ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

«Μπουμπουλίνας 18» - θεατρική κριτική

 

«Μπουμπουλίνας 18»

Το ημερολόγιο βασανιστηρίων και αντίστασης της Κίττυς Αρσένη

σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη και ερμηνεία Αμαλίας Αρσένη

στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

 


Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Η ηθοποιός και σκηνοθέτις Κίττυ Αρσένη συνελήφθη το καλοκαίρι του 1967 από τα ανδρείκελα της χούντας λόγω της συμμετοχής της στο Πατριωτικό Μέτωπο και οδηγήθηκε στο κολαστήριο της οδού Μπουμπουλίνας. Επί ένα τρίμηνο βίωσε την απανθρωπιά και τον εκφοβισμό, τα φρικτά βασανιστήρια και τους εξευτελισμούς, οδηγήθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση με αναστολή λόγω αντεθνικής δράσης. Το 1968, μετά τη γενική αμνηστία που δόθηκε ως ένδειξη φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, διέφυγε παράνομα στο εξωτερικό και κατέθεσε στο Συμβούλιο της Ευρώπης, αποκαλύπτοντας τις φρικαλεότητες των βασανιστών της, γεγονός που συνέβαλε στην αποβολή της Ελλάδας από το Συμβούλιο. Επέστρεψε παράνομα στη χώρα το 1972 για να συνεχίσει την αντιδικτατορική της δράση με κίνδυνο της ζωής της. Το 1975 εξέδωσε το αυτοβιογραφικό της έργο Μπουμπουλίνας 18 (εκδόσεις Θεμέλιο), όπου περιγράφει όσα βίωσε τόσο εκείνη όσο και άλλοι δεσμώτες της χούντας, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Ανδρέας Λεντάκης, με τους οποίους συνυπήρξε στο άντρο των βασανιστών.

 


Η υπόθεση:

Η Κίττυ Αρσένη συλλαμβάνεται αιφνιδιαστικά στο σπίτι της εξαιτίας μιας παράνομης κασέτας που παρέλαβε με τραγούδια του Μίκη αλλά και αντιδικτατορικών προκηρύξεων που τα όργανα της χούντας βρίσκουν στον ίδιο χώρο. Οδηγείται αμέσως στα νταμάρια της Κυψέλης για την πρώτη βασανιστική ανάκριση από τους κτηνώδεις Λάμπρου, Μπάμπαλη και Μάλλιο. Μετά το πρώτο σοκ οδηγείται στο κολαστήριο της οδού Μπουμπουλίνας, όπου οι βασανιστές μηχανεύονται κάθε λογής βασανιστήρια και εξευτελισμούς και απλώνουν πάνω της καθημερινά το βαρύ και σκοτεινό δίχτυ του φόβου, ώστε να την συντρίψουν σωματικά και ψυχικά και να την αναγκάσουν να ομολογήσει όχι μόνο τη δράση της αλλά και τους συντρόφους της.  

Η πίεση είναι καθημερινή, αδιάκοπη και ανελέητη. Οι κραυγές πόνου των συγκρατούμενων, οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, η στέρηση φαγητού και νερού σε συνδυασμό με τους ξυλοδαρμούς, το κελί της απομόνωσης οδηγούν σώμα και μυαλό στα όρια της τρέλας. Και όλα αυτά κάπως πρέπει να αντιμετωπιστούν για να μη λυγίσει, για να μη μιλήσει, για να μη δώσει στους βασανιστές της την ικανοποίηση της νίκης, της τελικής επικράτησης της βίας.

Προσπαθεί να κρατηθεί όρθια, να πιαστεί από μια σανίδα σωτηρίας, για να αντέξει όσα συμβαίνουν μέσα της, πάνω της και γύρω της, για να μη δώσει στους βιαστές της δημοκρατίας τη χαρά της εξόντωσής της. Κινείται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, συγχέει τον χώρο και τον χρόνο, παραληρεί και επανέρχεται βίαια στην πραγματικότητα, γυρεύει σχισμές απ’ όπου θα περάσει μια αχτίδα φωτός, μια αχτίδα ελπίδας. Και τη βρίσκει σε πρόσωπα άγνωστα, στον Νίκο και στη Ρούλα, στον φύλακα που προσφέρει τσιγάρο, σε φωνές που αντιστέκονται, στο σφύριγμα του Μίκη που την εμψυχώνει, στο παραμορφωμένο πρόσωπο του Αντρέα που επιμένει να ζει, στο συνθηματικό χτύπημα του τοίχου που μηνύει πως είμαστε ακόμα ζωντανοί.  

Και όταν το εξοντωτικό μαρτύριο φτάνει στο τέλος του, με το σώμα και την ψυχή γεμάτη πληγές, αλλά και με την αίσθηση της υπεροχής και της ακατάβλητης αντοχής, μαζεύει τα κομμάτια της, τα συναρμολογεί και συνεχίζει τον αγώνα. Γιατί το χρέος την καλεί να αγωνιστεί μέχρι τέλους. Για όσους χάθηκαν, για όσους επέζησαν, για όσους πρόκειται να έρθουν.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Για μια ακόμα φορά η ευφυής σκηνοθέτις και δραματουργικά οξύνους Σοφία Καραγιάννη επωμίζεται την αγαπημένη της δύσκολη αποστολή· τη μεταφορά επί σκηνής μιας καθηλωτικής προσωπικής μαρτυρίας που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το παρόν, με αποτέλεσμα να αγγίζει ή και να ματώνει ευαίσθητες χορδές, αλλά και να ακροβατεί ισορροπώντας μεταξύ ιστορικής αλήθειας και συγκινησιακής φόρτισης. Είναι προφανές ότι η Καραγιάννη αρέσκεται σε τέτοιου είδους σκηνοθετικές και δραματουργικές προκλήσεις, καθώς διαθέτει το μοναδικό χάρισμα να δημιουργεί κάθε φορά το κατάλληλο εκρηκτικό μείγμα, ώστε να απογειώνει τις υποκριτικές δυνατότητες των ηθοποιών της, αλλά και να δομεί ένα συνολικό περιβάλλον που τίποτα δεν λείπει και τίποτα δεν περισσεύει, συμπαρασύροντας το κοινό σε ένα πρωτόγνωρο (κάθε φορά) θεατρικό ταξίδι που κανένας δεν θέλει να τελειώσει. Πρωτοποριακή, ευρηματική και ρηξικέλευθη σκηνοθετικά, μας χαρίζει μέσα από τις εμπνεύσεις της ένα θέαμα που χαράζεται ανεξίτηλα στη μνήμη και στην ψυχή.     

Άξιες βοηθοί της στο σκηνοθετικό εγχείρημα η Iοκάστη Σαράντη και η Σοφία Χατζηευθυμιάδη.

Η Γεωργία Μπούρδα και η Ηρώ Παρδαβέλλα, ως βοηθός, είναι υπεύθυνες για το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό μέρος της παράστασης. Αξιοθαύμαστες οι σκηνικές εμπνεύσεις, που σχηματίζουν έναν συμπαγή αλλά και τόσο ευέλικτο χώρο, με εντυπωσιακή πρωτοτυπία, άριστη λειτουργικότητα και σημασία στη λεπτομέρεια. Άψογες οι ενδυματολογικές επιλογές, που είναι μελετημένες με ακρίβεια και διαθέτουν κομψότητα και φέρουν το προσωπικό τους στίγμα.

Οι φωτισμοί της Βασιλικής Γώγου είναι απλώς εξαιρετικοί. Οι εναλλαγές του σκληρού λευκού των βασανιστηρίων και της απόγνωσης, το βαθύ κόκκινο του αίματος που βάφει τους τοίχους, τα απαλά χρώματα των ελπίδων που επιμένουν να ζουν και η αδιάκοπη συνομιλία με τη σκηνική δράση συμβάλλουν αθόρυβα αλλά ουσιαστικά στη συνολική αισθητική της παράστασης.

Η Μαργαρίτα Τρίκκα, πολύτιμη συνεργάτις της σκηνοθέτιδας, βάζει το δικό της αφανές λιθαράκι στην επιτυχία, αναλαμβάνοντας και  φέροντας σε πέρας με απόλυτη επιτυχία τη σημαντική κινησιολογική ευθύνη. Όλη η επί σκηνής δράση έχει μια αύρα που διαπερνά την αίθουσα.

 


Η ερμηνεία:

Η Αμαλία Αρσένη ανεβαίνει στη σκηνή και εξωθείται στα άκρα του υποκριτικού της ταλέντου. Υπό το διπλό βάρος της οικογενειακής συναισθηματικής εμπλοκής και της διαρκώς εναλλασσόμενης ερμηνείας   πολλαπλών ρόλων, στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Κινείται με άνεση χαρακτηριστική και επιβλητικότητα, μεταμορφώνεται ακαριαία και με ευχέρεια απίστευτη από θύμα σε θύτη και τούμπαλιν, βυθίζεται στο σκοτάδι και επανέρχεται στο φως με απόλυτη φυσικότητα, μετατοπίζεται από την πραγματικότητα στη σφαίρα της φαντασίας με την απαιτούμενη θολότητα των ορίων, διατηρεί σταθερά σε πρώτο πλάνο τον ψυχισμό της ηρωίδας που ενσαρκώνει χωρίς να στερεί από τους δορυφόρους το μερίδιό τους στη δράση, κρατά μέχρι τέλους αμείωτο τον εξουθενωτικό σωματικό ρυθμό και τον ακραίο ψυχικό παλμό, συναρπάζει και συγκινεί το κοινό, κρατώντας το σφιχτά και ζεστά από το χέρι από την αρχή μέχρι το τέλος της θεατρικής πράξης.

 


Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για μία θεατρική παράσταση που για μία πλειάδα λόγων είναι αξιοθαύμαστη και αξιοθέατη. Όμως το χειροκρότημα του κοινού είναι μάλλον το ελάχιστο όφελος, αν όσα πραγματεύεται δεν συζητηθούν και δεν αποτελέσουν αιτία για να σκύψουμε πιο βαθιά όχι τόσο στην ιστορική μελέτη, όσο σε όσα συμβαίνουν μέσα μας και γύρω μας κάθε στιγμή. Αν δεν πάρουμε θέση απέναντι και στον εαυτό μας και σε όσα φθείρουν την ουσία του ανθρώπου. Αν δεν σταθούμε σε οδοφράγματα ανυποχώρητα, δηλώνοντας σθεναρά την πρόθεσή μας να ζήσουμε μόνο ως άνθρωποι ελεύθεροι. Αυτό το μήνυμα εκπέμπεται από τη «Μπουμπουλίνας 18» και από όσους άφησαν εκεί ένα κομμάτι του σώματος και της ψυχής του για την επιστροφή της ελευθερίας και της δημοκρατίας στον τόπο μας.  

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

 

Κείμενο: Κίττυ Αρσένη

Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη

Δραματουργία: Σοφία Καραγιάννη, Αμαλία Αρσένη

Σκηνικά – Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα

Φωτισμοί: Βασιλική Γώγου

Κίνηση: Μαργαρίτα Τρίκκα

Βοηθοί σκηνοθέτιδας: Iοκάστη Σαράντη, Σοφία Χατζηευθυμιάδη

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Ηρώ Παρδαβέλλα

Φωτογραφίες: Χριστίνα Φυλακτοπούλου

Τρέιλερ: Στέφανος Κοσμίδης

 

Ερμηνεία: Αμαλία Αρσένη

 

Ημέρες & ώρες παραστάσεων:

Από: 25 Απρ, 2026 - 16 Μάι, 2026 - Σάββατα - 21:00

Από: 26 Απρ, 2026 - 17 Μάι, 2026 - Κυριακές - 20:00

 

Τιμές εισιτηρίων:

Κανονικό από 18,00 €, Μειωμένο από 15,00 €

Διάρκεια: 70' λεπτά

 

Η παράσταση τελεί υπό την αιγίδα της Διεθνούς Αμνηστίας 


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Μπουμπουλίνας 18 - στο fractal


 

“Optansia & Guerrilla” - Θεατρική κριτική

 


Optansia & Guerrillaστο Θέατρο Αργώ!

Ο Γιώργος Δάμπασης εμπνέεται

από το “Ο Γορίλας και η Ορτανσία” του Ιάκωβου Καμπανέλλη,

διασκευάζει, σκηνοθετεί, “δοκιμάζει” και δοκιμάζεται θεατρικά.

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

“Ο Γορίλας και η Ορτανσία” είναι ένα θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη που ξεκίνησε την πορεία του το 1952 για να καταλήξει στην τελική του μορφή το 1989. Είναι η παράδοξη ιστορία ενός επιστήμονα που πειραματίζεται στην κόψη του ξυραφιού, επιβάλλοντας τη συνύπαρξη ενός γορίλα μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον και την αντιμετώπισή του ως ισότιμου μέλους, μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι αυτή η παρουσία έχει διαταράξει καθοριστικά και επικίνδυνα τις ισορροπίες. Και όταν αποφασίζει να αναζητήσει τρόπο για να τον αποβάλει από την οικογενειακή ζωή, η ένταση κορυφώνεται και η όλη κατάσταση οδεύει στην παράνοια.

 


Η υπόθεση (διασκευή και δοκιμή του Γιώργου Δάμπαση):

Με αφορμή την προσέγγιση του Καμπανέλλη, ο Γιώργος Δάμπασης δημιουργεί την παράσταση “Optansia & Guerrilla”, μεταφέροντας τα τεκταινόμενα από το οικιακό περιβάλλον στον χώρο του θεάτρου. Εκεί, ο Όμηρος, ένας σημαντικός δάσκαλος θεάτρου, αποφασίζει να επιχειρήσει μια ρηξικέλευθη σκηνική προσέγγιση. Παρά την άψογη συνεργασία του με τη σύζυγό του Μαίρη, που συναινεί σε όλες του τις αποφάσεις, και τον επιλεγμένο του πρωταγωνιστή, τον Φίλιππο, καλεί τον Αδάμ (ή Κανένα), πρώην τρόφιμο ψυχιατρικού ιδρύματος, για να του αναθέσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όμως ο αρχικός εντυπωσιασμός του δασκάλου και ο θαυμασμός του προς το νέο μέλος της θεατρικής συντροφιάς σκοντάφτουν πάνω στις έντονες αλλά και απρόοπτες αντιδράσεις που προκύπτουν από τα άλλη μέλη του θιάσου. Η Μαίρη δείχνει μια ιδιαίτερη αδυναμία στον ξένο που έχει εισβάλει στη ζωή τους, ενώ ο Φίλιππος πρώτα δηλώνει κατηγορηματικά την αντίθεσή του και αργότερα δηλώνει έτοιμος να συνεργαστεί μαζί του. Ήταν όμως αυτό το αρχικό σχέδιο; Μήπως το πείραμα έχει ξεφύγει από τον έλεγχο του δασκάλου; Μήπως η πρωτοποριακή αντίληψη οδηγεί σε πλήρη απώλεια του ελέγχου; Πόσο εύκολο ή δυνατό είναι κάποιος να οριοθετεί τον ρόλο των άλλων και να απαιτεί υπακοή, προσήλωση και πίστη στα δικά του οράματα; Είναι προφανές ότι πρόκειται για μια κατάσταση εκτός ελέγχου (αν εξαρχής δεν ήταν έτσι), που είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανατραπεί ή να επιστρέψει στην πρότερη μορφή της. Στις διαρκώς μεταβαλλόμενες νέες συνθήκες επικρατεί το (φαινομενικό) χάος, ενώ οι αντιδράσεις κινούνται στα όρια της παράνοιας (λαμβάνοντας υπόψη την πρότερη συνθήκη). Πώς όμως ορίζεται το λογικό και το παράλογο όταν κάποιος έχει προκαταβολικά οδηγήσει τα πράγματα εκτός ορίων ή όταν έχει δημιουργήσει συνθήκες χτίζοντας ασφυκτικά στενά όρια;


 

Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Γιώργος Δάμπασης εμβαθύνει στο αλληγορικό κείμενο του Ιάκωβου Καμπανέλλη και προσαρμόζει την οπτική του στον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα στο θεατρικό γίγνεσθαι. Με την εμπειρία της πολυετούς θητείας θέτει με τον δικό του τρόπο τα ερωτήματα για την ουσία του ηθοποιού και της προσφοράς του, που συχνά θεωρείται ότι αρχίζει και τελειώνει επί σκηνής και μάλιστα καθ’ υπόδειξη. Με τις εξωφρενικές συνθήκες που τεχνηέντως δημιουργεί, επιχειρεί και πετυχαίνει να συμπαρασύρει το κοινό στον φαινομενικά ανερμάτιστο ειρμό των επί σκηνής δρώντων και στην επανάσταση καθενός ξεχωριστά. Στο στενό σκηνικό πλαίσιο όλα αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη, όλα μπορούν να συμβούν και σαν φουσκωμένο κύμα να κατευθυνθούν προς το κοινό με ακαθόριστες εκ των προτέρων συνέπειες. Η ατμόσφαιρα είναι ανηλεώς εκρηκτική και οι χαρακτήρες δικαιούνται ανά πάσα στιγμή να μεταμορφωθούν ή να πράξουν κατά το δοκούν. Γιατί, καθώς το θέατρο είναι μέρος της ζωής και η ζωή μέρος του θεάτρου, μας τονίζει για ό,τι βλέπουμε μέσα από τα λόγια του πρωτογενούς συγγραφέα: «Κωμωδία; Φάρσα; Παραμύθι; Παραβολή; Ή ένα παιχνίδι για τέσσερις ηθοποιούς και όσους θεατές θέλουν να παίξουν μαζί τους;». Και οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι σε όλη τη διάρκεια του έργου «παίξαμε» πολύ μαζί τους. Η Ευαγγελία Γκουντίου είναι η άξια βοηθός του στο σκηνοθετικό εγχείρημα.

Η Έμιλυ Κουκουτσάκη είναι υπεύθυνη για τη σκηνική εικόνα και τις ενδυματολογικές επιλογές. Ας ξεκινήσουμε από το σκηνικό, που εκ πρώτης όψεως δίνει (όπως και πρέπει) την αίσθηση λίθων και πλίνθων και ξύλων και κεράμων ατάκτως ερριμμένων. Και όμως· τα διάφορα και διαφορετικά υλικά δόμησης είναι ένα πλήρες σύνολο της ανθρώπινης αντίληψης των πραγμάτων που μπορούν είτε να συνδυάζονται και να δημιουργούν λογικά σύνολα είτε να βρίσκονται διαρκώς σε πλήρη αποσύνδεση (ή και αποσύνθεση). Ως προς το ενδυματολογικό μέρος, οι έντονες και επιτηδευμένες αντιθέσεις συνεργάζονται αρμονικά με τον περιβάλλοντα σκηνικό χώρο, δημιουργούν τις απαραίτητες νοητικές διασυνδέσεις και συμβάλλουν με θετικό πρόσημο στη συνολική εικόνα της παράστασης.

Ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου μεριμνά επιμελώς για τους φωτισμούς, φροντίζει να συμβαδίζει αθόρυβα και με τις εντάσεις και με τις ψυχικές διακυμάνσεις και με τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες συνθήκες, βάζοντας το δικό του λιθαράκι στην επιτυχία της σκηνικής διαδικασίας.

 


Οι ερμηνείες:

Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος (Όμηρος) είναι ένας εκρηκτικός, εμπνευσμένος, πολυπράγμων και αεικίνητος δάσκαλος υποκριτικής, ένας ετοιμόλογος υποστηρικτής της μοναδικής του αυθεντίας, που δεν επιδέχεται αντιρρήσεις. Κάθε φορά που αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα ξεφεύγουν, μπορεί να γίνεται με αμεσότητα παρελκυστικός και παραπειστικός προκειμένου να ανακτήσει τον έλεγχο, αλλά και να μην αποδεχθεί το λάθος του ή τη διαφορετική οπτική. Κινεί τα νήματα, κάνει κήρυγμα, διαθέτει όχι μόνο πάθος, αλλά και τη χαρισματική ικανότητα να παίρνει το κοινό μαζί του στην ολισθηρή του διαδρομή.

Ο Σπύρος Σουρβίνος (Φίλιππος) είναι ο κάποτε εκλεκτός, ο πιστός και υπάκουος πρωταγωνιστής που ασφυκτιά μέσα στα στενά όρια που έχει γι’ αυτόν προκαθορίσει ο “σοφός” και “παντογνώστης” δάσκαλος. Συχνά χάνει την ισορροπία και αμφιταλαντεύεται, προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του και πάλι πέφτει, μέχρι τη στιγμή που αυθόρμητα εκρήγνυται διεκδικώντας να ακουστεί η δική του αλήθεια αλλά και να του δοθεί αυτό που του αναλογεί. Στέκεται απέναντι στον μέντορά του και υψώνει ανάστημα, κάνει την προσωπική του επανάσταση, επιβάλλει την παρουσία του κερδίζει τη συμπάθεια του κοινού.

Ο Παναγιώτης Τζαφέρης (Αδάμ ή Κανένας) είναι η σιωπηλή αποκάλυψη της παράστασης. Μπορεί να μην ακούγεται καν η μιλιά του από την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά κάθε του κίνηση, κάθε του βλέμμα και κάθε του βήμα είναι συναρπαστικά. Με την είσοδό του στη σκηνή πετυχαίνει απολύτως το ζητούμενο· την αλλαγή της προϋπάρχουσας συνθήκης άρδην και τη διαμόρφωση μιας νέας, εντελώς παράλογης αλλά υπαρκτής, πραγματικότητας. Η παρουσία του και η εισβολή του στον χώρο γίνεται καταλύτης των εξελίξεων, παίζει με τα λεπτά όρια  και αποκαλύπτει πόσο κοντά βρίσκεται η λογική με την πλήρη παράνοια.

Η Δανάη Αναστασία Γεωργούλα (Μαίρη) είναι ένα σκηνικό πολυεργαλείο. Με το πληθωρικό της ταλέντο -μουσικό, υποκριτικό και φωνητικό-, με τη χάρη των αρμονικών κινήσεων του σώματος, του διαπεραστικού βλέμματος και της ζεστής φωνής, γίνεται πόλος έλξης, καθώς κινείται με ελκυστική άνεση ανάμεσα σε τρεις άντρες, που καθένας με τον τρόπο του διεκδικεί ένα μέρος (αν όχι την αποκλειστικότητα) στη ζωή της και στην καρδιά της. Και εκείνη είναι τόσο δοτική που κανένας δεν μένει παραπονεμένος.

 


Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για μία “δοκιμή”, όπως τη χαρακτηρίζει και ο σκηνοθέτης, που καταλήγει σε αίσιο τέλος ή σε μια νέα ελπιδοφόρα οπτική, μιας και κάθε θεατής έχει το αναφαίρετο δικαίωμα της προσωπικής προσέγγισης. Μέσα από το αλληγορικό κείμενο και την επί σκηνής μεταφορά του, μπορούμε να κρατήσουμε την ουσία: Το θέατρο, όπως και η ζωή, δεν είναι απλώς ανάθεση ρόλων από κάποιους “επαΐοντες”. Είναι ευθύνη προσωπική, είναι οι μικρές ή μεγάλες επαναστάσεις με τις ήττες και τις νίκες που καθένας οφείλει στον εαυτό του, ώστε να αυτοπροσδιορίζεται κάθε στιγμή και να προσαρμόζεται στα δεδομένα με επίγνωση της πραγματικότητας.

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιώργος Δάμπασης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ευαγγελία Γκουντίου

Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου

Σκηνικά και Κουστούμια: Έμιλυ Κουκουτσάκη

Φωτογραφίες: Γιάννης Πρίφτης

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

 

Παίζουν:  Βασίλης Ζαφειρόπουλος, Σπύρος Σουρβίνος, Παναγιώτης Τζαφέρης και Δανάη Αναστασία Γεωργούλα.




Πληροφορίες:

Παραστάσεις: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00

Θέατρο Αργώ, Ελευσινίων 13-15, Αθήνα 104 37

(Στάση Μετρό Μεταξουργείο)

Τηλέφωνο: 2105201684


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: “Optansia & Guerrilla” - στο fractal


 

Νίκος Γούσης - Τάσεις αυτοκαταστροφής - Κριτική βιβλίου

 


«Τάσεις αυτοκαταστροφής»

Το πρώτο μυθιστόρημα του Νικόλα Γούση

κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Όταν»

ISBN: 978-618-5930-69-1

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Ο Νικόλας Γούσης κάνει την πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα «Τάσεις αυτοκαταστροφής», που πρόσφατα κυκλοφόρησε με τη μορφή ενός καλαίσθητου και ευανάγνωστου βιβλίου από τις εκδόσεις «Όταν».

Ο συγγραφέας στήνει το σκηνικό του σε ένα ορεινό χωριό, το Δρακολιμνιό, ξεχασμένο από τον Θεό όπως είθισται να λέγεται, απομονωμένο από τον σύγχρονο τρόπο ζωής και ζωσμένο από παντού με τους θρύλους του παρελθόντος, τις δεισιδαιμονίες, την κακεντρέχεια των ανθρώπων που ζουν ως θεατές της ίδιας τους της ζωής, αλλά και ανατριχιαστικά μυστικά που κατά συρροή σκεπάζονται από το χώμα στις κλειστές επαρχιακές κοινωνίες.

Σε ένα σχετικά μικρό εύρος, περίπου διακοσίων είκοσι σελίδων, ο Νικόλας Γούσης μας αφηγείται μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία δύο εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων, που η συμπαντική τυχαιότητα τους έφερε κοντά, για να εξυφανθεί ο ιστός της ποθητής εκδίκησης και να δοθεί με μια σειρά απρόσμενων γεγονότων ακραία λύση σε ένα τραγικό συμβάν του παρελθόντος, χωρίς όμως να αποφευχθούν και τα αναπάντεχα επακόλουθα στο παρόν.

Οι βασικοί του ήρωες, ο Αλέξανδρος Σαράντης, ένας πενηντάχρονος εύπορος κοσμοπολίτης, και η Δέσποινα Χαρίση, ένα δεκαεφτάχρονο πλάσμα που η ζωή του έδειξε την πιο αποκρουστική της όψη από την εύθραυστη εφηβική ηλικία, εμπλέκονται σε μια δίνη πλατωνικών ερωτικών συναισθημάτων και περιστατικών που υποκινούνται από τη λεκτική και σωματική κακοποίησή της, για να οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια στην ψυχική ταλαιπωρία και την εξάντληση, μέχρι την τελική αναπότρεπτη και ανεπίστρεπτη  αυτοκαταστροφή.

Πώς μπορούν αυτοί οι δύο κόσμοι να συνυπάρξουν ή να αλληλοεξουδετερωθούν; Ποιες μάχες θα χρειαστεί να δοθούν και ποια θα είναι η έκβασή τους; Είναι το θύμα και ο θύτης ρόλοι μη αναστρέψιμοι; Πόσο αντιπροσωπευτικοί της πραγματικής τους αξίας είναι οι όροι νικητής και νικημένος; Πόσο ασήμαντες είναι οι παράπλευρες απώλειες; Είναι βέβαιο ότι όλοι οι άντρες είναι γουρούνια της αυτής συνομοταξίας που ενδιαφέρονται μόνο για την ικανοποίηση των ερωτικών τους ορμών με κάθε μέσο; Είναι όλες οι γυναίκες απόγονοι της Κίρκης και γι’ αυτό τους αξίζει να είναι αποκλειστικά ανδράποδα και σκεύη ηδονής; Μια ειλικρινής συγνώμη και ένα ανυστερόβουλο σ’ αγαπώ είναι αρκετά για να επουλώσουν κάθε λογής τραύματα; Πόσο τελικά απέχουν οι ασκήσεις επί χάρτου από την εφαρμογή τους στο πεδίο δράσης;

Αυτά και πολλά ακόμα βαθύτερα -συχνά φιλοσοφικά- ερωτήματα με τις προσεγγίσεις τους και τις ενδεχόμενες απαντήσεις τους θα συναντήσει ο αναγνώστης μέσα στις σελίδες του βιβλίου, ενώ με ρυθμό ταχύ, νοήματα πυκνά και ροή αδιάκοπη οι ζωές των ηρώων θα διασταυρώνονται σαν ποτάμια ορμητικά συμπαρασύροντας στο διάβα τους αθέλητους συνταξιδιώτες, είτε ένοχους είτε άμοιρους ευθυνών.

Οι δύο τόσοι διαφορετικοί κόσμοι γίνονται κατ’ ανάγκη συγκοινωνούντα δοχεία σκέψεων και ενεργειών, με τις οποίες έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης μέσα από την ευρηματική και αληθοφανή πλοκή από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου.

Η εναλλασσόμενη πρωτοπρόσωπη εκφορά του λόγου των δύο ηρώων δημιουργεί στο αφήγημα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα, καθώς ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι του απευθύνονται, του ανοίγονται, του εξομολογούνται, με αποτέλεσμα να βλέπει με τα μάτια τους, ενώ παράλληλα μεταξύ εκείνων παραμένει η μαγεία της κάθε στιγμής και η επικινδυνότητα του άγνωστου, καθώς με κάθε τους φράση και κάθε τους κίνηση προσπαθούν να ερμηνεύσουν ό,τι βλέπουν και να ανταποκριθούν σε ό,τι αισθάνονται ή διαισθάνονται,  αναλαμβάνοντας την αποκλειστική ευθύνη για όσα πρόκειται να συμβούν.

Παρά, λοιπόν, τον ηθογραφικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος (με βάση τη θεωρία της λογοτεχνίας), τον διαπεραστικό σκληρό ρεαλισμό των συγκρούσεων που πηγάζουν από τα ζωώδη ένστικτα που κατ’ επανάληψη αναδύονται ανεξέλεγκτα στην επιφάνεια και τα πρόσθετα -απολύτως απαραίτητα- νατουραλιστικά στοιχεία που συμβάλλουν ουσιαστικά στην ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα, το αφήγημα είναι ένα συναρπαστικό και συγκινητικό ψυχογράφημα, που δεν υστερεί ούτε σε τρυφερότητα, ούτε σε λυρισμό, ούτε σε ποιητικότητα.

Οι «Τάσεις αυτοκαταστροφής» εδράζονται στην ηθογραφία για να μας φέρουν αντιμέτωπους με την αναπόφευκτη εκδικητικότητα της ανθρώπινης φύσης, αλλά και με την αδυναμία του απρόσωπου και στείρου νομικού συστήματος να συνυπολογίσει το ηθικό υπόβαθρο που ωθεί τους ανθρώπους να γίνουν τιμωροί όταν η ισορροπία διασαλεύεται από όσους εκμεταλλεύονται τη θέση ισχύος που ευκαιριακά κατέχουν.

Επιπλέον, παρά την εναρκτήρια λογοτεχνική παρουσία του, το ύφος, ο τρόπος γραφής και η γλωσσική εκφορά του Νικόλα Γούση φέρουν ήδη προσωπική υπογραφή. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο συνταιριάζει τον αφηγηματικό λόγο με την εμβόλιμη δοκιμιακή γραφή, ο συνδυασμός και η ταύτιση της δράσης στο προσκήνιο με τις νοητικές διεργασίες στο παρασκήνιο, όπως και η λόγια φραστική διατύπωση, που ανασύρει αβίαστα στην επιφάνεια τη λησμονημένη -αν όχι επιτηδευμένα απαξιωμένη- αίγλη της ελληνικής γλώσσας.

Η συνολική εικόνα του πρώτου πεζογραφικού του εγχειρήματος διακρίνεται για την άψογη δομή, την επιμέλεια στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, την αρτιότητα στην πλοκή χωρίς τεχνητές εκπλήξεις ή από μηχανής λύσεις και τη διαρκή υποκίνηση του ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να έχει έντονη την επιθυμία όχι μόνο να διαβάσει το αφήγημα, αλλά και να καταδυθεί σε όσες σκοτεινές γωνιές της ανθρώπινης ψυχής επιχειρεί ο συγγραφέας να προσεγγίσει και να φωτίσει, με απώτερη προοπτική την επιστροφή -κάποτε- στο φως.

 


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Νικόλας Χ. Γούσης γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και κατοικεί. Σπούδασε στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Διοίκηση Επιχειρήσεων (Business Administration) στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Για πολλά χρόνια εργάστηκε σε φαρμακευτικές εταιρείες , ως στέλεχος στους τομείς των πωλήσεων και του marketing.

Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία και τη συγγραφή προέκυψε από την αγάπη του για την κλασική παιδεία, αποτελώντας παράλληλα έναν τρόπο εξωτερίκευσης της σκέψης και της φιλοσοφικής του αναζήτησης.

Οι «Τάσεις αυτοκαταστροφής» αποτελούν την πρώτη του συγγραφική απόπειρα, με την οποία συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Νίκος Γούσης: Τάσεις αυτοκαταστροφής - στο fractal