ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

Πηνελόπη Δέλτα - Η ζωή του Χριστού (απόσπασμα)

 #διαβάζω_για_σένα


Η συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα


Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

«Αφήσετε τα Παιδάκια να Έρχονται σε Μένα»


Όπως και στην Ιουδαία, έτσι και πέρα από τον Ιορδάνη, στη νότια Περαία, βρήκαν οι διεστραμμένοι Φαρισαίοι τον Ιησού, και με κάθε τρόπο τον πείραζαν και του έκαναν ρωτήματα, με την ελπίδα πως η ηθική που δίδασκε, μπορούσε να έλθει σε αντιλογία με το νόμο του Μωυσή.

Οι Εβραίοι, από την αρχή της ιστορίας τους, παντρεύονταν, χώριζαν και ξαναπαντρεύονταν με τη μεγαλύτερη ευκολία, μα την ανήθικη εκείνη εποχή το είχαν παραξηλώσει. Άλλωστε, ο άρχοντάς τους πρώτος, ο τετράρχης Ηρώδης Αντίπας, είχε χωρίσει τη γυναίκα του και την ξαπέστειλε πίσω στον πατέρα της, τον Εμίρη της Αραβίας, για να στεφανωθεί τη χωρισμένη γυναίκα του αδελφού του, την Ηρωδιάδα.

Με την υστεροβουλία ίσως να βάλουν τον Ιησού σε δυσκολία και απέναντι των αρχών ακόμα, μαζεύτηκαν μια μέρα γύρω του και τον ρώτησαν:

Επιτρέπεται να χωρίζει κανείς τη γυναίκα του;

Ο Ιησούς τους ρώτησε:

Τι σας πρόσταξε ο Μωυσής;

Αυτοί είπαν:

Ο Μωυσής επέτρεψε να κάνεις έγγραφο διαζυγίου και να χωρίσεις.

Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε:

Κατά τη σκληρή σας καρδιά σάς έγραψε την εντολή αυτή. Δε διαβάσατε πως εκείνος που έκανε από την αρχή τον άντρα και τη γυναίκα, τους έπλασε και τους είπε: «Γι αυτό το δεσμό θ' αφήσει ο άνθρωπος πατέρα και μητέρα, και θα ενωθεί με τη γυναίκα του και θα γίνουν ένα και οι δυο»; Λοιπόν εκείνο που ένωσε ο Θεός, ο άνθρωπος να μην το χωρίζει.

Αποστομώθηκαν οι Φαρισαίοι. Τα λόγια αυτά του Ιησού καταδίκαζαν τους άρχοντες και μεγαλουσιάνους, τους ιερείς και αυτούς τους ίδιους τους Φαρισαίους, τους υποκριτές, που ήταν οι πιο ανήθικοι, που παντρεύονταν και ξαναπαντρεύονταν και χώριζαν οπόταν βαριούνταν τη γυναίκα τους.

Οι μικροί όμως και ταπεινοί άκουσαν με συγκίνηση τη διδασκαλία του, και η καρδιά τους πλημμύριζε αγάπη για τον πονόψυχο εξαίσιο νέο προφήτη, το δίκαιο και ανεπηρέαστο κριτή, που χτυπούσε αμείλικτα τους τυράννους. Γυναίκες πολλές μαζεύονταν ν' ακούσουν, και πολλές τον ακολουθούσαν, και όσες είχαν παιδιά τού τα έφερναν και τ' ακουμπούσαν στα πόδια του για να τα ευλογήσει.

Και μια μέρα, μαζεύτηκαν τόσα πολλά, που οι μαθητές θύμωσαν με τις μανάδες, και γύρευαν να διώξουν τα παιδιά. Μα το αντιλήφθηκε ο Ιησούς και αγανάκτησε. Μάλωσε τους μαθητές του και τους είπε:

Αφήσετε τα παιδάκια να έρχονται σε μένα, και μην τα εμποδίζετε. Γιατί σε όσους είναι σαν και αυτά ανήκει η Βασιλεία του Θεού. Αλήθεια σας λέγω, όποιος δε δεχθεί σαν παιδί τη Βασιλεία του Θεού, δε θα μπει μέσα σ' αυτήν.

Και, αγκαλιάζοντας τα παιδάκια, τα κατευλογούσε βάζοντας τα χέρια απάνω τους.

Ένας νέος άρχοντας, που είχε μεγάλα πλούτη, άκουε και έβλεπε όλα αυτά, και συγκινήθηκε βαθιά. Καθώς πήγαινε ο Ιησούς στο δρόμο, έτρεξε αυτός, και, πέφτοντας στα γόνατα μπροστά του, τον ρώτησε:

Δάσκαλέ μου αγαθέ, τι καλό να κάνω για να κληρονομήσω ζωή παντοτινή;

Του είπε ο Ιησούς:

Γιατί με λες αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά ένας μόνος, ο Θεός. Αν θέλεις να μπεις στη ζωή των ουρανών, να φυλάγεις τις εντολές.

Τον ρώτησε ο νέος:

Ποιες εντολές, Κύριε;

Και ο Ιησούς του είπε:

«Μη σκοτώσεις», «μην ατιμάσεις», «μην κλέψεις», «μην ψευδομαρτυρήσεις», «τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου», «αγάπα τον πλησίον σου σαν τον ίδιο τον εαυτό σου».

Ο νέος αποκρίθηκε και του είπε:

Δάσκαλε, όλα αυτά τα φύλαξα από τα μικρά μου χρόνια.

Ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια του απάνω του και τον αγάπησε και είπε:

Ένα σου λείπει ακόμα. Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε ό,τι έχεις, και δώσε τα στους φτωχούς, και θα βρεις θησαυρό στον ουρανό. Και έλα, ακολούθα με, φορτώσου το σταυρό σου.

Μα ο νέος άρχοντας σκυθρώπασε με το λόγο αυτό, και έφυγε λυπημένος, γιατί είχε κτήματα πολλά και ήταν πολύ πλούσιος.

Τον είδε ο Ιησούς που έφευγε, και γυρνώντας στους μαθητές του είπε:

Τι δύσκολα που θα μπουν στη Βασιλεία του Θεού εκείνοι που έχουν χρήματα!

Οι μαθητές απόρησαν με την αυστηρή αυτή αποδοκιμασία των πλουσίων. Το είδε ο Ιησούς, και πιο γλυκά τους ξαναείπε:

Παιδιά μου πόσο δύσκολο είναι για κείνους που πιστεύουν στα χρήματα, να μπουν στη Βασιλεία του Θεού. Ευκολότερο είναι να περάσει καμήλα από τρύπα βελόνας, παρά να μπει πλούσιος στη Βασιλεία του Θεού. Τ' άκουσαν οι μαθητές, και τρόμαξαν ακόμα περισσότερο. Ήταν αδύνατο να περάσει καμήλα από τρύπα βελόνας· λοιπόν κάθε πλούσιος ήταν άραγε καταδικασμένος να πάγει στην κόλαση;

Ανήσυχα τον ρώτησαν:

Ποιος άραγε μπορεί να σωθεί;

Σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια του απάνω τους, και είπε:

Στους ανθρώπους αδύνατο, αλλά στο Θεό όλα είναι δυνατά.

Τότε άρχισε ο Πέτρος να λέγει:

Να, εμείς τ' αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε.

Όπως ο Ματθαίος είχε παρατήσει όλα του τα πλούτη, έτσι και ο Πέτρος είχε πουλήσει τη βάρκα του και ό,τι είχε, για ν' ακολουθήσει τον Ιησού. Το ίδιο είχε κάνει και ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και άλλοι. Να του ήλθε άραγε απορία του Πέτρου, ακούοντας τα λόγια του Ιησού, μην πήγε χαμένη η θυσία του αυτή, αφού ήταν τόσο δύσκολο να μπει στη Βασιλεία των Ουρανών; Ήρεμη και ησυχαστική ήλθε η απάντηση του Ιησού:

Αλήθεια σας λέγω, κανένας που άφησε σπίτι ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια, για χατίρι μου και για το ευαγγέλιο μου, κανένας δεν είναι που να μη λάβει εκατό φορές περισσότερα, και ζωή αιώνια.

Και, ως προειδοποίηση, τους επανέλαβε εκείνο που τους είχε πει και άλλοτε:

Πολλοί από κείνους που είναι πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι, και οι τελευταίοι πρώτοι.

Και τους είπε μια παραβολή, για να νιώσουν καλά πως η Βασιλεία των Ουρανών δεν έχει υπολογισμούς και παζάρια, παρά πρώτα από όλα θέλει αγαθή καρδιά, απαλλαγμένη από ζήλια και φθόνο.

Η Βασιλεία των Ουρανών, λέγει, μοιάζει με οικοδεσπότη που βγήκε, πρωί πρωί, να συμφωνήσει εργάτες στο αμπέλι του· και αφού συμφώνησε από ένα δηνάρι τον καθένα την ημέρα, τους έστειλε στον αμπελώνα του. Βγαίνοντας πάλι την τρίτη ώρα, είδε άλλους εργάτες που στέκονταν στην αγορά άεργοι, και σ' εκείνους είπε: «Πηγαίνετε κι εσείς στο αμπέλι μου, και ό,τι είναι δίκαιο, θα σας το δώσω.» Κι εκείνοι πήγαν. Πάλι βγήκε την έκτη ώρα και την ένατη και έκανε το ίδιο. Κατά την ενδέκατη ώρα βγήκε και βρήκε άλλους που στέκονταν άεργοι, και τους λέγει: «Γιατί κάθεστε όλη μέρα;» Του αποκρίθηκαν αυτοί: «Κανείς δε μας συμφώνησε.» Τους λέγει τότε κείνος: «Πηγαίνετε κι εσείς στο αμπέλι μου, και ό,τι είναι δίκαιο, θα το λάβετε.»

Σα βράδιασε, λέγει ο νοικοκύρης στον επιστάτη του: «Κάλεσε τους εργάτες, και δώσε τους το μισθό τους, αρχίζοντας από τους τελευταίους και πηγαίνοντας ως τους πρώτους.» Ήλθαν εκείνοι που έφθασαν την ενδέκατη ώρα, και πήραν ένα δηνάρι· ήλθαν και οι πρώτοι, και νόμιζαν πως θα πάρουν περισσότερα, μα έλαβαν και αυτοί ένα δηνάρι.

Το πήραν, και άρχισαν να μουρμουρίζουν εναντίον του νοικοκύρη, λέγοντας πως, «Αυτοί οι τελευταίοι μιαν ώρα μόνο δούλεψαν ίσα τους κάνει μ' εμάς, που φορτωθήκαμε όλο το βάρος της μέρας και την κάψα;» Μα εκείνος αποκρίθηκε σ' έναν απ' αυτούς και του είπε: «Φίλε, δε σε αδικώ. Δε σε συμφώνησα ένα δηνάρι; Πάρε το δικό σου και πήγαινε. Μα θέλω και του τελευταίου να δώσω όσα και σένα, ή μήπως και δεν είμαι κύριος να κάνω ό,τι θέλω με τα δικά μου χρήματα; Ή μήπως είναι το μάτι σου φθονερό, γιατί είμαι εγώ καλός;» Έτσι πρόσθεσε τελειώνοντας ο Ιησούςθα είναι οι τελευταίοι πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι. Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ


Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

Στον ήλιο σκαρφαλώσαμε

 





Στον ήλιο σκαρφαλώσαμε

 

Στον τόπο που μεγάλωσα

με την αλήθεια μάλωσα

την Ιστορία μπάλωσα

για κοίτα με πώς πάλιωσα.

 

Τα λάβαρα υψώσαμε

τα χέρια μας σταυρώσαμε

το γείτονα καρφώσαμε

κι ούτε νερό δε δώσαμε.

 

Το πλοίο το βουλιάξαμε

σωσίβια αρπάξαμε

δεν ξέραμε καμία προσευχή.

 

Στον ήλιο σκαρφαλώσαμε

τα ρούχα μας στεγνώσαμε

και πάμε πάλι από την αρχή.

 

Των ξένων τα εγκλήματα

των φίλων τα παθήματα

δε γίνανε μαθήματα

και χάσαμε τα βήματα.

 

Χαμένη υπερηφάνεια

τη ντύσαμε με δάνεια

η αρρώστια μας η χρόνια

να σπέρνουμε διχόνοια.

 

Το πλοίο το βουλιάξαμε

σωσίβια αρπάξαμε

δεν ξέραμε καμία προσευχή.

 

Στον ήλιο σκαρφαλώσαμε

τα ρούχα μας στεγνώσαμε

και πάμε πάλι από την αρχή.

 

Ποίηση: Δημήτρης Φιλελές

Μελοποίηση: Γιώργος Αναστασόπουλος

Ερμηνεία: Θέλμα Καραγιάννη


ΗΛΙΕ ΜΟΥ, ΜΗ ΜΑΣ ΛΗΣΜΟΝΑΣ

 




Ήλιε μου, μη μας λησμονάς

 

Βγαίνει στη φτωχογειτονιά

ήλιος παραπονιάρης

πρωί - πρωί πιάνει δουλειά

σαν μεροκαματιάρης.

 

Μπαίνει στα εργατόσπιτα

άρχοντας και κιμπάρης

να καταπιεί την παγωνιά

που σκόρπισ’ ο βαρδάρης.

 

Ήλιε μου, μη μας λησμονάς

να έχει κι ο Θεός για μας

Ήλιε μου, μη μας λησμονάς

κάθε πρωί να μας ξυπνάς.

 

Απ’ την παλιά την αγορά

ως πέρα στο λιμάνι

απλώνει φως και ζεστασιά

να ’χει το ανθρωπομάνι.

 

Κι όταν γυρνούν απ’ τη δουλειά

τα βλέφαρά του κλείνει

μια ηλιαχτίδα συντροφιά

στην πόρτα τους αφήνει.

 

Ήλιε μου, μη μας λησμονάς

να έχει κι ο Θεός για μας

Ήλιε μου, μη μας λησμονάς

κάθε πρωί να μας ξυπνάς.

 

Ποίηση: Δημήτρης Φιλελές

Μελοποίηση: Γιώργος Αναστασόπουλος

Ερμηνεία: Γιάννης Λεκόπουλος & Θέλμα Καραγιάννη


Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

Ελένη Μπάλιου-Klemm - Ιστορίες πολέμου και ειρήνης

«H αδιάκοπη μάχη μεταξύ των αντιθέτων»

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Ελένη Μπάλιου-Klemm: «Ιστορίες πολέμου και ειρήνης», Εκδόσεις Κύμα, 2024

«Πόλεμος πάντων μεν πατήρ ἐστι, πάντων δε βασιλεύς», ο πόλεμος είναι πατέρας και κυρίαρχος των πάντων (στη ζωή του ανθρώπου), λέει ο Ηράκλειτος και χαρακτηρίζει ως «πόλεμο» την αδιάκοπη μάχη μεταξύ των αντιθέτων, που καταλήγει στη σύνθεση και στην αρμονία και, τελικά, στην ομορφιά.

Γι’ αυτόν τον πόλεμο μας μιλά η συγγραφέας Ελένη Μπάλιου μέσα από τη νέα συλλογή διηγημάτων της, με τίτλο «Ιστορίες πολέμου και ειρήνης», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κύμα.

Ιστορίες ανθρώπινες, πλημμυρισμένες από έντονα συναισθήματα, με πρωταγωνιστές τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας, με τη σωστή κάθε φορά δόση της τρυφερότητας αλλά και της πίκρας της καθημερινής ζωής. Μάχες σώμα με σώμα με τη σκληρή πραγματικότητα μέχρι να νικήσει η ομορφιά.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο ενότητες.

Στην πρώτη, με τίτλο Ταραγμένες ζωές σε καιρούς πολέμων, η συγγραφέας εστιάζει σε ιστορίες ανθρώπων σε δίσεκτους καιρούς, όπως τα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού και η μαύρη δεκαετία του διχασμού που τα ακολούθησε, αλλά και τα χρόνια της εφτάχρονης δικτατορίας. Τα περιστατικά διαδραματίζονται στην αγαπημένη της όσο και πολύπαθη λαϊκή συνοικία της Καισαριανής.

Από το πρώτο κιόλας διήγημα, τις Πρίμουλες της Άννας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν, η συγγραφέας την περιγράφει με τα πιο ζωντανά χρώματα της μνήμης, αλλά και με τον φόβο ότι «θα έρθει μια μέρα που ακόμα και οι τρύπες από τα όπλα στους τοίχους της Καισαριανής δεν θα σημαίνουν τίποτα για τις νεότερες γενιές», επειδή οι εχθροί της ελευθερίας προσπαθούν «να πείσουν τα παιδιά μας πως για τη δυσχερή θέση τους φταίνε οι δικές μας αξιώσεις» μέχρι «να τα ρίξουν στο κυνήγι ενός ανύπαρκτου θησαυρού».

Ο Τζωρζ, The good παιδί, ο μετανάστης που επέστρεψε από την άλλη άκρη του Ατλαντικού με τον αέρα του αμερικάνικου ονείρου που έθαψε τα δικά του οράματα, ο φοβισμένος και συμβιβασμένος παροιμιώδης ανθρωπάκος, μόνο όταν έρχεται αντιμέτωπος με τη συντριπτική αλήθεια, αντιλαμβάνεται ότι «δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσεις τη μνήμη του αίματος».

Το παραδεισάκι, το σπίτι της Χαρούλας της Σμυρνιάς, που αντιστάθηκε και άντεξε στα βάναυσα χτυπήματα της αντιπαροχής, με την κληματαριά που δεν έπαψε στιγμή να πρασινίζει, είναι η προσωποποίηση των παιχνιδιών που παίζει η ζωή και των συμπτώσεων που, σπάνια, μπορεί να είναι και ευχάριστες.

Καισαριανή, αγάπη μου, ποτισμένη με το αίμα και τον ιδρώτα της προσφυγιάς, με το αίμα που κυλάει βουβό και γράφει την ιστορία, σφιχτά πιασμένη στη μέγγενη της εγκατάλειψης ή του εκσυγχρονισμού, παλεύεις με όση δύναμη σου έχει απομείνει για να μη λυγίσεις.

Η κυρία Ευγενία, η τρελή μάνα του τρελού παιδιού, του Μέμου, που μια φασιστική ριπή έκοψε το νήμα της ζωής του, είναι η ζωντανή ιστορία που δίνει τη μάχη μέχρι τέλους για να μη βουλιάξει η αλήθεια στη σιωπή.

Με Τα χαμένα παιδιά ολοκληρώνεται η πρώτη ενότητα. Τα λησμονημένα παιδιά των ιδρυμάτων, παιδιά ενός κατώτερου θεού, αντικείμενα άθλιας εκμετάλλευσης, στην πονετική Καισαριανή βρίσκουν μια ζεστή αγκαλιά να στεγάσουν τη μοναξιά και την εγκατάλειψη που γνώρισαν από τη στιγμή που ήρθαν στον κόσμο. Για λίγο όμως. Γιατί όταν οι προστάτες τους φεύγουν από τη ζωή, οι μάσκες πέφτουν και οι νόμοι κλείνουν τα μάτια και τα αυτιά στον λόγο υπέρ αδυνάτου.

Η δεύτερη ενότητα έχει τίτλο Ταραγμένες ψυχές σε καιρούς ειρήνης.

Το νυχτοπούλι και η γυναίκα συνταιριάζουν το φανταστικό με το πραγματικό και, όπως συμβαίνει στη λαϊκή μας παράδοση, το πουλί με ανθρώπινη φωνή διατυπώνει την πικρή αλήθεια για τους ανθρώπους: «Όταν δεν θα ’χει απομείνει τίποτα να καταστρέψουν, θα στραφούν στους εαυτούς τους. Και μόνο τότε θα καταλάβουν ότι οι κήποι της ευτυχίας δεν φυτρώνουν από μόνοι τους. Και για να συνεχίσουν να ζουν, πρέπει να μάθουν να καλλιεργούν, να ξεχορταριάζουν, να φυτεύουν».

Συγκλονίζει η Σούλα, η ιστορία της ζωής και του αναπάντεχου τέλους του Τάσου, ενός ανθρώπου που τόλμησε να σπάσει τους φραγμούς του καθωσπρεπισμού, πληρώνοντας το βαρύ τίμημα μιας ξέφρενης πορείας σε μια κοινωνία που αποδέχεται μόνο τις υπόγειες συναλλαγές και όχι την εντιμότητα και τις καθαρές εξηγήσεις.

Παράξενος άνθρωπος ο Αντώνης που μιλάει με τα ζώα και απεχθάνεται τη συζήτηση με τους ανθρώπους. Και ακόμα πιο παράξενη Η ταράτσα του Αντώνη, όπου φιλοξενούνται παράξενα κατοικίδια ζώα. Είναι παράταιρος και απόβλητος, είναι ακατανόητος και από άποψη μοναχικός, είναι ο εύκολος στόχος μιας ανάλγητης συντηρητικής κοινωνίας που τρομάζει και ασυλλόγιστα καταγγέλλει καθετί διαφορετικό. Αλλά κι εκείνος, ψύχραιμος και ανυποχώρητος, δίνει έξω απ’ τα δόντια τη δική του αποστομωτική απάντηση: «Πουτάνες, καριόλες, σιχάματα τη φύσης, που κάνετε τους φιλάνθρωπους για να πάρετε άφεση αμαρτιών. Κωθώνια, σκατάνθρωποι, γουρούνια, δεν αφήνετε έναν άνθρωπο στην ησυχία του».

Για να πάρει τη σκυτάλη της πικρής ειρωνείας Το φυλαχτό της Γκόλφως, η οποία κατάλαβε τα σημάδια του ονείρου και «πως το κακό έρχεται απ’ τη θάλασσα κι όσο αθώο κι αν φαίνεται, αθώο δεν είναι» και αποφάσισε με βεβαιότητα να διαμαρτυρηθεί για τη βρώμα στον καταυλισμό των ξένων. Κι αν τελικά την κατάπιε η θάλασσα, έμεινε πίσω η ανιψιά της, που κι αυτή δεν αντέχει να ακούει για καταυλισμούς, ναυάγια και πνιγμένους, για να γράψει την ιστορία της ευσεβούς θείας της.

Ελένη Μπάλιου-Klemm

Από τη ζωή μας όμως δεν μπορεί να απουσιάζει ούτε το χιούμορ ούτε η αίσθηση της πραγματικότητας. Αυτά τα δυο αναμειγνύονται στη σωστή δοσολογία στο διήγημα Ένεκα η παράδοσις με πρωταγωνιστή τον Νώντα και τις λαϊκές ατάκες του, όπως: «Βγες έξω να δοκιμάσεις λίγη χυλόπιτα και ίσως τότε μάθεις κάτι για το ασθενές φύλο, να ’ούμε» και «Ο άνθρωπος είναι σαν τα μηχανάκια. Τα δουλεύεις, ζουν. Δεν τα δουλεύεις, σαραβαλιάζουν».

Ο βράχος που χάθηκε, είναι μια πρωτότυπη ιστορία περιπλάνησης ή και παραπλάνησης που μας ταξιδεύει μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Κρατώ μια φράση που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση: «Δώσε σημασία στ’ αυτιά σου. Υπάρχουν πράγματα που ακούς και παραμερίζεις. Όλοι το κάνουμε αυτό. Γιατί αν συγκρατούσαμε όλα όσα ακούμε, θα είχαμε τρελαθεί».

Ένα Ραντεβού στη Βιέννη μπορεί να γίνει το άπιαστο όνειρο, επειδή η αναβλητικότητα δεν αφήνει τους περισσότερους ανθρώπους ούτε να εκτιμήσουν σωστά τις καταστάσεις ούτε και να ζήσουν το σήμερα δίχως αύριο. Κι όταν η ζωή, που έχει πάντα τον τελευταίο λόγο, έρχεται την πιο απρόσμενη στιγμή να σκορπίσει σε συντρίμμια το όνειρο, η μεγαλύτερη επιθυμία μεταμορφώνεται σε ανάμνηση που μας στοιχειώνει για πάντα.

Είναι όμως η ίδια η ζωή με τις σατανικές συμπτώσεις της που ενώνει εξίσου απροσδόκητα τους ανθρώπους που «δεν βρήκανε το θάρρος να ξεκολλήσουν από τη ντροπή της φιλίας και να ομολογήσουν τα αισθήματά τους». Αυτό συνέβη Κάποια ζωή, κάποια Χριστούγεννα στην Ελένη και τον Στέφανο, που τελικά περπάτησαν μαζί «μέχρι το σπίτι του και μετά μέχρι τον ουρανό!»

Ένα ταξίδι τελειώνει τη στιγμή που ένα άλλο ταξίδι αρχίζει. Με Ωτοστόπ «το ταξίδι μπορεί να είναι μεγάλο ή μικρό. Δεν ξέρεις πόσο θα κρατήσει ούτε αυτό ούτε η διαδρομή με τον ευγενικό οδηγό». Όλα και όλοι κινούνται σε μια ατέρμονη λωρίδα που χάνεται τόσο στον παρελθόν όσο και στο μέλλον. Κι εσύ «κουβαλάς στον ώμο ένα σακίδιο που φαίνεται να περιέχει όλη τη ζωή σου. Στην πραγματικότητα είναι γεμάτο σκουπίδια. Άχρηστα πράγματα που φυλάς για λόγους συναισθηματικούς. Και είναι ό,τι έχεις και δεν έχεις».

Με αφήγηση άλλοτε τριτοπρόσωπη ρέουσα και άλλοτε πρωτοπρόσωπη ζωηρή, με διαλόγους έντονους και αληθινούς, με διαπεραστικές αλήθειες και εικόνες ολοζώντανες, η Ελένη Μπάλιου μας παρασύρει στον κόσμο της γραφής της, όπου το βίωμα και η μυθοπλασία συγχωνεύονται αξεχώριστα και μας προσφέρουν την τέρψη όχι μόνο της ανάγνωσης αλλά και της γνώσης, ώστε να βρούμε τον τρόπο και τον δρόμο, μέσα από διαδρομές δαιδαλώδεις και δύσβατες, να φτάσουμε στην ποθητή  ομορφιά.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η αδιάκοπη μάχη των αντιθέτων


Κυριακή 14 Απριλίου 2024

νñKος Θ. Ϡαναγιωτάρας – ἐԯ’ αὐϯѻфώϱῳ – MIA OLBIA EBϪOMAϪA...

 #διαβάζω_για_σένα

Ο ποιητής νñKος Θ. Ϡαναγιωτάρας 




MIA OLBIA EBϪOMAϪA METAY ANOIJC 

KAI фʘINOӅWPOY + 1 MEPA

 

 

Την κρεμάστρα έντυσα με την λαγνεία,

μια ιδέα γυναίκας θελκτικής

Γιατί περνάνε τα χρόνια τ’ ανυπάκουα

με την ντουλάπα ανοικτή

Γιατί είναι κόλαση και φρίκη οι σκοτωμένες νύχτες

οι ανέραστες στο κομοδίνο μάσκες…

 

 

Κοντά στα δυο στήθη της Σαλαμίνας

δυο ξηγημένοι νέγροι αυτοκτόνησαν

Κι άλλοι έγχρωμοι πόνεσαν – λαϊκοί, τσιγγάνοι

        με τις πόρτες πίσω τους κλειστές.

Ο Λόπε Ντε Βέγκα, μετά από τόσες γυναίκες

ζει μονάχος του το duende της Ισπανίας…

 

 

Ίσως να βρεις εδώ ό,τι νόμισες χαμένο

ίσως σου μιλήσουν τ’ άστρα που καθρεφτίζονται στο Αιγαίο

Όχι πως έχουν λόγο τα χαμένα να βρεθούν,

όχι πως κατά βάθος είναι χαμένα

Αλλά γιατί πάντα επιστρέφουν εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν,

γιατί κέρδος φορές είναι μόνον η ζημία…

 

 

Ξέροντας πως δεν θα γινόταν τίποτε το εξαίσιο

η Ναυσικά θέλησε να γίνει θεσπέσιο φρούτο – λωτός.

Το φεγγάρι μας πρόδωσε, σκίστηκε στο καμπαναριό της Καρακαντούς   

η Κασσιφόνη θρηνεί το φευγιό του πατέρα της,

Υπάρχει ένα κυνόροδο στον κήπο της, η σκιά του φυγομαχεί,

μας κλέβει την θέα του παλλόμενου στήθους της…

 

 

Ο Σύντροφος κι οι σύντροφοί του μας πούλησαν ευθαρσώς

για μια θέση στο δημόσιο, για μια βόρεια αλλοδαπή

Έκαστος για την πάρτη του κι ο καφές βαρύς γλυκός,

ξεθυμασμένο ουίσκι και τσιγάρα duty free

Σ’ αντίθεση με το καθάριο νερό της Κασταλίας

κι εκείνο το θαρραλέο άνθισμα της μυγδαλιάς τον Γενάρη…

 

 

Ο τάπητας της δικαιοσύνης φορές γλιστράει, μπερδεύει τον βηματισμό

τις προθέσεις της ενάγουσας και του εναγόμενου

Που σκηνοθέτησαν την κλοπή των οργάνων αλήθειας,

την χρυσή του έαρος μέθη πριν την είσοδό μας στην Απέλλα,

Ω! λύρα μου Απολλώνια, γλυκά της Θέμιδας μάτια

άλλος θα χαίρεται μετά το ‘δια ταύτα’ το κάρπισμα του έρωτά σου…

 

 

Στα ερείπια κορμιά μας συχνάζουν οι ενεστώτες ηδονής,

αιμομιξίες στα ψηφιδωτά και τα χαλάσματα με διάφανη

συνείδηση.

Είδηση η ευτυχία των στείρων γυναικών των δύσκολων καιρών

της πάλαι ταλαιπωρημένης-καθυστερημένης δημοκρατίας,

Ευγενές μέταλλο από φύση της – πολύτιμη – άκρως ελληνική,

μον’ που της έκλεψαν την ιδιότητα της αυτοπροστασίας της…

 

 

…να ψαύσω πως μίαν αλήθεια μέσα στα τόσα

ψέματα,

 

Τώρα που πλημμύρισε απιστία

ο θώκος τους,

 

Απληστία κι αμφιβολία 

τα μάτια μας;

 

                                                      vñKos  Ѳ. ϠavayıѠꞆáas

 

 

Απόσπασμα από το ποιητικό έργο ἐԯ’ αὐϯѻфώϱῳ


νñKος Θ. Ϡαναγιωτάρας – ἐԯ’ αὐϯѻфώϱῳ – Και τι μ’ αυτό;

 #διαβάζω_για_σένα

Ο ποιητής νñKος Θ. Ϡαναγιωτάρας



Και τι μ’ αυτό;

 

 

Και τι μ’ αυτό;

 

 

Ο Μιχαήλ Άγγελος γνώριζε να κινείται επιδέξια

επάνω στην σιωπή – αθόρυβα

λες και ήταν χορευτής,

ο Δομίνικος πάλι, ήξερε να δίνει χρώμα

σχήμα στο σκοτάδι – χέρι υφάδι

με μια και μόνο άνασσα ανάσα πινελιά.

 

 

Σχεδόν πλήρης ημερών κι ολίγον τι αμβλύνους

χάθηκε ένα πρωί ο τρελός από έρωτα της Πρέβεζας·

χάθηκε κι ο Έντγκαρ Άλαν Πόε.

 

 

Έγειρα στο παράθυρο κάτι ν’ ακούσω, κάτι να πω,

μα τελικά δεν ήταν αυτό που εννοούσα   

κι έτσι χαμογελώντας χάθηκα στους διαδρόμους

του μουσείου του νου μου…

 

 

Σαν σκιά μιας λυπητερών πρελούδιων του Μπαχ και του Σοπέν 

ξεπετάχτηκε μέσ’ από δυο κεράσια χείλη

που ‘ρθε με την σειρά της να υπηρετήσει

την μοναξιά του ποιητή  και καλλιτέχνη

και μίαν ακριβή ελπίδα που ακούει στο όνομα Θυία…

 

 

Τσιγγάνικα βιολιά, χωρίς αμφιβολία, φορές σειρήνες,

φορές νεράιδες, πιστέψαμε στους ήχους

όσον και στα ταρρό της μοίρας, στο θρόισμα

των φύλλων·

Ασημώνουμε με την ζzωή μας για να γνωρίσουμε

την Αλήθεια, να φτάσουμε στον Αχέροντα.

 

 

Και τί μ’ αυτό;

 

 

Ο Πραξιτέλης εμφύσησε zζωή στο μάρμαρο της Πάρου

στην άψυχη πέτρα –

γνώριζε για θάνατο και πόθο, γνώριζε…,

λες και ήταν ποιητής,

μα πιότερο για όλα τούτα γνώριζαν

η Φρύνη και η Σαπφώ.

 

 

Έγειρα στα χείλη τους κάτι ν’ ακούσω, να ψιθυρίσω κάτι

μα δεν μου ‘βγαινε όπως εγώ το εννοούσα

Κι έτσι, λυπημένος, με μια υγρή ικμάδα απογοήτευσης

διευθέτησα το μαξιλάρι μου

και γύρισα πλευρό…

Σαν χάδι ανέμου βγήκε η ανάσα

και γυρνώντας στα στήθη τους επάνω

θυμήθηκαν το μαράζι του έρωτα κρυμμένο βαθιά στα όστρακα,

εκεί που η θάλασσα στη στιγμή έγινε γυναίκα,

να υπερασπίσει τον Αίτιο λόγων και έργων

Πριν το λάγνο της Κακίας σώμα – θηλυκότατο –

εξαντλήσει τους αμέτρητους πόθους

και μεγαλουργήσει στ’ όνομα μιας ακόρεστης ισόθεης

Ηδονής.

 

 

Σχεδόν πλήρης ημερών, κι ολίγον τι αμβλύνους

Χάθηκε μαζί με τις κόρες του και την κυρά Φροσύνη

ο Αριστοτέλης της Λευκάδας,

χάθηκε κι ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στο Βιθνάρ,

 

 

Και τι μ’ αυτό;

 

 

Ο Τ.Σ. Έλιοτ προδόθηκε – απατήθηκε εις γνώσιν του

από μια γυναίκα – σχεδόν κατά δική του – νυμφομανή·

για άλλους λόγους προδόθηκε κι ο τρελός της Κρήτης.

 

 

Κατά που ν’ απλώσουνε τα χέρια τους τώρα που

δεν τους λογαριάζουν οι γυναίκες τους –

Όλοι μας ναυάγια – σαν τις σκέψεις τους

που βρίσκουν κόντρα στα ‘θέλω’

και στα ‘πρέπει’ τους,

 

 

Δεν είναι τρόπος αυτός να τελειώσει ο Κόσμος:

μεταξύ πάθους και ουσίας – (συν)ουσίας κι ανάγκης, 

μεταξύ δημιουργίας και δύναμης,

μεταξύ ιδέας θανάτου κι ανάστασης,

 

 

Αφήστε την αψεγάδιαστη ψυχή να πιεί,

να τραγουδήσει,

αφήστε την καλλιρέεθρο κούπα της ματαιότητας να κυλήσει,

να σπάσει,

αφήστε να κλάψουν οι φιλήσυχοι ουρανοί… 

 

 

Η Αλήθεια θα είναι πολύ μακριά

καλά κρυμμένη στο Ιδαίο Άντρο,

όχι μ’ ένα κλάμα μηδέ μ’ έναν λυγμό,

Χρυσοσκαλίτισσα και Δροσιανή,

Χρυσοσπηλιώτισσα, κι εσύ Παναγία Τρυπητή, σας

θυμάμαι…

στην είσοδο της Χρυσοπηγής κι αυτή της Σουμελά·

εκεί που ο άνεμος καλά κρατεί.

 

 

Και τί μ’ αυτό;

 

 

Το σώμα ξέρει για το πανέρι με τις ηδονές,

για το ζευγάρωμα των πουλιών πίσω από τα

φρύγανα και τις φτελιές,

για τα δώρα των κιρκάδιων εραστών, για

το ύστατο πέταγμα των λαβωμένων αετών,

για τον χορό των ερωδιών…

Το σώμα ξέρει.

 

 

Έγειρα στην θάλασσα κάτι ν’ ακούσω, κάτι να πω

μα δεν ήταν αυτό που εννοούσα,

κι έτσι, ολομόναχος αγρύπνησα στις ανήλιες

της Μεσογείου ακρογιαλιές…

Σαν ταξιδιώτης εξαντλημένος, χορταριασμένος

στην σκέψη και στα λόγια

με προορισμό εσένα ανθισμένη Λήθη

Ήρθα να προλάβω το Δοξαστικό να ηχεί

από την ψυχή της Πάτμου,

Κι εκείνη τη θύσιμο τη μνήμη

την υπομονητική που γεννά για την ιμερτή την λησμονιά…

 

 

Αν την ζzωή περνούσα triumphantly,

νικηφόρος,

θα μπορούσα να γεννήσω έναν νέο νῆΚο νήκεστο…, λυτρωτή!

 

 

Έλα όμως που μύρισε Μοριάς και Σμύρνη

κι ήρθα στην zζωή παναγιωτάρας ελάσσονας,

με υπομονή σαν την Μνήμη,

να γεννήσω για την Τέχνη… δικαίωση!

– θέωση…! 

 

 

Κι όλοι μαζί

να εξιλεώσουμε τα θεία·

αγίων κι αγγέλων προσμονή,

όλοι μαζί να γκρεμίσουμε τους φράχτες

που χωρίζουν τις ψυχές…, άλλες

Στην Κόλαση κι άλλες στον Παρ(άδης)ο.

Αυτή είναι η ονοστή Τέχνη του ζην όπως την πήρα

από τους γονείς μου,

κι Εσείς από τους Δικούς σας – παιδιά νόμιμα

και μη, Παιδιά αγάπης.

 

 

Η Αλήθεια είναι μέσα μας·

Μέσα μας και η Ελευθερία!



vñKos  Ѳ. ϠavayıѠꞆáas 

Απόσπασμα από το ποιητικό έργο ἐԯ αὐϯѻфώϱῳ