ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΛΙΚΑΡΙΟΥ

Pieta (λεπτομέρεια) έργο του Μιχαήλ Άγγελου


ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΛΙΚΑΡΙΟΥ

Μνήμη Κωστή Παλαμά

Βουνά μου χαμηλώσετε, ποτάμια μου σωπάστε
αηδόνια μου γλυκόλαλα βαριά αναστενάξτε

γοργά βαρούν τα πέταλα του μαύρου καβαλάρη
που ‘ρχεται το λεβεντονιό μαζί του για να πάρει

νεράιδες φέρτε γιατρικό και ξωτικά βοτάνι
το στάχυ μη στα δυο κοπεί στου χάρου το δρεπάνι

γύφτο μου, χτύπα το σφυρί με δύναμη στ' αμόνι
ν' ατσαλοδέσει η ψυχή στον κόσμο που ‘ναι μόνη

παράθυρα σφαλίσετε, πόρτες αμπαρωθείτε
και σεις μανάδες με παιδιά να διπλοκλειδωθείτε

μη γελαστεί ο χάροντας και αλλαξοδρομίσει
με το δισάκι αδειανό στη νύχτα να σκορπίσει

τα μαύρα του κατάστιχα μετρά και λογαριάζει
ένας του λείπει, είν' εδώ, η ώρα πλησιάζει

σκυφτός διαβαίνει και βουβός, το χέρι του απλώνει
το παλληκάρι πολεμά στο νεκρικό σεντόνι

η μάνα στέκει στη γωνιά, τη νιότη του σπαράζει
ο ουρανός θρηνολογεί απόψε κι ανταριάζει

ποιος ένα λόγο να της πει, να την παρηγορήσει
που βλέπει να σωριάζεται στη γης το κυπαρίσσι

να ‘χα τ' αθάνατο νερό σε κρυσταλλένια βρύση
το χείλι του να δρόσιζα προτού να ξεψυχήσει

γυναίκες φτιάξτε βάλσαμο με ξίδι και με λάδι
να λάμπει το κορμάκι του στου Άδη το σκοτάδι

τα στήθια μη χτυπήσετε, μη μαυροφορεθείτε
μόν'  άσπρα να φορέσετε, τραγούδια να του πείτε

να 'χει στο δρόμο συνοδειά στα μαρμαρένια αλώνια
ως να λαλήσουν τα πουλιά στης άνοιξης τα κλώνια.


© Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

ΜΑΝΑ

Pieta (λεπτομέρεια) έργο του Μιχαήλ Άγγελου


ΜΑΝΑ

Στα πόδια σου απόθεσαν τα δάφνινα στεφάνια
και δάκρυσαν από χαρά και από περηφάνια

μπροστά στο γέρικο κορμί έσκυψαν το κεφάλι
που σαν δεντρί στην καταχνιά αλύγιστο προβάλλει

της λευτεριάς για ν' ακουστεί χαρμόσυνη καμπάνα
στα δυο κομμένη με σπαθιά, χαροκαμένη μάνα

έδεσες κόμπο την καρδιά στο μαύρο σου μαντίλι
και μάτωσες και δάγκωσες τα δυο στεγνά σου χείλη

πώς να τη δώσεις την ευχή, πώς να την ξεστομίσεις
παιδί μου, θέλω νικητής μια μέρα να γυρίσεις

με αίμα θέλω του εχθρού τη δόλια γης να βάψεις
μιας άλλης μάνας την καρδιά σαν κεραυνός να κάψεις

πώς να ευλογήσει το χαμό της ανθισμένης νιότης
που κάποια μάνα αλλού θρηνεί το σκοτωμένο γιο της

πώς να φωτίσει η γιορτή τις κόρες των ματιών της
που αλάλητο στέκει πουλί ο άγνωστος στρατιώτης

βαρύς στους ώμους ο σταυρός στου Γολγοθά το δρόμο
τα επινίκια βουβά, με φόβο και με τρόμο

μια χούφτα χώμα όλο το βιος από το σκοπευτήριο
κι ένα καντήλι ακοίμητο που καίει στο κοιμητήριο

απ' του πολέμου τον αχό, της μάχης την αντάρα
τα δόντια τρίζουν και ξερνούν την πιο βαριά κατάρα

ανάθεμα τους αίτιους που τους ανθούς θερίζουν
φίδια των σκύλων την ψυχή να τηνε ροκανίζουν

στάχτη να ιδούν το έχει τους, τους πύργους τους συντρίμμια
χαλάλι το κουφάρι τους στα όρνια και στ' αγρίμια

κι όσα σηκώσαν λάφυρα στου χαλασμού τη μπόρα
σάβανα νεκροσέντονα για τη στερνή τους ώρα.

© Δημήτρης Φιλελές


Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ




ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

Να φταίει το κουστούμι σου και η Dior γραβάτα
ή μήπως που γεννήθηκες πεταλωμένη γάτα
να φταίει που σε πίστεψα που θα ‘κανες το θάμα
να γίνει το νερό κρασί, σιγά καλέ το πράμα.

Να φταίει που το δέρμα σου αλλάζεις σαν το φίδι
και της οφθαλμαπάτης σε τρελαίνει το παιχνίδι
ή που ‘χω βλέμμα αετού μα σέρνομαι σαν κότα
κι ενώ το κρέας λαχταρώ, χορταίνω με καρότα.

Να φταίει που μου φαίνεσαι απ’ το μπαλκόνι λέων
ενώ το ξέρουμε καλά πως είσαι χαμαιλέων
ή τα πολλά τα ψέματα που κρύβεις στο κεφάλι
και για αλήθειες τα πουλάς μέχρι να μου ‘ρθει ζάλη.

Να φταίει που σε διάλεξα για πρώτο καπετάνιο
με δανεικά κι αγύριστα απ’ το θαλασσοδάνειο
ή μήπως που ταξίδεψα με βάρκα την ελπίδα
και το βαπόρι έγινε στο πέλαγος σανίδα.

Τα πονηρά σου τα φιλιά δεν θέλω να μου δώσεις
σε βάτραχο δεν κάθομαι να με μεταμορφώσεις
απ’ τη χρυσή σου φυλακή σε λαμπερό παλάτι
καλύτερα ελεύθερος, ξερό ψωμί κι αλάτι.


© Δημήτρης Φιλελές

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

ΠΟΙΗΣΗ



ΠΟΙΗΣΗ

Σκύβω, μαζεύω
τα σκόρπια γράμματα
από το νωπό μαντίλι με το μονόγραμμα
την ώρα του αποχαιρετισμού
από το ανεμόδαρτο χαρτόκουτο
του ερημίτη της νύχτας
από το άχρηστο πανό
της χτεσινής διαδήλωσης των εργατών
από μια πλαστική τσάντα με σκισμένα χειρόγραφα
στον κάδο ανακύκλωσης
τα συναρμολογώ με καρτερία
σε λέξεις εικόνες σκέψεις προτροπές
ζυμώνω με οράματα
το πικρό παρελθόν
με το λιπόσαρκο παρόν
σκάβω το αφράτο χώμα
τις αποθέτω με στοργή και εμπιστοσύνη
τις ποτίζω καθημερινά
περιμένω υπομονετικά να καρπίσουν
κάτω από το καθάριο φως
για να τις παραδώσω
στο αθώο βλέμμα των παιδιών

εσείς που χάσατε
εσείς που ξεχάσατε
εσείς που σας παράπεσαν
όσα κάποτε πολύ αγαπήσατε
αναπαυθείτε ήσυχοι στην πέτρινη σιγή
εδώ τα έχω όλα φυλαγμένα
ως διαθήκη ιδιόχειρη
με ρίζες βαθιές
στην πατρική γη.

© Δημήτρης Φιλελές

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΑΪΤΟΣ



Ο ΑΪΤΟΣ

Δοξαστικό στον Γρηγόρη Λαμπράκη

Ήσουν αϊτός περήφανος, φτερούγιζες στα όρη
και της ζωής καμαρωτός τραβούσες τ’ ανηφόρι
σαν κυπαρίσσι το κορμί, ολόφωτη λαμπάδα
και στην καρδιά σου έλαμπε σαν ήλιος η Ελλάδα.

Από τον Τύμβο κίνησες να μπεις στην Ιστορία
κι ας αλυχτούσαν τα σκυλιά και τ’ άνομα θηρία
με περισσή την αφοβιά κι ανάστημα αντρίκιο
νοιαζόσουν για την ανθρωπιά και των φτωχών το δίκιο.

Αγωνιστής αδάμαστος στου κόσμου το καμίνι
γιάτρευες τη φτωχολογιά, διψούσες για ειρήνη
μονάχα αγάπη και στοργή στο διάβα σου σκορπούσες
το θάνατο δε σκιάζοσουν και τον αντροκαλούσες.

Κρατιόσουν από μια κλωστή στα μαρμαρένια αλώνια
τι κι αν σου ζώναν το κορμί τα νεκρικά σεντόνια
τέτοια αδούλωτη ψυχή δε χάνεται στον Άδη
σα φλόγα καίει ακοίμητη που διώχνει το σκοτάδι.

Να, ο Τίγρης, αίλουρος σωστός, χίμηξε σαν ξεφτέρι
και τους φονιάδες άρπαξε το στιβαρό του χέρι
τους έσυρε στο δικαστή, να πουν, να μαρτυρήσουν
το στυγερό τους έγκλημα για να ομολογήσουν.

Όσοι τα μάτια άνοιξαν και την καρδιά ν’ ακούσουν
κι αρνήθηκαν σε διαταγές τυφλά να υπακούσουν
το παρακράτος μάνιασε τα στόματα να κλείσει
και την αλήθεια σε υγρό κελί να φυλακίσει.


Μαύρη φοβέρα, σκοτεινιά, αισχρή δικαιοσύνη
και στα μπατζάκια δε χωρά η παλληκαροσύνη
ακόμα και το ξόδι σου στον ύπνο τους φοβούνται
τη μνήμη σου τη φωτεινή σκληρά την εκδικούνται.

Σκουλήκια σέρνονται στη γη όσοι το δίκιο κλέβουν
καταραμένοι στη ζωή μόνο ν’ αργοσαλεύουν
ν’ αναμετρούν το μπόι σου και την περπατησία σου
στην κόλαση να καίγονται απ’ την αναθυμιά σου.

Κι αν πέρασες, κι αν έφυγες, το όραμά σου μένει
σαν ηλιαχτίδα φλογερή σ’ όλη την οικουμένη
κι εσύ καράβι ορθόπλωρο στον ουρανό αρμενίζεις
δάδα του πόθου ακοίμητη το λογισμό φλογίζεις.



© Δημήτρης Φιλελές

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ





ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ

Τη μέρα ήλιος άρχοντας που τα στοιχειά ξορκίζει
νύχτα του πικροχάροντα ο ίσκιος σεργιανίζει.

Μανίζει ο γερο-βοριάς και το τιμόνι τρίζει
της θάλασσας ο δαίμονας λυσσομανά κι αφρίζει.

Λαδιά γλυκαίνει το κορμί, το κρυφονανουρίζει
ύπουλο φίδι η νοτιά, τα κόκαλα τσακίζει.

Καταμεσής του ωκεανού στεριά ποθούν τα μάτια
ν’ ανέβουνε του πατρικού γοργά τα σκαλοπάτια.

Τι κι αν ευλαβικά φιλώ το χώμα τ’ αγιασμένο
μία σειρήνα με κρατά στο άλμπουρο δεμένο.

Η τσιμινιέρα αγκομαχά και η μπουρού σφυρίζει
τα λόγια κούφια, η μάγισσα πάντοτε με ορίζει.

Βουβά τα χείλη χαιρετούν, μαντίλι στο μουράγιο
της μάνας παίρνουν την ευχή, της γνέφουνε κουράγιο.

Καλπάζει ο νους σαν άλογο στα κύματα καβάλα
του Ποσειδώνα αγροικά τα μυστικά σινιάλα.

Στην πλάνη τους αφήνομαι και η ψυχή αλαργεύει
στων λιμανιών τα καπηλειά τα ρέστα της ξοδεύει.

Μα σαν ποτίσει το κορμί το καραβίσιο αλάτι
κι έχει χορτάσει τ’ ουρανού τα μήκη και τα πλάτη

κατάπλωρα στολίστε με σε νεκρικό κλινάρι
για το ταξίδι το στερνό ξοφλήστε το βαρκάρη.

Αντί για μνήμα με σταυρό και κυπαρίσσια γύρω
φούντο στα πόδια η άγκυρα το σώμα μου να γείρω.

Ταξιδευτής στο άπειρο ν’ ακούω τη γοργόνα
που με τραγούδια απόκοσμα θρηνεί το Μακεδόνα.


© Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

ΒΑΛΒΙΔΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ



ΒΑΛΒΙΔΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Απ' του σπιτιού την τρύπια στέγη
κάθε πρωί ο ήλιος φέγγει
κι απ' το σπασμένο μου το τζάμι
κυλά η μέρα σαν ποτάμι.

Τα σύννεφα με χαιρετάνε
για τη δουλειά που ξεκινάνε
και η βροχή όταν περνάει
με ένα γέλιο με ξυπνάει.

Απ' του σπιτιού τις χαραμάδες
βαρκάδα κάνουν οι λιακάδες
κι απ' του ανέμου τα παιχνίδια
κυματιστά τα κεραμίδια.

Τα φώτα ανάβει στο ταβάνι
των αστεριών το καραβάνι
και το φεγγάρι μουρμουρίζει
τραγούδι που με νανουρίζει.

Έχω βαλβίδα ασφαλείας
στο τούνελ της μελαγχολίας
στην έρημο της σκευωρίας
μια όαση ελευθερίας.

Έχω βαλβίδα ασφαλείας
τεκμήριο αμφιβολίας
στον κόσμο της υποκρισίας
των υπεράνω υποψίας.

© Δημήτρης Φιλελές


Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΣ



ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΣ

Πυκνό στο δρόμο πέφτει χιόνι
τα πεζοδρόμια σκεπάζει
στο χειμωνιάτικο αγιάζι
κάποιος συνάνθρωπος παγώνει.

Τα δόντια τρίζουν απ’ το κρύο
τρύπια τα ρούχα κι η καρδιά του
διαγραμμένο τ’ όνομά του
απ’ των ανθρώπων το αρχείο.

Γυμνή στο δρόμο η αλήθεια
αδιάφοροι την προσπερνάμε
το χρήμα μόνο προσκυνάμε
το χέρι απλώνει για βοήθεια.

Ο ύπνος θάνατο μυρίζει
στο περιθώριο του κόσμου
και με δικάζει ο εαυτός μου
που ακόμα άνθρωπο θυμίζει.

Πώς μας σκοτώνει αυτή η πόλη
μάνα που τρώει τα παιδιά της
φαρμάκι στάζει η ομορφιά της
μοιάζει στον κρόταφο πιστόλι.

Πώς μας σκοτώνει κάθε βράδυ
όταν το πέπλο της απλώνει
με νεκρικό μοιάζει σεντόνι
βαθιά μας σέρνει στο σκοτάδι.


© Δημήτρης Φιλελές

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ - FEDERICO GARCIA LORCA

Federico Garcia Lorca (1898-1936)


ΑΚΟΥΣΤΕ...

ένα ποίημα του Νίκου Καββαδία
αφιερωμένο στον μεγάλο Ισπανό ποιητή
Federico Garcia Lorca
που δολοφονήθηκε από φασίστες
στις 19 Αυγούστου 1936



FEDERICO GARCIA LORCA

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότε που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό

Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά


Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.


ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ





ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ

Κάτω απ' τη γέφυρα τα βράδια
φωλιά γυρεύουν τα σπουργίτια
απ' του βοριά τα κρύα χάδια.

Με μια κουβέρτα πανωφόρι
κι ένα χαρτόκουτο για στέγη
αγκομαχούν στο ξεροβόρι.

Κάτω απ' τη γέφυρα τα βράδια
χαμόγελα κοκαλωμένα
και δύο χέρια μένουν άδεια.

Βουβά τα όνειρα στο χιόνι
πάλι ο θεός αλλού κοιτάει
γι' άλλους η ελπίδα ξημερώνει.

Κάτω απ' τη γέφυρα ποιος ξέρει
ο ήλιος αν ποτέ θα φτάσει
κι αν θα φωτίσει κάποιο αστέρι.

Μια αχτίδα φως μες στο σκοτάδι
δρόμο δε βρίσκει να περάσει
βαθύ του πόνου το σημάδι.

Κάτω απ' τη γέφυρα ποιος ξέρει
ποιος σαν καλάμι θα λυγίσει
ή αν κάποτε έρθει καλοκαίρι.

Πικρό νερό έχει ποτίσει
ξερό ψωμί σκουριά και σκόνη
ζωή που έχει γονατίσει.

Γύρω μια θάλασσα ο κόσμος
σ' έναν καθρέφτη ραγισμένο
με φάρο μοιάζεις ρημαγμένο
σ' έχει ξεγράψει ο ταχυδρόμος.

Πόσο κοστίζει η αγάπη
πάλι σε κλέψανε στο ζύγι
οι άνθρωποι μικροί και λίγοι
όλοι γυρίζουνε την πλάτη.


© Δημήτρης Φιλελές

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ



ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ

Φόβο δεν έχει ο φτωχός, όλη η ζωή του μάχη
πόλεμο με τη φτώχεια του γεννήθηκε για να 'χει
με τον ιδρώτα του ψωμί φέρνει στη φαμελιά του
από δυο χέρια τίμια που 'χει για τη δουλειά του.

Η μάνα γη τον αγαπά, πάντα τον ξεπληρώνει
κι είναι ο ύπνος του γλυκός όσο που ξημερώνει
μέσ' στης ζωής τη θάλασσα τα κύματα ημερεύει
όπως τον βρίσκει τον καιρό έτσι τον ταξιδεύει.

Όποιος τα πλούτη προσκυνά και για θεό νομίζει
στον ύπνο του να τα μετρά και να τα αυγατίζει
κι όταν για τον Αχέροντα πρέπει να ταξιδέψει
σ' ένα σακούλι πάνω του στη μέση του να δέσει.

Είναι ταξίδι μακρινό που γυρισμό δεν έχει
να ΄χει το βιος του από κοντά, ποιος θα του το προσέχει;
μα είν' ο βαρκάρης πονηρός και πληρωμή ζητάει
όλο το βιος σε μια στιγμή ο Άδης θα το φάει.

Είσαι και δεν είσαι, κι όλο χάνεσαι
στον αφρό ανεβαίνεις μα δεν πιάνεσαι
χώμα και νεράκι μια ζωή κυλάς
στάχτη κι αεράκι γίνεσαι, σκορπάς...

© Δημήτρης Φιλελές