ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θοδωρής Αμπαζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θοδωρής Αμπαζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

«Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη - θεατρική κριτική

 


«Η Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

από την Ομάδα «Φάος» στο Θέατρο Χώρος

σε σκηνοθεσία του Θοδωρή Αμπαζή

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Ιούνιο του 1903 ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης δημοσιεύει στο λογοτεχνικό περιοδικό «Παναθήναια» τα δεκαεπτά κεφάλαια της νουβέλας «Η Φόνισσα», ενός από τα κορυφαία πεζογραφικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αρκετά χρόνια αργότερα και λίγο πριν τον θάνατο του «αγίου των γραμμάτων μας», το 1912, «Η Φόνισσα» κυκλοφορεί ως αυτόνομο αφήγημα από τις Εκδόσεις Φέξη.  

 

Η υπόθεση:

Στην κλειστή και αυστηρή πατριαρχική κοινωνία της Σκιάθου ζει η ηρωίδα του αφηγήματος, η Χαδούλα, η σύζυγος του Γιάννη του Φράγκου, η γνωστή σε όλους ως Φραγκογιαννού. Γυναίκα δυναμική αλλά αυτονόητα υποταγμένη στη μοίρα της και στην έμφυλη βία, δέσμια των κοινωνικών καταναγκασμών, ζει υπηρετώντας τους γονείς της αρχικά, τον σύζυγό της κατόπιν, αργότερα τα παιδιά της και τέλος τα παιδιά των παιδιών της.

Βιώνει καθημερινά την ανυπόφορη εξουσία των αντρών αλλά και το βάρος των ταξικών διαφορών όχι μόνο στο πρόσωπό της, αλλά και σε όλες τις γυναίκες του νησιού (τουλάχιστον ως εκεί φτάνει ο ορίζοντάς της). Αυτή και όλες οι άλλες είναι αναγκασμένες να αποδέχονται την ύπαρξή τους ως παιδιά ενός κατώτερου Θεού, να δένουν τη ζωή τους με έναν άντρα χωρίς να έχουν κανένα λόγο στην επιλογή του, αλλά η ποιότητά του να είναι συνάρτηση της προίκας που θα δώσει ο πατέρας τους, να υπακούν και να υπηρετούν τους άλλους αδιαμαρτύρητα μέχρι την τελευταία τους πνοή.  

Μέχρι που οι σκέψεις αυτές την οδηγούν στον παραλογισμό και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο φόνος ενός κοριτσιού σε βρεφική ή παιδική ηλικία είναι μια πράξη «λυτρωτική» τόσο για το παιδί όσο και για την οικογένειά του. Πνίγει τη νεογέννητη εγγονή της και βασανίζεται από τις τύψεις, συνειδητοποιεί το αμάρτημά της, αλλά η ταραγμένη ψυχή της αντί να μετανιώσει για την πράξη της, αναζητά ένα «θεϊκό» σημάδι για την επιβεβαίωση ή μη της αποτρόπαιης πράξης της. Εκούσια ή ακούσια παρερμηνεύοντας την πραγματικότητα, οδηγείται στον φόνο δύο ακόμα μικρών κοριτσιών, επιχειρώντας παράλληλα να συγκαλύψει το έγκλημά της. Και λίγο αργότερα, χωρίς τη δική της συμμετοχή αλλά με την επιθυμία να συμβεί, ένα μικρό κορίτσι πνίγεται στο πηγάδι του σπιτιού στο οποίο η Χαδούλα ξενοδουλεύει.

Οι άδικες υποψίες που πέφτουν πάνω της την ωθούν να κρυφτεί κάτω από το βάρος της ενοχής της και τον φόβο της σύλληψης και της παραδειγματικής τιμωρίας. Ακόμα όμως και όταν φιλοξενείται στο σπίτι ενός βοσκού, επιχειρεί να πνίξει τη νεογέννητη κόρη του, που κατά σύμπτωση γλιτώνει. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι βιαστικά και κινδυνεύει πλέον να γίνει βορά στα νύχια των διωκτών της.

Και όταν αυτοί την πλησιάζουν σε απόσταση αναπνοής, εκείνη κάνει το απονενοημένο διάβημα. Αποφασίζει να διασχίσει το επικίνδυνο θαλάσσιο πέρασμα που οδηγεί από την ξηρά στο εκκλησάκι του Αγίου Σώστη, αποζητώντας την προστασία του Θεού. Και κάπου εκεί, στα μισά της διαδρομής, στην κορύφωση του δράματος, η φόνισσα σκεπάζεται από την παλίρροια, μεταξύ ανθρώπινης και θείας δικαιοσύνης.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Θοδωρής Αμπαζής για μια ακόμα φορά επιλέγει να ασχοληθεί με την ελληνική δραματουργία, για να μας προσφέρει μια θεατρική μεταφορά υψηλής ποιότητας και αισθητικής. Ο αγαπημένος του Παπαδιαμάντης προσφέρεται για το χτίσιμο μιας θεατρικής δημιουργίας επικεντρωμένης

κυρίως στα ρεαλιστικά στοιχεία του κειμένου, ενώ τα νατουραλιστικά και ηθογραφικά στοιχεία χρησιμοποιούνται ως υποστηρικτικά για την ενδυνάμωση του λόγου.

Ο σκηνοθέτης διασκευάζει με αυστηρότητα και επιλεκτικότητα, αλλά κυρίως διδάσκει· και αυτό είναι το πιο σημαντικό σημείο της όλης διαδικασίας πριν οι ηθοποιοί μεταφέρουν τη δράση επί σκηνής. Διδάσκει τον λόγο με ποιητικότητα, τον τοποθετεί στα στόματα των ηθοποιών και τον κάνει να ρέει σαν ποτάμι, άλλοτε με παιχνιδίσματα, άλλοτε με γλαφυρότητα και άλλοτε με ασίγαστη ορμητικότητα. Διδάσκει τον λόγο ως δύναμη, τον τοποθετεί στα σώματα των ηθοποιών και τον κάνει άλλοτε όπλο και άλλοτε ασπίδα, άλλοτε βέλος που εκτοξεύεται και άλλοτε καταφύγιο από τους διώκτες. Το ανθρώπινο δράμα κορυφώνεται βαθμιαία σαν ποτάμι που φουσκώνει και ξεχειλίζει παρασύροντας στο πέρασμά του τους ταξιδιώτες της ζωής.

Η γνώση μεταμορφώνεται σε θεατρική πράξη κάτω από το άγρυπνο αλλά και διακριτικό μάτι του δασκάλου, που με την καλλιτεχνική του ευρύτητα μεριμνά και για το μουσικό μέρος και για τους φωτισμούς που φέρνουν στην επιφάνεια των ψυχισμό των χαρακτήρων ανά πάσα στιγμή.

Τέλος, είναι εντυπωσιακό πώς ένα τόσο λιτό, μοντέρνο και απρόοπτο σκηνικό μπορεί να είναι τόσο λειτουργικό και τόσο ταιριαστό με ένα κλασικό κείμενο.

 


Οι ερμηνείες:

Η ομάδα των νεαρών ηθοποιών επωμίζεται ένα εξαιρετικά επίπονο και δυσπρόσιτο εγχείρημα, το οποίο φέρνει σε πέρας λειτουργώντας με την ακρίβεια του μηχανισμού ενός ελβετικού ρολογιού. Αξιοθαύμαστος ο συντονισμός μεταξύ τους, αξιολάτρευτη η προσαρμογή της δυναμικής στην εκφορά του λόγου ανάλογα με ψυχολογικές διακυμάνσεις των χαρακτήρων, αξιοζήλευτη η σωματική συναρμογή και η εναρμόνιση της έντασης των κινήσεων με τις αυξομειώσεις του λόγου και με την απαιτητική εναλλαγή ρόλων. Ένα άριστο σύνολο που δεν «λέει τα λόγια του» μόνο, αλλά με άριστη υποκριτική μαγνητίζει το βλέμμα του θεατή και τον συμπαρασύρει με κάθε λέξη και με κάθε κίνηση στον ταραγμένο βυθό του μυαλού της τραγικής Φραγκογιαννούς.

 

Συνοπτικά:

Πρόκειται για ένα από τα θεατρικά διαμάντια του φετινού χειμώνα. Μια παράσταση που αγγίζει όλους μας και θεματικά και βιωματικά· γιατί ο κόσμος μας δεν είναι ακόμα τόσο ανθρώπινος όσο πρέπει κι ας έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια από τότε που γράφτηκε το αφήγημα.

Επιπλέον, η άριστη σκηνική διδασκαλία και η σημασία στη λεπτομέρεια σε συνδυασμό με την υποκριτική δεινότητα δημιουργούν ένα κλίμα αδιάκοπης συναισθηματικής φόρτισης καθώς ο λόγος θριαμβεύει και τα σώματα, υπηρέτες του πιστοί, τον διαχέουν σε όλη την αίθουσα, προκαλώντας αλλεπάλληλες εσωτερικές δονήσεις κάθε στιγμή.

Μια παράσταση υποδειγματική καθ’ όλα που αποσπά το αβίαστο αλλά και γεμάτο συγκίνηση χειροκρότημα του κοινού.

 


Η ταυτότητα της παράστασης

 

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά):

Αναγνωστόπουλος Βασίλης, Αποστόλου Μελίνα, Γαβριηλίδης Αρσένιος, Γεωργακοπούλου Τόνια, Γρηγοράκη Στέλλα, Θεοδωροπούλου Σέβη, Καράμπελα Μυρτώ, Κλείδωνα Αλίκη, Κωτσίου Αναστασία, Μπογιατζή Χριστίνα, Νικητοπούλου Δάφνη, Παπανδρέου Θεοδώρα, Πλάντζου Κατερίνα, Ψαρρή Νάσια

 

Επιμέλεια μουσικής: Θοδωρής Αμπαζής

Σκηνικά-Κοστούμια: Ομάδα Φάος

Γραφιστική επιμέλεια: Δήμητρα Καράμπελα

Φωτογραφίες-Trailer: Νίκος Πεκιαρίδης

Διεύθυνση Παραγωγής: Χρυσή Τομή Φ ΑΜΚΕ

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Νατάσα Παππά

Διαφήμιση-Social Media: Κατερίνα Γεωργοπούλου

 

Θέατρο Χώρος, Ορφέως & Πραβίου 6-8, Βοτανικός 118 55

https://horostheatre.gr/

 


Ημερομηνίες Παραστάσεων: 

26-27 Ιανουαρίου, 2-3-9-10-16-17-24 Φεβρουαρίου, 2-3-9-10 Μαρτίου

Ώρα Έναρξης: 21.00, Διάρκεια παράστασης: 90΄

 

Γενική είσοδος: 18€ - Μειωμένο: 14€ / 10€

14€: καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης / φοιτητές / ΑΜΕΑ / άνεργοι / + 65 (με επίδειξη των αντίστοιχων αποδεικτικών εγγράφων)

10€: ατέλεια για σπουδαστές δραματικών σπουδών / ηθοποιών ΣΕΗ (κατόπιν συνεννόησης διαθεσιμότητας στο ταμείο του θεάτρου ) / μαθητές σχολείων 

14€: ομάδες άνω των 10 ατόμων. 

 

Προπώληση Εισιτηρίων:

https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/i-fonissa-tou-aleksandrou-papadiamanti-1

 

 Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Η Φόνισσα" στο fractal

 

 

Τετάρτη 21 Μαΐου 2025

Σιωπή - του Γρηγόρη Λιακόπουλου

 


Σιωπή – του Γρηγόρη Λιακόπουλου

στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν


Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

Παρακολουθήσαμε τη θεατρική παράσταση «Σιωπή» στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, σε κείμενο του Γρηγόρη Λιακόπουλου και σκηνοθεσία του Θοδωρή Αμπαζή. Μια παράσταση πέρα από τα συνηθισμένα, όπου ο δάσκαλος σκηνοθετεί τον μαθητή και επί σκηνής η υπαρξιακή αγωνία προσφέρεται στον θεατή κυρίως μέσα από τις σιωπές και τις παύσεις, μέσα από την υποκριτική και την εναλλαγή ρόλων, θέτοντας σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε ο καθένας σε ατομικό επίπεδο αλλά και ως μέλη του κοινωνικού συνόλου την πραγματικότητα.


Η υπόθεση:

Δύο άνεργες ηθοποιοί ζουν για πολύ καιρό κάτω από την ίδια στέγη. Η μία έχει προσγειωθεί στην πραγματικότητα και προσπαθεί να βιοποριστεί δουλεύοντας καθημερινά σε ένα εμπορικό κέντρο ως «μπανάνα», έχοντας επωμιστεί τον άχαρο ρόλο του φροντιστή και για τη φίλη της. Η άλλη, παιδί-θαύμα στο πολύ μακρινό παρελθόν, εξακολουθεί να στέλνει βιογραφικά και να ελπίζει ότι κάποτε το ταλέντο της θα αναγνωριστεί και θα της δοθεί ο πολυπόθητος μεγάλος ρόλος. 

Ανάμεσά τους κυριαρχεί η σιωπή, ενώ η επικοινωνία τους γίνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από την ερμηνεία ρόλων γνωστών κινηματογραφικών ταινιών. Ουσιαστικά έχουν πάψει να είναι –ή και να θέλουν να είναι– ο εαυτός τους, απομακρύνοντας έτσι τις αρνητικές επιπτώσεις της καθημερινότητας, κινούμενες στο νεφέλωμα ενός ψέματος που τους επιτρέπει να συνεχίζουν τη ζωή τους χωρίς να αισθάνονται τη βαριά σκιά της αλήθειας.

Αν και ο θεατής της ζωής τους αντιλαμβάνεται την τραγικότητα της κατάστασής τους, οι ίδιες επιμένουν να ζουν σε ένα περίπου χαρωπό περιβάλλον με μικρές στιγμές έντασης, που όμως διακόπτονται από τις εσκαμμένες παύσεις τους. 

Ώσπου η μία από τις δύο αποφασίζει ότι θέλει πλέον να είναι ο εαυτός της, διαταράσσοντας τη μέχρι εκείνη τη στιγμή επιφανειακή ηρεμία. Η άλλη προσπαθεί να την πείσει ότι η ομορφιά της ζωής, αν όχι της ύπαρξης ολόκληρης, βρίσκεται στο ακριβώς αντίθετο, στο να μπορείς να μην είσαι ο εαυτός σου. 

Ποιος είναι άραγε ο εαυτός σου; Και πόσο καλά τον γνωρίζεις, ώστε να μπορείς να είσαι ο εαυτός σου; Πόσο μπορείς να υποστηρίξεις όσα λες και κάνεις όταν είσαι ο εαυτός σου; Ξέρουμε μήπως με βεβαιότητα αν ζούμε αληθινά ή αν παίζουμε κι εμείς, συνειδητά ή ασυνείδητα, κάποιο ρόλο; Και τι είναι εν τέλει η ζωή; Μια πρόσχαρη τραγωδία ή μια καταθλιπτική τραγωδία;


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Γρηγόρης Λιακόπουλος δομεί με δεξιοτεχνία ένα πρωτότυπο κείμενο που ακροβατεί μεταξύ υποκριτικού λόγου και εμφατικής σιωπής. Μπορεί και βρίσκει τις σωστές αναλογίες και διαμορφώνει την απαιτούμενη μεταξύ τους ισορροπία, ώστε κάθε στιγμή, σε κάθε λέξη ή σε κάθε σιωπή να αποτυπώνονται τα αναπάντητα υπαρξιακά ερωτήματα. Το χιούμορ, απαραίτητα συστατικό της ζωής, είναι παρόν εκεί που χρειάζεται για να αναδείξει ακόμα περισσότερο την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. 

Ο Θοδωρής Αμπαζής παίρνει για μια ακόμα φορά το σκηνοθετικό ρίσκο του διαχρονικού πειράματος που ονομάζεται ζωή, ενώ παράλληλα υπογράφει και τη μουσική επένδυση. Τοποθετεί τους χαρακτήρες του στο αφανές κινηματογραφικό πλατό και καθοδηγεί αφανώς και αθόρυβα τις σκηνές της καθημερινής τους συνύπαρξης. Με τη σκηνοθετική του προσέγγιση σε παραλληλία με τη μπαγκέτα του, σαν αόρατος διευθυντής ορχήστρας, οδηγεί τις ηρωίδες του σε αναβαθμίδες έντασης μέχρι τα  άκρα, με κορύφωση την τελική πτώση. Βοηθός στο σκηνοθετικό του εγχείρημα ο Θάνος Ψαρράς. 

Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη αποδεικνύονται πλήρως εναρμονισμένα τόσο με τις απαιτήσεις όσο και με τα επί σκηνής δρώμενα. Οι φωτισμοί της Ιωάννας Ζέρβα συνομιλούν διαρκώς με τη συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα του έργου και συλλειτουργούν με τον λόγο και τις σιωπές. 


Οι ερμηνείες (αλφαβητικά): 

Η Τζωρτζίνα Δαλιάνη ονειροβατεί με απόλυτη φυσικότητα, με την ντελικάτη κίνηση του σώματος, με το βλέμμα, με την εκφορά του λόγου, με τις ξαφνικές παύσεις. Είναι ένα πλάσμα αέρινο με μια διάχυτη παιδικότητα, που μπορεί να σε παρασύρει στον κόσμο της και να σε ταξιδέψει στο όνειρό της. Δεν διαχωρίζει το επιθυμητό από το υπαρκτό, ακόμα και όταν θέλει να είναι ο εαυτός της. Θέλει να βιώνει την ευτυχία ακόμα και όταν δεν υπάρχει και ικανή να «σκοτώσει» καθετί που απειλεί να την απομακρύνει από το όραμά της.

Η Καλλιρόη Μυριαγκού είναι η προσωποποίηση της προσποιητής σοβαρότητας και σθεναρότητας, καθώς ο επιφανειακός της λόγος βρίσκεται σε διαρκή αντιπαλότητα με τον εσωτερικό της κόσμο. Εξωτερικά πραγματίστρια και αποφασιστική, εσωτερικά εύθραυστη και ευάλωτη σε κάθε πιθανή διαταραχή της σχέσης που φαινομενικά –ή και επί της ουσίας– την ταλαιπωρεί. Μεταμορφώνει με πειστικότητα το ονειρικό σε αληθινό, γίνεται αδίστακτα χειριστική την ίδια στιγμή που διακατέχεται από βασανιστική τρυφερότητα.

Αξίζει ιδιαίτερα να σημειωθούν οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας των δύο ηθοποιών σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, που δίνουν τη δυνατότητα στους θεατές να συμμετέχουν σε όσα διαδραματίζονται όχι μόνο νοητικά αλλά και συναισθηματικά, καθώς η ατμόσφαιρα διαρρέεται από έντονα «ηλεκτρικά» φορτία.

Η παράσταση προτείνεται ανεπιφύλακτα στο φιλοθεάμον κοινό. 


Η ταυτότητα της παράστασης:

Σκηνοθεσία & μουσική: Θοδωρής Αμπαζής

Σκηνικά & Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης

Σχεδιασμός Φωτισμών: Ιωάννα Ζέρβα

Βοηθός σκηνοθέτη: Θάνος Ψαρράς

Φωτογραφίες: Αναστασία Γιαννάκη

Προώθηση-επικοινωνία: Νατάσα Παππά

Οργάνωση & Εκτέλεση παραγωγής: Ομάδα Θεάτρου Όπερα

Παίζουν: Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Καλλιρρόη Μυριαγκού


Πληροφορίες: 

Ημέρες & ώρες: Τετάρτη 20:00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 21:00, Κυριακή 18:00

Εισιτήρια:

Τετάρτη-Πέμπτη: 14 Ευρώ (Ενιαία τιμή), 5,00 Ευρώ (Ατέλεια)

Παρασκευή: 15 Ευρώ (Ενιαία τιμή), 5,00 Ευρώ (Ατέλεια)

Σάββατο-Κυριακή: 18,00 Ευρώ (Ενιαία τιμή), 5,00 Ευρώ (Ατέλεια)

Ταμείο θεάτρου: 210 3228706

Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/siopi/


Η παράσταση πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η "Σιωπή" στο Literature.gr


Δευτέρα 7 Απριλίου 2025

«Το δάσος» του Ντέιβιντ Μάμετ

 


 «Το δάσος» του David Mamet - Στο θέατρο ΕΛ.ΕΡ

Σε σκηνοθεσία του Θοδωρή Αμπαζή

με τη Δήμητρα Χατούπη και τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο

Θεατρική κριτική του Δημήτρη Φιλελέ

 

Η υπόθεση:

 

Ένα εξοχικό σπίτι στο δάσος επιλέγει ο πολυπράγμων Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας (και όχι μόνο) Ντέιβιντ Μάμετ για να στεγάσει την αλληγορική συγγραφική του ματιά για την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι, σε μια απόδραση του Σαββατοκύριακου, επιχειρεί να διασχίσει «Το δάσος», το δικό του δάσος των οικογενειακών καταβολών, των προσωπικών αγκυλώσεων και των κοινωνικών προκαταλήψεων, για να έρθει πιο κοντά, για να συναντηθεί και να σμίξει αξεχώριστα. Πόσο εύκολο είναι όμως αυτό, πόσο εφικτό είναι να ενωθούν και να συνυπάρξουν δύο άνθρωποι στο παρόν όταν ο ένας έχει το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν και ο άλλος στο μέλλον; Όταν οι αναζητήσεις ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις, πώς μπορεί το ατομικό στοιχείο να υποταχθεί και να εναρμονιστεί με τους κανόνες της συμβίωσης; Ποια δύναμη είναι άραγε πιο ισχυρή και ασκεί τη μεγαλύτερη έλξη; Πόσο στ’ αλήθεια ο σύγχρονος άνθρωπος επιθυμεί να κινηθεί προς την κατεύθυνση μιας κοινής πορείας, να εγκαταλείψει το στατικό εγώ του για χάρη μιας εξελικτικής διαδρομής;

Είναι πυκνό και άγνωστο το «δάσος», μέσα στο οποίο εκούσια μπαίνουμε. Είναι γεμάτο τρύπες, συναισθήματα κενά, που καραδοκούν να μας καταπιούν, να μας σπρώξουν στην αδηφάγο χοάνη της θλίψης και της ψυχικής συντριβής. Και εμείς καλούμαστε να χαράξουμε τα ασφαλή μονοπάτια που θα μας οδηγήσουν στον προορισμό μας μοναχικά ή συντροφικά.

Πόσο συχνά στο πίσω μέρος του μυαλού των ανθρώπων η κοινή ζωή και η κοινή στέγη είναι συνυφασμένη με την επικράτηση των απόψεων του ενός, πράγμα που εκ των προτέρων είναι προάγγελος της διάστασης είτε εντός είτε εκτός κοινής ζωής και στέγης;

Ποιοι λόγοι μας ωθούν ώστε ο κατ’ επιλογή σύντροφός μας να είναι ταυτόχρονα ο χειρότερος εχθρός μας; Ή μήπως ο χειρότερος εχθρός μας είναι ο ίδιος ο εαυτός μας, αφού τελικά δεν μπορούμε να τον συνταιριάξουμε με τις προσωπικές επιλογές μας; Είμαστε έτοιμοι να δώσουμε τη δύσκολη μάχη της συνύπαρξης ή συνειδητά προτιμάμε να φυγομαχήσουμε;

Μήπως, εν τέλει, ζούμε σε μια παράλληλη πραγματικότητα, στην προσωπική μας μυθολογία, δημιουργώντας ένα εύθραυστο κέλυφος που παρασάγγας απέχει από την αλήθεια και την ουσία της ζωής;

 

Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Αρχής γενομένης από την άψογη απόδοση του κειμένου στην ελληνική γλώσσα από την Έλσα Ανδριανού, θεωρούμε αξιέπαινη και αξιοσημείωτη την «ελληνοποιημένη» εκφορά του λόγου, ώστε ο θεατής να εξοικειώνεται αμέσως τόσο με το θέμα όσο και με τον χώρο που διαδραματίζεται το έργο.

Ο Θοδωρής Αμπαζής έχει στα χέρια του το άριστο κειμενικό υλικό. Με τη συνδρομή του Θάνου Ψαρρά και της  Γωγώς Μπόμπολα, εμπνέεται από την εσωτερικότητα του θεατρικού λόγου του Μάμετ και οραματίζεται ένα παραμυθιακό-ονειρικό και παράλληλα συμβολικό σκηνικό μέσα στο οποίο επιχειρούν να πραγματωθούν οι επιθυμίες δύο ανθρώπων που βλέπουν τον κόσμο από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Το αλληγορικό περιβάλλον δρα ως καταλύτης που επιτρέπει να αναδυθεί η διαφορετικότητά τους και να αποκαλυφθούν οι χαρακτήρες γυμνοί, δίχως την προστασία του κοινωνικού προσωπείου.

Ο Θοδωρής Αμπαζής εκμεταλλεύεται με τον καλύτερο τρόπο τη μουσική του παιδεία, αναλαμβάνοντας και τη μουσική επένδυση του έργου. Σαν κελάρυσμα ρυακιού ηχούν οι νότες που επιλέγει να συντροφεύουν την πλοκή, τόσο που ο θεατής έχει την αίσθηση ότι πρόκειται για μια ακόμα –μη ορατή– παρουσία επί σκηνής. Παράλληλα, οφείλουμε να επισημάνουμε ως ιδιαίτερα επιτυχημένη τη σύλληψη της μελοποίησης στίχων του Oscar Wilde, που αποδίδονται μουσικά και φωνητικά από τη Βάσια Παππά, ως αρκούδα–σύμβολο του περιβάλλοντος επί σκηνής, με τη διακριτική παρουσία και τη βελούδινη φωνή.

Η Νίκη Ψυχογιού, συνεπικουρούμενη από τη Ζωή Κελέση. μεταμορφώνει τη σκηνοθετική ιδέα σε πράξη. Από την πρώτη στιγμή της εισόδου στην αίθουσα τα μάτια του θεατή μαγνητίζονται από την πρωτοτυπία του σκηνικού. Με υλικά απροσδόκητα που αναδίδουν επιλεκτική νεωτερικότητα, τα πάντα βρίσκονται στη σωστή θέση και αποδεικνύονται εξαιρετικά λειτουργικά σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Υποδειγματικοί όμως είναι και οι φωτισμοί του Γιώργου Αγιαννίτη. Είναι ένα τρυφερό και συνάμα υποβλητικό παιχνίδισμα του φωτός με τις σκιές, που συνομιλεί ακατάπαυστα με το θεατρικό δρώμενο και οι φωτεινές δέσμες συμπλέουν με τον κυματισμό του ψυχισμού των ηρώων.

 

Οι ερμηνείες:

Η Δήμητρα Χατούπη και ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος ούτε «υποδύονται» ούτε «παίζουν» τους ρόλους, αλλά βυθίζονται στα άδυτα της ψυχής των ηρώων και αναδύονται ως υπαρκτοί Ρουθ και Νικ που, με σάρκα και οστά ενώπιόν μας, βιώνουν τις εμπειρίες αλλά και –κυρίως–  τα τραύματα της υπαρξιακής αγωνίας.

Η Δήμητρα Χατούπη (Ρουθ) είναι μια αιθέρια, λεπτεπίλεπτη αλλά και δυναμική γυναικεία φιγούρα. Με άριστη τεχνική και μοναδική πειστικότητα μας παίρνει μαζί της στο ταξίδι της αναζήτησης ισορροπίας μεταξύ λογικής και συναισθήματος. Είναι ένα αεικίνητο ξωτικό με καθηλωτική συναρμογή κίνησης και φωνής, που δεν μπορείς να πάρεις το βλέμμα από πάνω της ακόμα και στην ελάχιστη αλλαγή στη στάση του σώματος, που προσαρμόζεις την ακοή σου στους τόνους της φωνής της για να νιώσεις κάθε συναισθηματικό της τριγμό.

Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος (Νικ) εμφανίζεται ισοϋψής στο πλάι του θεατρικού μεγέθους  της Δήμητρας Χατούπη. Άλλοτε ευαίσθητος και άλλοτε αναποφάσιστος, γεμάτος φοβίες και εμμονές,  εξωτερικεύει τον συναισθηματικό του κόσμο με τις αλλεπάλληλες μεταπτώσεις και δημιουργεί άμεση επικοινωνία με τον θεατή μέσα από το τρομαγμένο ή απορημένο βλέμμα και την παρακλητική κάποτε φωνή του, τις συσπάσεις του σώματός του, αλλά και τη συνολική σκηνική παρουσία του. Είναι σαφές ότι αποτελεί μία «ελπίδα» για το σύγχρονο ελληνικό θέατρο.

 

Συμπερασματικά: Αν οι θεατρόφιλοι επιζητούν την κυριολεξία της φράσης «Πάμε θέατρο», τότε πρέπει οπωσδήποτε να παρακολουθήσουν αυτή την παράσταση.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

 

Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού

Σκηνοθεσία-Μουσική Σύνθεση: Θοδωρής Αμπαζής

Σκηνογραφία, Ενδυματολογία: Νίκη Ψυχογιού

Σχεδιασμός Φωτισμού: Γιώργος Αγιαννίτης

 

Ερμηνεύουν:

Δήμητρα Χατούπη και Δημήτρης Γκοτσόπουλος

 

Μουσικός επί σκηνής: Βάσια Παππά

 

Φωτογράφιση: Ζαφείρω Βλάχου

Επικοινωνία: Νατάσα Παππά

Social media: Κατερίνα Κυπραίου

Βοηθοί σκηνοθέτη: Θάνος Ψαρράς, Γωγώ Μπόμπολα

Βοηθός σκηνογράφου: Ζωή Κελέση

Οργάνωση και Εκτέλεση παραγωγής: Γιάννης Γκουντάρας & Αλεξάν Σαριγιάν

Παραγωγή: Η Πάνδημος Ηώς

Υπό την αιγίδα και με χρηματοδότηση του Υπουργείου Πολιτισμού

 

Πληροφορίες παράστασης

Χώρος: Θέατρο ΕΛΕΡ (Φρυνίχου 10, Αθήνα | πλησίον σταθμού μετρό Ακρόπολη)

Τηλέφωνο ταμείου θεάτρου: +30 211 735 3928

Ημέρες & ώρες παραστάσεων:

Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00 | Κυριακή στις 18:00

Παραστάσεις μέχρι τις 13 Απριλίου.

Διάρκεια: 90 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Video παράστασης: https://www.youtube.com/watch?v=1tNdhX6i6Qc

 

Τιμές εισιτηρίων:

Κανονικό: 20€, Μειωμένο (φοιτητικό, ΑμΕΑ, ανέργων, 65+): 15€, Ατέλεια: 10€

Προπώληση εισιτηρίων: TICKET SERVICES

• online: https://www.ticketservices.gr/event/theatro-eler-to-dasos-tou-david-mamet/?lang=el

• τηλεφωνικά: 210 7234567

• εκδοτήριο: Πανεπιστημίου 39, Αθήνα


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Το δάσος" του Ντέιβιντ Μάμετ στο Θέατρο ΕΛΕΡ