ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Οι έμποροι των εθνών (απόσπασμα)

 #διαβάζω_για_σένα



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Οι έμποροι των εθνών (απόσπασμα)

Διαβάζει ο Δημήτρης Φιλελές


Οι έμποροι των εθνών (απόσπασμα)

Τι εζήτει η Βενετία πέμπουσα τους στόλους εις το Αιγαίον; Ό,τι ζητεί ο σφαγεύς παρά του θύματος, τας σάρκας αυτού ίνα κορέση την πείνα του. Διατί αι ιδιωτικαί αυταί και κεκυρωμέναι με τα σήματα του Αγίου Μάρκου επιχειρήσεις; Διατί οι τοσούτοι εργολάβοι των κατακτήσεων, των ως διά δημοπρασίας εκτελουμένων; Η Βενετία προσηγόρευευν ευατήν πολιτείαν και είχες υιούς τυράννους. Τοις έδιδε το χρίσμα της και τους έπεμπεν ίνα κατακυριεύσωσι της γης. Η γενεαλογία της πολιτικής είναι συνεχής και γνήσια κατά τους προγόνους. Η αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκε την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου. Τότε και τώρα, πάντοτε η αυτή. Τότε δια της βίας, τώρα διά του δόλου... και διά της βίας. Πάντοτε αμετάβλητοι οι σχοινοβάται ούτοι, οι γελωτοποιοί ούτοι πίθηκοι (καλώ δε ούτω τους λεγόμενους πολιτικούς). Μαύροι χαλκείς κατασκευάζοντες δεσμά διά τους λαούς εν τη βαθυζόφω σκοτία του αιωνίου εργαστηρίου των...

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

«Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη - θεατρική κριτική

 


«Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

από την Ομάδα «Φάος» στο Θέατρο Χώρος

σε σκηνοθεσία του Θοδωρή Αμπαζή

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Ιούνιο του 1903 ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης δημοσιεύει στο λογοτεχνικό περιοδικό «Παναθήναια» τα δεκαεπτά κεφάλαια της νουβέλας «Η Φόνισσα», ενός από τα κορυφαία πεζογραφικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αρκετά χρόνια αργότερα και λίγο πριν τον θάνατο του «αγίου των γραμμάτων μας», το 1912, «Η Φόνισσα» κυκλοφορεί ως αυτόνομο αφήγημα από τις Εκδόσεις Φέξη.  

 

Η υπόθεση:

Στην κλειστή και αυστηρή πατριαρχική κοινωνία της Σκιάθου ζει η ηρωίδα του αφηγήματος, η Χαδούλα, η σύζυγος του Γιάννη του Φράγκου, η γνωστή σε όλους ως Φραγκογιαννού. Γυναίκα δυναμική αλλά αυτονόητα υποταγμένη στη μοίρα της και στην έμφυλη βία, δέσμια των κοινωνικών καταναγκασμών, ζει υπηρετώντας τους γονείς της αρχικά, τον σύζυγό της κατόπιν, αργότερα τα παιδιά της και τέλος τα παιδιά των παιδιών της.

Βιώνει καθημερινά την ανυπόφορη εξουσία των αντρών αλλά και το βάρος των ταξικών διαφορών όχι μόνο στο πρόσωπό της, αλλά και σε όλες τις γυναίκες του νησιού (τουλάχιστον ως εκεί φτάνει ο ορίζοντάς της). Αυτή και όλες οι άλλες είναι αναγκασμένες να αποδέχονται την ύπαρξή τους ως παιδιά ενός κατώτερου Θεού, να δένουν τη ζωή τους με έναν άντρα χωρίς να έχουν κανένα λόγο στην επιλογή του, αλλά η ποιότητά του να είναι συνάρτηση της προίκας που θα δώσει ο πατέρας τους, να υπακούν και να υπηρετούν τους άλλους αδιαμαρτύρητα μέχρι την τελευταία τους πνοή.  

Μέχρι που οι σκέψεις αυτές την οδηγούν στον παραλογισμό και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο φόνος ενός κοριτσιού σε βρεφική ή παιδική ηλικία είναι μια πράξη «λυτρωτική» τόσο για το παιδί όσο και για την οικογένειά του. Πνίγει τη νεογέννητη εγγονή της και βασανίζεται από τις τύψεις, συνειδητοποιεί το αμάρτημά της, αλλά η ταραγμένη ψυχή της αντί να μετανιώσει για την πράξη της, αναζητά ένα «θεϊκό» σημάδι για την επιβεβαίωση ή μη της αποτρόπαιης πράξης της. Εκούσια ή ακούσια παρερμηνεύοντας την πραγματικότητα, οδηγείται στον φόνο δύο ακόμα μικρών κοριτσιών, επιχειρώντας παράλληλα να συγκαλύψει το έγκλημά της. Και λίγο αργότερα, χωρίς τη δική της συμμετοχή αλλά με την επιθυμία να συμβεί, ένα μικρό κορίτσι πνίγεται στο πηγάδι του σπιτιού στο οποίο η Χαδούλα ξενοδουλεύει.

Οι άδικες υποψίες που πέφτουν πάνω της την ωθούν να κρυφτεί κάτω από το βάρος της ενοχής της και τον φόβο της σύλληψης και της παραδειγματικής τιμωρίας. Ακόμα όμως και όταν φιλοξενείται στο σπίτι ενός βοσκού, επιχειρεί να πνίξει τη νεογέννητη κόρη του, που κατά σύμπτωση γλιτώνει. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι βιαστικά και κινδυνεύει πλέον να γίνει βορά στα νύχια των διωκτών της.

Και όταν αυτοί την πλησιάζουν σε απόσταση αναπνοής, εκείνη κάνει το απονενοημένο διάβημα. Αποφασίζει να διασχίσει το επικίνδυνο θαλάσσιο πέρασμα που οδηγεί από την ξηρά στο εκκλησάκι του Αγίου Σώστη, αποζητώντας την προστασία του Θεού. Και κάπου εκεί, στα μισά της διαδρομής, στην κορύφωση του δράματος, η φόνισσα σκεπάζεται από την παλίρροια, μεταξύ ανθρώπινης και θείας δικαιοσύνης.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Θοδωρής Αμπαζής για μια ακόμα φορά επιλέγει να ασχοληθεί με την ελληνική δραματουργία, για να μας προσφέρει μια θεατρική μεταφορά υψηλής ποιότητας και αισθητικής. Ο αγαπημένος του Παπαδιαμάντης προσφέρεται για το χτίσιμο μιας θεατρικής δημιουργίας επικεντρωμένης

κυρίως στα ρεαλιστικά στοιχεία του κειμένου, ενώ τα νατουραλιστικά και ηθογραφικά στοιχεία χρησιμοποιούνται ως υποστηρικτικά για την ενδυνάμωση του λόγου.

Ο σκηνοθέτης διασκευάζει με αυστηρότητα και επιλεκτικότητα, αλλά κυρίως διδάσκει· και αυτό είναι το πιο σημαντικό σημείο της όλης διαδικασίας πριν οι ηθοποιοί μεταφέρουν τη δράση επί σκηνής. Διδάσκει τον λόγο με ποιητικότητα, τον τοποθετεί στα στόματα των ηθοποιών και τον κάνει να ρέει σαν ποτάμι, άλλοτε με παιχνιδίσματα, άλλοτε με γλαφυρότητα και άλλοτε με ασίγαστη ορμητικότητα. Διδάσκει τον λόγο ως δύναμη, τον τοποθετεί στα σώματα των ηθοποιών και τον κάνει άλλοτε όπλο και άλλοτε ασπίδα, άλλοτε βέλος που εκτοξεύεται και άλλοτε καταφύγιο από τους διώκτες. Το ανθρώπινο δράμα κορυφώνεται βαθμιαία σαν ποτάμι που φουσκώνει και ξεχειλίζει παρασύροντας στο πέρασμά του τους ταξιδιώτες της ζωής.

Η γνώση μεταμορφώνεται σε θεατρική πράξη κάτω από το άγρυπνο αλλά και διακριτικό μάτι του δασκάλου, που με την καλλιτεχνική του ευρύτητα μεριμνά και για το μουσικό μέρος και για τους φωτισμούς που φέρνουν στην επιφάνεια των ψυχισμό των χαρακτήρων ανά πάσα στιγμή.

Τέλος, είναι εντυπωσιακό πώς ένα τόσο λιτό, μοντέρνο και απρόοπτο σκηνικό μπορεί να είναι τόσο λειτουργικό και τόσο ταιριαστό με ένα κλασικό κείμενο.

 


Οι ερμηνείες:

Η ομάδα των νεαρών ηθοποιών επωμίζεται ένα εξαιρετικά επίπονο και δυσπρόσιτο εγχείρημα, το οποίο φέρνει σε πέρας λειτουργώντας με την ακρίβεια του μηχανισμού ενός ελβετικού ρολογιού. Αξιοθαύμαστος ο συντονισμός μεταξύ τους, αξιολάτρευτη η προσαρμογή της δυναμικής στην εκφορά του λόγου ανάλογα με ψυχολογικές διακυμάνσεις των χαρακτήρων, αξιοζήλευτη η σωματική συναρμογή και η εναρμόνιση της έντασης των κινήσεων με τις αυξομειώσεις του λόγου και με την απαιτητική εναλλαγή ρόλων. Ένα άριστο σύνολο που δεν «λέει τα λόγια του» μόνο, αλλά με άριστη υποκριτική μαγνητίζει το βλέμμα του θεατή και τον συμπαρασύρει με κάθε λέξη και με κάθε κίνηση στον ταραγμένο βυθό του μυαλού της τραγικής Φραγκογιαννούς.

 

Συνοπτικά:

Πρόκειται για ένα από τα θεατρικά διαμάντια του φετινού χειμώνα. Μια παράσταση που αγγίζει όλους μας και θεματικά και βιωματικά· γιατί ο κόσμος μας δεν είναι ακόμα τόσο ανθρώπινος όσο πρέπει κι ας έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια από τότε που γράφτηκε το αφήγημα.

Επιπλέον, η άριστη σκηνική διδασκαλία και η σημασία στη λεπτομέρεια σε συνδυασμό με την υποκριτική δεινότητα δημιουργούν ένα κλίμα αδιάκοπης συναισθηματικής φόρτισης καθώς ο λόγος θριαμβεύει και τα σώματα, υπηρέτες του πιστοί, τον διαχέουν σε όλη την αίθουσα, προκαλώντας αλλεπάλληλες εσωτερικές δονήσεις κάθε στιγμή.

Μια παράσταση υποδειγματική καθ’ όλα που αποσπά το αβίαστο αλλά και γεμάτο συγκίνηση χειροκρότημα του κοινού.

 


Η ταυτότητα της παράστασης

 

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά):

Αναγνωστόπουλος Βασίλης, Αποστόλου Μελίνα, Γαβριηλίδης Αρσένιος, Γεωργακοπούλου Τόνια, Γρηγοράκη Στέλλα, Θεοδωροπούλου Σέβη, Καράμπελα Μυρτώ, Κλείδωνα Αλίκη, Κωτσίου Αναστασία, Μπογιατζή Χριστίνα, Νικητοπούλου Δάφνη, Παπανδρέου Θεοδώρα, Πλάντζου Κατερίνα, Ψαρρή Νάσια

 

Επιμέλεια μουσικής: Θοδωρής Αμπαζής

Σκηνικά-Κοστούμια: Ομάδα Φάος

Γραφιστική επιμέλεια: Δήμητρα Καράμπελα

Φωτογραφίες-Trailer: Νίκος Πεκιαρίδης

Διεύθυνση Παραγωγής: Χρυσή Τομή Φ ΑΜΚΕ

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Νατάσα Παππά

Διαφήμιση-Social Media: Κατερίνα Γεωργοπούλου

 

Θέατρο Χώρος, Ορφέως & Πραβίου 6-8, Βοτανικός 118 55

https://horostheatre.gr/

 


Ημερομηνίες Παραστάσεων: 

26-27 Ιανουαρίου, 2-3-9-10-16-17-24 Φεβρουαρίου, 2-3-9-10 Μαρτίου

Ώρα Έναρξης: 21.00, Διάρκεια παράστασης: 90΄

 

Γενική είσοδος: 18€ - Μειωμένο: 14€ / 10€

14€: καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης / φοιτητές / ΑΜΕΑ / άνεργοι / + 65 (με επίδειξη των αντίστοιχων αποδεικτικών εγγράφων)

10€: ατέλεια για σπουδαστές δραματικών σπουδών / ηθοποιών ΣΕΗ (κατόπιν συνεννόησης διαθεσιμότητας στο ταμείο του θεάτρου ) / μαθητές σχολείων 

14€: ομάδες άνω των 10 ατόμων. 

 

Προπώληση Εισιτηρίων:

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/i-fonissa-tou-aleksandrou-papadiamanti-1

 

 Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Η Φόνισσα" στο fractal

 

 

Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Παιδική Πασχαλιά

#διαβάζω_για_σένα


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 


Παιδική Πασχαλιά


Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γρια-Κομνιανάκαινα, ἂν 〈καὶ〉 δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις. Τὰ δύο ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποὺ ἐστενοχώρουν κ᾽ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον

Βαρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,

γιατὶ τὰ φόρεσα κ᾽ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ᾽χα.

Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾽ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε», καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίας ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσῳ δύο γογγυσμῶν, ἔβαλλε μίαν φωνήν, κ᾽ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.

― Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾽ τὸ εἶπα· στὸ νεροχύτη

Κ᾽ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής.

Βεβαίως ἡ γρια-Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾽ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πρᾶγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιᾶτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποῦ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώσῃ κάτι τι εἰς μίαν πτωχὴν γυναῖκα διὰ νὰ τὴν «κοιτάξῃ», κ᾽ ἐπέβαλλε βαρεῖαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλεν ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὕτη νὰ τὴν ἐγγίσῃ κἂν, ἡ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.

Ὁ καπετὰν Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾽ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾽ ἀποθάνῃ, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὡμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρευμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾽ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾽ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.

Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ της εἰς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὐταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις; Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾽ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρείσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνά της. Ξού, ξένη!

Ὣς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ, νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πέλαγο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάσῃ τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθένειάν της. Ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῇ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾽ ἀποκτήσῃ μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾽ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῷ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸ μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾽ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾽ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρὸς τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παραξενιά της, ἥτις, ἐνῷ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βῆχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἐξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον, κ᾽ ἔλεγεν:

― Ἄχ! τί γλυκιὰ πού ᾽ν᾽ ἡ ζωή!

* * *

Πέρυσι, ὤ! πέρυσι, τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάπτῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ριζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾽ Ὀχτωῆχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ᾆσμα:

Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;

Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τὸν πάντων βασιλέα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σύρε μητέρα μ᾽, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,

κ᾽ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ·

ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,

τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, νά ᾽χῃς χαρὲς μεγάλες.

Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δι᾽ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἡ καλὴ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δύο ἀρτιβαφῆ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία· δύο αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκετὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.

Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ, καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾽ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾽ ἑαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾽ ἀναδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.

Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ, ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῇ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σαββάτο τὸ βράδυ θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!), νὰ φέρῃ τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!), καὶ τότε νὰ ἰδῇς χαρὲς ὁ Βαγγελινός, σὰν ἀκούσῃ κρά, κρά! τὴν κουρούνα νὰ χτυπᾷ τὸ παραθύρι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!» Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ ᾽θῇ κουούνα νὰ φέῃ τοὺ τσὶ-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρός, ἐμιμεῖτο τὴν εἰρεσίαν τῶν πτερῶν τῆς κουρούνας, τὸ δὲ παιδίον τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς, ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἰς μίαν γωνίαν, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐσκέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴν φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα! ἀμ᾽ δὲ θὰ ᾽ρθῇ!»

Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὡδήγησε τὰ δύο παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοῦς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυρόπνουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾽ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾽ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾽ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὓς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστὸν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὗρε ὁ χρόνος!

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾽ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες, ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ᾄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῷ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρὰς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ, καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ Ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!» Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!

Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾷ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα), ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἡτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς. Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πῶς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…

Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τὰς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! τί θρίαμβος! φαντασθῆτε ὡραίας μικρὰς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾽ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.

Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεῖα ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καί τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾽ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾽ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾽ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην. Εἷς δ᾽ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾽ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾽ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καί τινες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τὰς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δύο ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφῆ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.

Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφοτέρα.

―Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.

―Ὄχι, ἡ δική μου.

―Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾽ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾽ εἶναι πλιὸ καλή.

―Ἐμένα ἡ μάννα μ᾽ τὴν ἐστόλισε μοναχή της.

― Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾽;

―Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾽!

― Τέτοια παλιολαμπάδα!

― Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…

― Νά κ᾽ ἐσύ!

― Νά κι ἄλλη μιά!

Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.

Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾽ ἔγινεν ἡ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατεῖαν κ᾽ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾽ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχά της. Εἶχε κ᾽ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιὰς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν ματιάζουν*, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἑωσότου τὸν ἔκαυσαν.

Καὶ ὕστερον ἡ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!

Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δύο ὀρφανά, δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν κοκκίνων αὐγῶν, ἦσαν αἱ φλέγουσαι ἐκ τοῦ πυρετοῦ παρειαί της. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δύο τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθῴας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.

Εὐτυχῶς ἡ γρια-Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολετί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δύο παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾽ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδῃ πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.

Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!

Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὦ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου!»

[1891]

 

(Πηγή πρωτότυπου κειμένου: Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών)


Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 1821

 

Αγαπημένοι φίλοι και φίλες,

Σας περιμένω την Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2021 από τις 7 μέχρι τις 8 το απόγευμα στα Περίπτερα 37-39 (iWrite/Πηγή) στο 49ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο, όπου θα υπογράφω το νέο μου βιβλίο



ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 1821

Η νέα ανθολογία διηγημάτων, σε δική μου απόδοση στη νέα ελληνική γλώσσα, σχολιασμό και ανάγνωση (cd), αφιερωμένη στα 200 χρόνια από την Επανάσταση του '21, κυκλοφορεί από σήμερα από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή.

Τρία εκτενή αφηγήματα, ο «Χρήστος Μηλιόνης» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο «Λουκής Λάρας» του Δημήτρη Βικέλα και «Ο πειρατής της Γραμβούσας» του Κωνσταντίνου Ν. Ράδου, ζωντανεύουν μέσα από τις σελίδες και το cd του βιβλίου.

 Για τους φίλους και τις φίλες που είναι μακριά ή δεν θα μπορέσουν να είναι μαζί μας, αλλά θέλουν να αποκτήσουν το βιβλίο, υπάρχει δυνατότητα ηλεκτρονικής παραγγελίας στον σύνδεσμο :

Ιστορικά αφηγήματα του 1821 (+CD) - Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή (pigi.gr)

 



Κυριακή 24 Μαΐου 2020

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ



Ὑπό την βασιλικήν δρῦν

Ὅταν παιδίον διηρχόμην ἐκεῖ πλησίον, ἐπὶ ὁναρίου ὀχούμενος, διὰ νὰ ὑπάγω νὰ ἀπολαύσω τὰς ἀγροτικάς μας πανηγύρεις τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Πρωτομαγιᾶς, ἐρρέμβαζον γλυκὰ μὴ χορταίνων νὰ θαυμάζω περικαλλὲς δένδρον μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικὴν δρῦν. ῾Οποῖον μεγαλεῖον εἶχεν! Οἱ κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οἱ κλῶνοι της γαμψοὶ ὡς ἡ κατατομὴ τοῦ ἀετοῦ, οὖλοι ὡς ἡ χαίτη τοῦ λέοντος, προεῖχον ἀναδεδεμένοι εἰς βασιλικὰ στέμματα. Καὶ ἦτο ἐκείνη ἅνασσα τοῦ δρυμοῦ, δέσποινα ἀγρίας καλλονῆς, βασίλισσα τῆς δρόσου...
Ἀπὸ τὰ φύλλα της ἐστάλαζε καὶ ἔρρεεν ὁλόγυρά της «μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας». Ἔθαλπον οἱ ζωηφόροι ὀποί της ἔρωτα θείας ἀκμῆς καὶ ἔπνεεν ἡ θεσπεσία φυλλάς της ἵμερον τρυφῆς ἀκηράτου. Καὶ ἡ κορυφή της βαθύκομος ἠγείρετο ὡς στέμμα παρθενικόν, διάδημα θεῖον.
ᾘσθανόμην ἄφατον συγκίνησιν νὰ θεωρῶ τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐκεῖνο δένδρον. ᾽Εφάνταζεν εἰς τὸ ὄμμα, ἔμελπεν εἰς τὸ οὗς, ἐψιθύριζεν εἰς τὴν ψυχὴν φθόγγους ἀρρήτου γοητείας. Οἱ κλῶνοι, οἱ ράμνοι, τὸ φύλλωμά της, εἰς τοῦ ἀνέμου τὴν σεῖσιν, ἐφαίνοντο ὡς νὰ ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, τὸ «Ὡς ἐμεγαλύνθην...». Μ’ ἔθελγε, μ’ ἐκάλει ἐγγύς της. ᾽Επόθουν νὰ πηδήσω ἀπὸ τοῦ ὑποζυγίου, νὰ τρέξω πλησίον της, νὰ τὴν ἀπολαύσω, νὰ περιπτυχθῶ τὸν κορμὸν της, ὅστις θὰ ἦτο ἀγκάλιασμα διὰ πέντε παιδιὰ ὡς ἐμέ, καὶ νὰ τὸν φιλήσω. Νὰ προσπαθήσω ν’ ἀναρριχηθῶ εἰς τὸ πελώριον στέλεχος, τὸ ἀδρὸν καὶ ἀμαυρόν, ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ σταύρωμα τῶν κλάδων της ν’ ἀνέλθω εἰς τοὺς κλώνους, νὰ ὑψωθῶ εἰς τοὺς ἀκρέμονας. Καὶ ἄν δὲν μ’ ἐδέχετο καὶ ἄν μ’ ἀπέβαλλεν ἀπὸ τὸ σῶμα της καὶ μ’ ἔρριπτε κάτω, ἂς ἔπιπτον νὰ κυλισθῶ εἰς τὴν χλόην της, νὰ στεγασθῶ ὑπὸ τὴν σκιάν της, ὑπὸ τὰ ἀετώματα τῶν κλώνων της, τὰ ὅμοια μὲ στέμματα Δαβὶδ θεολήπτου.
Ἐπόθουν, ἀλλ’ ἡ συνοδεία τῶν οἰκείων μου, μεθ’ ὧν ἐτέλουν τὰς ἐκδρομὰς ἐκείνας ἀνὰ τὰ ὄρη, δὲν θὰ ἤθελε νὰ μοὶ τὸ ἐπιτρέψῃ. Καὶ μίαν χρονιάν, ἦτο κατὰ τὰς ορτὰς τοῦ σωτηρίου ἔτους 18..., καθὼς εἴχομεν διέλθει πλησίον τοῦ δένδρου, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Μέγα Μανδρί· ἦτο δὲ τὸ Μέγα Μανδρὶ μικρὸς συνοικισμός, θερινὸν σκήνωμα τῶν βοσκῶν τοῦ τόπου. Ἐκατοίκουν ἐκεῖ ἑπτὰ ἤ ὀκτὼ οἰκογένειαι ἀγροτῶν. Δύο ἐκ τῶν οἰκογενειῶν τούτων συνεδέοντο πρὸς τοὺς γονεῖς μου διὰ δεσμῶν βαπτίσματος, κολιγοσύνης κτλ. καὶ ὅλοι ἦσαν φίλοι καὶ συμπατριῶται μας.
Κατηρχόμεθα ἐκεῖ συνήθως τὰς ἡμέρας τοῦ Πάσχα, εἶτα πάλιν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου ἤ τὴν Πρωτομαγιάν, ἄλλοτε δὲ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου ἤ τῆς Ἀναλήψεως. ᾽Επὶ τερπνοῦ λόφου ὑπῆρχε τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγ. ᾽Ιωάννου τοῦ Θεολόγου, ὅπου ἐλειτουργούμεθα.
Ἤγοντο ἐκεῖ χοροὶ καὶ πανηγύρεις˙ δρόσος καὶ ἀναψυχὴ καὶ χάρμα ἐβασίλευεν. Ἐθύοντο ἀρνία καὶ ἐρίφια, καὶ σπονδαὶ ἐγίνοντο πυροξάνθου ἀνθοσμίου. Ἐτελοῦντο ἀγῶνες ἀμίλλης, δισκοβολίαι καὶ ἅλματα. ῎Επληττε τὰς πραείας ἠχοῦς ὁ φθόγγος τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς λύρας, συνοδεύων τὸ ἔρρυθμον βῆμα τῶν παρθένων πρὸς κύκλιον χορόν. Καὶ ξανθαὶ ἐρυθρόπεπλοι βοσκοποῦλαι ἐπήδων, ἐπέτων, ἐκελάδουν.
Καθὼς εἴχομεν φθάσει ἐκεῖ, τὴν χρονιὰν ἐκείνην, μὲ εἶχε κυριεύσει ζωηρότερον ἡ ἐντύπωσις ἡ μαγικὴ τῆς δρυός. Διηρχόμεθα ἑκάστοτε οὐχὶ μακρὰν τοῦ δένδρου, ἀπέχοντος ἡμισείας ὥρας ὁδὸν ἀπὸ τὸ Μέγα Μανδρί. Ὁ δρόμος μας ἦτο ἐπὶ τῆς κλιτύος, ὀλίγον ὑψηλότερον τῆς θέσεως, ὅπου ἵστατο τὸ δένδρον, ἔτεμνε δὲ πλαγίως τὸ βουνόν, καὶ ἡ δρῦς ἡ μαγική, καθὼς ἐξηκολούθουν νὰ τὴν βλέπω ἐπὶ ἱκανὴν ὥραν, μὲ ἐγοήτευε καὶ μὲ ἐκάλει, ὡς νὰ ἦτο πλάσμα ἔμψυχον, κόρη παρθενικὴ τοῦ βουνοῦ.
Κατὰ τὰς ποικίλας κυμάνσεις τῆς ὁδοῦ, σύμφωνα μὲ τὰ κοιλώματα ἤ τὰς προεξοχὰς τοῦ ἐδάφους καὶ κατὰ τὰς κινήσεις τοῦ ὀναρίου τὰς ἰδιοτρόπους καὶ πείσμονας -καθὼς ἐξάνοιγα τὸ πρῶτον τὴν δρῦν, καθόσον ἐπλησίαζα ἤ ἀπεμακρυνόμην ἀπ’ αὐτῆς,- τόσας θέας, ἀπόψεις καὶ φάσεις ἐλάμβανε τὸ δἑνδρον. Ἐκ πλαγίου καὶ μακρόθεν εἶχεν ὄψιν λιγυρᾶς χάριτος, ἐγγύθεν καὶ κατὰ μέτωπον προέκυπτεν ὅλη μεστὴ καὶ ἀμφιλαφής, βαθύχλωρος, ἐπιβάλλουσα ὡς νύμφη.
Ὅλην τὴν νύκτα, κοιμώμενος καὶ ἀγρυπνῶν, ὠνειρευόμην τὴν δρύν, τὴν θεσπεσίαν καὶ ὑψηλήν... Τὴν πρωίαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καθὼς εἶχεν εὐωδιάσει ὁ ναΐσκος ἀπὸ δάφνας καὶ λιβανωτίδας καὶ εἶχε κρουσθῆ τρελὰ ἀπὸ παιδικὰς χεῖρας ὁ μικρὸς κώδων ὁ ὑπεράνω τοῦ γείσου τῆς στέγης τῆς πλακοσκεποῦς, χαιρετίζων τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός», τὸ ὁποῖον ἔψαλλεν ὁ παπὰς ραίνων τοὺς πιστοὺς μὲ πέταλα ρόδων καὶ ἴων... εἶτα, πρὶν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία ἐγὼ ἔγινα ἄφαντος.
Διὰ πλαγίου κρυφοῦ δρομίσκου, τὸν ὁποῖον εἶχον ἀνακαλύψει τὴν προτεραίαν, ἤρχισα νὰ ἀνέρχωμαι τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ διευθυνόμενος πρὸς τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκετο ἡ βασιλικὴ δρῦς. ᾽Επίστευα, ὅτι ἐγνώριζον καλὰ τὸν δρόμον.
ᾞτο ὅλη ἡ ὁδὸς ἀνωφερὴς κι ἐγὼ ἔτρεχον, ἔτρεχον, διὰ νὰ φθάσω ταχέως, ν’ ἀσπασθῶ τὴν ἀγαπημένην μου καὶ ταχέως πάλιν νὰ ἐπιστρέψω, φανταζόμενος, ὅτι ἡ ἀπουσία μου τότε δὲν θὰ παρετηρεῖτο καὶ δὲν θὰ εἶχον ν’ ἀκούσω ἐπιπλήξεις ἀπὸ τοὺς οἰκείους.
Πρὸ ἐμοῦ εἶχον ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ ποιμενικὸν σκήνωμα ὀλίγοι ἐκ τῆς τάξεως τῶν βοσκῶν, ἀπερχόμενοι εἰς τὴν πολίχνην, διὰ νὰ κομίσωσιν ἀρνία καὶ τυρίον εἰς τοὺς κολίγας, ἀποφέρωσι δὲ ἄλλα ὁψώνια ἐκ τῆς πόλεως. Οὗτοι θὰ ἐπέστρεφον πρὸς ἑσπέραν καὶ δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ συναντήσω τινάς καθ’ ὁδόν. Πλὴν παρ’ ἐλπίδα εἶδον μακρόθεν ἄλλους ἐρχομένους πρὸς τὰ ἐδῶ, συνοδείᾳ γυναικῶν καὶ παιδίων καὶ ὑποζυγίων· οὗτοι ἤρχοντο ἐκ τῆς πόλεως, διὰ νὰ συνεορτάσωσιν ἐν τῇ ἐξοχῇ πλησίον τῶν συγγενῶν των, τῶν βοσκῶν.
Πάραυτα ἐξετράπην τῆς ὁδοῦ καὶ ἔσπευσα νὰ κρυβῶ ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἄν μὲ συνήντων μεμονωμένον μακρὰν τῶν γονέων μου, πορευόμενον ἄγνωστον ποῦ, θὰ ἐπαραξενεύοντο καὶ ἄν δὲν μ’ ἔπειθον νὰ κατέλθω μετ’ αὐτῶν εὐθὺς ὀπίσω, ἐξ ἅπαντος θὰ μὲ κατήγγελλον κάτω εἰς τὸ Μέγα Μανδρί. Ἤμην ἕνδεκα ἐτῶν παιδί.
Ἐκεῖνοι ταχέως ἀντιπαρῆλθον κι ἐγὼ ἀνέλαβα τὸν δρόμον μου, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον τὸν ἔχασα. Εἰς ἕν σταυροδρόμιον, ὅπου ἔφθασα, ἐπῆρα τὸν δρόμον ἀριστερά, τὸν ὑψηλότερον, καὶ ἀσθμαίνων ἔφθασα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ. Πλὴν ἡ μεγάλη δρῦς ὑπῆρξεν εὐεργέτις μου καὶ κηδεμών μου. Αὕτη μ’ ἐξήγαγεν ἐκ τῆς ἀπάτης, ἐφαίνετο δὲ ὡς νὰ μοῦ ἔνευε μακρόθεν καὶ μὲ ὡδήγει νὰ ἔλθω πλησίον της.
Καθὼς τὴν εἶδα χαμηλότερα, δεξιόθεν, ἀρκετὰ μακράν, ἄφησα τὸν δρομίσκον εἰς τὸν ὁποῖον ἔτρεχα καὶ στραφεὶς πρὸς δυσμὰς ἤρχισα νὰ κατέρχωμαι μέσῳ τῶν ἀγρῶν, ὑπερπηδῶν αἰμασιάς, χάνδακας, φραγμοὺς θάμνων καὶ βάτων, σχίζων τὰς σάρκας μου, αἱμάσσων χεῖρας καὶ πόδας... Τέλος ἔφθασα πλησίον τῆς ποθητῆς νύμφης τῶν δασῶν.
Ἤμην κατάκοπος, κάθιδρος καὶ πνευστιῶν. Ἅμα ἔφθασα, ἐρρίφθην ἐπὶ τῆς χλόης, ἐκυλίσθην ἐπάνω εἰς παπαροῦνες καὶ χαμολούλουδα. Ἀλλ’ ὅμως ᾐσθανόμην κρυφὴν εὐτυχίαν, ὀνειρώδη ἀπόλαυσιν. Ἐρρέμβαζον, ἀναβλέπων εἰς τοὺς κλώνους της τοὺς κραταιοὺς καὶ ἀνοιγόκλειον ἡδυπαθῶς τὰ χείλη εἰς τὴν πνοὴν τῆς αὔρας της, εἰς τὸν θροῦν τῶν φύλλων της. ῾Εκατοντάδες πουλιῶν ἀνεπαύοντο εἰς τοὺς κλώνους της, ἔμελπον τρελὰ τραγούδια... Δρόσος, ἄρωμα καὶ χαρμονὴ ἐθώπευον τὴν ψυχήν μου.
Ἤμουν ἀποσταμένος καὶ δὲν εἶχον κοιμηθῆ καλὰ τὴν νύκτα. ῾Ο ὕπνος μοῦ ἔλειπεν. Εἰς τὴν σκιὰν τοῦ πελωρίου δένδρου, ἐν μέσῳ τῶν μηκώνων του τῶν κατακοκκίνων, ὁ Μορφεὺς ἦλθε καὶ μ’ ἐβαυκάλισε καὶ μοὶ ἔδειξεν εἰκόνας ὡς εἰς περίεργον παιδίον.
Μοῦ ἐφάνη, ὅτι τὸ δένδρον -ἔσῳζον καθ’ ὕπνον τὴν ἔννοιαν τοῦ δένδρου- μικρὸν κατὰ μικρὸν μετέβαλλεν ὄψιν, εἶδος καὶ μορφήν. Εἰς μίαν στιγμὴν ἡ ρίζα του μοῦ ἐφάνη ὡς δύο ὡραῖαι κνῆμαι, κολλημέναι ἡ μία ἐπάνω εἰς τὴν ἄλλην, εἶτα μετ’ ὀλίγον ἐξεκόλλησαν καὶ ἐχωρίσθησαν εἰς δύο˙ ὁ κορμὸς μοῦ ἐφάνη, ὅτι διεπλάσσετο καὶ ἐμορφοῦτο εἰς ὀσφύν, εἰς κοιλίαν καὶ στέρνον· οἱ δύο παμμέγιστοι κλάδοι μοῦ ἐφάνησαν ὡς δύο βραχίονες, χεῖρες ὀρεγόμεναι τὸ ἄπειρον, εἶτα κατερχόμεναι συγκαταβατικῶς πρὸς τὴν γῆν, ἐφ’ ἧς ἐγὼ ἐκείμην˙ καὶ τὸ βαθύφαιον, ἀειθαλὲς φύλλωμα μοῦ ἐφάνη ὡς κόμη πλουσία κόρης, ἀναδεδημένη πρὸς τ’ ἄνω, εἶτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη πρὸς τὰ κάτω.
Τὸ πόρισμά μου τὸ ἐν ὀνείρῳ ἐξαχθὲν καὶ εἰς λῆρον ἐν εἴδει συλλογισμοῦ διατυπωθέν, ὑπῆρξε τοῦτο. «Ἄ! δὲν εἶναι δένδρον, εἶναι κόρη˙ καὶ τὰ δένδρα, ὅσα βλέπομεν εἶναι γυναῖκες!»
῞Οταν μετ’ ὀλίγον ἐξύπνησα, ὡς συνέχειαν τοῦ ὀνείρου ἔσχον ἐν νῷ, τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἱστορίας τοῦ τυφλοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς ἐθεράπευσε, καθὼς εἶχον ἀκούσει τὸν διδάσκαλόν μας εἰς τὴν Ἱερὰν Ἱστορίαν: «Κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶδε τοὺς ἀνθρώπους ὡς δένδρα· δεύτερον δὲ τοὺς εἶδε καθαρά...»
Πλὴν δὲν ἐξύπνησα ἀκόμη, πρὶν ἀκούσω τί ἔλεγε τὸ φάσμα. Ἡ κόρη -ἡ δρῦς- εἶχε λάβει φωνὴν καὶ μοὶ ἔλεγε:
-Εἰπὲ νὰ μοῦ φεισθοῦν, νὰ μὴ μὲ κόψουν..., διὰ νὰ μὴ κάμω ἀκουσίως κακόν. Δὲν εἶμ’ ἐγὼ νύμφη ἀθάνατος· θὰ ζήσω ὅσον αὐτὸ τὸ δένδρον....
Ἐξύπνησα ἔντρομος κι ἔφυγον... Ἦτο ἤδη μεσημβρία καὶ ὁ ἥλιος ἐμεσουράνει. ῎Εκαιεν ὑψηλά, ὑπεράνω τῆς κορυφῆς τῆς δρυός, ἥτις ἦτο σκιὰ ἀδιαπέραστος... Ἀπὸ τὸν ἀντικρυνὸν λόφον ἤκουσα φωνὴν νὰ μὲ καλῇ ἐξ ὀνόματος.
Ἦτο εἷς μικρὸς βοσκὸς μὲ τὴν κάπαν του, μὲ τὴν στραβολέκαν του καὶ μὲ δέκα αἶγας, τὰς ὁποίας ὡδήγει. Μοῦ ἐφώναξεν, ὅτι ὁ πατήρ μου μὲ ἀνεζήτει ἀνήσυχος καὶ νὰ τρέξω νὰ φθάσω ταχέως ἐκεῖ κάτω...
Δὲν ἐννόησα τίποτε ἀπὸ τὸ μαντικὸν ὄνειρον. Ἀργὸτερα ἐδιδάχθην ἀπὸ ἐγχειρίδιον Μυθολογίας, ὅτι ἡ Ἁμαδρυὰς συναποθνῄσκει μὲ τὴν δρῦν, ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἐνσαρκωμένη...
Μετὰ πολλὰ ἔτη, ὅταν ξενιτευμένος ἀπὸ μακροῦ ἐπέστρεψα εἰς τὸ χωρίον μου κι ἐπεσκέφθην τὰ χωρία ἐκεῖνα, τὰ προσκυνητάρια τῶν παιδικῶν ἀναμνήσεων, δὲν εὗρον πλέον οὐδὲ τὸν τόπον, ἔνθα ἦτο ποτὲ ἡ Δρῦς ἡ Βασιλική, τὸ πάγκαλον καὶ μεγαλοπρεπὲς δένδρον, ἡ νύμφη ἡ ἀνάσσουσα τῶν δρυμώνων.
Μία γραῖα μὲ τὴν ρόκαν της, μὲ δύο προβατίνας, τὰς ὁποίας ἔβοσκεν ἐντὸς ἀγροῦ πλησίον, εὑρίσκετο ἐκεῖ, καθημένη ἔξωθεν τῆς μικρᾶς καλύβης της.
῞Οταν τὴν ἠρώτησα τί εἶχε γίνει τὸ « Μεγάλο Δένδρο », τὸ ὁποῖον ἦτο ἕναν καιρὸ ἐκεῖ, μοῦ ἀπήντησεν:
- Ὁ σχωρεμένος ὁ Βαργέντης τὸ ἔκοψε... μὰ κι ἐκεῖνος δὲν εἶχε κάμει νισάφι μὲ τὸ τσεκούρι του˙ ὅλα θεόρατα δένδρα, τόσα σημαδιακὰ πράματα. Σὰν τόκοψε κι ὕστερα, δὲν εἶδε προκοπή. Ἀρρώστησε καὶ σὲ λίγες μέρες πέθανε... Τὸ Μεγάλο Δένδρο ἦταν στοιχειωμένο.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1901)



Κυριακή 12 Απριλίου 2020

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911)

Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη

Όπως το διηγούνται όσοι το έζησαν ως ενήλικες στην Αθήνα του 1870, ένας από τους νεκρούς ληστές στο Δήλεσι[1], που τους έφεραν στην Αθήνα τον Μάιο, είχε πρόσωπο παράδοξα χαρωπό και γελαστό. Την ώρα που τον τουφέκιζαν τ’ αποσπάσματα, το παλικάρι εκείνο της Ρούμελης[2] που παραμόνευε πίσω από πυκνούς θάμνους και βράχους, ίσως επειδή το ταμπούρι[3] του του φαινόταν πολύ ασφαλές, ποιος ξέρει τι είχε σκεφτεί ή τι σοβαρό είδε ή τι αστείο άκουσε από κάποιο γειτονικό σύντροφό του και γέλασε όπως γελούν οι άνθρωποι. Συγχρόνως, ακαριαία, του ήρθε το βόλι. Τον βρήκε σε καίριο σημείο στο λαιμό και τον άφησε στον τόπο.
Μετά από δυο μέρες οι σκοτωμένοι, πέντε ή έξι, μεταφέρονταν στην Αθήνα. Στο πρόσωπο του νέου εκείνου όλοι οι φρικιαστικοί περίεργοι είδαν χαραγμένο το γέλιο. Ούτε πρόφτασε ο ευτυχισμένος άνθρωπος να αισθανθεί την πικρία του βέλους, αλλά ο θάνατος του ήρθε μυστηριώδης, γλυκός, πριν τον πόνο.

Ο Γιάννης του Λέκκα, νέος εικοσάχρονος, φαινόταν να χαίρεται ιδιαιτέρως όταν του έλεγαν ότι θα ερχόταν εκείνο το χρόνο για να τον πάρει στρατιώτη το περιοδεύον Στρατιωτικό Συμβούλιο. Άρχισε αμέσως να κάνει βήματα λέγοντας «εν γυο, εν γυο» και ήταν όλος γέλια και χαρά. Αλλά όταν ήρθε πράγματι η Στρατολογική Επιτροπή, προς μεγάλη χαρά του Δημάρχου, και έμειναν άλλοι στη Δημαρχία, άλλοι στο ξενοδοχείο - ο Θεός να το κάνει - και άλλοι στα σπίτια μερικών, ο Γιάννης, χωρίς να πάψει να γελά, έχασε την ενδόμυχη[4] ευθυμία και το θάρρος και αρνήθηκε απότομα να παρουσιαστεί μπροστά στην Επιτροπή. Στύλωνε τα πόδια του, στύλωνε το κορμί του, έκλαιγε και φώναζε «δεν πάω, δεν πάω». Και όταν οδήγησαν τον υπίατρο[5] στο σπιτάκι της Λέκκαινας και δοκίμασε να δει και να εξετάσει τον κληρωτό[6], ο Γιάννης έπεσε σε μια γωνιά, μαζεύτηκε, κουβαριάστηκε, σταύρωσε σφιχτά τα χέρια του, έσφιξε τον αφαλό του, λύγισε τα πόδια του με τα γόνατα ως τον αφαλό και αρνήθηκε να υποστεί την εξέταση του γιατρού. Τέλος, η Επιτροπή αποφάσισε να τον κηρύξει «βλάκα» και να τον απαλλάξει χωρίς παραπέρα ενόχληση.
Όμως ο Γιάννης δεν έλειπε ποτέ από καμιά αγρυπνία στα ξωκλήσια όταν πηγαίναμε στα πανηγύρια, κάνοντας αρχή από το ξεκίνημα της άνοιξης μέχρι το τέλος του καλοκαιριού και μέχρι το στρώσιμο του φθινόπωρου και πριν μπει ο χειμώνας. Πρώτα στην Παναγία της Αγαλιανούς[7], όπου η ψυχή μας μοσχοβολούσε λουλούδια και νάρκισσους και λευκά άνθη της αγράμπελης. Μετά στην Παναγία την […], όπου έτρεχε με μουρμούρισμα και ρόγχο[8] το ρεύμα της Ζωοδόχου κάτω στους μυστηριώδεις καταρράκτες με τα κρεμάμενα πολυτρίχια[9] και τους αναρριχώμενους κισσούς μέσα από τους υγρούς βράχους στα πολύφυλλα γερμένα δέντρα. Και στον Αϊ-Γιώργη, όπου οι τόσες νύφες του χωριού, που έρχονταν άλλες με τις βάρκες και άλλες από την ξηρά, έκαναν λιτανεία στολισμένες με κεντητά μανίκια, μεταξωτές ποδιές και χρυσούς ποδόγυρους. Και στα Πέντε Αδέλφια, όπου τα αγκαλιασμένα γέρικα δέντρα καλύπτουν τη βρύση και στεγάζουν το φτωχικό ναό με το θεσπέσιο άλσος τους. Και στον Αϊ-Γιάννη τον Μυρωδίτη[10], όπου τα τελευταία αηδόνια καλούσαν τα κοτσύφια να τα διαδεχθούν και το κελαρυστό νερό που ανέβαινε από το βαθύ Δασκαλειό ανάβλυζε από τη ρίζα της γριάς βελανιδιάς, που με το θρόισμα των ανεμοδαρμένων φύλλων των κλαδιών της διηγιόταν τις αναμνήσεις των αιώνων. Πόσα οικογενειακά γλέντια είχαν γίνει παλιά κάτω από το πυκνό φύλλωμα των κλαδιών της, πόσα άκακα ερωτικά ζευγάρια είχαν βρει κάποτε καταφύγιο στη σκιά της. Και μετά στον Άγιο Ηλία και στον Άγιο Παντελεήμονα και στην Παναγιά την Πρέκλα[11] και στην Παναγιά του Καρδάση[12] και στην άλλη Παναγιά του Αραδιά και στον Αϊ-Γιάννη του Κάστρου και στον άλλο Αϊ-Γιάννη του Μετοχιού και στον Αϊ-Δημήτρη και στον Αϊ-Ασώματο του Αγγελή και, τέλος, στην Παναγιά την Κουνιστριώτισσα[13], που όλη η σεμνότητα και όλη η χάρη συνενώνονταν με γαλήνη και κάθε γόνατο έκλινε[14] μπροστά στη θεία γαλήνια πολιούχο : «Διανέμοις των χαρισμάτων την σην γαλήνην, Θεοτόκε, την ψυχήν μου».
Όλα ευωδίαζαν άνοιξη και απλότητα και χαρά. Ο Γιάννης έμπαινε στο παρεκκλήσι γελώντας, τον οδηγούσε η μάνα του - χήρα με το μοναχογιό της - να «χαιρετίσει», δηλαδή να φιλήσει την εικόνα στο προσκυνητάρι· τη φιλούσε γελώντας, μετά πήγαινε στ’ αριστερά του χορού κι έστεκε δίπλα στην άκρη στο ανατολικό στασίδι, δυο βήματα από τη βόρεια πύλη, όπου οι γυναίκες έφερναν τυλιγμένα με πετσέτες τα πρόσφορα και έγραφαν τα ονόματα, δηλαδή τα έγραφε ο παπάς καθ’ υπαγόρευση στέκοντας στο άνοιγμα της πόρτας, με το μολυβοκόντυλο[15], κρατώντας φύλλα διπλωμένου χαρτιού πάνω στο βιβλίο των Αποστόλων[16] ή το Ψαλτήρι[17] : «Γιώργο, Γιώργο και του πλοίου με τους συμπλέοντες, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ο παπάς έγραφε Ν.Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, άλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.) Κωνσταντή, Κωνσταντή (Κ.Κ.), συζύγου, τέκνων, γονέων και αδελφών αυτών».
Εκεί έστεκε ο Γιάννης και άκουγε γελώντας την υπαγόρευση των γυναικών, τις επαναλήψεις και το φίλημα του χεριού του παπά. Τέλος, όταν άρχιζε η ψαλμωδία, ο Γιάννης εξακολουθούσε να γελά με τις αντιφωνίες[18] των διάφορων νεαρών ψαλτών και με τις οξυφωνίες[19] του παπά. Συνήθως άντεχε όρθιος για ώρες, μετά καθόταν στο σκαλοπάτι του Αγίου Βήματος κάτω από την τελευταία αριστερή εικόνα (που ήταν συνήθως του αγίου του ναού). Η μάνα του, που τον είχε μοναχογιό, συχνά έταζε και παρακαλούσε τους αγίους «να τον κάνουν καλά». Όμως φαίνεται ότι αυτός ήταν αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πολλούς άλλους, και οι άγιοι δεν έκριναν ότι συνέφερε να του δώσουν εκείνο που η μάνα του ονόμαζε «την υγειά του», δηλαδή την ελευθερία να κάνει κακουργήματα με επίγνωση.
Η ψαλμωδία συνεχιζόταν όλη τη νύχτα. Πενήντα ή εκατό άντρες και παιδιά - συνήθως είχαν παραφάει και είχαν παραπιεί - κοιμόνταν έξω, ανάμεσα στα σκίνα, και οχτώ ή δώδεκα γυναίκες και τρεις γέροι στα στασίδια ή στις πλάκες του ναού κοιμόνταν καθιστοί. Κάπου κάπου ακουγόταν το ροχαλητό του παπά μέσα απ’ το Άγιο Βήμα. Ο ψάλτης μισονύσταζε κι έκανε «μετάνοιες»[20] όρθιος στο στασίδι κι ο γερο-Δημητρός, ο νεωκόρος[21] και επίτροπος[22] των ξωκλησιών, χωρίς ο νους του ν’ αποσπάται απ’ το παγκάρι και τα κεριά, έπαιρνε «δυο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. Ο Γιάννης, άγρυπνος, δεν έπαυε να γελά.
Κάτω, στη μικρή πόλη, που ο Γιάννης ήταν η ευθυμία και η χαρά των σπιτιών, ο ίδιος γελούσε με περισσότερο θόρυβο απ’ όλους όταν συναντούσε έναν από τους περιπλανώμενους του χωριού σχεδόν ομοιοπαθή του· ή τον Ζαχαρία τον Κούκκο ή τον Τάσο τον Νικολή ή το Ματώ από τον Απάνω Μαχαλά[23]. Τότε άνοιγε πραγματικά η καρδιά του. Γελούσε ασυγκράτητα και δε μπορούσε «να μαζέψει το στόμα του». Ήταν σαν να έλεγε : «Χαίρομαι, αδελφέ μου, που σε βλέπω τέτοιο· οι άλλοι που γελούν μαζί μας είναι πολύ χειρότεροι».
Και στα ξωκλήσια, κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας, συνήθως ερχόταν μετά τα μεσάνυχτα πάντοτε ή ο γερο-Δημήτρης ο Ηπειρώτης ο νυχτοβάτης[24] ή ο πάτερ Ιωακείμ, ο άστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλητος και ξεσκούφωτος. Όταν τον έβλεπε ο Γιάννης, αισθανόταν ιδιαίτερη ευθυμία και μελετούσε την όψη του. Ο Ιωακείμ στεκόταν στην άλλη γωνιά του τέμπλου, δεξιά, και συνήθως του έδιναν οι ψάλτες να διαβάσει το Ψαλτήρι. Ο Γιάννης δε χόρταινε να τον κοιτάζει και γελούσε, γελούσε με ηδονή ανείπωτη.
Και όταν δεν ήταν πανηγύρι, ο Γιάννης με το γαϊδουράκι έτρεχε συνήθως στην εξοχή. Είχε η μάνα του μικρούς ελαιώνες και χωραφάκια κι ο φτωχός νέος φαίνεται ότι έκανε τις γεωργικές αγγαρείες και τις βοηθητικές εργασίες με όλη την αδυναμία του. Αλλά και τότε, όταν περνούσε από το ξωκλήσι, ξεπέζευε, έδενε στη ρίζα ενός θυμαριού το γαϊδούρι και έμπαινε στο εκκλησάκι. Εκεί έβγαζε άναρθρες κραυγές θέλοντας να μιμηθεί τους ψάλτες και κάποιες φορές έβαζε χέρι στα εικονίσματα και τα κατέβαζε κάτω για να τα ξεσκονίσει όπως ήθελε· άλλοτε έβγαζε τα πορτόφυλλα της Ωραίας Πύλης και άρχιζε να τα πελεκά με το κλαδευτήρι που είχε. Πότε τα έβαζε ξανά στη θέση τους, πότε τ’ άφηνε κάτω στο έδαφος, όπου τύχει.
Η Μαλάμω του μπαρμπα-Δημητρού, σύζυγος του Γιώργη του Πολύζου, ήταν απαράμιλλη[25] στη θρησκευτική ευλάβεια. Άλλη δεν ήταν σαν κι αυτή, να τρέχει διαρκώς σ’ όλα τα ξωκλήσια, ν’ ανάβει τα καντήλια, πότε με λάδι δικό της, πότε εκ μέρους άλλων πλουσιότερων γυναικών.
Είχε μεταφέρει στις πλάτες της πέντ’ έξι παλιοσάνιδα που της έδωσαν, για να επισκευάσει τη στέγη του ναού του Χριστού στο Κάστρο[26]. Η Μαλάμω, για ευκολία, τα ακούμπησε προσωρινά έξω από το Κάστρο, πριν από το φοβερό χάσμα της παλιάς γέφυρας, στο κάτω σκαλί της ιλιγγιώδους, φαρδιάς, κυκλικής και πλατιάς σκάλας. Ήταν μεσοβδόμαδα. Η Μαλάμω έλεγε μέσα της : «Χριστιανός δε θα βρεθεί να τα κλέψει». Κι όμως βρέθηκε. Ψηλά από το μικρό ετοιμόρροπο καλύβι, εκεί που ήταν ένα παλιοχώραφο ανάμεσα στα ρουμάνια[27] και έβοσκε πέντ’ έξι ψωραλέες γίδες ο Νικολός ο Μπασιόλης, παρατηρούσε για ώρα πολλή από μακριά σαν να την κοίταζε στα μάτια και μουρμούριζε μεγαλόφωνα μέσα απ’ τα δόντια του : «Πού να τα πάει αυτή, τρομάρα της, τα παλιοσάνιδα;»
Την επόμενη μέρα η Μαλάμω είχε δουλειά στο σπίτι της κάτω στο χωριό, τρεις ώρες δρόμο. Την τρίτη μέρα δεν ευκαιρούσε ο σύζυγός της, που ήταν λιγάκι χτίστης και αγωγιάτης[28] και γεωργός. Την άλλη ήταν Σάββατο κι η Μαλάμω κατάφερε το σύζυγό της να πάνε μαζί με το μουλάρι, να κουβαλήσει αυτός άμμο και ασβέστη από μια ανεμοδαρμένη έπαυλη, όχι πολύ μακριά απ’ το Κάστρο, να μπουν κουβαλώντας τα σανίδια που είχαν μείνει έξω, να φτάσουν στο ναό του Σωτήρα, αυτή ν’ ασβεστώσει κι εκείνος ν’ ανεβεί στον τοίχο πατώντας στις σκαλωσιές και στους πλαϊνούς τοίχους με τις φαγωμένες πέτρες, να καρφώσει τα σανίδια στο ξέσκεπο μέρος της στέγης και να τα σοβατίσει με το χαρμάνι που θα ζύμωνε με τα υλικά που επρόκειτο να μεταφέρει.
Φτάνουν στα πρόθυρα του Κάστρου, κοντά στο βάραθρο[29], κοιτάζει η Μαλάμω. Τα σανίδια έλειπαν. Έκανε πολλούς σταυρούς, απόρησε, αγανάκτησε.
- Το λοιπόν, πού τα ‘χεις τα σανίδια; ρώτησε ο Πολύζος.
- Εδώ τα είχα βαλμένα, στο κάτω σκαλοπάτι τ’ ακούμπησα.
- Πού είναι τα, λοιπόν;
- Πού ‘ν’ τα; Να κοπεί το χεράκι του όποιος τα πήρε.
- Δε σου ‘πα εγώ, ευλογημένη, να μην κάνεις μισές δουλειές; Ή να περιμένεις έπρεπε ν’ αδειάσω[30] να τα κουβαλήσω με το μουλάρι ή, αφού τα ‘φερες, να ‘κανες ένα κόπο να τα πας ως μέσα στην εκκλησιά.
- Και ποιος ξέρει αν δεν τα βρούμε μες στην εκκλησιά, είπε η Μαλάμω με εύκολο θάρρος για να παρηγορηθεί. Έλα, Χριστέ μου, καμιά καλή χριστιανή θα ήρθε χτες προχτές ν’ ανάψει τα καντήλια και τη φώτισ’ ο Θεός και τα κουβάλησε.
- Μακάρι!
Ο Πολύζος ξεφόρτωσε τα υλικά από το ζώο, έδεσε το ζώο του, ανέβασε με πολύ κόπο πρώτα το σάκο της άμμου και μετά την κοπάνα[31] με τον ασβέστη στην ψηλή φοβερή σκάλα, μετά ανέβηκε η γυναίκα του με το καλαθάκι της που είχε λάδι, κεριά και λίγα τρόφιμα. Μετά φορτώθηκε αυτή τον ασβέστη, ο άντρας της πήρε την άμμο και το καλαθάκι, πέρασαν τη σιδερένια πύλη και μπήκαν στο παλιό έρημο χωριό. Μετά από δέκα λεπτά έφτασαν μπροστά στην εκκλησιά. Ξεφορτώθηκαν και κάθισαν να ξαποστάσουν. Της φάνηκε της Μαλάμως ότι άκουγε κάτι σαν χαλαρή και άρρυθμη ψαλμωδία μέσ’ από την εκκλησιά. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Πλησίασε στην πόρτα, την έσπρωξε. Η πόρτα ήταν κλεισμένη από μέσα. Ακούγονταν τώρα πιο καθαρά οι παράφωνες ψαλμωδίες.
- Ωχ, Θε μου, τι να ‘ναι; είπε η Μαλάμω. Έλα, Πολύζο, να δεις και ν’ ακούσεις. Η πόρτα είναι κλειδωμένη από μέσα.
Πλησίασε ο άνθρωπος, χτύπησε, έσπρωξε με δύναμη. Μάταια. Η πόρτα ήταν πράγματι μανταλωμένη.
- Τι πειρασμός είν’ αυτός, έκραξε η Μαλάμω χτυπώντας τα χέρια της. Τα σανίδια λείπουν απ’ έξω, η πόρτα της εκκλησιάς κλειδωμένη κι ουρλιάσματα άχαρα ακούγονται από μέσα. Τι να ‘ναι αυτό; Μπαίνουν τάχα και στις εκκλησιές πειρασμικά πράγματα;
Απ’ όλο αυτό το ακατανόητο βουητό του ήχου που ακουγόταν, η ακοή τους ξαφνικά ξεχώρισε δυο ή τρεις φορές τις λέξεις «Χριστός Ανέστη».
- Χριστός Ανέστη, επανέλαβε η Μαλάμω. Κι ακόμα τώρα πέρασε η μεσοσαρακοστή.
Ήταν πράγματι το Σάββατο της τέταρτης εβδομάδας των Νηστειών[32].
- Μην πηγαίνει αλά φράγκα[33] αυτός που είναι μέσα; είπε ο Πολύζος.
- Στοιχειό θα είναι∙ ξορκισμένος οξαποδώ[34], απάντησε η Μαλάμω.
- Κανένας μουρλός θα είναι, είπε ο Πολύζος. Ας δούμε. Μην είν’ εκείνος ο Γιάννης της Λέκκαινας;
Χτύπησε πάλι δυνατότερα την πόρτα. Μετά κοίταξε τον τοίχο κι έδειξε σχεδόν δυο οργιές[35] πιο ψηλά το μικρό φεγγίτη με το χρωματιστό γυαλί, που φώτιζε την εκκλησία από τη δεξιά πλευρά.
- Να μπορούσα ν’ ανεβώ κει πάνω, είπε. Έλα βοήθα, Μαλάμω, να στοιβάξουμε πέτρες πολλές, να τις στερεώσουμε, για ν’ ανεβώ ως εκεί.
- Δε φωνάζουμε μια; είπε η Μαλάμω, αλλά δεν ακούστηκε ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
Άρχισαν να ξεκολλούν λιθάρια από τα ερείπια των παλιών σπιτιών εδώ κι εκεί. Όταν μάζεψαν αρκετά λιθάρια, άρχισε ο Πολύζος να τα στοιβάζει σε σωρό. Αλλά τότε ανέλπιστα ακούστηκε ο κρότος του μάνταλου ή μοχλού που σέρνεται κι ένα δυνατό γέλιο ακούστηκε στο άνοιγμα της πόρτας.
Ήταν πράγματι ο Γιάννης του Λέκκα. Υποδέχτηκε με παιδικά γέλια τη γυναίκα και τον άντρα της.
- Α! Εσύ ‘σαι, μωρέ μαγεμένε! είπε η Μαλάμω∙ γιατί δεν ακούς τόση ώρα που σε φωνάζουμε;
Ο Γιάννης απάντησε με νέα γέλια. Κοίταξαν προς την πόρτα και είδαν μέσα.
Ο Γιάννης είχε ανάψει στα μανουάλια[36] όλα τ’ απόκερα[37], όσα είχε βρει εκεί, είχε χύσει το λάδι απ’ τα καντήλια, είχε αδειάσει όλο το λαδικό που βρήκε στο ντουλάπι της βορειοδυτικής γωνιάς, είχε κατορθώσει ν’ ανάψει σαν πυροφάνι μόνο δυο καντήλια από τα επτά οκτώ μπροστά στο τέμπλο και στο προσκυνητάρι κι ευχαριστιόταν ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη» όπως αυτός ήξερε. Είχε βαρεθεί τη Σαρακοστή, λαχταρούσε το Πάσχα και άρχισε να το γιορτάζει προκαταβολικά.
Αφού γέλασε αρκετά, η Μαλάμω έσβησε τ’ απόκερα, προσπάθησε να σκουπίσει τα χυμένα λάδια και μετά σκεφτόταν ν’ αρχίσει το ασβέστωμα. Είχε ήδη λησμονήσει τα χαμένα σανίδια. Αλλά ο Πολύζος είπε :
- Και πού είν’ τα σανίδια, Μαλάμω;
- Πού ‘ν’ τα, μαθές; απάντησε η γυναίκα.
Τυχαία και δίχως να ελπίζει η γυναίκα στράφηκε στο φτωχό παιδί και τον ρώτησε :
- Μην είδες, Γιάννη, τα σανίδια πουθενά;
Το άκακο παιδί απάντησε μόνο.
- Κουβάλας.
Αυτός πράγματι είχε συναντήσει τον Γιάννη προχτές, την ώρα που κουβαλούσε τα κλοπιμαία. Του έδωσε δυο ξυλιές προκαταβολικά και τον φοβέρισε να μη μαρτυρήσει τίποτε. Ο Γιάννης απάντησε με το παγωμένο γέλιο του.
Είχε ξεχάσει και τις ξυλιές και τη φοβέρα. Την επόμενη μέρα βρήκε η Μαλάμω τα κλοπιμαία.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1914)


Προσαρμογή κειμένου - Σχόλια : Δημήτρης Φιλελές, © 2020



[1]  ληστεία στο Δήλεσι = τον Απρίλιο του 1870 η ομάδα των λήσταρχων Αρβανιτάκηδων συλλαμβάνει στο Πικέρμι ως όμηρους μια ομάδα Άγγλων και Ιταλών περιηγητών και αργότερα, μετά από μάχη με τη χωροφυλακή,  δολοφονεί στο Δήλεσι κάποιους απ’ αυτούς.
[2] Ρούμελη (τουρκικά Rum ili) = η Στερεά Ελλάδα.
[3] το ταμπούρι(τουρκικά tabur) = η οχυρωμένη θέση.
[4] ενδόμυχος = αυτός που βγαίνει από την ψυχή μας.
[5] ο υπίατρος = βαθμός γιατρού που υπηρετεί στο υγειονομικό σώμα του στρατού.
[6] ο κληρωτός = αυτός που καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία.
[7] Παναγία της Αγαλιανούς = μοναστήρι της Ευαγγελίστριας κοντά στο ρέμα του Λεχουνιού, στην τοποθεσία Αγαλιανού, κάτω από την ψηλότερη κορυφή της Σκιάθου, την Καραφλυτζανάκα.
[8] ο ρόγχος = ο θόρυβος.
[9] τα πολυτρίχια = φυτά με λεπτά και μακριά φύλλα που μοιάζουν με τρίχες.
[10] Αϊ-Γιάννης ο Μυρωδίτης = μοναστήρι που χτίστηκε το 1726 και βρίσκεται στη πίσω πλευρά του βουνού της Κουνίστρας.
[11] Παναγία Πρέκλα = Η Παναγία της Πρέκλας βρίσκεται μέσα στο Κάστρο, στη Σκιάθο, ανάμεσα στο ναό του Χριστού και στο Τζαμί.
[12] Παναγία του Καρδάση = μικρό ξωκλήσι της Σκιάθου στο δρόμο προς το κάστρο, που καταστράφηκε από πυρκαγιά αναστυλώθηκε από την οικογένεια Καρδάση.
[13] Παναγία Κουνιστριώτισσα = το  μοναστήρι της Παναγίας της Κουνίστρας (Εικονίστριας) στη Σκιάθο είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και σύμφωνα με την παράδοση ένας μοναχός βρήκε την εικόνα να κρέμεται από ένα δέντρο και την μετέφερε μέσα στο μοναστήρι.
[14] κλίνω = λυγίζω, γονατίζω.
[15] το μολυβοκόντυλο = μολύβι για γράψιμο από γραφίτη.
[16] Απόστολος = εκκλησιαστικό βιβλίο με περικοπές από τις Πράξεις των Αποστόλων.
[17] Ψαλτήρι = εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει ψαλμούς.
[18] η αντιφωνία = στίχοι που ψάλλονται διαδοχικά και από τους δυο ψάλτες της εκκλησίας.
[19] η οξυφωνία = η διαπεραστική φωνή.
[20] μετάνοιες = (μτφ.) κινήσεις του πάνω μέρους του σώματος προς τα μπρος όταν κάποιος είναι όρθιος ή καθιστός και μισοκοιμάται.
[21] ο νεωκόρος = ο άνθρωπος που είναι υπεύθυνος για την καθαριότητα και τη φύλαξη του ναού.
[22] ο επίτροπος = ο υπεύθυνος για τα οικονομικά της εκκλησίας.
[23] ο μαχαλάς (τουρκικά mahalle) = η γειτονιά.
[24] νυχτοβάτης = άνθρωπος που εμφανίζεται μόνο τη νύχτα, νυχτερινός επισκέπτης.
[25] απαράμιλλος = ασυναγώνιστος.
[26] Χριστός στο Κάστρο =  η μητρόπολη της μεσαιωνικής πόλης της Σκιάθου, εκκλησία σε ρυθμό βασιλικής με ξύλινη επικλινή οροφή, χτισμένη τον 17ο αιώνα.
[27] το ρουμάνι (τουρκικά orman) = περιοχή του δάσους με πυκνή βλάστηση.
[28] ο αγωγιάτης = ο μεταφορέας υλικών ή εμπορευμάτων με τη βοήθεια ζώου.
[29] το βάραθρο = βαθύ χάσμα της γης, η χαράδρα.
[30] αδειάζω = βρίσκω ελεύθερο χρόνο.
[31] η κοπάνα = η σκάφη.
[32] εβδομάδες Νηστειών = στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι και την Κυριακή του Πάσχα, υπάρχουν έξι εβδομάδες Νηστειών και η έβδομη είναι η Μεγάλη Εβδομάδα.
[33] αλά φράγκα = χριστιανός καθολικός.
[34] ο οξαποδώ = ο διάβολος.
[35] η οργιά = μονάδα μέτρησης του μήκους ίση με το άνοιγμα των χεριών, περίπου 1,80 μ.
[36] το μανουάλι (λατινικά manual) = μεγάλο κηροπήγιο για πολλά κεριά.
[37] τα απόκερα = τα υπολείμματα των κεριών που έχουν σβηστεί χωρίς να καούν εντελώς.