ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ



ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ

Τη μέρα ήλιος άρχοντας που τα στοιχειά ξορκίζει
νύχτα του πικροχάροντα ο ίσκιος σεργιανίζει.

Μανίζει ο γερο-βοριάς και το τιμόνι τρίζει
της θάλασσας ο δαίμονας λυσσομανά κι αφρίζει.

Λαδιά γλυκαίνει το κορμί, το κρυφονανουρίζει
ύπουλο φίδι η νοτιά, τα κόκαλα τσακίζει.

Καταμεσής του ωκεανού στεριά ποθούν τα μάτια
ν’ ανέβουνε του πατρικού γοργά τα σκαλοπάτια.

Τι κι αν ευλαβικά φιλώ το χώμα τ’ αγιασμένο
μία σειρήνα με κρατά στο άλμπουρο δεμένο.

Η τσιμινιέρα αγκομαχά και η μπουρού σφυρίζει
τα λόγια κούφια, η μάγισσα πάντοτε με ορίζει.

Βουβά τα χείλη χαιρετούν, μαντίλι στο μουράγιο
της μάνας παίρνουν την ευχή, της γνέφουνε κουράγιο.

Καλπάζει ο νους σαν άλογο στα κύματα καβάλα
του Ποσειδώνα αγροικά τα μυστικά σινιάλα.

Στην πλάνη τους αφήνομαι και η ψυχή αλαργεύει
στων λιμανιών τα καπηλειά τα ρέστα της ξοδεύει.

Μα σαν ποτίσει το κορμί το καραβίσιο αλάτι
κι έχει χορτάσει τ’ ουρανού τα μήκη και τα πλάτη

κατάπλωρα στολίστε με σε νεκρικό κλινάρι
για το ταξίδι το στερνό ξοφλήστε το βαρκάρη.

Αντί για μνήμα με σταυρό και κυπαρίσσια γύρω
φούντο στα πόδια η άγκυρα το σώμα μου να γείρω.

Ταξιδευτής στο άπειρο ν’ ακούω τη γοργόνα
που με τραγούδια απόκοσμα θρηνεί το Μακεδόνα.


© Δημήτρης Φιλελές
Δημοσίευση σχολίου