ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Ο "Μικρός Έγιολφ" του Χένρικ Ίψεν - θεατρική κριτική

 


Ο «Μικρός Έγιολφ» του Χένρικ Ίψεν

σε διασκευή και σκηνοθεσία Ντίνου Ψυχογιού

στο θέατρο ΠΛΥΦΑ

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Ο κορυφαίος Νορβηγός δραματουργός Χένρικ Ίψεν γράφει τον «Μικρό Έγιολφ» το 1894, δηλαδή της περίοδο της ωριμότητας της θεατρικής του γραφής. Ακολουθώντας το ρεαλιστικό του μοτίβο, για μια ακόμα φορά ο βαθιά αληθινός και ανθρώπινος λόγος του δεν σπρώχνει τα προβλήματα κάτω από το χαλί, αλλά με οξυδέρκεια προσεγγίζει το ανθρώπινο δράμα και σκιαγραφεί τους χαρακτήρες όταν αυτοί λειτουργούν υπό πίεση ή υπό το συντριπτικό βάρος της απώλειας. Και καθώς η ζωή είναι ένα ορμητικό ποτάμι με ανεπίστρεπτη ροή από το παρόν προς το μέλλον, ο πρωτοπόρος δραματουργός τοποθετεί τους ήρωες μέσα στη δίνη του, χωρίς να παραλείπει τη δημιουργία των αγαπημένων τριγωνικών του πλεγμάτων, και κάνει απόλυτα σαφές ότι η δική τους αποκλειστικά στάση θα κρίνει αν θα παρασυρθούν από το ρεύμα του ή αν θα οδεύσουν μέσα από την υπέρβαση των αντιξοοτήτων προς την αντιμετώπιση του εαυτού του αλλά και της ίδιας της ζωής.

 


Η υπόθεση:

Ο ταπεινής καταγωγής Άλφρεντ, που ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας, παντρεύεται την πλούσια κτηματία Ρίτα, που η κτητικότητά της δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στη μεταξύ τους σχέση. Ούτε η ύπαρξη του παιδιού τους, του μικρού Έγιολφ, δεν στέκεται ικανή να αναχαιτίσει τον παρορμητισμό της. Ένα ατύχημα που προκαλεί μόνιμη αναπηρία στο παιδί και οφείλεται στο αχαλίνωτο ερωτικό πάθος του ζευγαριού, οι εντάσεις οξύνονται ακόμα περισσότερο. Ο Άλφρεντ αφιερώνεται σχεδόν αποκλειστικά στο παιδί, εγκαταλείποντας τις συγγραφικές του φιλοδοξίες και παραμελώντας τη σύζυγό του υπό το βάρος των τύψεων και των ενοχών του. Η Ρίτα εξορίζεται και γίνεται ολοένα πιο επιθετική, διεκδικώντας τη θέση στην καρδιά του και τον χώρο στη ζωή του. Δεν διστάζει να θεωρήσει υπεύθυνο για την απομάκρυνση του ζευγαριού το ίδιο της το παιδί.

Μέχρι που ο απροσδόκητος πνιγμός του ανάπηρου παιδιού λειτουργεί ως καταπέλτης στις ψυχές του ζευγαριού. Την απόλυτη συντριβή διαδέχονται οι εκατέρωθεν κατηγορίες, ως μηχανισμός απαλλαγής του καθενός από το βάρος της ευθύνης. Πού χάθηκε η συμπόνια, που χάθηκε η αλληλοϋποστήριξη, που βυθίστηκε ο έρωτας, σε ποια σκοτεινά νερά διαμελίστηκε η οικογένεια;

Μαζί με το ζευγάρι ζει η Άστα, η ετεροθαλής αδελφή του Άλφρεντ, το μοναδικό στήριγμά του αλλά και φορέας ενός οικογενειακού μυστικού που μπορεί σαν αστραπή να κάψει ακαριαία ό,τι έχει απομείνει ανάμεσα στο ζευγάρι. Την εικόνα συμπληρώνει ο μηχανικός Μποργκχάιμ, ερωτευμένος με την αμφιταλαντευόμενη Άστα. Η παρουσία του λειτουργεί ως φωνή της λογικής και της αμείλικτης πραγματικότητας. Και καθώς τα λανθάνοντα ερωτικά τρίγωνα αυξάνουν κατακόρυφα την ένταση, έρχεται η στιγμή που Άστα και Μποργκχάιμ αποφασίζουν να φύγουν μακριά από το αδηφάγο πένθος και τον ανώφελο και αδιέξοδο αλληλοσπαραγμό.

Τώρα ο Άλφρεντ και η Ρίτα είναι υποχρεωμένοι να κοιτάξουν κατάματα και τον εσωτερικό τους κόσμο και τη μεταξύ τους σχέση και τη ζωή που κυλάει σε μία μόνο κατεύθυνση. Τώρα έχει φτάσει η ώρα των κρίσιμων αποφάσεων, της ανάληψης της συν-ευθύνης που στον καθένα αναλογεί. Θα κάνουν το αποφασιστικό βήμα μαζί ή θα τραβήξουν δρόμους χωριστούς κουβαλώντας το συντριπτικό φορτίο της απελπισίας; Η επιλογή είναι αποκλειστικά δική τους.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Η επιτυχημένη διασκευή του έργου (που δεν στερεί τίποτα από την ουσία του αρχικού κειμένου) και η σύγχρονη σκηνοθετική προσέγγιση του Ντίνου Ψυχογιού (με την αρωγή της Ελίνας Παντελεμίδου και της Μαριλένας Βασιλείου) τοποθετεί το κλασικό κείμενο στην τρέχουσα αισθητική και προσφέρει στον θεατή μια οικεία συνολική εικόνα. Οι χαρακτήρες συνομιλούν με την πραγματικότητα, με τις συγκρούσεις στην επιφάνεια αλλά και την υπαινικτική διαδικασία να περνούν αβίαστα στο κοινό.

Οι σκηνικές και ενδυματολογικές επιλογές της Νίκης Ψυχογιού  (με την αρωγή της Ελπίδας Νταλιάνη και της Μαρκέλλας Μουσσού) σκηνικά προσφέρουν μια νεωτερική και ανάλαφρη αίσθηση στη συνολική εικόνα της παράστασης, ενώ ενδυματολογικά μπορούν να δημιουργούν νοηματικές συνδέσεις με την κλασική φόρμα.

Bitsofciel και Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου συμπληρώνουν την ομάδα των συνεργαστών, με τις υποβλητικές μουσικές επιλογές και τους πολύ προσεγμένους φωτισμούς αντίστοιχα.

 


Οι ερμηνείες:

Ο Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, ως Άλφρεντ, βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί και παίζει με τα όρια της νεύρωσης. Οι επιλογές του και οι συμπτώσεις τον έχουν οδηγήσει στην απόγνωση και αναζητά τον τρόπο να ξεφύγει από τον εαυτό του. Τύψεις και ενοχές δημιουργούν ένα βασανιστικό πλέγμα μέσα του και κάθε στιγμή απειλούν να τον παρασύρουν στον βυθό. Αγωνίζεται να σωθεί και να σώσει, το αντικείμενο του πόθου του, να βρει την αληθινή ευτυχία που θα τον οδηγήσει στην ισορροπία. 

Η Aulona Lupa, ως Ρίτα – σύζυγος του Άλφρεντ, είναι η ενσάρκωση της κτητικότητας και του ασυγκράτητου ερωτισμού, που μεταμορφώνει τη ζωή της από επίγειο παράδεισο σε κόλαση. Λυγίζει κάτω από το βάρος της οικογενειακής τραγωδίας, αλλά είναι αποφασισμένη να σηκώσει το φορτίο που της αναλογεί και να στρέψει το βλέμμα στο μέλλον, κάνοντας μια καινούργια αρχή. Εξωτερικεύει τον συναισθηματικό της κόσμο και τις ραγδαίες μεταπτώσεις του, αναζητώντας με κάθε τρόπο τη λύτρωση. Αναλαμβάνει τις ευθύνες της, πληρώνει αδιαμαρτύρητα το τίμημα και προχωρεί.

Η Φαίδρα Αγγελάκη, ως Άστα – ετεροθαλής αδελφή του Άλφρεντ, είναι ένα πλάσμα αναποφάσιστο που έχει μάθει να ζει εξαρτημένο, να ζει για να θαυμάζει άκριτα τη ζωή των άλλων. Τα συναισθήματά της την οδηγούν σε διαρκή δισταγμό, ενώ το οικογενειακό μυστικό λειτουργεί μέσα της ως αόρατος βρόγχος. Αμφιταλαντεύεται και οπισθοχωρεί μέχρι τη στιγμή που διαισθάνεται ότι ο δρόμος της ζωής τραβάει μόνο μπροστά.

Ο Πασέ Κολοφωτιάς, ως μηχανικός Μποργκχάιμ, είναι μια ήρεμη δύναμη, άνθρωπος πρακτικός που λειτουργεί με γνώμονα τη λογική, χωρίς να παραλείπει την αναζήτηση της ευτυχίας. Με αυτοσυγκράτηση και αυτοέλεγχο ρίχνει τις προτάσεις ζωής στο τραπέζι, βάζει τα όριά του και καρτερικά περιμένει την απόκριση. Η μοναξιά δεν είναι η επιλογή του αλλά ούτε και η άνευ όρων αποδοχή της στρεβλής και ενοχικής αντίληψης των πραγμάτων.

Τρυφερό και συγκινητικό το άκουσμα της φωνής του μικρού Νίκου Ντόκα (Έγιολφ), που ηχεί σαν καμπάνα αθωότητας στα αυτιά του κόσμου των ενηλίκων.

 


Συνοψίζοντας:

Για πολλοστή φορά ο διεγερτικός ρεαλισμός και οι διαχρονικές τριγωνικές σχέσεις του Ίψεν επανέρχονται στο προσκήνιο. Σύμπτωση; Προφανώς όχι. Η ανθρώπινη ψυχή είναι καταδικασμένη να ζει ελεύθερη, αλλά παράλληλα να βιώνει τον πόνο, τις τύψεις, τις ενοχές, αλλά και την αμφιβολία της σωστής –αν υπάρχει– επιλογής. Και ο κορυφαίος δραματουργός έχει τον τρόπο να εισδύει στην ψυχή, να την απογυμνώνει και να την αναλύει όχι μόνο προς τέρψη αλλά κυρίως προς γνώση.

Αξίζει να ιδωθεί μια θεατρική παράσταση όταν μπροστά στα μάτια και την καρδιά του θεατή ξεδιπλώνει πικρές και ανομολόγητες αλήθειες, ιστορίες ανθρώπων της διπλανής πόρτας ή –ίσως– και κομμάτια της προσωπικής ζωής του καθενός που ζητούν επούλωση και οριστική ίαση.

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

Μετάφραση - Διασκευή - Σκηνοθεσία: Ντίνος Ψυχογιός

Ερμηνεύουν: Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Aulona Lupa, Φαίδρα Αγγελάκη, Πασέ Κολοφωτιάς.

Ακούγεται η φωνή του μικρού Νίκου Ντόκα.

 

Σκηνικά - Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού

Πρωτότυπη Μουσική: Bitsofciel

Σχεδιασμός Φωτισμών: Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου

Επιμέλεια Κίνησης: Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελίνα Παντελεμίδου

Βοηθοί Σκηνογράφου – Ενδυματολόγου: Ελπίδα Νταλιάνη, Μαρκέλλα Μουσσού.

Φωτογραφίες: Νίκος Κωδούνας

Animations: Σάββας Παπαγεωργίου

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Εκτέλεση Παραγωγής: AoC AMKE

 

Πληροφορίες:

ΜΟΝΟ ΓΙΑ 7 ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ!

Από 4 Μαρτίου, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:15

ΠΛΥΦΑ, αίθουσα 7Α. Κορυτσάς 39, Βοτανικός.

Εισιτήρια: €16, €12 (μειωμένο) στο more.com

Διάρκεια: 90’


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Ο "Μικρός Έγιολφ" στο fractal

 

 

LO - θεατρική κριτική

 


LO – στο θέατρο BIOS (Γκάζι)

σε κείμενο του Μάριου Τσάγκαρη

και σκηνοθεσία του Λευτέρη Παπακώστα

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Ποιος μπορεί με βεβαιότητα ή με μικρή έστω απόκλιση να προβλέψει το μέλλον μιας κοινωνίας που σχεδόν εξολοκλήρου στηρίζεται σε μια εικονική πραγματικότητα αποθηκευμένη σε κάποιο «σύννεφο» του άυλου παγκόσμιου ιστού; Πώς είμαστε βέβαιοι ότι τα «δεδομένα» μας θα βρίσκονται πάντα εκεί με ασφάλεια, ότι δεν θα γίνονται εκμεταλλεύσιμο είδος στα χέρια επιτήδειων εμπόρων, ότι δεν θα αλλοιωθούν και δεν θα χρησιμοποιηθούν σε βάρος μας στο όνομα μιας κατ’ επίφαση προόδου; Ακόμα περισσότερο, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη ολοένα κερδίζει έδαφος στην καθημερινότητα, ποια εχέγγυα μας δίνονται ότι δεν θα συμβούν ασύδοτοι πειραματισμοί σε βάρος του ανθρώπινου νου;

Ίσως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν πρόκειται να συμβεί. Ίσως να είναι αποκυήματα της νοσηρής φαντασίας του γράφοντος; Τι θα γίνει όμως αν αυτοί οι φόβοι και οι υποψίες κάποτε, από ένα τυχαίο περιστατικό, με ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας επαληθευτούν ως εφιάλτες;

 


Η υπόθεση:

Βρισκόμαστε σε ένα υπόγειο καμπαρέ της Αθήνας του τέλους του 21ου αιώνα ύστερα από την πλήρη κατάρρευση της τεχνητής νοημοσύνης αλλά και όσων γνωρίζουμε ως πραγματικότητα. Η πόλη κατοικείται από ανθρωπόμορφες μηχανές και από υβριδικούς ανθρώπους. Η κυρίαρχη λογική δεν γνωρίζει ηθικούς φραγμούς και επιδίδεται είτε σε πειράματα τυχαιότητας, τοποθετώντας σε μηδενικό επίπεδο το συναίσθημα. Ωστόσο, ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες, υπάρχει η ανάγκη –ή έχει δημιουργηθεί εσκεμμένα– η ανάγκη ικανοποίησης της ηδονής. Η εξυπηρέτηση αυτή προσφέρεται από μηχανοκίνητες κούκλες, κατάλληλα προγραμματισμένες για τον σκοπό αυτό. Προφανώς η αγοραία ηδονή εξακολουθεί, ως κατάλοιπο προηγούμενης εποχής, να είναι συνυφασμένη με τον υπόκοσμο και όλες τις παράνομες δραστηριότητες που συντηρούνται και από αυτή την μελλοντική κοινωνία.

Μία από αυτές, υβρίδιο ανθρώπου, ερωτεύεται έναν επαγγελματία και κατά συρροή εκτελεστή του κυκλώματος, που αργότερα καταδικάζεται σε υποχρεωτική ύπνωση για ένα στυγερό έγκλημα, για το οποίο του αποδίδεται αποκλειστικά η ευθύνη.

Όταν όμως ξυπνάει ξαφνικά, η μνήμη του επανέρχεται μαζί με την ερωτική του επιθυμία. Η σύγκρουση με τους πρώην συνεργούς είναι αναπόφευκτη και μοιραία. Το ανθρωποκυνηγητό είναι ανελέητο, καθώς η πολιτική ηγεσία απαιτεί οριστική λύση του προβλήματος και η αστυνομία αναλαμβάνει τον συνήθη ρόλο της. Παράνομοι και εκπρόσωποι της εξουσίας εξυφαίνουν τη συνωμοσία της σιωπής, ενώ ένας έρωτας ανθίζει πάλι.

Στο τέλος ένας μόνο μπορεί να επικρατήσει. Αλλά ακόμα και έτσι, η ελπίδα θα παραμείνει ζωντανή.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Λευτέρης Παπακώστας, με την αρωγή της Χρύσας Βουλουτάκη,  μεταμορφώνει σε δράση επί σκηνής το λιτό, εκ των πραγμάτων, και περιορισμένης έκτασης κείμενο του Μάριου Τσάγκαρη. Επωμίζεται τη μεγάλη ευθύνη της διασύνδεσης του λόγου με τη φυσική παρουσία σε συνθήκες πρωτόγνωρες και ευφάνταστες.

Μας υποδέχεται με ένα ξάφνιασμα, καθώς ένας «κονφερασιέ» μας καλωσορίζει στον χώρο μαζί με τις τρεις κούκλες ηδονής, μας προειδοποιεί ευγενικά και μας οδηγεί στον υπόγειο χώρο του καμπαρέ μέσα σε καπνούς και εναλλασσόμενους φωτισμούς. Καθόμαστε όπου μας βολεύει, αλλά μπορούμε να αλλάξουμε θέση όποτε θελήσουμε.

Η παράσταση αρχίζει με δημιουργία πρωτογενών εικόνων στις οποίες ο σκηνοθέτης δίνει ζωή και κίνηση με τρόπο που παραπέμπουν σε ένα άγνωστο δυστοπικό μέλλον. Συμβατές οι ενδυματολογικές επιλογές του Σπύρου Γκέκα, η μουσική (έργο του συγγραφέα) και οι φωτισμοί του Λευτέρη Ελευθεριάδη. Εξαιρετικά υποστηρικτικό το video art σκηνικό υπόβαθρο, έργο του Άρη Αθάνατου, όπως και η διδασκαλία κυρίως της μηχανικής κίνησης από τη Βιβή Μπουτάτη. Τα σκηνικά αντικείμενα που έχει επιλέξει ο σκηνοθέτης με τη συνεργασία της Κατερίνας Παρισσινού παίζουν τον δικό τους σημαντικό ρόλο στη συνολική εικόνα της παράστασης. Τέλος, σημαντικός και αξιοσημείωτος ο ρόλος του Θεόδωρου Διαμαντή στον παράλληλο χειρισμό ήχου και φωτισμού της παράστασης.

Εκτιμούμε ότι θα ήταν ωφέλιμη για την παράσταση η σμίκρυνση της συνολκής διάρκειας ή, εναλλακτικά, η επέκταση του κειμένου, ώστε να υπάρξει καλύτερη σχέση ισορροπίας μεταξύ λόγου και δράσης, καθώς και αυξημένη διάδραση με το κοινό.  

 


Οι ερμηνείες:

Η Κατερίνα Παρισσινού, η υβριδική κούκλα LO, είναι μια ανατρεπτική μορφή που αναπτύσσει συναισθήματα και διαταράσσει την τάξη των πραγμάτων. Μυστηριώδης, επιβλητική, ανεξάρτητη και ιδιαίτερα δυναμική, επιλέγει την ελευθερία και κινείται με χαρακτηριστική άνεση και επιβλητικότητα στον χώρο.

Ο Γιώργος Τριανταφύλλου, ο Μαλούρας, είναι ο άνθρωπος της νύχτας που προσφέρει πληρωμένες ηδονές μαζί με άλλες παράνομες υπηρεσίες αντί αδράς αμοιβής. Χυδαίος, αδίστακτος, ύπουλος και υπόγειος, φροντίζει να έχει τους πάντες στο χέρι και με βιαιότητα να ορίζει τις τύχες μηχανών και ανθρώπων.

Η Λίνα Πάτσιου, ως αισθησιακή κούκλα Ταυ, με τις χαρακτηριστικές νωχελικές της κινήσεις αλλά και το γλυκό μηχανικό χαμόγελο, γίνεται συχνά διαμεσολαβητής της επικοινωνίας μεταξύ δρώντων και κοινού με γλυκύτητα. Ιδιαίτερα συγκινητική η στιγμή που διαισθάνεται την έλευση του τέλους της.

Ο Θεοδόσης Σκαρβέλης είναι ο Μακ, ο επιστήμονας που αδιάκοπα πειραματίζεται με τους πάντες και τα πάντα, με την παράνοια να αντικατοπτρίζεται στο βλέμμα και στα λόγια του, σκληρός και αποφασιστικός, με μυαλό σκοτεινό, σταθερά υποτακτικός αλλά και αναντίρρητο στήριγμα του ισχυρού αφεντικού. 

Ο Πασέ Κολοφωτιάς είναι ο αστυνόμος Ντέκας, κλασική φιγούρα που παίζει χωρίς ενδοιασμούς το διπλό παιχνίδι προς ίδιο όφελος. Εκπροσωπεί με σκληρότητα τον νόμο αλλά και τις διαχρονικές σχέσεις του με τον υπόκοσμο. Είναι έμπρακτα η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.

Η Χρύσα Βουλουτάκη, είναι η παρανοϊκή κούκλα Ντα, το μόνιμο πειραματόζωο της χωρίς ηθικούς φραγμούς επιστήμης. Βρίσκεται διαρκώς σε υποδειγματική αστάθεια, σε κατάσταση κινητικής και λεκτικής αποδιοργάνωσης, με ερμηνεία εξαιρετικά πειστική και ελκυστική.

Ο Λευτέρης Παπακώστας είναι ο διαβόητος εκτελεστής Σκούπας, προγραμματισμένος να εκτελεί φονικές εντολές, αλλά και με την παράδοξη ικανότητα ανάπτυξης ανθρώπινης σχέσης. Η αφύπνισή του και η επίμονη ερωτική του επιθυμία αλλάζει τα δεδομένα. Άκαμπτος, με κίνηση κοφτή και αποφασιστική, με βλέμμα σταθερό και παγερό, είναι ικανός για το χειρότερο ή το καλύτερο κατά περίπτωση.




Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για μια παραστατική ιδέα που έχει ακόμα να διανύσει πολύ δρόμο μέχρι να εδραιωθεί και να γίνει επαρκώς αρεστή από το ευρύτερο κοινό. Προς το παρόν, κάνοντας τα πρώτα βήματα, θεωρούμε ότι απευθύνεται αρχικά σε κοινό περιορισμένου ηλικιακού εύρους (κυρίως μεταξύ 20 και 40 ετών), που σχετίζονται τόσο με την ηλεκτρονική ταξινόμηση της εποχής μας όσο και με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Μετά βεβαιότητας απευθύνεται εν γένει στους θιασώτες της επιστημονικής φαντασίας, που τους δίνεται η ευκαιρία να ανοίξουν έναν νέο κύκλο συζήτησης και αναζητήσεων σε θεατρικό πλέον επίπεδο. 

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο: Μάριος Τσάγκαρης
Σκηνοθεσία: Λευτέρης Παπακώστας
Κοστούμια: Σπύρος Γκέκας
Μουσική: Μάριος Τσάγκαρης
Φωτισμοί: Λευτέρης Ελευθεριάδης
Φωτογραφίες /
video art: Άρης Αθάνατος
Κίνηση: Βιβή Μπουτάτη
Σκηνικά αντικείμενα: Κατερίνα Παρισσινού / Λευτέρης Παπακώστας
Βοηθός σκηνοθέτη: Χρύσα Βουλουτάκη

Τεχνικός ήχου/ φωτισμού: Θεόδωρος Διαμαντής
Διεύθυνση παραγωγής: Μαριετίνα Σιμάτου
Υπεύθυνη επικοινωνίας: Γιώτα Δημητριάδη

 

Παίζουν:

Κατερίνα Παρισσινού, Γιώργος Τριανταφύλλου, Λίνα Πάτσιου,

Θεοδόσης Σκαρβέλης, Πασέ Κολοφωτιάς, Χρύσα Βουλουτάκη,

Λευτέρης Παπακώστας

Πληροφορίες

Από 16 Φεβρουάριου - Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00

Τιμές εισιτηρίων: 14/10 μειωμένο
                              

Ηλεκτρονική προπώληση: myticket στο site του Bios

Και στο ταμείο του Θεάτρου

Διάρκεια παράστασης: 85 λεπτά

Θέατρο: Βios, Πειραιώς 84

Τηλ: 2103425335

 

 Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η "LO" στο fractal



Το μεγάλο μας τσίρκο - θεατρική κριτική

 


«Το Μεγάλο μας Τσίρκο»

του Ιάκωβου Καμπανέλλη και του Σταύρου Ξαρχάκου

σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια

στο «Θέατρον» - Κέντρο Πολιτισµού «Ελληνικός Κόσµος»

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Πενήντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη εμβληματική παράσταση (στο θέατρο «Αθήναιον» στις 22 Ιουνίου 1973), «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» επέστρεψε φέτος στη θεατρική σκηνή του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού ως σύγχρονο επιθεωρησιακό υπερθέαμα με τη σκηνοθετική υπογραφή του Πέτρου Ζούλια.

 

Εισαγωγικά & υπόθεση:

Η θεατρική έμπνευση του αείμνηστου Ιάκωβου Καμπανέλλη ήταν η αναδρομή στην ελληνική ιστορική πραγματικότητα με συμβολικό σημείο εκκίνησης το μυθολογικό αφήγημα του Κρόνου που καταβροχθίζει τα παιδιά του. Έτσι βλέπει ο συγγραφέας την Ελλάδα, καθώς αφηγείται σημαντικούς σταθμούς της ιστορίας της, με την επαναλαμβανόμενη διχόνοια να μας οδηγεί από την περήφανη άνοδο στην τραγική πτώση. Έχοντας, ως φαίνεται, κατά νου το τετράστιχο του εθνικού μας ποιητή (Η Διχόνοια που βαστάει/ ένα σκήπτρο η δολερή·/ καθενός χαμογελάει,/ πάρ’ το, λέγοντας, και συ), ο συγγραφέας εστιάζει στην πληγή του αλληλοσπαραγμού μέσα από ιστορικά συμβάντα. Δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στην επανάσταση του ’21, στη Βαυαροκρατία, στο μαύρο ’97, στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, στη Μικρασιατική Καταστροφή, στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και στον αδελφοκτόνο Εμφύλιο, διατυπώνει την άποψη πως η ιστορία επαναλαμβάνεται άλλοτε ως τραγωδία και άλλοτε ως φάρσα, με τις «προστάτιδες» δυνάμεις να μας χρησιμοποιούν ως αυτοκτονικά πιόνια στη σκακιέρα τους, αφού εμείς αδυνατούμε να ομονοήσουμε. Και ενώ η Ελλάδα ζει και βασιλεύει διά μέσου των αιώνων, οι Έλληνες πεθαίνουν καθημερινά.

Η αφηγηματική διαδρομή συνοδεύεται από τραγούδια που εναλλάσσονται με τα επί σκηνής δρώμενα· τραγούδια που πέρασαν -και αυτά- στην ιστορία, σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου και πρώτη ερμηνεία του αλησμόνητου Νίκου Ξυλούρη.

 

Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Πέτρος Ζούλιας, λοιπόν, αναλαμβάνει το βαρύ φορτίο της επαναφοράς στο προσκήνιο ενός πρωτόγνωρου θεατρικού εγχειρήματος για τους καημούς της Ρωμιοσύνης. Και το πρώτο ερώτημα που ίσως γεννάται σε πολλούς σχετίζεται με τη σκοπιμότητα της ανα-παράστασης. Θεωρούμε ότι σε μια εποχή γενικότερης απαξίωσης, απουσίας συλλογικής μνήμης και αποπολιτικοποίησης, υπάρχει λόγος σοβαρός. Γιατί με μεγάλη επιδεξιότητα χειρισμών και απόλυτο σεβασμό στην αρχική εικόνα, στήνεται ένα σκηνικό λαϊκής επιθεώρησης όπου ξεδιπλώνεται ένα λαϊκό πανηγύρι με τους ήρωες κάθε εποχής να μας οδηγούν από το χαμόγελο στο δράμα και αντίστροφα. Και επειδή ο Έλληνας δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία του, ακόμα και όταν θρηνεί σπαρακτικά ή πεθαίνει της πείνας, ο Καραγκιόζης είναι πάντα παρών για να σκορπίσει θυμόσοφο γέλιο.

Με σύντομες επίκαιρες προσθήκες που δεν αλλοιώνουν την αρχική ιδέα (θεωρούμε ότι χρειάζονταν περισσότερες και αιχμηρότερες αναφορές δεδομένων των συνθηκών που επικρατούν σε μικρή και μεγάλη κλίμακα), διατηρείται η ισορροπία ως προς το αρχικό σχήμα. Η σκηνική αποτύπωση, άλλοτε με δραματικές κορυφώσεις και άλλοτε με πικρό χαμόγελο, στοχεύει σχεδόν αποκλειστικά στη διέγερση του συναισθήματος του κοινού αλλά και της συναίσθησης της πραγματικότητας. Ωστόσο, διαρκώς γίνεται υποδόρια επίκληση της λογικής, καθώς η συγκεκριμένη παράσταση είναι πάνω απ’ όλα πολιτική πράξη. Σημειώνουμε το άκρως συγκινητικό φινάλε.

Ευεργετική για τη ροή της παράστασης, κάτω από την τέντα του τσίρκου, η επινόηση της τροχήλατης άμαξας με τις πολλαπλές μεταμορφώσεις, αλλά και το πλοίο που φέρνει τον Όθωνα στην Ελλάδα από την υπεύθυνη για τα εντυπωσιακά και λειτουργικά σκηνικά Μαρία Φιλίππου.

Οι πολυάριθμες και επιτυχημένες ενδυματολογικές επιλογές του Νίκου Χαρλαύτη παραπέμπουν με αμεσότητα όχι μόνο στην αντίστοιχη χρονική περίοδο αλλά και στους ταξικούς της διαχωρισμούς.

Η άψογη χορογραφική διδασκαλία του Φώτη Διαμαντόπουλου έχει δημιουργήσει ένα άριστο και ευδιάκριτο σύνολο που λειτουργεί όπως ένα ρολόι ακριβείας.

Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα είναι ο αφανής αλλά τόσο εύγλωττος παράγοντας που συμβάλλει στη μέγιστη ανάδειξη όσων διαδραματίζονται επί σκηνής. Οι επιλογές και οι εναλλαγές των χρωμάτων ρέουν παράλληλα με τα συναισθήματα των ηρώων και διαχέονται μέχρι και το έσχατο σημείο της αίθουσας.

Ο Κάρολος Πορφύρης συμμετέχει καθοριστικά στη δημιουργία του άρτιου σκηνικού υπόβαθρου, αλλά η έμπνευσή του στην καταστροφή της Σμύρνης είναι κυριολεκτικά ανατριχιαστική.

Σημαντική η συμβολή του Τάσου Κώνστα ως συμβούλου Θεάτρου Σκιών, ο οποίος δημιουργεί έναν αξιοθαύμαστο Καραγκιόζη και αξιοσημείωτες τρισδιάστατες φιγούρες του μπερντέ.

Με την πολυμελή ορχήστρα επί σκηνής, ο Νεοκλής Νεοφυτίδης με την άριστη μουσική διδασκαλία του δομεί ένα συμπαγές μουσικό σύνολο που δονεί με τις νότες του τις πιο ευαίσθητες χορδές του κοινού.

 


Οι ερμηνείες:

Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος είναι ο κινητήριος μοχλός της παράστασης. Από την πρώτη στιγμή που εμφανίζεται στη σκηνή δημιουργεί μια πηγαία επικοινωνία με το κοινό, ανοίγει έναν δίαυλο και παίρνει τους θεατές από το χέρι για να τους κάνει κοινωνούς των μεγάλων πληγών αλλά και των μεγάλων προσδοκιών μας. Με αξιοθαύμαστη σταθερότητα, αντοχή, αλλά και υποκριτική δυναμική υπηρετεί πιστά τον ρόλο, κρατά το κοινό σε διαρκή εγρήγορση, ξέρει και θέλει να γίνεται ο άνθρωπος του, να μιλάει μαζί του με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό, να του δείχνει πως όσα συμβαίνουν στη σκηνή είναι ίδια με εκείνα που συμβαίνουν μέσα του. Παράλληλα, τολμά να εκτεθεί (και δικαίως να χειροκροτηθεί) ερμηνεύοντας με δωρική λιτότητα τραγούδια της παράστασης και χορεύοντας με στιβαρό παράστημα. Με λίγα λόγια: η ψυχή της παρέας, η ψυχή της παράστασης.

Η Ελεωνόρα Ζουγανέλη στέκεται επάξια στο πλάι του ως Ρωμιάκι. Με μια παιδική αθωότητα και αυθορμητισμό δίνει τον καλύτερο σκηνικό της εαυτό και γίνεται ιδιαίτερα πειστική ως ένα «αλητάκι» αυτού του ιδιόμορφου ιστορικού τσίρκου, αφομοιώνεται και λειτουργεί ως μέρος του θεάματος, ενώ στην επικοινωνία της με το κοινό διακρίνεται για τη ζεστασιά, την τρυφερότητα, αλλά και την απαιτούμενη ελαφρότητα. Απολαυστική αλλά και άκρως υπαινικτική ως Πυθία, σκορπίζει άφθονο γέλιο στην πλατεία. Ερμηνευτικά αξιοθαύμαστη και διαπεραστική στο τραγούδι του φινάλε.

Ο Γιάννης Ζουγανέλης είναι αξία σταθερή και διαχρονική, όπως ακριβώς και η παράσταση που υπηρετεί μέσα από τους δύο βασικούς του ρόλους· του Γέρου του Μοριά και του Καραγκιόζη. Ως Κολοκοτρώνης είναι μια μορφή συναρπαστική και συγκινητική, ενώ παράλληλα ξέρει πώς να καρφώνει με τη γλώσσα της αλήθειας και να διοχετεύει το χιούμορ με σωστές δόσεις στο κοινό. Ως Καραγκιόζης, είναι μια φιγούρα γραφική που ξέρει πολύ καλά να σκορπίζει το γέλιο μαζί με άφθονο κρυφό δάκρυ.

 

Είναι γεγονός ότι ολόκληρος ο θίασος ανταποκρίνεται πλήρως στις εξαντλητικές απαιτήσεις της παράστασης με τις γρήγορες και πολυάριθμες εναλλαγές ρόλων και σκηνικών. Πράγματι, δεν υστερεί κανείς/καμία και όλοι βρίσκονται εκεί που πρέπει και κάνουν αυτό που πρέπει με στρατιωτική πειθαρχία, ώστε στο σύνολό της η παράσταση να είναι υποδειγματική.

Θα αναφερθούμε δειγματικά στις ερμηνείες:

του Κώστα Καζάκα με τη χαρωπή πληθωρικότητα του αρχαίου ιερέα, του διαλαλητή της γκιλοτίνας που φέρνει τον λυτρωτικό θάνατο, αλλά και του διαμεσολαβητή Χατζηαβάτη.

της Άννας Μονογιού με την ξεχωριστή καπατσοσύνη της Φρόσως, που με χαρακτηριστική ευκολία μπορεί να διαστρεβλώσει και την πιο οφθαλμοφανή πραγματικότητα προς όφελός της,  

του Δημήτρη Καπετανάκου με τον έντονο ανδρισμό του Μακεδόνα πολεμιστή, τον ενωτικό λόγο του αγωνιστή του ’21, αλλά και την τρομοκρατική αυθαίρετη εξουσία του Βεληγκέκα,

του Παναγιώτη Καρμάτη, του φυλακισμένου αγωνιστή που παραδίδεται από τη μία άνομη εξουσία στην άλλη,

της Μαριάννας Τουντασάκη ως απολαυστικής Αγλαΐας που μεταμορφώνεται από Καραγκιόζαινα σε κυρία της υψηλής κοινωνίας,

του Γιώργου Τσούρμα με το αγέρωχο παράστημα του Ελευθέριου Βενιζέλου, και

του Γιώργου Τσουρουνάκη, που ως αρχιερέας πηγαίνει όπου φυσάει πιο δυνατά ο άνεμος.

του Ιάσονα Χρόνη, που σκορπίζει γέλιο ως εξαιρετικά αφελής και γραφικός –πλην βασιλιάς– Όθωνας.

 

Τελευταίος αλλά όχι έσχατος ο Κώστας Τριανταφυλλίδης. Δωρικός, με μια τεράστια φωνή που δίνει την εντύπωση πως θέλει να διαπεράσει τους τοίχους και να ξεχυθεί στον δρόμο, από την αρχή μέχρι το τέλος πλημμυρίζει τη θεατρική αίθουσα με άρωμα Ελλάδας, στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, τραγουδώντας τους καημούς της Ρωμιοσύνης με τρόπο καθηλωτικό, που συχνά φέρνει εκείνο τον κόμπο που κάθεται στον λαιμό. Με δυο λόγια: άριστος και αξιοθαύμαστος.

 

Συνοψίζοντας:

Το συλλογικό μας τραύμα παραμένει ανοιχτό και ένα θεατρικό έργο που ταξιδεύει σε χώρο και χρόνο ελληνικό επιστρέφει για να ενισχύσει τη συλλογική μας μνήμη. Μπορούμε άραγε να αντέξουμε την αλήθεια μας; Μπορούμε να δούμε ποιοι είμαστε και να καταλάβουμε ότι περισσότερο από τους εκλιπόντες μας φταίνε οι ζώντες; Είτε ναι είτε όχι, σκόπιμη κρίνεται η θέαση αυτής της παράστασης, για να μάθουμε πόσα βήματα αντέχουμε να κάνουμε προς το μέλλον μαθαίνοντας από το παρελθόν, αλλά χωρίς να κοιτάζουμε διαρκώς πίσω.

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

 

* Κείμενο: Ιάκωβος Καμπανέλλης

* Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος

Σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας

Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου

Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης

Μουσική Διδασκαλία: Νεοκλής Νεοφυτίδης

Χορογραφίες: Φώτης Διαμαντόπουλος

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Βίντεο: Κάρολος Πορφύρης

Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης

Φροντιστήριο: Κατερίνα Σβορώνου

Σύμβουλος Θεάτρου Σκιών: Τάσος Κώνστας

Γραφιστική Επιμέλεια: Πέτρος Παράσχης

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριάννα Τουντασάκη

Βοηθός β’ σκηνοθέτη: Μάρκος Ξύδης

Βοηθός σκηνογράφου: Νεκταρία Ηλιάκη

Βοηθός σχεδιασμού φωτισμού: Ισμήνη Σταρίδα

Διαχείριση Social Media: Renegade Media

 

Πρωταγωνιστούν:

Δημήτρης Γκοτσόπουλος, Ελεωνόρα Ζουγανέλη και ο Γιάννης Ζουγανέλης

 

Παίζουν:

Κώστας Καζάκας

Άννα Μονογιού

Δημήτρης Καπετανάκος

Τραγούδι: Κώστας Τριανταφυλλίδης και όλος ο θίασος

 

Εμφανίζονται (με αλφαβητική σειρά):

Δημήτρης Γαλάνης, Μανώλης Γεραπετρίτης, Ευθύμης Γεωργόπουλος

Μιχάλης Καζάκας, Παναγιώτης Καρμάτης, Άννα Μαρία Κατσουλάκη

Βασίλης Λέμπερος, Μάρκος Ξύδης, Βασίλης Παπαδημητρίου

Τάνια Ρόκκα, Μαριάννα Τουντασάκη, Γιώργος Τσούρμας

Γιώργος Τσουρουνάκης, Ιάσονας Χρόνης, Παντελής Ψακίδης

 

ΟΡΧΗΣΤΡΑ: 

Πνευστά: Βαχάν Γκαλστιάν - ΠλήκτραΑλέξανδρος Δημόπουλος

Ακορντεόν: Δημήτρης Κούστας - Βιολί: Νίκος Μήλας

Τύμπανα: Γιώργος Πουλιάσης - ΜπουζούκιΔημήτρης Σαββαΐδης

ΚιθάραΔημήτρης Τριανταφυλλίδης - ΜπάσοΧάρης Χαραλάμπους

 

«Θέατρον», Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος»

Πειραιώς 254, Ταύρος 177 78 , site: www.theatron254.gr

 

Παραστάσεις:

Τετάρτη, Πέμπτη, Κυριακή: 19:00, Παρασκευή, Σάββατο: 21:00

Ωράριο ταμείου:  

Δευτέρα, Τρίτη : 10:00-16:00, Τετάρτη, Πέμπτη: 10:00-20:00 

Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή: 10:00-21:00

Πρόσβαση με ΜΜΜ: Λεωφορείο 049 (προς Πειραιά στάση: ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, προς Αθήνα στάση: ΥΦΑΝΤΗΡΙΑ) και Ηλεκτρικός (σταθμός: ΚΑΛΛΙΘΕΑ)

Για κατόχους ΙΧ διατίθεται δωρεάν χώρος στάθμευσης. 

Εισιτήρια:

VVIP: 75 €, VIP: 65€, Ζώνη Α: 55€, Ζώνη Β: 45€, Ζώνη Γ: 35€, Ζώνη Δ: 22€, Εξώστης Α: 18€, Εξώστης Β: 16€

Φοιτητικό/ Ανέργων/ Άνω των 65/ Παιδικό έως 12 ετών: VIP: 52€ ΚΑΙ 50€ το Παιδικό, Ζώνη Α: 44€ ΚΑΙ 42€ το Παιδικό, Ζώνη Β: 36€ ΚΑΙ 32€ το Παιδικό, Ζώνη Γ: 28€ ΚΑΙ 22€ το Παιδικό, Ζώνη Δ: 20€, Εξώστης Α: 15€, Εξώστης Β: 13€ 

ΑμεΑ: 20€ στη Ζώνη Β, εάν χρήζουν συνοδό, ισχύει ίδια τιμή και για τον συνοδό. 

ΑμεΑ και κάτοχοι αμαξιδίου πρέπει να κλείνουν εισιτήρια τηλεφωνικά από το ταμείο του θεάτρου.

Απαραίτητη η προσέλευση τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από την έναρξη της παράστασης, αν δεν έχετε τα εισιτήρια σας, και 15 λεπτά πριν, αν τα έχετε.

Μετά την έναρξη της παράστασης είναι πιθανό να σας απαγορευθεί η είσοδος στην αίθουσα.

Σε περίπτωση καθυστερημένης προσέλευσης, ο θεατής, εφόσον του επιτραπεί η είσοδος, ενδέχεται να οδηγηθεί σε διαφορετική θέση από αυτή του εισιτηρίου.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Το Μεγάλο μας Τσίρκο" στο fractal