Μέρα τὴ μέρα ὅλοι μιλᾶμε πιὰ στὸν ἑνικό.
Κάθε ἴσκιος ἔχει τὸ σχῆμα του θυμήσου
μὰ ὁ ἴσκιος ἀπ᾿ τὸ ἄφαντο χέρι τῆς μητέρας
παίρνει τὸ σχῆμα κάθε φωνῆς ποὺ δέ σοῦ ἀντιστέκεται
γίνεται τὸ φλιτζάνι ὁ καφές, ἕνα κομμάτι ψωμί, τὸ θερμόμετρο
ἀκόμη κι ἡ ξυριστικὴ μηχανὴ πλάι στὸ κύπελλο μὲς στὸ μικρὸ καθρέφτη.
Οἱ λάμπες τοῦ θαλάμου εἶναι δυό.
Παστρεύουμε μ᾿ ἐφημερίδες τὰ γυαλιά τους
τὅνα ἐσύ, τ᾿ ἄλλο ἐγὼ - εἴμαστε τῆς ὑπηρεσίας σήμερα.
Οἱ κινήσεις μας εἶναι ὅμοιες σχεδόν.
Δὲν κοιταζόμαστε.
Χαιρόμαστε αὐτὴ τὴν ὁμοιότητα.
Κοιτᾶμε ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν οὐρανὸ χαμένο στὴν ὁμίχλη.
Ὅλα τὰ πράγματα λοιπὸν ἔχουν τὴν ἔκφραση τοῦ πάντα.

2 Νοεμβρίου

Ὁ Μῆτσος πῆρε σήμερα ἕνα γράμμα ἀπ᾿ τὴ Σκόπελο.
Ἡ Ἀντιγόνη γράφει: «Τὸ νησιώτικο φθινόπωρο
γέμισε κίτρινα κρινάκια.
Καημένε Μῆτσο - λέει - δὲ θὰ τὰ θυμᾶσαι κεῖνα τὰ κρινάκια·
δὲ σκάμπαζες ποτέ σου ἀπὸ βοτανική».
Ὁ Μῆτσος
σκούπισε τὰ γυαλιά του, ξαναδιάβασε τὸ γράμμα. Δίπλα του
παρατημένο στὶς πέτρες τὸ «Ἐγχειρίδιο Φαρμακολογίας».
Χαμογελάει ὁ Μῆτσος. Βγάζει πάλι τὰ γυαλιά του. Δὲν τὰ σκουπίζει.
Θέλω νὰ γράψω ἕνα ποίημα γιὰ τὸ Μῆτσο
ὄχι μὲ λέξεις
ὅλο με κίτρινα κρινάκια.

3 Νοεμβρίου

Μόλις πᾶμε ν᾿ ἀνοίξουμε μία πόρτα
ὁ ἀγέρας τὴν κλείνει.
Ἔτσι κλειδωμένοι ἀπ᾿ ἔξω
σφίγγουμε καθένας τὰ κλειδιά του
μ᾿ ὅλο πούχουμε μονάχα μιὰ στάμνα
μ᾿ ὅλο ποὺ κανένας μας δὲν ἔχει σπίτι.
Σήμερα δὲν ξέρω νὰ μιλήσω.
Σήμερα μιλάω σὲ πρῶτο πρόσωπο.
Σὰν σὲ χτυπάει ὁ δικός σου ἡ πίκρα εἶναι διπλή.
Ἕνα λεωφορεῖο πέρασε τὸ ἀπόγευμα.
Ἕνας ξένος με χαιρέτησε στὰ χωράφια.
Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ εὐχαριστῶ. Δὲ μίλησα.
Ξέχασα νὰ κοιτάξω τὰ σύννεφα. Ναί, οἱ μυγδαλιὲς
πήρανε χρῶμα καστανό-βιολετὶ - θἆναι ποὺ χινοπώριασε
κι οἱ μῦγες πλήθυναν πολύ· κάθονται στὸ χαρτὶ ποὺ γράφω.
Καὶ τί ποὺ πῆραν χρῶμα καστανό-βιολετί; Τὰ μερμήγκια
ἔχουν τὸ χωματένιο σπίτι τους - εἶναι ζέστη κεῖ μέσα.
Ἐγὼ δὲν χωράω στὴ φωνή μου. Τὰ πόδια μου
μένουν ἀπ᾿ ὄξω. Κρυώνω. Καὶ μὲ βλέπουν.
Θὰ πρέπει νά ῾φταιξα πολύ.

3 Νοεμβρίου

Ὁ Πανούσης φοράει μία μακριὰ χλαίνη.
Τοῦ τὴ χάρισε κάποιος φαντάρος.
Τὴ βάψαν μαύρη στὸ καζάνι τοῦ χωριοῦ του.
Τώρα εἶναι πράσινη - μήτε καὶ πράσινη.
Μέσα στὶς τσέπες του ἔχει
πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι καὶ δυὸ φύλλα καπνὸ
μαζὶ καὶ τὸ βλέμμα τῆς ἀγελάδας του. Ὁ Πανούσης
τυλίγεται σὲ μία χοντρὴ βελέντζα. Ἡ βελέντζα
εἶναι κόκκινη κι ἄσπρη. Κι ὁ ὕπνος τοῦ Πανούση
ἔχει τὸ χρῶμα τῆς βελέντζας. Πάντα του κοιμᾶται
μὲ τὴν τραγιάσκα, τὰ παπούτσια καὶ τὸ παντελόνι.
Ἂν εἶχε βγάλει τ᾿ ἄρβυλά του, σίγουρα κεῖ μέσα
ἕνα πουλὶ θὰ γεννοῦσε τ᾿ αὐγά του
κι ὕστερα ὁ Πανούσης δὲ θἄχε ποὺ νὰ χώσει τὰ πόδια του.
Ὁ ὕπνος του κάθε μεσημέρι
εἶναι σὰν τὸν ἴσκιο τῆς βελανιδιᾶς μὲς στὸ νερό.
Τώρα πρέπει νὰ οἰκονομήσει
ἄλλα πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι γιὰ τὸ παιχνίδι τῆς ἐννιάρας
ὥσπου νὰ μεγαλώσει πάλι τὸ μουστάκι του καὶ νὰ γυρίσει στὸ χωριό του.

4 Νοεμβρίου

Πολλὰ πράματα μᾶς δυσκολεύουνε. Πολλά.
Πρέπει νὰ πλύνουμε τὰ πιάτα μας, τὰ ροῦχα μας
νὰ κουβαλήσουμε νερὸ ἀπ᾿ τὴ βρύση μὲ τὶς μεγάλες στάμνες
νὰ σκουπίσουμε τὸ θάλαμο δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς τὴ μέρα
νὰ μπαλώσουμε καμμιὰ κάλτσα καὶ τὰ λόγια μας -
Τρυπᾶνε γρήγορα κι οἱ χτεσινὲς κουβέντες
τὰ πρόσωπα ἀλλάζουν ὅσο τὰ κοιτάζεις
μπορεῖ ν᾿ ἀλλάζεις καὶ σὺ - γιατὶ κοιτάζοντας τὰ χέρια σου
καταλαβαίνεις πὼς μάθανε πιὰ σὲ τοῦτες τὶς δουλειὲς
σὲ τοῦτες τὶς μέρες, σὲ τοῦτα τὰ σεντόνια
γνωρίζουν τὸ σανίδι τοῦ τραπεζιοῦ γνωρίζουν τὴ λάμπα
ξανακάνουν τὴν ἴδια κίνηση μὲ πιότερη σιγουριὰ
δὲν παραξενεύονται. Ἡ φωτιὰ
θέλει συδαύλισμα, λιγόστεψε -
τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιόμαστε.
Τὸ μεσημέρι μὲ φωνάξανε πέντε γερόντοι
μοῦ ψήσανε καφέ με φίλεψαν τσιγάρο
εἴπανε γιὰ τὸν Ἅη-Δημήτρη πάνου στὸ Λιτοχώρι
γιὰ τὸ νερένιο χέρι τοῦ Ἅγιου ποὔδιωξε τοὺς κακοὺς τσοπάνους -
Πέντε γερόντοι μὲ μάτια μαλακὰ μ᾿ ἄσπρα μουστάκια
ποὺ σιάχνουν μέρα-νύχτα ταμπακιέρες σιάχνουν κάντρα
κολλώντας ἄχερα χρωματιστὰ μικρὰ-μικρὰ κομμάτια
σὰν τὸ κεφάλι τῆς καρφίτσας - μπελαλίδικα πράματα
ὅλο καὶ κάτι γλάστρες μὲ γεράνια, δυὸ ρωμέικες σημαῖες
μιὰ στεριανὴ καὶ μία θαλασσινή, κάτι πεντάγωνα ἀστέρια
θέλουν νὰ σιάξουν κι ἕνα περιστέρι - δὲν τὰ καταφέρνουν -
εἶναι καλὰ γεροντάκια - δὲν ἄκουγα τὰ λόγια τους
καὶ τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιέμαι. Μ᾿ εἴπανε «παιδί μου».
Δὲν μπόρεσα νὰ πῶ «πατέρα». Ὁ μαστρο-Θανάσης
λέει θὰ μοῦ σιάξει ἕνα σκαμνί: «Νὰ μὴν κάθεσαι, γιέ μου,
κάτου στὸ χῶμα καὶ λερώνεται τὸ παντελόνι σου».
Καὶ τώρα συλλογιέμαι πόσα πράματα κι ἐγὼ θὰ πρέπει νὰ σιάξω
πόσο θὰ πρέπει νὰ λερώσω τὸ παντελόνι μου
ἔτσι ποὺ πιὰ ὁ μαστρο-Θανάσης νὰ μὴ σεκλετίζεται ποὺ κάθουμαι στὸ χῶμα
ἔτσι ποὺ νὰ μπορέσω νὰ τὸν πῶ «πατέρα».
Τότες θαρρῶ θᾶμαι ἄξιος πιὰ νὰ κάτσω στὸ σκαμνί του
σάμπως καβάλλα στὰ πλατάνια τ᾿ Ἅη-Διονύση
καὶ θὰ τινάξω ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου τὰ δύσκολα πράματα
ὅπως τινάζω τούτη τὴ μικρούλα ἀράχνη ποὺ ἀχνοσεργιανὰ στὸ χέρι μου
κι οὔτε ποὺ θὰ κρυώνω λέω καθόλου τὸ χειμῶνα.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ