ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Το μέλλον... των απλών ανθρώπων του καθημερινού μόχθου... αβέβαιο, δυσοίωνο, επαχθές, υποθηκευμένο χωρίς τη συγκατάθέση τους... μαζί με το μέλλον των παιδιών τους και των ενδεχόμενων απογόνων τους... γεγονότα γνωστά εν ολίγοις που, απλά, τώρα που το καζάνι (sic) ξεχείλισε βγήκαν στον αφρό και μας περιέλουσαν με τη δυσοσμία της σήψης.

Κι από πάνω να έχουν απ’ το πρωί ως το βράδυ τους χαρτογιακάδες με τα κολλαριστά πουκάμισα, τους γραβατωμένους με μια οκά μπριγιαντίνη στο μαλλί μη τυχόν και ξεφύγει καμιά τρίχα, τους ακριβοπληρωμένους λακέδες με το επιμελημένο μακιγιάζ που γράφει στο γυαλί να «κλαίνε» και να «οδύρονται» και να «συμπάσχουν» και να «διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους», ενώ ταυτόχρονα σκυλοτρώγονται κάτω απ’ το τραπέζι ποιος θα προλάβει ν’ αρπάξει τη μερίδα του λέοντος απ’ τα «τριάκοντα αργύρια».


Μα ποιος σας είπε πως αυτοί οι άνθρωποι, οι ανώνυμοι (όπως τους αποκαλούν αυτοί οι αυτόκλητοι «επώνυμοι»), νοιάζονται για το μέλλον όταν προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε ένα αδυσώπητο παρόν; Πόσο καιρό έχετε να βγείτε από το γυάλινο κόσμο σας στο δρόμο, να περπατήσετε ανάμεσα σε κανονικούς, πραγματικούς ανθρώπους; Πόσο καιρό έχετε να ακούσετε (όχι να ζήσετε, γιατί δεν το αντέχετε) ανθρώπινα καθημερινά προβλήματα;

«Να πάρεις εμένα φωτογραφία και να τους τη δείξεις», μου είπε τις προάλλες ένας εργάτης του δρόμου, απ’ αυτούς που νοικιάζουν οι εργολήπτες της ΔΕΗ. «Είμαι 57 χρονών, δουλεύω από μικρό παιδί και δε βλέπω να έχω ζωή ως τη σύνταξη. Δουλεύω κάθε μέρα και μου κολλάνε δεκαοχτώ ένσημα το μήνα. Τι να κάνω; Να φύγω; Ποιος θα με πάρει; Κι έχω και δυο παιδιά στο λύκειο. Πώς θα ζήσουμε;»...


Αυτός ο άνθρωπος δεν έπαιξε στο χρηματιστήριο, δε στοιχημάτισε το μεροκάματό του και την ενδεχόμενη σύνταξή του, δε ζει με πλαστικό χρήμα, με εορτοδάνειο, διακοποδάνειο και κάθε λογής θαλασσοδάνειο και δε δίνει άλλοθι σε κανέναν θύτη και σε κανένα ανόητο βωμό θυσιαστήριου. Δε θέλει να παίξει με το στανιό το ρόλο της σύγχρονης Ιφιγένειας προκειμένου να πνεύσει ούριος άνεμος στα πανιά των τραπεζιτών στο δρόμο τους για νέες αιμοσταγείς κατακτήσεις.

Αυτός ο άνθρωπος και χιλιάδες άλλοι σκληρά καθημερινά εργαζόμενοι σαν κι αυτόν ζουν για το παρόν, για τον «άρτο ημών (και κυρίως υμών) τον επιούσιο». Ζουν, εισφέρουν και προσφέρουν όσα με τόσο απερίγραπτο θράσος οι κατά καιρούς επιβήτορες (κατ’ ευφημισμό) της εξουσίας κατασπαταλούν, καρπώνονται και διανέμουν σε φίλους, χορηγούς και ημέτερους.

Είναι βέβαιο ότι οι «επώνυμοι» επαϊοντες της κακιάς ώρας είναι πλήρως ανίκανοι να διασφαλίσουν το μέλλον αυτών των ανθρώπων. Μπορούμε τουλάχιστον να ελπίζουμε πως δεν είναι και τόσο ανήθικοι, ώστε να μην τους καταστρέψουν και το παρόν; Δύσκολο, πολύ δύσκολο, έως απίθανο...

Δημοσίευση σχολίου