ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ - ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ



ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

- Έλα, ησυχάστε, διαβολάκια!
- Γιαννάκη, Γιαννακάκη – κομμάτι κρεατάκι!...
Σε μεγάλη στενοχώρια βρισκόταν ο Γιαννάκης, ο γιος του κυρ Νικόλα, του μυλωνά. Όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα, όπου κι αν άπλωνε το χέρι, δε συναντούσε παρά καλικάντζαρους με το κοντό σαν καρύδι ανάστημά τους, τα τραγίσια ποδάρια τους, τη μακριά γενειάδα, το μυτερό μεγάλο σκούφο και τα μικρούτσικα σαν κόκκους κάρδαμου[1] ματάκια τους, πυρωμένα από την όρεξη που τους είχε ανοίξει μπροστά στο κρέας του Γιαννάκη που ψηνόταν. Κι έτρεχαν εδώ κι εκεί, γύρω του, και τον περικύκλωναν με θόρυβο, όπως τη χωριάτισσα οι κότες την ώρα του φαγητού, και φώναζαν όλοι μαζί κουνώντας του τα χέρια.
- Γιαννάκη, Γιαννακάκη – κομμάτι κρεατάκι!...
- Έλα, ησυχάστε, διαβολάκια έλεγε ο Γιαννάκης χαϊδευτικά.
Και τους έριχνε, βγάζοντας από τη σούβλα, ένα κομμάτι ψημένο κρέας. Οι καλικάντζαροι έπεφταν πάνω του σαν πεινασμένοι σκύλοι και το κρέας γινόταν αμέσως ανάρπαστο κι επαναλάμβαναν οι αδικημένοι τις φωνές τους, τις κακόηχες πάντοτε και ανυπόφορες. Όμως τα κομμάτια το κρέας ένα ένα λιγόστευαν, ενώ ο Γιαννάκης πεινούσε πάρα πολύ. Ο πατέρας του, που αρρώστησε, είχε φύγει απ’ το πρωί απ’ το μύλο κι έμεινε αυτός να τα βγάλει πέρα με τα τόσα αλέσματα των χωρικών. Κάθε ώρα φόρτωμα και ξεφόρτωμα του σταριού απ’ το ζώο στη σκάφη του μύλου κι από κει πάλι το αλεύρι ζεστό ζεστό στο σακί δεν του ‘μεινε στιγμή ξεκούρασης. Είχε νυχτώσει όταν έδιωξε τον τελευταίο πελάτη κι αναψε φωτιά σε μια γωνιά κι έψηνε το κρέας του, για να φάει. Ξαφνικά όμως, ενώ νόμιζε πως τέλειωσαν οι αμαρτίες του, παρουσιάστηκαν αυτοί και τον ενοχλούσαν και ήθελαν παιχνίδια. Αλήθεια, μεγάλη όρεξη είχαν!... Αλλά μήπως κουράστηκαν για να μην έχουν!... Κάθονται όλη τη μέρα ξαπλωμένοι στις σπηλιές τους, τρώγοντας αμέριμνα τις σαύρες και τα φίδια που πιάνουν, και βγαίνουν τη νύχτα να πειράξουν τους ανθρώπους. Καλό κι αυτό!... Κι ο Γιαννάκης δεν ήξερε ποιο τρόπο να βρει, να τους πείσει να τον αφήσουν να φάει.
- Να σας πω, ρε παιδιά τους είπε ξαφνικά γλυκά.
- Να μας πει ο άγουρος – ο κολοκυθομάγουλος!... Να μας πει ο άγουρος – ο κολοκυθομάγουλος!... επανέλαβαν όλοι μαζί οι Καλικάντζαροι.
Και μαζεύτηκαν όλοι γύρω του, σκαρφαλώνοντας στα γόνατά του, στους ώμους του, στο κεφάλι του άλλοι κρεμάστηκαν απ’ τα μουστάκια, απ’ το κοντό γένι και τ’ αυτιά, που σε μια στιγμή τον κάλυψαν ολόκληρο, σαν το ανεκτικό γατάκι οι ποντικοί.
«- Και παπάς θα γίνεις, Κώστα; - Έτσι το ΄φερε η κατάρα», σκεφτόταν ο Γιαννάκης. Καθώς βρέθηκε μόνος, καταμόναχος στο μύλο του, όλα έπρεπε να τα υποφέρει τίποτε δε μπορούσε να κάνει. Έπειτα, γνώριζε απ’ την παράδοση ότι οι καλικάντζαροι τα Δωδεκαήμερα[2], παρατώντας το δέντρο που πριονίζουν στα έγκατα της γης, θέλουν να έρθουν στον κόσμο και να πειράζουν, να πειράζουν φοβερά. Αλλά ό,τι έκαναν, έκαναν τα Δωδεκαήμερα τέλειωναν αύριο το πρωί, θα αγιάζονταν τα νερά κι οι καλικάντζαροι θα έφευγαν να κρυφτούν, όπως οι Εβραίοι στην Ανάσταση του Χριστού. Και μ’ αυτή την ιδέα παρηγοριόταν ο νεαρός μυλωνάς για όσα υπέφερε απόψε. Απαλά και με γλυκό χαμόγελο στα χείλη, έδιωχνε από πάνω του τους Καλικάντζαρους, μη θέλοντας να δείξει καθόλου τη δυσαρέσκειά του, από φόβο μη πάθει χειρότερα.
- Μα ησυχάστε λοιπόν να σας πω! ψιθύριζε.
- Έλα, λέγε…
Καθίστε πρώτα χάμω…
Ακούστηκε αμέσως ένα φαπ! δυνατό φαπ! σαν να έσκασε ξαφνικά στη γη κάποιο μπαλόνι γεμάτο αέρα κι όλοι οι καλικάντζαροι βρέθηκαν καθισμένοι ολόγυρα, ίδιοι με μικρά καρβουνάκια, χυμένα χάμω. Κι ενώ αυτοί περίμεναν περίεργοι τα λόγια του Γιαννάκη, αυτός σιωπηλός, με χαρακτήρα σοβαρό, τράβηξε τη σούβλα απ’ τη φωτιά και, βγάζοντας ένα ένα τα κομμάτια, έτρωγε βιαστικά, σχεδόν με βουλιμία[3].
- Έλα, θα μας πεις! είπαν πολλοί καλικάντζαροι ανυπόμονα.
- Βρε, θα μας πεις! πρόσθεσε κάπως θυμωμένα ο Μπάμπακας.
Ο Μπάμπακας ήταν ένα γεροντάκι με γενειάδα λευκή και μακριά, ίσαμε δυο οργιές[4], και από κάθε τρίχα της κρεμόταν κι ένας μικρός καλικάντζαρος, όπως στα κλαδιά οι καρποί του φοίνικα. Στο χέρι κρατούσε μακρύ λεπτό ραβδί, για να επιβάλλεται στους άλλους, και ήταν αρχηγός ολόκληρης της ομάδας. Το γεροντάκι, ήδη πολύ θυμωμένο με τη σιωπή του Γιαννάκη, έκανε νόημα στους Καλικάντζαρους, σαν στρατηγός που διατάζει τη λεηλασία μιας κατακτημένης πόλης. Αμέσως αυτοί όρμησαν στη σούβλα και σκόρπισαν καταγής, ποδοπατώντας, τα κομμάτια το κρέας.
- Τρίτσι, τριτς!... Τρίτσι, τριτς!... γρύλιζαν όλοι, βλέποντας ειρωνικά τον Γιαννάκη.
Ο μικρός μυλωνάς είχε φάει λίγο και, αν και δεν είχε χορτάσει εντελώς, είχε τουλάχιστον κόψει λίγο την πείνα του. Έτσι δεν τον ένοιαζε και τόσο για το κρέας. Θυμώνοντας όμως πολύ με την ειρωνεία που μιλούσαν, άρπαξε ένα αναμμένο δαυλί και το πέταξε ανάμεσα στην ομάδα των Καλικάντζαρων.
- Τρίτσι, τριτς!... Τρίτσι, τριτς!...
Και σκορπίστηκαν όλοι μακριά, από δω κι από κει, σαν κοπάδι πρόβατα όταν πέσει ανάμεσά τους λύκος. Γιατί οι καλικάντζαροι φοβούνται τη φωτιά όπως ο διάβολος το λιβάνι. Είχαν πρόσφατο παράδειγμα τη γριά που κατόρθωσε να κλείσει μπόλικους απ’ αυτούς σ’ ένα μεγάλο κουτί και να τους κάψει εκεί ολοζώντανους, παίρνοντας εκδίκηση για τις βρισιές που είχαν πει στη θυγατέρα της.
Ο Γιαννάκης όμως συλλογιζόταν πώς να απαλλαγεί απ’ αυτούς μια για πάντα. Η νύχτα είχε προχωρήσει αρκετά∙ αύριο ξημέρωνε παραμονή των Φώτων κι αυτός έπρεπε να είναι ήδη στο σπίτι του, να φέρει το αλεύρι για να ζυμώσει τα ψωμιά. Αλλά πώς να ξεφύγει απ’ τους καλικάντζαρους, που κόλλησαν σαν τσιμπούρια πάνω του και δε θέλουν να τον παρατήσουν ήσυχο ως την αυγή;
- Παιδιά, χορεύουμε! φώναξε ξαφνικά εύθυμα και σηκώθηκε.
- Ναι, χορεύουμε∙ απάντησαν όλοι πρόθυμα.
Κι άρχισαν να κουνάνε τα αραχνιασμένα ποδάρια τους, άλλοι να σηκώνουν τα χέρια και να βγάζουν βραχνές κραυγές, άλλοι να τσιρίζουν κι ένας μικρός άρπαξε ένα κουρελόπανο που βρήκε χάμω και το κουνούσε σαν μαντίλι.
- Μα όχι μέσα∙ είπε ο Γιαννάκης∙ έξω στο φεγγαράκι να βγούμε…
- Ναι, έξω∙ χειροκρότησαν όλοι.
Η νύχτα είχε προχωρήσει αρκετά. Τ’ αστέρια της αυγής, το ένα μετά το άλλο, φεγγοβολούσαν στον ορίζοντα∙ ο αέρας, που κουνούσε με θόρυβο τα δέντρα, είχε καθαρίσει τον ουρανό απ’ τα σύννεφα, που καταγάλανος φωτιζόταν ακόμα απ’ το φως του φεγγαριού∙ πέρα, τα βουνά φαίνονταν σαν μαύροι όγκοι από κάρβουνο, τριγυρίζοντας από παντού την πεδιάδα∙ οι φυλλωσιές των δέντρων λαμπύριζαν φορτωμένες απ’ τη νυχτερινή δροσιά.
Οι καλικάντζαροι, έχοντας στη μέση τον Γιαννάκη, χόρευαν ήδη στην αυλή του μύλου. Οι βραχνές φωνές τους αντηχούσαν στη σιγαλιά της νύχτας και μπερδεύονταν κάπου κάπου με το λάλημα του πετεινού που ακουγόταν.
- Μωρέ παιδιά, τ’ άλογο χλιμιντρίζει∙ είπε ο Γιαννάκης∙ για να δω μια στιγμή κι έφτασα.
Και μπήκε στο μύλο. Οι καλικάντζαροι, με την ακατάσχετη ευθυμία του χορού, δεν πρόσεξαν καθόλου το φευγιό του. Ο ένας μετά τον άλλο έρχονταν μπροστά και χόρευαν δαιμονισμένοι όλοι και τραγουδούσαν ασταμάτητα ο ένας μετά τον άλλο.
- Χορεύ’ η λάσπη κι η σβουνιά[5]
κι η γιδοκακαρέντζα[6]
Χορεύει το παλιόσκουτο[7]
μ’ την παλιοανδρομίδα!...
- Μωρέ, ο μυλωνάς; είπε κάποιος ξαφνικά.
- Ναι, ο μυλωνάς! επανέλαβαν όλοι.
Κι έτρεξαν στο μύλο ψάχνοντας παντού, εδώ κι εκεί αλλά ο Γιαννάκης δε φαινόταν πουθενά.
- Έφυγε είπαν, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο με έκπληξη.
Στ’ αλήθεια, ο Γιαννάκης μόλις μπήκε στο μύλο, φόρτωσε στο άλογο δυο σακιά αλεύρι, έπεσε κι αυτός στη μέση, σκεπάστηκε μ’ ένα άλλο σακί και, χτυπώντας με το καμτσίκι το άλογο, έφυγε από την πίσω πόρτα.
- Τι να κάνουμε; ρώτησαν τώρα μεταξύ τους.
- Να τον φτάσουμε.
Και χύθηκαν όλοι, σαν ανεμοστρόβιλος, προς τα μπρος, τσαλαπατώντας τη λάσπη του δρόμου με ανακατεμένο θόρυβο και κραυγές, σαν αγέλη τσακαλιών που ουρλιάζουν. Μετά από λίγο πρόφτασαν τον Γιαννάκη που πήγαινε προς το χωριό, που δε φαινόταν ακόμη απ’ την απόσταση και το σκοτάδι. Κύκλωσαν αμέσως όλοι το άλογο κι έψαχναν εδώ κι εκεί τον Γιαννάκη.
- Να το ένα πλευρό, να και το άλλο, να και το φόρτωμα, μα ο μυλωνάς πού είναι; έλεγαν μεταξύ τους δυσανασχετώντας.
- Πίσω θα ‘μεινε είπε ο Μπάμπακας μανιασμένος.
Κι έτρεξαν όλοι πίσω, πάντα με βουητό, σαν μελίσσι που ξέφυγε απ’ την κυψέλη. Έψαξαν όλο το δρόμο, τα χαντάκια και τους θάμνους τους αγκαθωτούς, παντού, έφτασαν μέχρι το μύλο, αλλά πουθενά δε βρήκαν το μυλωνά. Γύρισαν δυσαρεστημένοι στο άλογο, που τραβούσε πάντα ήσυχα το δρόμο του, κι έψαξαν ξανά.
- Να το ένα πλευρό, να και το άλλο, να και το φόρτωμα, μα ο μυλωνάς πού είναι; έλεγαν μεταξύ τους δυσανασχετώντας.
- Μωρέ, μπροστά θα πάει, φώναξε πάλι ο Μπάμπακας.
Κι έτρεξαν προς τα μπρος. Ο Γιαννάκης μέσα στο σακί, αν και φοβόταν μήπως τον βρουν, γελούσε με τη λαχτάρα των καλικάντζαρων και βγάζοντας λίγο έξω το κεφάλι του έβλεπε μπροστά, μήπως δει το χωριό. Ξαφνικά οι αχτίδες απ’ το γλυκοχάραμα το φανέρωσαν μακριά, αριστερά, στο τέρμα του δρόμου, με τις πυκνές συκομουριές[8] του και τα χαμηλά σπιτάκια του, σαν μια κουκίδα στη λευκοφωτισμένη πεδιάδα. 
- Ξύλα κούτσουρα, δαυλιά αναμμένα!... φώναξε αμέσως με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια του.
Οι καλικάντζαροι κοίταξαν και είδαν κι αυτοί το χωριό. Κρύος τρόμος τους έπιασε όλους αμέσως κι έμειναν εκεί που βρέθηκε ο καθένας, καρφωμένοι. Ξαφνικά ακούστηκαν οι πετεινοί να κράζουν το πρωινό ξύπνημα, τρομάζοντας ακόμα πιο πολύ τους καλικάντζαρους.
- Πάμε είπε με πίκρα ο Μπάμπακας δεν είναι πια δουλειά για τον κόσμο, οι άνθρωποι μας ξεπέρασαν.
Και σηκώνοντας το ραβδί έτρεχε πρώτος φεύγοντας, ενώ οι υπόλοιποι τον ακολουθούσαν ουρλιάζοντας όλοι μαζί :
Φεύγετε να φεύγουμε
γιατί έφτασ’ ο ζουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη μαγκούρα του.
Μας έβρεξε, μας άγιασε
και μας εζεμάτισε!...
Κι απομακρύνονταν όλοι προς τη δύση, σαν μαύρες σκιές της νύχτας, που αποφεύγουν το φως της μέρας.

Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865-1922)
 Το διήγημα γράφτηκε το 1899


Μεταγραφή πρωτότυπου κειμένου – Επιμέλεια σχολίων
© Δημήτρης Φιλελές, 2020




[1] το κάρδαμο = μπαχαρικό που οι κόκκοι του προέρχονται από φυτά των χωρών της ΝΑ Ασίας.
[2] τα Δωδεκαήμερα = κατά τη χριστιανική παράδοση, η χρονική περίοδος από τις 25 Δεκεμβρίου (Χριστούγεννα) μέχρι τις 5 Ιανουαρίου (παραμονή Θεοφανίων), με διαδοχικές γιορτές και χωρίς καμιά νηστεία εκτός από την τελευταία μέρα.
[3] η βουλιμία = η έντονη επιθυμία, η λαχτάρα.
[4] η οργιά = ανθρωπομετρική μονάδα μέτρησης του μήκους, ίση με το άνοιγμα των χεριών στα πλάγια, περίπου 1, 80 μέτρα.
[5] η σβουνιά = η κοπριά του βοδιού
[6] η γιδοκακαρέντζα (βλάχικα găgărĕatsă) = η κοπριά των γιδιών και των προβάτων.
[7] το παλιόσκουτο = το παλιωμένο ρούχο.
[8] η συκομουριά = τροπικό δέντρο με φύλλα σαν της μουριάς και καρπούς που μοιάζουν με σύκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: