«Μπουμπουλίνας 18»
Το ημερολόγιο βασανιστηρίων και αντίστασης της Κίττυς
Αρσένη
σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη και ερμηνεία Αμαλίας
Αρσένη
στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
Γράφει ο Δημήτρης
Φιλελές
Εισαγωγικά:
Η ηθοποιός και σκηνοθέτις Κίττυ
Αρσένη συνελήφθη το καλοκαίρι του 1967 από τα ανδρείκελα της χούντας λόγω της
συμμετοχής της στο Πατριωτικό Μέτωπο και οδηγήθηκε στο κολαστήριο της οδού
Μπουμπουλίνας. Επί ένα τρίμηνο βίωσε την απανθρωπιά και τον εκφοβισμό, τα
φρικτά βασανιστήρια και τους εξευτελισμούς, οδηγήθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε
σε τριετή φυλάκιση με αναστολή λόγω αντεθνικής δράσης. Το 1968, μετά τη γενική
αμνηστία που δόθηκε ως ένδειξη φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, διέφυγε
παράνομα στο εξωτερικό και κατέθεσε στο Συμβούλιο της Ευρώπης, αποκαλύπτοντας
τις φρικαλεότητες των βασανιστών της, γεγονός που συνέβαλε στην αποβολή της
Ελλάδας από το Συμβούλιο. Επέστρεψε παράνομα στη χώρα το 1972 για να συνεχίσει
την αντιδικτατορική της δράση με κίνδυνο της ζωής της. Το 1975 εξέδωσε το αυτοβιογραφικό
της έργο Μπουμπουλίνας 18 (εκδόσεις
Θεμέλιο), όπου περιγράφει όσα βίωσε τόσο εκείνη όσο και άλλοι δεσμώτες της
χούντας, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Ανδρέας Λεντάκης, με τους οποίους
συνυπήρξε στο άντρο των βασανιστών.
Η
υπόθεση:
Η Κίττυ Αρσένη συλλαμβάνεται
αιφνιδιαστικά στο σπίτι της εξαιτίας μιας παράνομης κασέτας που παρέλαβε με
τραγούδια του Μίκη αλλά και αντιδικτατορικών προκηρύξεων που τα όργανα της
χούντας βρίσκουν στον ίδιο χώρο. Οδηγείται αμέσως στα νταμάρια της Κυψέλης για
την πρώτη βασανιστική ανάκριση από τους κτηνώδεις Λάμπρου, Μπάμπαλη και Μάλλιο.
Μετά το πρώτο σοκ οδηγείται στο κολαστήριο της οδού Μπουμπουλίνας, όπου οι
βασανιστές μηχανεύονται κάθε λογής βασανιστήρια και εξευτελισμούς και απλώνουν
πάνω της καθημερινά το βαρύ και σκοτεινό δίχτυ του φόβου, ώστε να την
συντρίψουν σωματικά και ψυχικά και να την αναγκάσουν να ομολογήσει όχι μόνο τη
δράση της αλλά και τους συντρόφους της.
Η πίεση είναι καθημερινή, αδιάκοπη
και ανελέητη. Οι κραυγές πόνου των συγκρατούμενων, οι απάνθρωπες συνθήκες
διαβίωσης, η στέρηση φαγητού και νερού σε συνδυασμό με τους ξυλοδαρμούς, το
κελί της απομόνωσης οδηγούν σώμα και μυαλό στα όρια της τρέλας. Και όλα αυτά
κάπως πρέπει να αντιμετωπιστούν για να μη λυγίσει, για να μη μιλήσει, για να μη
δώσει στους βασανιστές της την ικανοποίηση της νίκης, της τελικής επικράτησης
της βίας.
Προσπαθεί να κρατηθεί όρθια, να
πιαστεί από μια σανίδα σωτηρίας, για να αντέξει όσα συμβαίνουν μέσα της, πάνω
της και γύρω της, για να μη δώσει στους βιαστές της δημοκρατίας τη χαρά της
εξόντωσής της. Κινείται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, συγχέει τον χώρο
και τον χρόνο, παραληρεί και επανέρχεται βίαια στην πραγματικότητα, γυρεύει
σχισμές απ’ όπου θα περάσει μια αχτίδα φωτός, μια αχτίδα ελπίδας. Και τη
βρίσκει σε πρόσωπα άγνωστα, στον Νίκο και στη Ρούλα, στον φύλακα που προσφέρει
τσιγάρο, σε φωνές που αντιστέκονται, στο σφύριγμα του Μίκη που την εμψυχώνει,
στο παραμορφωμένο πρόσωπο του Αντρέα που επιμένει να ζει, στο συνθηματικό
χτύπημα του τοίχου που μηνύει πως είμαστε ακόμα ζωντανοί.
Και όταν το εξοντωτικό μαρτύριο
φτάνει στο τέλος του, με το σώμα και την ψυχή γεμάτη πληγές, αλλά και με την
αίσθηση της υπεροχής και της ακατάβλητης αντοχής, μαζεύει τα κομμάτια της, τα
συναρμολογεί και συνεχίζει τον αγώνα. Γιατί το χρέος την καλεί να αγωνιστεί
μέχρι τέλους. Για όσους χάθηκαν, για όσους επέζησαν, για όσους πρόκειται να
έρθουν.
Η
παράσταση ως συνολική εικόνα:
Για μια ακόμα φορά η ευφυής
σκηνοθέτις και δραματουργικά οξύνους Σοφία
Καραγιάννη επωμίζεται την αγαπημένη της δύσκολη αποστολή· τη μεταφορά επί
σκηνής μιας καθηλωτικής προσωπικής μαρτυρίας που βρίσκεται σε μικρή απόσταση
από το παρόν, με αποτέλεσμα να αγγίζει ή και να ματώνει ευαίσθητες χορδές, αλλά
και να ακροβατεί ισορροπώντας μεταξύ ιστορικής αλήθειας και συγκινησιακής
φόρτισης. Είναι προφανές ότι η Καραγιάννη αρέσκεται σε τέτοιου είδους σκηνοθετικές
και δραματουργικές προκλήσεις, καθώς διαθέτει το μοναδικό χάρισμα να δημιουργεί
κάθε φορά το κατάλληλο εκρηκτικό μείγμα, ώστε να απογειώνει τις υποκριτικές
δυνατότητες των ηθοποιών της, αλλά και να δομεί ένα συνολικό περιβάλλον που
τίποτα δεν λείπει και τίποτα δεν περισσεύει, συμπαρασύροντας το κοινό σε ένα
πρωτόγνωρο (κάθε φορά) θεατρικό ταξίδι που κανένας δεν θέλει να τελειώσει. Πρωτοποριακή,
ευρηματική και ρηξικέλευθη σκηνοθετικά, μας χαρίζει μέσα από τις εμπνεύσεις της
ένα θέαμα που χαράζεται ανεξίτηλα στη μνήμη και στην ψυχή.
Άξιες βοηθοί της στο σκηνοθετικό
εγχείρημα η Iοκάστη Σαράντη και η Σοφία Χατζηευθυμιάδη.
Η Γεωργία
Μπούρδα και η Ηρώ Παρδαβέλλα, ως
βοηθός, είναι υπεύθυνες για το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό μέρος της
παράστασης. Αξιοθαύμαστες οι σκηνικές εμπνεύσεις, που σχηματίζουν έναν συμπαγή
αλλά και τόσο ευέλικτο χώρο, με εντυπωσιακή πρωτοτυπία, άριστη λειτουργικότητα
και σημασία στη λεπτομέρεια. Άψογες οι ενδυματολογικές επιλογές, που είναι
μελετημένες με ακρίβεια και διαθέτουν κομψότητα και φέρουν το προσωπικό τους
στίγμα.
Οι φωτισμοί της Βασιλικής
Γώγου είναι απλώς εξαιρετικοί. Οι εναλλαγές του σκληρού λευκού των
βασανιστηρίων και της απόγνωσης, το βαθύ κόκκινο του αίματος που βάφει τους
τοίχους, τα απαλά χρώματα των ελπίδων που επιμένουν να ζουν και η αδιάκοπη
συνομιλία με τη σκηνική δράση συμβάλλουν αθόρυβα αλλά ουσιαστικά στη συνολική
αισθητική της παράστασης.
Η Μαργαρίτα
Τρίκκα, πολύτιμη συνεργάτις της σκηνοθέτιδας, βάζει το δικό της αφανές
λιθαράκι στην επιτυχία, αναλαμβάνοντας και
φέροντας σε πέρας με απόλυτη επιτυχία τη σημαντική κινησιολογική ευθύνη.
Όλη η επί σκηνής δράση έχει μια αύρα που διαπερνά την αίθουσα.
Η ερμηνεία:
Η Αμαλία Αρσένη ανεβαίνει στη σκηνή και εξωθείται στα άκρα του
υποκριτικού της ταλέντου. Υπό το διπλό βάρος της οικογενειακής συναισθηματικής
εμπλοκής και της διαρκώς εναλλασσόμενης ερμηνείας πολλαπλών
ρόλων, στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Κινείται με άνεση χαρακτηριστική και
επιβλητικότητα, μεταμορφώνεται ακαριαία και με ευχέρεια απίστευτη από θύμα σε
θύτη και τούμπαλιν, βυθίζεται στο σκοτάδι και επανέρχεται στο φως με απόλυτη
φυσικότητα, μετατοπίζεται από την πραγματικότητα στη σφαίρα της φαντασίας με
την απαιτούμενη θολότητα των ορίων, διατηρεί σταθερά σε πρώτο πλάνο τον ψυχισμό
της ηρωίδας που ενσαρκώνει χωρίς να στερεί από τους δορυφόρους το μερίδιό τους
στη δράση, κρατά μέχρι τέλους αμείωτο τον εξουθενωτικό σωματικό ρυθμό και τον
ακραίο ψυχικό παλμό, συναρπάζει και συγκινεί το κοινό, κρατώντας το σφιχτά και
ζεστά από το χέρι από την αρχή μέχρι το τέλος της θεατρικής πράξης.
Συνοψίζοντας:
Πρόκειται για μία θεατρική
παράσταση που για μία πλειάδα λόγων είναι αξιοθαύμαστη και αξιοθέατη. Όμως το
χειροκρότημα του κοινού είναι μάλλον το ελάχιστο όφελος, αν όσα πραγματεύεται
δεν συζητηθούν και δεν αποτελέσουν αιτία για να σκύψουμε πιο βαθιά όχι τόσο
στην ιστορική μελέτη, όσο σε όσα συμβαίνουν μέσα μας και γύρω μας κάθε στιγμή.
Αν δεν πάρουμε θέση απέναντι και στον εαυτό μας και σε όσα φθείρουν την ουσία
του ανθρώπου. Αν δεν σταθούμε σε οδοφράγματα ανυποχώρητα, δηλώνοντας σθεναρά
την πρόθεσή μας να ζήσουμε μόνο ως άνθρωποι ελεύθεροι. Αυτό το μήνυμα
εκπέμπεται από τη «Μπουμπουλίνας 18» και από όσους άφησαν εκεί ένα κομμάτι του
σώματος και της ψυχής του για την επιστροφή της ελευθερίας και της δημοκρατίας
στον τόπο μας.
Η ταυτότητα της
παράστασης:
Κείμενο: Κίττυ
Αρσένη
Σκηνοθεσία: Σοφία
Καραγιάννη
Δραματουργία: Σοφία
Καραγιάννη, Αμαλία Αρσένη
Σκηνικά – Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Φωτισμοί: Βασιλική
Γώγου
Κίνηση: Μαργαρίτα
Τρίκκα
Βοηθοί σκηνοθέτιδας: Iοκάστη Σαράντη, Σοφία Χατζηευθυμιάδη
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Ηρώ Παρδαβέλλα
Φωτογραφίες: Χριστίνα
Φυλακτοπούλου
Τρέιλερ: Στέφανος
Κοσμίδης
Ερμηνεία: Αμαλία
Αρσένη
Ημέρες &
ώρες παραστάσεων:
Από: 25 Απρ, 2026 - 16 Μάι, 2026 - Σάββατα - 21:00
Από: 26 Απρ, 2026 - 17 Μάι, 2026 - Κυριακές - 20:00
Τιμές
εισιτηρίων:
Κανονικό από 18,00 €, Μειωμένο από 15,00 €
Διάρκεια: 70' λεπτά
Η παράσταση τελεί υπό την αιγίδα της Διεθνούς
Αμνηστίας
Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Μπουμπουλίνας 18 - στο fractal






.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)

