ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΑΛΗΜΕΡΑ



ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Ο ήλιος ανηφόρισε γελαστός
στάθηκε να ξαποστάσει πάνω στις κροκάλες
έλυσε το χρυσό ζωνάρι του
και το κρέμασε στα φύλλα μιας ιτιάς
στην ακροποταμιά
βούτηξε στα διάφανα τρεχούμενα νερά
να ξεπλύνει το πρωινό θάμπος
κι ύστερα τίναξε τις φτερούγες του
σκαρφάλωσε στις βουνοκορφές
άγγελος χαράς ολόφωτος
και φώναξε στον κόσμο
“ Καλημέρα! “
Κι αντιλάλησε ο λόγος του
στις χαράδρες, στις ρεματιές, στις ρούγες
έκρουσε τα κλειστά παραθυρόφυλλα
ακούστηκε το γέλιο των μωρών στην κούνια
κι έτρεξαν οι νιες μανάδες να τα βυζάξουν στον κόρφο τους
ξύπνησαν οι ζευγολάτες, ρούφηξαν το πρώτο τσιγάρο
και μια γουλιά καφέ
γέμισαν το δισάκι τους ζεστό ψωμί, ελιές κι ένα ξερό κρεμμύδι
και κίνησαν για τα χωράφια τους
Ξύπνησαν οι εργάτες, τύλιξαν σε μια πετσέτα το κολατσιό τους,
ανέβηκαν στο πρώτο λεωφορείο της γραμμής
για τα γιαπιά, τα καρνάγια και τις φάμπρικες
και τα παιδιά με μια σάκα φορτωμένη γράμματα
πήραν το δρόμο για το σχολειό τους
κι όλοι μαζί δουλεύουν, κοπιάζουν, ιδροκοπάνε
για σηκώσουν τον ήλιο μια σπιθαμή πιο ψηλά
κάθε μέρα μια σπιθαμή πιο ψηλά.

© Δημήτρης Φιλελέs
Δημοσίευση σχολίου