ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Μάκης Τσίτας - Τσίχλες ταξιδίου - Κριτική βιβλίου


 «Τσίχλες ταξιδίου»

Συλλογή διηγημάτων του Μάκη Τσίτα

Εκδόσεις Μεταίχμιο – ISBN 978-618-03-4816-3

“Με όπλο τη γραφή ενάντια στη λήθη”


Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

«Τσίχλες ταξιδίου» τιτλοφορείται η πρόσφατη συλλογή διηγημάτων, δεκαεννέα τον αριθμό, του συγγραφέα Μάκη Τσίτα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Διηγήματα που η πρώτη τους ανάγνωση συμπαρασύρει τον αναγνώστη στον ηδονικό παφλασμό τους, καθώς με μια βαθιά ανάσα δημιουργείται η επιθυμία της ανάγνωσης χωρίς παύση, σαν να πρόκειται κάποιος να μας πάρει το βιβλίο από τα χέρια. Διηγήματα που η ισχυρή δόση μαγικού ρεαλισμού κάνει τόσο πειστικό το παράλογο (δηλαδή ό,τι δεν συμβαδίζει με την κρατούσα αντίληψη) ή το μεταφυσικό, που λες πως γιατί όχι, θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι και έτσι. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, είναι βέβαιο ότι αν είχαν συμβεί έτσι, θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέροντα απ’ όσο στην πεζή πραγματικότητα.

Με την πρώτη ματιά, από το εξώφυλλο ξεκινώντας, με τη δεσπόζουσα προσωπογραφία της μητέρας του συγγραφέα, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι το βιβλίο αυτό είναι -κυρίως- ένα αφιέρωμα στη μνήμη της και στη μεταξύ τους σχέση. Και πράγματι, διατρέχοντας τις σελίδες και τα διηγήματα, διαπιστώνουμε πως κάπως έτσι συμβαίνει μεν, όχι με τον συνηθισμένο τρόπο δε.

Πρώτα απ’ όλα, διαβάζοντας το εναρκτήριο αφήγημα «Βάλε τη ζακέτα σου» και φτάνοντας μέχρι το ακροτελεύτιο, με τίτλο «Τσίχλες ταξιδίου», ενώ έχει ήδη μεσολαβήσει και το ολιγόλεκτο «Επιτύμβιο», έχουμε πλέον τη βεβαιότητα ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι κάτι άλλο από ένα σεμνό μνημόσυνο στη μνήμη της μητέρας του, στο οποίο ο δημοφιλής συγγραφέας έχει προσκαλέσει όλους τους φίλους αναγνώστες. Και ως καλός και ευφρόσυνος οικοδεσπότης έχει μεριμνήσει ώστε, φτάνοντας στην τελευταία σελίδα, να αποχωρήσουν όλοι με τις καλύτερες των εντυπώσεων.

Και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μα επειδή δεν  θα μείνουμε στα τυπικά, μας υπόσχεται ψιθυριστά και συνωμοτικά ο συγγραφέας. Θα επεκταθούμε και σε άλλα στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής, θα βάλουμε κι άλλες πινελιές με χρώματα διάφορα, σαν η μητέρα να είναι εκεί -ή και εδώ- και να ακούει όσα ίσως δεν πρόλαβε να της αφηγηθεί.

Και για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, η μικρή φόρμα, που άριστα γνωρίζει να χειρίζεται, είναι ο προσφορότερος τρόπος. Σύντομα περιστατικά, γρήγορα όπως και ο ρυθμός που κυλούν οι μέρες μας, χωρίς περιττές λεπτομέρειες, με «χτυπήματα» κάθετα και αποφασιστικά, που στοχεύουν στο «ψαχνό», διεγείροντας ακαριαία το θυμικό χωρίς να παραλείπουν να σχολιάσουν ποικιλοτρόπως και την κοινή -όσο μπορεί να είναι- λογική των ημερών.

*

Όμως θα ήταν σημαντική παράλειψη αν, πριν από την επιμέρους αναφορά, δεν εστιάζαμε στο άριστο ταίριασμα δομικών και τεχνικών στοιχειών της γραφής που έχουν ως αποτέλεσμα ένα «σφιχτό» περιεχόμενο που αγκαλιάζει φιλικά τον αναγνώστη και τον προτρέπει σε μια από κοινού απολαυστική διαδρομή:

* Με τη σωστή δοσολογία, ο σουρεαλισμός και το αβίαστο χιούμορ συνδυάζονται με την εσωτερική παιγνιώδη διάθεση του συγγραφέα για ζητήματα που τον -και μας- απασχολούν έντονα στην καθημερινότητα.

* Η εξοικείωση με τους χαρακτήρες είναι ένα επιπλέον ατού των αφηγημάτων, καθώς οι ήρωες και οι ηρωίδες που παρελαύνουν θα μπορούσαν να είναι είτε γνωστοί μας είτε άνθρωποι που ζούμε μαζί είτε κομμάτια του ίδιου μας του εαυτού.

* Οι σύντομες ιστορίες μπαίνουν απευθείας στο θέμα με τρόπο που από την πρώτη πρόταση κερδίζουν τον αναγνώστη.  Ο συγγραφέας αποφεύγει συστηματικά την περιττολογία και ενώ τα νοήματα είναι πυκνά, δεν προκαλούν αναγνωστική ασφυξία, καθώς αφήνουν περιθώρια σκέψης ή επιλογής ενός διαφορετικού τέλους.

* Η αμεσότητα των διαλόγων, όπου αυτοί υπάρχουν, προσδίδει σε όσα διαδραματίζονται μία έντονη θεατρικότητα, που οδηγεί αυτόματα σε οπτικοποίηση των σκηνών.

 * Η υψηλή ταχύτητα σκέψης δημιουργεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη ροή του γραπτού λόγου, κρατά τον αναγνώστη σε εγρήγορση και του προκαλεί την επιθυμία να διαβάσει και την επόμενη σελίδα, και το επόμενο διήγημα.

* Στο σύνολό τους τα διηγήματα, χωρίς τεχνητές εξάρσεις, ασχολούνται με την ουσία της διαχείρισης των διαπροσωπικών μας σχέσεων -οικογενειακών, φιλικών, ερωτικών, κοινωνικών-, τις εγγενείς δυσκολίες και τα κρίσιμα σημεία τους, όπου καθένας μας αποφασίζει πώς θα εμπλακεί ή πώς θα απεμπλακεί, πώς θα γίνει μέρος του προβλήματος ή πώς θα διαχωρίσει τη θέση του, βρίσκοντας τη δική του διέξοδο στα διλήμματα και στα αδιέξοδα.

*

Στο διήγημα «Τρως» ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι παρακολουθεί σκηνές μαύρης κωμωδίας, καθώς οι διάλογοι είναι σπαρταριστικοί και οξείς, ενώ η τελική κατάληξη είναι εντελώς απρόσμενη και σοκαριστική.

«Συνέβη στο Κολωνάκι» η εκρηκτική ασυμφωνία χαρακτήρων, που οδήγησε σε αμοιβαίες λεκτικές προσβολές αλλά και επιθετική σωματική επαφή, για να φτάσουμε σε ένα άδοξο τέλος.

«Το ράσο» δεν κάνει τον παπά, αλλά σίγουρα το ιερατικό σχήμα απαιτεί εγκράτεια και αποχή από τα εγκόσμια. Πριν όμως από την επιλογή, μήπως είναι απαραίτητο ένα ξεφάντωμα μέχρις εσχάτων;

Μια «Ιστορία σε δώδεκα πλάνα» ανασύρει από τη λήθη όλες τις γλυκές αναμνήσεις που μας συνδέουν με τους ανθρώπους που μεγαλώσαμε στα χέρια τους, στην ποδιά τους· και ένα δάκρυ κυλάει από την άκρη των ματιών όταν πια δεν μπορούμε να τις ζήσουμε μαζί.

Οι «Φύλακες άγγελοι» ζουν μέσα μας ως μια βαθιά υπόσχεση. Και όταν αυτή αθετείται, ακόμα και τα πιο αγαπημένα μας πρόσωπα κινδυνεύουν να αποδομηθούν.

«Το φυλλαράκι» έχει μια ξεχωριστή ευωδιά που πάντα θα σημαδεύει την καρδιά μας, καθώς το φιλαράκι δεν θα είναι πια μαζί μας.

Μια μακροσκελής επιστολή: «Αγαπητέ κύριε Μάικ Τζόουνς», με διάθεση εμμονική, με αποκυήματα της φαντασίας, με ένα θολό πέπλο που αλλοιώνει την πραγματικότητα.

Αυτή η «Ευλογημένη τεχνητή νοημοσύνη» κινδυνεύει να υποκαταστήσει την πραγματικότητα, τόσο που ακόμα και οι πιο ανθρώπινες στιγμές μπορεί να μετατραπούν σε υποχείρια των άψυχων μηχανών.

Και να που η αγία ελληνική οικογένεια δεν χάνει την ευκαιρία του reunion σε ένα εορταστικό τραπέζι που όλα μπορούν να συμβούν και όλα μπορούν να ανατραπούν. «Μια συνηθισμένη χριστουγεννιάτικη ιστορία στο χρώμα του σάπιου μήλου» ίσως ανασύρει εικόνες κλαυσίγελου και από προσωπικές μας, αλησμόνητες στιγμές.

«Θα σου πω» μου είπες, αλλά ακόμα περιμένω να μου πεις. Νιώθω τον κόμπο που κάθεται στον λαιμό σου, σε πνίγει, σε αποσυντονίζει, σε προβληματίζει, αλλά και σε καθορίζει. Ένα “παραλήρημα”, μια σπαρακτική κραυγή από το βάθος της ψυχής ενός ανθρώπου που απεγνωσμένα αναζητά τη λύτρωση.

«Η αδικία» μας υπενθυμίζει ότι, ναι, αυτή η ζωή δεν είναι δίκαιη. Το ερώτημα είναι πόσο εμείς έχουμε συμβάλει σε αυτή την αδικία.

«Στα γήπεδα με τον μπαμπά» πηγαίνουν όλα ή σχεδόν όλα τα αγόρια. Δεν είναι υποχρεωτικό να τους αρέσει όμως. Δεν υπάρχει καν λόγος να παρακολουθούν τον αγώνα. Μπορούν βέβαια να βλέπουν την όλη διαδικασία σαν εκδρομή και να παρατηρούν όσα συμβαίνουν γύρω τους.

Πάντα έρχεται «Η πρώτη φορά» που θα νιώσουμε όχι μόνο αφόρητα μόνοι αλλά και τη φρικτή σιωπή που μας αφήνει ανυπεράσπιστους απέναντι στην αδικία. Πώς άραγε θα αντιδράσουμε όταν αντιστραφούν οι ρόλοι;

«Η παράδοση του κούριερ» είναι αναμφισβήτητα η επιτομή του καθημερινού απρόοπτου στο κυνήγι του επιούσιου. Μιας και κάποιοι επαγγελματίες συχνά δεν εκλαμβάνονται ως συνάνθρωποι...

*

Ας έρθουμε λοιπόν και στα καθ’ ημάς. «Η εκδήλωση» και «Εκτός συστήματος». Δυο διηγήματα που εισβάλλουν ορμητικά στον χώρο του τρέχοντος εκδοτικού και συγγραφικού γίγνεσθαι και με καυστικότητα, σκωπτικότητα, ειλικρίνεια αλλά και μονίμως εύθυμη διάθεση λένε τα πράγματα με το όνομά τους· και ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω.

*

Αρχή και τέλος η μητέρα: «Βάλε τη ζακέτα σου», «Επιτύμβιο, «Τσίχλες ταξιδίου», αναφέρθηκαν ήδη. Μια σχέση που μας καθορίζει, μια σχέση που μας στιγματίζει, μια σχέση που μας συντροφεύει διά βίου. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι; Ο άνθρωπος που μας έφερε στη ζωή, παραμένει μαζί μας στη ζωή όσο υπάρχουμε και εμείς. Ο χώρος και ο χρόνος συγχωνεύονται. Το εδώ και το επέκεινα γίνονται ένα, το παρελθόν και το παρόν συνομιλούν με την εικασία του αόρατου μέλλοντος. Οι φωνές συγχέονται, συμφύονται ή και αλληλοσυμπληρώνονται. Και όλα αυτά συμβαίνουν παράλληλα ή και εμβόλιμα με όσα η ζωή απρόοπτα επιφυλάσσει για όλους ανεξαιρέτως. Και όλα αυτά συμβαίνουν ως σθεναρή αντίσταση στον ένα και μοναδικό αληθινό θάνατο· τη λήθη.

*

Για μια ακόμα φορά, προσφέροντάς μας «Τσίχλες ταξιδίου» για να κρατηθούμε όρθιοι στον εξοντωτικό ίλιγγο της καθημερινότητας,  ο Μάκης Τσίτας εναποθέτει το συγγραφικό του ίχνος με τις πιο ζωηρές εναλλαγές χρωμάτων πάνω στον καμβά της ιλαροτραγωδίας που λέμε ζωή.

 

* * *

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε το 1971 στα Γιαννιτσά. Σπούδασε δημοσιογραφία, ζει στην Αθήνα και διευθύνει το ενημερωτικό site για το βιβλίο και τον πολιτισμό diastixo.gr. Έργα του ανέβηκαν στο θέατρο από σημαντικούς σκηνοθέτες σε Ελλάδα και εξωτερικό και στίχοι του μελοποιήθηκαν από εξίσου σημαντικούς συνθέτες. Διηγήματα και βιβλία του για παιδιά έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Έχει εκδώσει 5 βιβλία για ενήλικες και 32 βιβλία για παιδιά.

Για το μυθιστόρημά του «Μάρτυς μου ο Θεός» (εκδ. Μεταίχμιο), το οποίο κυκλοφορεί σε 12 ευρωπαϊκές γλώσσες, έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014 (European Union Prize for Literature) και τιμήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων, τον Δήμο Πέλλας, τον Δήμο Έδεσσας, τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Έδεσσας και την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν επίσης η νουβέλα του «Πέντε στάσεις» και τα βιβλία για παιδιά: «Γιατί δεν κοιμάσαι, μαμά;», «Η καμηλοπάρδαλη Χαραλαμπία» (Κρατικό Βραβείο Εικονογράφησης Κύπρου, 2021), «Έρχεται ο γίγαντας» (Βραβείο του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ – Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, 2023), «Ο σύμβουλος του βασιλιά» (Βραβείο περιοδικού Χάρτης, 2024).

Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Οι Τσίχλες Ταξιδίου στο fractal

Λεωνίδας Βουρδονικόλας - Σημειώσεις αϋπνίας - Κριτκή βιβλίου

 


Λεωνίδας Βουρδονικόλας

«Σημειώσεις αϋπνίας»

Συλλογή διηγημάτων από τις Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο

ISBN: 978-960-471-318-9

 

Tο να ονειρεύεσαι με ευκρίνεια βλάπτει τον ύπνο”

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Οι «Σημειώσεις αϋπνίας» του Λεωνίδα Βουρδονικόλα, γεμάτες ένταση και υπαρξιακή αγωνία, με βαθιές ανάσες που εκλιπαρούν για ζωή ή για ένα λυτρωτικό τέλος, με σκηνές που οι πρωταγωνιστές των ιστοριών ταλαντεύονται μεταξύ φωτός και σκότους ή ακροπατούν στην κόψη μιας ρωγμής αναποφάσιστοι για την οριστική τους επιλογή, με σουρεαλιστική ροπή απ’ όπου αναβλύζει η κωμικότητα του τραγικού και η τραγικότητα του κωμικού στοιχείου της καθημερινότητας, ανοίγουν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία ανάμεσα στην εκδήλωση των φαινομένων που ορίζουμε ως ζωή, στην ενδιάμεση στάση, που ονομάζουμε ύπνο (κατά προτίμηση ονειρικό), και στην οριστική παύση τους, που έχουμε συμφωνήσει να αποκαλούμε θάνατο.

Ως έλλογα όντα αντιμετωπίζουμε τον θάνατο ως τον υπέρτατο φόβο. Ως άνθρωποι που βιώνουμε το βάρος των επιλογών μας και των κάθε λογής προβλημάτων, συχνά αντιλαμβανόμαστε το κλείσιμο του κύκλου ως απαλλαγή ή επιτέλους ανάπαυση. Όμως ούτε ο φόβος είναι λογικός, αφού ήδη γνωρίζουμε το προδιαγεγραμμένο τέλος, ούτε και η βίαιη ώθηση προς την έξοδο φαντάζει λογική όταν μια τέτοια επιλογή ανατρέπει στην πραγματικότητα τον νόμο της φύσης.

Ίσως η αϋπνία είναι μια κάποια λύση που «προσθέτει» χρόνο στον ήδη διαθέσιμο και πεπερασμένο, ενώ παράλληλα μας στερεί την ιδιαίτερη ομορφιά της προσομοίωσης του θανάτου μέσω του ύπνου και των ονείρων (πράξεις χωρίς συνέπειες), καθώς έχουμε τη δυνατότητα της επανόδου στη ζωή το επόμενο πρωί, αλλά και την εσωτερική φόρτιση με αισιοδοξία για αυτή· αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος που ρυθμίζουμε αποβραδίς το ξυπνητήρι - επειδή πιστεύουμε ότι και αύριο θα βρισκόμαστε μεταξύ των ζωντανών.

Ο ύπνος όμως, ο δίδυμος αδελφός του θανάτου κατά την αρχαία ελληνική μυθολογία, γιος της Νύχτας και του Ερέβους, βγαίνει από τη φύση του πάντα νικητής και πολύ συχνά μας  επιφυλάσσει εκπλήξεις μέσω των ονείρων - άλλοτε τρομακτικών και προειδοποιητικών (κατά τις κρατούσες δοξασίες και ερμηνείες) και άλλοτε ευχάριστων και ερεθιστικών - που επιβεβαιώνουν ότι ακόμα και κατά τη διάρκεια της μικρής ή μεγάλης παρένθεσης διαθέτουμε την αίσθηση ότι είμαστε εν ζωή.

Αυτές οι ανθρώπινες προσεγγίσεις, οι απογειώσεις, οι αναταράξεις και οι απότομες προσεδαφίσεις, σχολιάζονται και εικονοποιούνται στα μικρής φόρμας αφηγήματα του συγγραφέα, με προσωπικό στίγμα γραφής, με λόγο εκλεπτυσμένο, στιβαρό και ενίοτε υποδόρια ειρωνικό, με μείξη της κυνικότητας στην οποία η πεζή πραγματικότητα ωθεί με τη σουρεαλιστική περιπαικτική διάθεση της ίδιας της ζωής, με ευρηματικότητα και πρωτοτυπία, με τρυφερότητα και ευαισθησία, με αληθοφάνεια και παραστατικότητα, με γοργή εξέλιξη και ελκυστική πειστικότητα, με έντονο το φαντασιακό στοιχείο και συγχωνεύσεις των χρονικών στιγμών, ώστε ο αναγνώστης να απολαμβάνει μικρές και ευχάριστες διαδοχικές εκπλήξεις.

Τα όνειρα, που εκτυλίσσονται στον χώρο που μεσολαβεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, έχουν περίοπτη θέση στα διηγήματα. Ζητούν και αυτά το μερίδιό τους στη ζωή των ηρώων, επιμένοντας να είναι μέρος άλλοτε της αλήθειας και άλλοτε της ψευδαίσθησης, Να συμμετέχουν ισότιμα στη δράση, να αποσυμβολίζονται και να επιβεβαιώνονται με τον δικό τους τρόπο, για να αποδείξουν ότι είναι αναπόσπαστο μέρος του εαυτού μας, της καθημερινότητάς μας, αλλά και της αϋπνίας μας εν ύπνῳ. Και όσο πιο έντονη είναι η ευκρίνειά τους, τόσο περισσότερο «βλάπτει τον ύπνο», όπως διατείνεται ο συγγραφέας.

Από τις συγγραφικές αναζητήσεις, βέβαια, δεν θα μπορούσε να λείπει ο παντοδύναμος και παράφορος έρωτας, ο κινητήριος μοχλός της ζωής, που με ακαταμάχητη ορμητικότητα κατευθύνει τους ανθρώπους στο αντικείμενο του πόθου τους, άλλοτε δίνοντάς τους δύναμη για να αντιπαλέψουν τις αντιξοότητες που μοιάζουν στα μάτια των άλλων ανυπέρβλητες και άλλοτε παρακινώντας τους στην εθελούσια θυσία, προκειμένου να προσφέρουν παράταση ζωής σε εκείνους που αγαπούν. Μια επιπλέον απόδειξη ότι επιλογή μας είναι η ύπαρξη (και όχι η ανυπαρξία) είτε μέσω της φυσικής παρουσίας είτε μέσω της άσβεστης μνήμης.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση των διηγημάτων, είναι εμφανές ότι ο κοινός συνδετικός κρίκος είναι, παρά τις περί του αντιθέτου εξάρσεις κάποιων χαρακτήρων, η αγάπη για τη ζωή. Ίσως όχι για τη ζωή τους όπως είναι, αλλά για μια ζωή όπως θα ήθελαν να είναι. Ίσως αυτή η διάσταση είναι που τους οδηγεί στη σκέψη του θανάτου (που και αυτόν κάποιοι τον θέλουν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους), αλλά εν τέλει η ζωή είναι γλυκιά και η προτίμησή της αξίζει τον κόπο. Και αν για κάποιους από αυτούς ο θάνατος είναι αναπότρεπτος, φτάνουν στην επιλογή αυτή για να χαρίσουν ζωή. Γιατί η ομορφιά της είναι μοναδική και αξεπέραστη, γιατί είναι ένα δώρο που μας χαρίζεται άπαξ αλλά με την ευθύνη της προσωπικής διαχείρισης.

Επιπλέον, ο συγγραφέας αφήνει στον αναγνώστη ελεύθερο χώρο για προεκτάσεις της δικής του σκέψης - αν δεν τον προτρέπει ενδόμυχα προς αυτή την κατεύθυνση. Επιδιώκει αυτή την αόρατη δυναμική επικοινωνία, ανοίγει μια πόρτα διαλόγου όχι για να δοθούν απαραίτητα απαντήσεις, αλλά ίσως για να προκύψουν νέα αναπάντητα ερωτήματα, που ωθούν σε δημιουργική συνομιλία.

Οι συν-πάσχοντες από αϋπνία μπορούν να διαβάσουν τα διηγήματα, να απολαύσουν την πρωτοτυπία τους και να συνταξιδέψουν με τον πεισματάρη Λουκά και την αποφασιστική Ρόζα, με τον ορθολογιστή Κωνσταντίνο και την ευαίσθητη Μπέτυ, με τον έρωτα δίχως αύριο του Πάολο και της Φραντζέσκας, με τους φλογερούς και παράτολμους εραστές Ματίας και Όλια, αλλά και με τον αδιόρθωτο νεαρό Παύλο ή με την οπτασία του Τζορντάνο Μπρούνο... Και στη συνέχεια, αν δεν κλείσουν γλυκά τα βλέφαρά τους, να ακολουθήσουν τη συμβουλή του συγγραφέα: «Για να καταφέρω να κοιμηθώ, βγάζω τα μάτια μου και τα τοποθετώ σ’ ένα μικρό γυάλινο τάπερ, μέσα σε λιμνάζον υγρό φακών επαφής. Και αρχίζω να βλέπω πολύχρωμα όνειρα...».

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:


Ο Λεωνίδας Βουρδονικόλας γεννήθηκε το 1976 στην Αταλάντη Λοκρίδος. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Ναυτιλία του Πανεπιστημίου Πειραιά. Παρακολούθησε για τέσσερα έτη την Σχολή Πυροδότησης Θεατρικής Γραφής του Θεάτρου Πορεία. Έχει γράψει την συλλογή διηγημάτων «Η Γίδα και άλλες ιστορίες της υπαίθρου» (Εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος) και 8 θεατρικά έργα τα οποία είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο (openbook.gr). Από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Σημειώσεις Αϋπνίας» (2026). Το θεατρικό του έργο «Άργος 2101» βραβεύθηκε από το ευρωπαϊκό δίκτυο «EURODRAM» και το 2024 προτάθηκε για μετάφραση ως πρωτότυπο ελληνικό θεατρικό έργο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Οι Σημειώσεις Αϋπνίας στο fractal


Βαγγέλης Αλεξόπουλος - Το παιχνίδι της στάχτης - Κριτική βιβλίου


Βαγγέλης Αλεξόπουλος

«Το παιχνίδι της στάχτης»

(Εκδόσεις Οδός Πανός, 2026 - ISBN: 978-960-477-758-7)

 

Η ποίηση ακονίζει, δε θεραπεύει το πένθος

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Το ποιητικό έργο «Το παιχνίδι της στάχτης» του Βαγγέλη Αλεξόπουλου, ένα ακόμα σταθερό επόμενο βήμα στην ποιητική του διαδρομή και συλλογιστική, είναι ένα οικοδόμημα που αποτελείται από τις απολύτως απαραίτητες λεκτικές ψηφίδες και τα αποκρυσταλλώματα σκέψεων, χωρίς κάτι να χρειάζεται να προστεθεί, να αφαιρεθεί ή να μετακινηθεί.

Ένα λεκτικό και ιδεολογικό jenga, που όμως αρνείται πεισματικά να κατεδαφιστεί υπό το βάρος των διαρκών εσωτερικών μεταβολών. Ως αντίβαρο στην ελαχιστοποίηση των εκφραστικών μέσων αναδεικνύεται η ίδια η δύναμη του λόγου, που εξασφαλίζει όχι μόνο την ευσταθή ισορροπία αλλά και την αρραγή στατικότητα του πνευματικού δημιουργήματος.

Εκ προοιμίου και εξαρχής προσδιορίζεται ο λόγος γραφής του έργου, που δεν είναι άλλος από τη διαλεκτική του πένθους, ξεκινώντας με  τον χορό των δαιμόνων και την πτώση ενός αγγέλου, που ακολουθείται από την επίγνωση της αναπότρεπτης ισχύος του θανάτου.

Μέχρι όμως να φτάσουμε στο τέλος αυτής της διαδρομής, μεσολαβούν στιγμιότυπα στα οποία ο ποιητής αποτυπώνει σκέψεις χωρίς περιστροφές, σαν να σκιαγραφεί σκηνές από ταινία ή δίνοντας ένα spoiler (όπως συνηθίζεται να λέγεται στις μέρες μας), που όμως ούτε καταστρέφει ούτε υποβαθμίζει την αίσθηση του τέλους, αλλά δημιουργεί ενδιαφέροντα εσωτερικά ερωτήματα για το πώς φτάσαμε ως εκεί. Υπό τον τίτλο «Game over», ο ποιητής, ως οξυδερκής παρατηρητής διατυπώνει τις διαπιστώσεις του τόσο από τον περιβάλλοντα χώρο όσο και από τις διεργασίες στον εσωτερικό του κόσμο, απευθυνόμενος επί της ουσίας προς πάσα κατεύθυνση, καθώς οι επισημάνσεις του είναι τόπος μας κοινός. Η πραγματικότητα δίνεται από τον ποιητή με σκληρό ρεαλισμό, με πικρό χιούμορ και με ειρωνεία, όπως δηλαδή ακριβώς συμβαίνει στην πεζή αλλά όχι και αδιάφορη καθημερινότητα. Όταν «Μια μικρή αράχνη (σημ: τόσο μικρή όσο και εμείς μέσα στο σύμπαν) φλερτάρει με τον θάνατο» και χώνεται κάτω από την ψωμιέρα, αναθαρρεύει. Όμως ο ποιητής βλέπει τη γυμνή αλήθεια: Ο Θεός βαριέται να σηκώσει την ψωμιέρα / Η μικρή αράχνη νομίζει ότι γλίτωσε... Και όταν κοιτάζει τον καθρέφτη, αντιλαμβάνεται όσα και κάθε νοήμων άνθρωπος «Περί λάθους σποράς»: Οι ενοχές που φυτεύονται / Στην παιδική ηλικία / Ανθίζουν τότε που δεν πρέπει. Πληγώνεται με τους αδικαιολόγητους θανάτους, με «Τα τραίνα που πήγαν στον παράδεισο», μιας και: Ποτέ δεν φαντάστηκε ότι περιγράφει / Μια πομπή από φέρετρα, αλλά και με τη «Δυστυχία σε άμαξα χωρίς άλογα»: Πάνω σε ένα αναπηρικό αμαξίδιο / Που το σπρώχνει η μάνα του.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και το χρέος των ποιητών που: κάθονται σε κάτι ξύλινες / άβολες καρέκλες μόνο και μόνο / για να μπορούν να σηκώνονται (Σημείωση, σελ. 21).

Και ενώ τα πάντα κυλούν προς το μέλλον ή προς το τέλος, ανάλογα με την οπτική καθενός, ο ποιητής μας προσκαλεί στην ανατροπή του «Rewind», που, ιδιαίτερα για τους 60+, αναζωπυρώνει προσωπικές μνήμες. Σκέψεις που ξεκινούν ορμητικά: Ο ποιητής και ο χασάπης / Η ποδιά τους πάντα ματωμένη. Για να φτάσουμε και πάλι στο πένθος, που αυτή τη φορά συνδέεται με το ερωτικό στοιχείο, μέρος αναπόσπαστο της ανθρώπινης φύσης. Και καθώς είναι αδύνατο να ξεφύγουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό, γνωρίζοντας: ότι ψυχή και σώμα είναι / ένα κουβάρι (Ποιμένας μελισσών, σελ. 34), πέφτουμε σε μια φωτιά που είναι καταδικασμένη να σβήσει από μόνη της: Όταν εξαντληθεί η καύσιμη ύλη / Πάνω κάτω όπως συμβαίνει και με τους έρωτες δηλαδή (Πυρκαγιά ηλεκτρικής μπαταρίας, σελ. 35). Εμπλεκόμαστε σε ιστούς ανύπαρκτους, αποκυήματα της φαντασίας, βλέπουμε μέχρι το τέλος «ταινίες» που προκαταβολικά γνωρίζουμε τι θα συμβεί, κάνουμε ταξίδια σε ασήμαντους προορισμούς· και ύστερα μας φταίει ο διάβολος, που τόσο συχνά σπάζει το ποδάρι του. Μέχρι που: Μια πλάτη ακουμπά στον τοίχο / Γλιστράει και προσγειώνεται / Σε πόδια λυγισμένα (Πτώσεις, σελ. 43). Και ο ποιητής μέσα στην εκκωφαντική σιωπή δεν παύει να δηλώνει παρών με: Λέξεις που σπαράζουν εντός μου (Σιωπή ενυδρείου, σελ. 39).

Και, όπως συνήθως συμβαίνει, όταν το πένθος φέρει τον άνθρωπο στο έσχατο σημείο εξουθένωσης, όταν αισθανθεί ότι έχει βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο, μόνο ένας τρόπος ανάδυσης υπάρχει: η επανεκκίνηση, το γνωστό σε όλους «Restart». Όχι πως ο κύκλος δεν θα επαναληφθεί· όμως η ζωή δεν προχωρεί με αναμνήσεις, αλλά με νέες αναζητήσεις, όσο και αν η προοπτική είναι κοινή στο βάθος του ορίζοντα. Γι’ αυτό: Είναι ώρα ο πίνων να σηκωθεί / να τις μαζέψει από κάτω, να τις τσαλακώσει / και να τις πετάξει στα σκουπίδια (Ανακύκλωση, σελ. 47). Ο ποιητής, εν μέσω αδέσποτων πυρών, μαζεύουμε τα κομμάτια του (και τα κομμάτια μας), γιορτάζει τις ήττες του (και τις ήττες μας), επιβιώνει άλλοτε αμολώντας πίσω του μελάνι και άλλοτε πίνοντας από το αίμα του, στραγγίζοντας τον ίδιο του τον εαυτό, μπήγοντάς του ένα καρφί, που το στρίβει συνεχώς για να νιώθει ζωντανός.

Είναι άραγε ο ποιητής που μιλάει ή, καθώς διαβάζουμε τον λόγο του, βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα του; Είμαστε τα τζιτζίκια που πεθαίνουν τραγουδώντας ή τα μυρμήγκια δίνουν τη μάχη της επιβίωσης σαν να έχουν άγνοια για το άφευκτο τέλος;

Ωστόσο, είναι προφανές ότι ο ποιητής επ’ ουδενί αντιμετωπίζει το πένθος με διάθεση πεσιμιστική. Με υποδόρια αισιοδοξία και ισορροπία λογικής και συναισθήματος, «παίζοντας» με την αιωρούμενη στάχτη, το θεωρεί ως φυσική συνέπεια των πραγμάτων, όπως ακριβώς και το πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης, το ζει και το απολαμβάνει με τον δικό του τρόπο. Αυτός είναι ο λόγος που μας αποκαλύπτει με παρρησία το μυστικό του: Η ποίηση ακονίζει / δε θεραπεύει το πένθος (σελ. 62), ως επιδόρπιο και επίγευση της δημιουργίας που μοιράζεται μαζί μας. 

 


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969, όπου συνεχίζει να ζει και να εργάζεται. Είναι Διπλωματούχος Μηχανολόγος Μηχανικός ΕΜΠ, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Παραγωγή και Διαχείριση Ενέργειας. Εργογραφία: «Αγχέμαχες λέξεις (εκδόσεις Άγκυρα, 2015), «Η πλατεία των ταύρων» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2017), «Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2018), «Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2019), «Οδηγίες χρήσης ιπτάμενης ραπτομηχανής» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2020), «Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2022). Έχει επίσης συμμετοχή σε πολλά συλλογικά έργα. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά από τον José Antonio Moreno Jurado. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Το παιχνίδι της στάχτης στο fractal


Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Γιάννης Ρίτσος - Διακήρυξη προς το λαό μου... (απόσπασμα)

#διαβάζω_για_σένα


Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος

Διακήρυξη προς το λαό μου 
και σ’ όλους τους λαούς του κόσμου (απόσπασμα)

Διαβάζει ο Δημήτρης Φιλελές


Διακήρυξη προς το λαό μου και σ’ όλους τους λαούς του κόσμου (απόσπασμα)

 

Από την ποιητική συλλογή «Συντροφικά τραγούδια»  (Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Ιούλιος 1981)

Φόρος τιμής του ποιητή στη συμπλήρωση 40 χρόνων από την ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου.

 

Αδέρφια μου, σήμερα σας μιλάω με λόγια χώματα, σημαίες και αίματα

με το χωνί της λαϊκής οργής ανεβασμένο στο πικρό μας στόμα

Τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι;

Γιατί να διαφεντεύουν οι άλλοι τα δικά μας;

Γιατί ν’ αλλάζουν τη θέση των άστρων μας;

Γιατί να τυφλώνουν τα πράσινα μάτια των δέντρων μας και των παιδιών μας;

Είδαμε πάλι σήμερα τον ήλιο ματωμένο στο πλευρό του κόσμου

σαν την πληγή στο πλευρό του Χριστού απ’ τη λόγχη των βαρβάρων

είδαμε τις φωτεινές μας μέρες υβρισμένες

σαν τις σκισμένες, ποδοπατημένες εικόνες της Παναγίας

είδαμε τις ελιές μας σαν τους κόμπους του λυγμού να φράζουν το λαιμό της χώρας

είδαμε τους ξένους ν’ αλλάζουν το μούστο των αμπελιών μας σε χολή και ξύδι

είδαμε τα πιο ωραία παιδιά μας στα σίδερα

είδαμε κείνες τις καρδιές που φούσκωναν σα μεγάλα καρβέλια ευτυχίας

για να θρέψουν τον κόσμο

είδαμε κείνες τις καρδιές να τις τσαλαπατάνε λασπωμένες μπότες.

Τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι; […]

Ένα παιδί νυστάζει. Θέλει να κοιμηθεί και δεν τ’ αφήνει η πείνα.

Να θυμάσαι τα παιδιά που δεν κοιμούνται.

Κάποτε και μια κούνια πικραμένη που τραμπαλίζεται στην ερημιά της

μπορεί να ’ναι ένας στόλος οργής σκίζοντας θριαμβευτικά τη Μεσόγειο.

Νύχτα βουβή, νύχτα βαθιά, Ελληνική.

Σκοτάδι ζυμωμένο με τις δόξες των άστρων

ζυμωμένο με τις σφιχτές γροθιές των ελάτων

με το κλάμα των παιδιών, με τη σιωπή των μανάδων, με τις φλόγες των

αιώνων. Σιωπή –

Οι καρδιές δεν ερωτεύονται πια, – ντουφεκίζουν.

Τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι;

Αφήστε μας ήσυχους. Αφήστε μας

να φάμε το ψωμί μας στα γόνατα του κόσμου,

αφήστε μας ν’ αποτελειώσουμε το χαμόγελό μας

να πάμε στον κινηματογράφο της άνοιξης…

Αφήστε μας

να παίξουμε ήσυχα στο βραδινό κατώφλι μας το κομπολόι του γαλαξία

ν’ αποτελειώσουμε το τραγούδι μας με τρεις τελείες αστέρια

στην καρδιά του αδερφού μας.

Αφήστε μας να σουβαντίσουμε το καλοκαίρι μας γαζωμένο από σφαίρες αιώνων

Ν’ ασβεστώσουμε γύρω – γύρω τα όνειρά μας, να κλαδέψουμε τα δέντρα μας

Να φυτέψουμε λουλούδια στις τρύπες των κανονιών

Να μπαλώσουμε τα πληγωμένα μας πουκάμισα, τις παπαρούνες μας, τα δειλινά μας.

Κοιτάχτε – τ’ αλέτρια μας κλαίνε ορφανά στη γωνιά του σπιτιού μας,

άνεργος ο αργαλειός στη μέση της ασβεστωμένης κάμαρας

είναι σαν ένας τετράγωνος θυμός που δεν μπορεί να ονειρευτεί

τα πράσινα χελιδόνια του, τα κόκκινα λουλούδια του, τα κίτρινα ψάρια του.

Κοιτάχτε  τα σφυριά πώς κρέμονται στον αέρα

σαν κόμποι – κόμποι χαλύβδινα δάκρυα πηγμένα μες στην παγωνιά της αδικίας,

τούτα τα δάκρυα είναι βαριά, – προσέχτε – καμιά φορά χτυπάν. Δεν παίζουν.

Αδέρφια μου, τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι;

Να φύγουν, να φύγουν, να φύγουν.

Αν δίναμε τα χέρια, αδέρφια μου. Τι μας χωρίζει;

Κι εσύ κι εγώ το ίδιο πονάμε τούτα τ’ άγια, τούτα τα κλαμένα χώματα,

τούτα τα δοξασμένα χώματα. Τι μας χωρίζει;

Κι εσύ κι εγώ το ίδιο πονάμε αν μας χτυπήσουνε. Πονάμε.

Πονάμε το κουκούτσι της ελιάς μας που ’ναι ευλογία και για τους δυο μας –

ετούτο το κουκούτσι που ’ναι σαν τον κάλο της τιμής στο πόδι του Έθνους μας,

κι αν μας πατήσουνε τον κάλο της τιμής το ίδιο και συ και ’γώ τραβάμε το μαχαίρι…

Τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι;

Εμείς κανέναν δεν μισούμε. Αφήστε μας,

ν’ αγαπάμε τον κόσμο, να σας αγαπάμε.

Εμείς άλλον εχθρό δεν έχουμε                      

παρά μονάχα κείνον που δε σέβεται τον Άνθρωπο […].

 

Γιάννης Ρίτσος

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Κώστας Καρυωτάκης - Πρέβεζα

 #διαβάζω_για_σένα


Σαν σήμερα, στις 21 Ιουλίου 1928
ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης
βάζει τέλος στη ζωή του στην Πρέβεζα.

Το ποίημα "Πρέβεζα"
διαβάζει ο Δημήτρης Φιλελές


ΠΡΕΒΕΖΑ

 

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,

θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

 

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,

ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη

ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

 

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει

για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,

θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,

κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

 

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.

Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης

πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

 

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.

Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

 

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους

αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Εισβολή - 20 Ιουλίου 1974


Εισβολή

Ποίηση: Δημήτρης Φιλελές

Μελοποίηση - Ερμηνεία: Άννα Καρλαύτη




Το ποίημα περιλαμβάνεται στον αφιερωματικό τόμο
"Αλύτρωτη Κύπρος - Από την Κατοχή στα Κατεχόμενα"
με ποίηση δική μου
και κείμενα Κυπρίων και Ελλαδιτών συγγραφέων
που προσκλήθηκαν σε μια
επετειακή λογοτεχνική συνομιλία
για την καταδίκη του τουρκικού επεκτατισμού
στη μαρτυρική Κύπρο μέχρι σήμερα.

Εισβολή (Μοιρολόι)

 

Μαυρίζει, μάνα, ο ουρανός, μαυρίζει κι η καρδιά σου

βρέχει το σύννεφο φωτιά να κάψει τα παιδιά σου.


Ακρίδες πέφτουν στα σπαρτά, θερίζουνε τα στάχυα

του Χάροντα καρφοχτυπούν τα βήματα στα βράχια.


Μαύρο το δάκρυ, μάνα μου, σου βάφει το μαντίλι

φίδι φαρμακερό κεντά το μαύρο σου το χείλι.


Βαρύ το χέρι του φονιά βλαστάρια ξεριζώνει

στης Μέδουσας τ’ αντίκρισμα η ομορφιά πετρώνει.


Ποιος ψαλιδίζει, μάνα μου, τις απλωτές φτερούγες

κι ο θάνατος ξεχύνεται στις ματωμένες ρούγες;


Σάβανο στρώνει η θάλασσα για τ’ άψυχα κουφάρια

κι η γης το νεκροκρέβατο στα νια τα παλληκάρια.


Ξερό δεντρί απόμεινες, μάνα αποδιωγμένη

απ’ του παιδιού την ορφανιά σαν αστραποκαμένη.


Αγέρας παίρνει τον λυγμό κι ο Άδης ανταριάζει

του Διγενή το πάλεμα για λευτεριά φωνάζει.

 

© Δημήτρης Φιλελές