ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

“Ροδάφ’νον” του Κώστα Διαμαντίδη - Θεατρική κριτική

 


Ροδάφ’νον

Κείμενο: Κώστας Διαμαντίδης – Σκηνοθεσία: Θέμης Μουμουλίδης

Ερμηνεία: Τάκης Βαμβακίδης

Θεατρικός μονόλογος στο «Από Μηχανής Θέατρο»

 

“Η αγάπη είναι φωτιά. Ή μπαίνεις μέσα και καίγεσαι

ή μένεις απ’ έξω και κρυώνεις...”.

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Υπάρχουν κάποιες φορές που τύχη αγαθή μεριμνά, ώστε ένα βιωματικό λογοτεχνικό έργο να διαπεράσει το φράγμα του γραπτού λόγου και να αποδοθεί στον χώρο της θεατρικής προφορικότητας. Και όταν οι χαρακτήρες του ερμηνευτούν ως ενσάρκωση της αλήθειας, τότε μπορεί να ανοίξει τα φτερά του, να γίνει μια αγκαλιά για να χωρέσει όσους και όσες ταξίδεψαν στον κόσμο του.

Αυτό συμβαίνει με τη θεατρική μεταφορά του βιβλίου «Ροδάφ’νον» του Κώστα Διαμαντίδη, το οποίο έχει ήδη καταταγεί στις κορυφές της ποντιακής γραμματείας, καθώς οι ιστορικές αναφορές δεν περιορίζονται στον χώρο της καταγραφής, αλλά συνδυάζονται με την ηθογραφία και την αυτοβιογραφία, ενώ το παρελθόν αξιοποιείται ως ρίζα ενός δέντρου που ζει στο παρόν και το βλέμμα του είναι στραμμένο στο μέλλον. Επιπλέον, η μυθιστορηματική πλοκή του έργου και οι αυθεντικοί διάλογοι μεταξύ των προσώπων είναι στοιχεία που αυξάνουν τη δυναμική του γραπτού λόγου, ενώ μπορούν να γίνουν πυξίδα για τη θεατρική του απόδοση.

 


Η υπόθεση:

Η γιαγιά Παρθένα και ο εγγονός της Κωνσταντίνος (ο συγγραφέας) είναι οι πρωταγωνιστές ενός αδιάλειπτου διαλόγου, στον οποίο εκείνη εκπροσωπεί τη συλλογική μνήμη και ο εγγονός της τον δέκτη, που αναλαμβάνει με ζήλο τον ρόλο του φορέα στους επόμενους. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η μεταλαμπάδευση της γνώσης και παραμένει άσβεστη η ιστορική διαδρομή του Ποντιακού Ελληνισμού διά μέσου των αιώνων, σαν αλυσίδα που δεν της λείπει ούτε ένας κρίκος. Με τον τρόπο αυτό το ριζικό σύστημα του δέντρου (η γιαγιά) προσφέρει “τροφή” στον κορμό και στα φύλλα του (τον εγγονό), που οφείλει να στρέφεται πάντα προς το φως. Τόσο απλά και τόσο ανθρώπινα.

Πέρα όμως από την ιστορική διάσταση του βιβλίου, στην οποία ο ξεριζωμός δεν εμφανίζεται ως κυρίαρχο αφήγημα, αλλά ως σπαραγμός που οι άνθρωποι φέρουν ως μόνιμο τραύμα, η ουσία βρίσκεται στην ανθρώπινη διάσταση του αφηγήματος, στις απώλειες που καθεμιά γίνεται μια χαρακιά στην ανθρώπινη ψυχή, αλλά και μια δοκιμασία που έχουμε χρέος να υπερβούμε, να κατανικήσουμε τη μικροψυχία και να βγούμε ακόμα πιο δυνατοί και πιο ισορροπημένοι μέσα από τη μάχη.

Ως άνθρωπος που έζησε τον βίαιο εκπατρισμό, την περιθωριοποίηση, την απαξίωση και τη βύθιση στη δίνη του εμφύλιου σπαραγμού, η Παρθένα θέτει ως αντίβαρο το ροδάφ’νον, ένα λουλούδι του τόπου της, που η μυρωδιά του μπορεί να αντισταθμίσει όλο το βάρος της ψυχής της. Και δεν χάνει ευκαιρία να υπενθυμίζει ότι οι άνθρωποι δεν βάζουν μεταξύ τους σύνορα, αυτά είναι δημιούργημα της κάθε λογής εξουσίας, που αντί να μας ενώνει, θέλει να μας χωρίζει. Μιλώντας όμως για εξουσία, δεν περιορίζεται στην πολιτική της διάσταση, αλλά και σε εκείνη της οικογένειας, που της απαγόρευσε να ζήσει τον μεγάλο της έρωτα με τον Ρετσέπ, έναν φτωχό αλλόθρησκο. Για να γίνουν και οι δυο τους τραγικοί ήρωες ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Για να καταδείξει η Παρθένα (και ο συγγραφέας) με την επίσκεψη στο μνήμα του πόσο οι κοινωνικές συμβάσεις στραγγαλίζουν την ανθρώπινη ψυχή.

Τέλος, αν και το ρόδαφ’νον δεν περνά τα σύνορα της χώρας μας -γιατί η απώλεια είναι και παραμένει απώλεια-, ο συγγραφέας έχει ήδη πραγματοποιήσει το ταξίδι ως φόρο τιμής στα πάτρια εδάφη και η γιαγιά Παρθένα, έστω και με δυο φυλλαράκια στα χέρια της, γίνεται η ζωντανή μαρτυρία του τόπου της που δεν παύει να ζητά δικαίωση.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Καθώς το αρχικό κείμενο είναι εξολοκλήρου γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο, ο Θέμης Μουμουλίδης και η Μάρθα Μαυρίδου, επωμίζονται το βαρύ φορτίο όχι μόνο της θεατρικής μεταφοράς αλλά και της επιλογής των μερών εκείνων που θα παραμείνουν στην αρχικής του μορφή και εκείνων που θα αποδοθούν κοινή νεοελληνική γλώσσα. Και πράγματι με αριστοτεχνικό τρόπο δημιουργούν έναν εξαιρετικά επιτυχημένο συνδυασμό που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού από την αρχή μέχρι το τέλος της παράστασης.

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Θέμη Μουμουλίδη διακρίνεται για τη λιτότητα και  τη στιβαρότητά της, με τη μετωπική και ευθυτενή έκθεση του αφηγητή του στο κοινό, ακριβώς όπως ταιριάζει στη μαχητική και ακατάβλητη ράτσα των Ποντίων. Παράλληλα, φροντίζει ώστε η συναισθηματική φόρτιση που κυριαρχεί να μην επικαλύπτει όλα τα υπόλοιπα και εξίσου σημαντικά μηνύματα του κειμένου.

Η Ανδρομάχη Ζαχαριά μετουσιώνει δυναμικά σε σκηνικό χώρο τη σκηνοθετική άποψη, με όλα τα απαιτούμενα φθαρτά-άφθαρτα “υλικά” που δημιουργούν τη νοητή γραμμή σύνδεσης του παρελθόντος με το μέλλον.

Οι μουσικές παρεμβάσεις του Γιάννη Λουπάκη συνοδεύουν διακριτικά αλλά χαρακτηριστικά την αφήγηση και τις ρωγμές από το ανοιχτό τραύμα.

Οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου εστιάζουν με προσοχή και ευαισθησία στην πολυμέτωπη και πολυπρόσωπη εικόνα του αφηγητή, εναλλάσσοντας τα σκιερά σημεία της ψυχής με τις φωτεινές εξόδους.

Τέλος, η μεταγραφή των υπέρτιτλων από την Παναγιώτα Ιωακειμίδου βάζουν τη δική τους πινελιά στη συνολική αρτιότητα της παράστασης.

 


Η ερμηνεία:

Η υψηλή ερμηνευτική ποιότητα του Τάκη Βαμβακίδη προσφέρει υπεραξία σε όσα επί σκηνής διαδραματίζονται. Ένας άνθρωπος, μόνος του, παίρνει στις πλάτες του το δράμα της προσφυγιάς και το μεταφέρει αγόγγυστα από το παρελθόν στο παρόν. Με πάθος, συγκίνηση και ρίγος ψυχής ο καλλιτέχνης ενσαρκώνει πολλαπλούς ρόλους, η φωνή του και το σώμα του βυθίζονται στο είναι των ηρώων του, τους αγγίζει μέχρι την πλήρη ταύτιση, διασχίζει τα μονοπάτια της καρδιάς τους και ψάχνει μέσα στο σκοτάδι μέχρι να βρει μαζί τους και μέσα τους διέξοδο στο ζωογόνο φως. Στο ζωηρό βλέμμα του καθρεφτίζονται τα συναισθήματα και στις συσπάσεις του προσώπου του ζωγραφίζεται η αδιάκοπη μάχη του ανθρώπου να υπερασπιστεί τις αξίες του και να δικαιώσει την αιτία της ύπαρξής του. Ο Βαμβακίδης δεν υποδύεται, ούτε ενσαρκώνει, αλλά ζει μέσα από τους ανθρώπους που περνούν από τη σκηνή, γίνεται ένα μαζί τους και δεν τους αποχωρίζεται ούτε κατά τη διάρκεια του ενθουσιώδους χειροκροτήματος. Γιατί δεν το εισπράττει για τον εαυτό του αλλά εξ ονόματος της ζωντανής μνήμης τους. Μια εμβληματική ερμηνεία που δεν μπορεί παρά να συζητηθεί.

 

Συνοψίζοντας:

Πρόκειται κυριολεκτικά για μια παράσταση σταθμό και ως τέτοια επιβάλλεται να ιδωθεί. Γιατί προφανώς δεν αποτελεί ένα θεατρικό έργο που σχετίζεται αποκλειστικά με τον Ποντιακό Ελληνισμό, αλλά με το βαρύ φορτίο και το συλλογικό τραύμα της προσφυγιάς, που παραμένει, δυστυχώς, διαχρονικό και δραματικά επίκαιρο (και όχι ως αποκλειστικό ελληνικό “προνόμιο”). Μέσα από τον αυθεντικό λόγο και την τραγική εικόνα καλούμαστε να το δούμε στην πραγματική του διάσταση και να πράξουμε ως συν-άνθρωποι. Να αποφασίσουμε τι πραγματικά μας χωρίζει και τι πραγματικά μας ενώνει. Γιατί η ιστορία δεν είναι στείρα ανάγνωση ή αποστήθιση, αλλά ζωντανή πυξίδα στο παρόν και στο μέλλον.

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο: Κώστας Διαμαντίδης

Θεατρική Μεταφορά: Θέμης Μουμουλίδης, Μάρθα Μαυρίδου

Σκηνοθεσία: Θέμης Μουμουλίδης

Σκηνικός χώρος – κοστούμια: Ανδρομάχη Ζαχαριά

Μουσική: Γιάννης Λουπάκης

Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος

Λύρα & τραγούδι (ηχογραφημένα): Δημήτρης Καρασαββίδης

Μετάφραση υπέρτιτλων: Παναγιώτα Ιωακειμίδου

Φωτογραφίες: Κώστας Θωμαΐδης

Βοηθός σκηνοθέτη: Μάρθα Μαυρίδου

Επικοινωνία: Ειρήνη Λαγουρού

Δ/ση παραγωγής: Σταμάτης Μουμουλίδης

Διοργανωτής: 5η Εποχή Τέχνης/ 5 Season Art

 


Πληροφορίες:

Από Μηχανής Θέατρο - Πάνω Σκηνή, Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο

Παραστάσεις: Από 24 Οκτωβρίου έως 8 Νοεμβρίου 2026

Σάββατο 24/10 (21:00), Κυριακή 25/10 (18:00)

Παρασκευή 30/10 (21:00), Σάββατο 31/10 (21:00), Κυριακή 1/11 (18:00)

Παρασκευή 6/11 (21:00), Σάββατο 7/11 (21:00), Κυριακή 8/11 (18:00)


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: To "Ροδάφ'νον" στο fractal


 

«Ο παρίας» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ - Θεατρική κριτική

 


«Ο παρίας» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ

σε απόδοση και σκηνοθεσία Αναστασίας Κουρή

στον «Μικρό Κεραμεικό»

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Το μονόπρακτο «Ο παρίας» του κορυφαίου Σουηδού δραματουργού Αύγουστου Στρίντμπεργκ, γραμμένο το μακρινό 1888, είναι μια ανατομία της ανθρώπινης φύσης, την οποία ο συγγραφέας εκτελεί με χειρουργική ακρίβεια. Κάθε πρόταση του κειμένου προκύπτει ως απόσταγμα μιας σειράς λογικών διεργασιών, που ως στόχο έχουν την αναζήτηση της αλήθειας μέσα στο ομιχλώδες τοπίο τόσο της προσωπικότητας του ατόμου όσο και της κοινωνίας που έχει δημιουργήσει. Εστιάζει στην ηθική σε αντιπαράθεση με την παραποίηση των ηθικών κανόνων, την ανάπτυξη παραβατικών (έως και εγκληματικών)  συμπεριφορών, την αποποίηση της ενοχής, αλλά και την αποφυγή της τιμωρίας. Και επειδή αυτή η διαπάλη εξακολουθεί να υφίστανται, ή και να επιδεινώνεται, το έργο παραμένει διαχρονικά επίκαιρο, ενώ τα ζητήματα και τα ερωτήματα που θέτει, παραμένουν συζητήσιμα και υπό διερεύνηση.

Γιατί οι άνθρωποι, από τότε μέχρι σήμερα, βρίσκονται σε διαρκή διαμάχη άλλοτε με τους άλλους και άλλοτε με τον ίδιο τους τον εαυτό, διαπράττοντας τα ίδια λάθη κατ’ επανάληψη. Επειδή όμως η κοινωνία λειτουργεί με κανόνες και συμβάσεις, ο συγγραφέας, με τον μοναδικό του τρόπο, φωτίζει την ουσία του πράγματος: Ποιος δικαιούται να είναι μέλος της και ποιος και για ποιο λόγο είναι παρίας.

 

Η υπόθεση:

Δύο άντρες με εντελώς διαφορετικές περί ζωής απόψεις έρχονται σε κατά μέτωπο αντιπαράθεση. Οι κόσμοι τους είναι, όπως φαίνεται εξαρχής, διαμετρικά αντίθετοι. Ο ένας φροντίζει καθημερινά για την αναβάθμιση της πνευματικής του υπόστασης, θεωρεί ότι ο αυτοέλεγχος και οι εσωτερικές διεργασίες με εντιμότητα οδηγούν στην ηθική εξύψωση, που είναι απαραίτητη τόσο για τον ίδιο όσο και για την κοινωνία. Είναι κάθετος στις απόψεις του και δεν διστάζει να παραδεχτεί τα σφάλματά του, να αποδεχτεί τις ενοχές του και να αναλάβει το κόστος των επιλογών του, εκούσιων ή ακούσιων. Επεξεργάζεται τα γεγονότα λεπτομερώς και καταλήγει σε ασφαλή συμπεράσματα, που αποτελούν τον γνώμονα για το επόμενο βήμα στη ζωή του. Δεν χρησιμοποιεί παρελκυστικά τεχνάσματα και είναι έτοιμος να υποτάξει την εγωιστική ανθρώπινη φύση του στο κοινό καλό. Ο άλλος είναι ένας κατά συρροή παραβάτης που αποδίδει τις πράξεις του σε αψυχολόγητες παρορμήσεις (άρα δεν είναι εντελώς ένοχος), δεν πιστεύει ουσιαστικά στην απονομή δικαιοσύνης και επιχειρεί να δημιουργήσει απαράδεκτους συσχετισμούς, προκειμένου να αποφύγει το μέρος της ευθύνης που του αναλογεί. Στην πραγματικότητα επιθυμεί να συμπαρασύρει και τους άλλους στον δικό του κατήφορο, προκειμένου να δημιουργήσει συνθήκες συνενοχής, ώστε αφενός να επωφεληθεί από αυτές, αφ’ ετέρου να ράψει το κουστούμι της κοινωνίας στα μέτρα του.

Η ηθική ανωτερότητα συγκρούεται με τη μικροψυχία, η συναίσθηση αντιμάχεται την ψευδαίσθηση, η διαύγεια έρχεται αντιμέτωπη με το θολό τοπίο, ο προσδιορισμός του θύματος και του θύτη δεν μπορεί να παραμένουν υπό αίρεση.

Η ηθική δικαίωση δεν είναι ποτέ αναίμακτη. Όταν όμως επέλθει η τάξη, έρχεται η στιγμή της αλήθειας και της αποκατάστασης των πραγμάτων: Με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ποιος δικαιούται να είναι μέλος της κοινωνίας και ποιος είναι ο παρίας, που η θέση του βρίσκεται στο περιθώριο. Δύσκολη και επίπονη η διαδρομή αλλά καθοριστική η απόφαση.

Και κάτι τελευταίο: Οι επί σκηνής χαρακτήρες είναι δύο. Μήπως όμως πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, τις αντίρροπες δυνάμεις της ανθρώπινης φύσης μας; Και αν ναι (γιατί μάλλον αυτό συμβαίνει), τότε το κοίταγμα στον καθρέφτη για την τελική αναμέτρηση απαιτεί ψυχραιμία, σύνεση και αποφασιστικότητα με αξιοπρέπεια.

 

Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Η Αναστασία Κουρή σκηνοθετεί με ουσία, αποφεύγοντας κάθε λογής εντυπωσιασμούς. Με όρους γεωμετρίας, η σκηνοθετική της προσέγγιση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ευθύγραμμη. Με όρους επικοινωνίας, είναι σαφώς μετωπική. Τοποθετεί τους χαρακτήρες της μέσα σε ένα λιτό αλλά άκρως υποβλητικό περιβάλλον (σκηνικά και φωτιστικά) με τους απαραίτητους συμβολισμούς, μεριμνά ώστε να δημιουργεί μια αίσθηση διαρκούς αντιπαράθεσης και να διατηρείται επί το πλείστον η μεταξύ τους απόσταση (σε συνδυασμό με τις περί ζωής αντίθετες απόψεις τους), ενώ διαρκώς ένα μέρος του σώματός τους και κυρίως ο λόγος τους είναι στραμμένος προς το κοινό. Γιατί εκείνο που φαίνεται να έχει κατά νου, είναι η αδιάκοπη “συνομιλία” των ηρώων της με τους θεατές. Γιατί αυτός είναι ο πρωταρχικός στόχος αυτού του έργου· ο προβληματισμός με τον εαυτό μας, η αναζήτηση της θέσης που μας αναλογεί εντός ή εκτός κοινωνικού συνόλου.

Η Ρία Ντούσκα, υπεύθυνη για τις ενδυματολογικές επιλογές, ακολουθεί το χωροχρονικό πλαίσιο σε παραλληλία με την εσωτερική λογική του κειμένου, τονίζοντας τις ομοιότητες, αλλά και δίνοντας σημασία στις διαφορές.  

 

Οι ερμηνείες:

Το επί σκηνής δίδυμο είναι προφανές ότι διαθέτει μία ισχυρή συνεκτική σχέση με εμφανείς αυτοματισμούς. Δημιουργείται συχνά η ενδιαφέρουσα αίσθηση ότι πρόκειται είτε για μια μάχη “κατάποσης” της μιας ανθρώπινης πτυχής από την άλλη είτε για την οριστική λύση μιας καταστροφικής ως εκείνη τη στιγμή “συγκατοίκησης”. 

Ο Κωνσταντίνος Καραγάνης είναι ένας γοητευτικός αδιαπραγμάτευτος υπερασπιστής της ηθικής ανωτερότητας. Ο λόγος του διαθέτει τη δύναμη της γνώσης και της αυτοπεποίθησης. Η κίνησή του έχει άνεση αλλά και υποδειγματική σταθερότητα. Η επιβλητικότητά του αναβλύζει μέσα από χαμηλούς τόνους. Η συνολική του παρουσία είναι ιδιαίτερα ελκυστική για το κοινό.

Ο Δημήτρης Ζιαγάκης, επιφορτισμένος με τον “αντιπαθητικό” ρόλο του ανήθικου αντίποδα, διαθέτει την απαραίτητη εσωτερικότητα και είναι ένας ευρηματικός νευρωτικός παραβάτης κατ’ εξακολούθηση, που συνειδητά αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του. Πιεστικά επιχειρεί να συμπαρασύρει και άλλους στον ολισθηρό δρόμο του και να δημιουργήσει συνενόχους.

 

Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για μία παράσταση που εξαρχής γίνεται αντιληπτό ότι χωρίς περιστροφές απευθύνεται στην ουσία της ανθρώπινης φύσης μας. Μας παρουσιάζει τις δύο όψεις του είναι μας, που αντιμάχονται μέχρι την τελική επικράτηση και την ανάδυση μόνο της μιας στην επιφάνεια. Μια παράσταση στην οποία γίνεται σαφές ότι εμείς είμαστε οι μόνοι που αποφασίζουμε για τον “νικητή” και οι αποκλειστικά υπεύθυνοι για την ανθρώπινη ποιότητά μας.

Τολμήστε να δείτε την παράσταση με αυτοκριτική παρρησία.

 

Η ταυτότητα της παράστασης:
Συγγραφέας: August Strindberg
Απόδοση - Σκηνοθεσία: Αναστασία Κουρή
Παίζουν: Κωνσταντίνος Καραγάνης, Δημήτρης Ζιαγάκης
Ενδυματολόγος: Ρία Ντούσκα
Σκηνοθεσία
Trailer: Τάκης Ιβόπουλος
Παραγωγή:
Smoking Artists (2026)

 

Πληροφορίες:

Πρεμιέρα: Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026
και κάθε Πέμπτη στις 21:00

Διάρκεια: 70’ λεπτά χωρίς διάλειμμα

Δεν επιτρέπεται η είσοδος σε παιδιά κάτω των 12 ετών


Θέατρο ΜΙΚΡΟΣ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ
Ευμολπιδών 13, Αθήνα 118 54, τηλ. 210 3454831
E-mail: mikroskerameikos@gmail.com

Τιμές εισιτηρίων
Γενική είσοδος 15€
Φοιτητικό/ Ανέργων/ ΑμεΑ/ Άνω των 65 12€


Προπώληση

TICKET SERVICES
- online: www.ticketservices.gr
- τηλεφωνικά: 2107234567
- εκδοτήριο: Πανεπιστημίου 39, Αθήνα


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Ο παρίας" στο fractal


 

«Ν Τ Α Ρ F Σ Τ Ε Λ Ε Ρ» σε σκηνοθεσία του Θανάση Δόβρη - Θεατρική κριτική

 


«Ν Τ Α Ρ F Σ Τ Ε Λ Ε Ρ»

σε σκηνοθεσία, σκηνική σύλληψη και δραματουργία

Θανάση Δόβρη

στο Θέατρο Ρεκτιφιέ

 

“Το θέατρο δεν είναι η τελειότητα.

Είναι το λάθος που συμβαίνει μπροστά σου”.

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Το 1955 ο Αμερικανός συγγραφέας Walter M. Miller Jr. απέσπασε το πρώτο βραβείο του Hugo Award for Best Novelette για τη νουβέλα του  επιστημονικής φαντασίας “The Darfsteller”. Ο τίτλος προέρχεται από την παράφραση της γερμανικής λέξης darsteller (ηθοποιός), καθώς το πρώτο συνθετικό darf προέρχεται από το ρήμα dürfen, που παραπέμπει στη δυνατότητα ενός προσώπου να προβεί σε μια ενέργεια. Ο darfsteller είναι λοιπόν ένας ηθοποιός ο οποίος επιθυμεί να δρα επί σκηνής χωρίς να επηρεάζεται από εξωτερικές παρεμβάσεις.

Η νουβέλα “προφητεύει” την ύπαρξη μιας μεταγενέστερης εποχής όπου οι ηθοποιοί αντικαθίστανται από ανθρωπόμορφα ρομπότ, ελεγχόμενα από κεντρικό υπολογιστή, χωρίς συναισθηματική εμπλοκή στις αντιδράσεις του κοινού. Και ο darfsteller αποφασίζει να πράξει κατά βούληση, να καταστρέψει ένα ρομπότ, να ανεβεί αντ’ αυτού στη σκηνή και να δώσει ζωή στον ρόλο.

 

 
Γρηγόρης Ποιμενίδης & Φάνης Κατέχος

Η υπόθεση:

Ο Θανάσης Δόβρης, έχοντας ως υπόβαθρο το συγκεκριμένο λογοτεχνικό έργο, μας μεταφέρει σε μια πιθανή μελλοντική πραγματικότητα, όπου οι ηθοποιοί είναι απλώς κατασκευάσματα της τεχνητής νοημοσύνης, που μπορούν να προγραμματιστούν ώστε να “περιέχουν” ρόλους και να τους αποδίδουν στο κοινό μιμούμενοι με αρτιότητα και χωρίς λάθη, με ολόσωστη κίνηση, άρθρωση λόγου, συναισθηματική ένταση, χωρίς όμως οι ίδιοι να εμπλέκονται ή να έχουν διάδραση με το κοινό. Η παρουσία τους έχει ως αποκλειστικό σκοπό την προσφορά στο κοινό ενός αψεγάδιαστου θεάματος, που θα μπορεί να διεγείρει “σωστά” τον συναισθηματικό του κόσμο, ενώ παράλληλα θα απολαμβάνει ένα τέλειο από κάθε άποψη θέαμα.

Ο θεατρικός επιχειρηματίας είναι ουσιαστικά ένας επενδυτής σε προϊόντα προηγμένης τεχνολογίας, ο σκηνοθέτης έχει μόνο να φροντίσει για την αψεγάδιαστη ροή της παράστασης και οι τεχνικοί του θεάτρου να μεριμνήσουν για τη σωστή λειτουργία των εξαρτημάτων των μηχανικών ηθοποιών. Το παλιό θέατρο, το θέατρο όπως το μάθαμε, έχει πλέον πεθάνει. Και οι ηθοποιοί, εκείνοι που επιμένουν στην ομορφιά του λάθους και στη μαγεία της στιγμής, έχουν πλέον περάσει στα αζήτητα. Είναι οι αιθεροβάμονες και οι ονειροπόλοι που πεισματικά αρνούνται να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, να συνυπογράψουν το διάταγμα της υποταγής τους στην τεχνητή (ή μήπως ά-τεχνη) νοημοσύνη (ή μήπως α-νοησία).

Ένας από αυτούς τους αρνητές έχει καταντήσει καθαριστής της αίθουσας ενός σύγχρονου θεάτρου, φροντίζοντας παράλληλα να είναι τα πάντα στην εντέλεια, ακούγοντας τα προσβλητικά σχόλια όλων για την αναχρονιστική στάση του και υπομένοντας καθημερινά το μαρτύριο των “άψογων” θεατρικών παραστάσεων. Μέχρι που ένας από τους “ηθοποιούς” παθαίνει μια σοβαρή βλάβη, η επιδιόρθωσή της θα αργήσει πολύ να γίνει, αλλά η παράσταση πρέπει να ανεβεί άμεσα. Και τότε του ζητείται να τον αντικαταστήσει στη σκηνή, να παίξει τον ρόλο έστω και με τις ανθρώπινες ατέλειες, να εκτεθεί στο κοινό, να δώσει και να πάρει έστω και αν αυτή είναι η τελευταία του παράσταση.

Ίσως αυτό να είναι και το έσχατο όριο αντίστασης του ανθρώπου απέναντι σε μια τελειότητα που προσφέρεται αφειδώς και δίχως κόπο στις ανυποψίαστες και μαλθακές πλέον κοινωνίες που εξουσιοδοτούν απερίσκεπτα ασαφείς μηχανισμούς για την επίλυση των δύσκολων προβλημάτων τους. Όμως σε αυτή τη ζωή υπάρχει άραγε εξυπηρέτηση που προσφέρεται χωρίς αντάλλαγμα;

 

 
Ναυσικά Κοριαλού & Δάφνη Χασούρου

Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Θανάσης Δόβρης αρέσκεται σε σύνθετες θεατρικές δημιουργίες. Στη συγκεκριμένη περίσταση, το σωματικό θέατρο, η υποκριτική τέχνη μέσω της εκφοράς του λόγου και οι πολλαπλοί συμβολισμοί εναλλάσσονται  σε όλη τη διάρκεια της παράστασης που απλώνεται σε όλο το μήκος και πλάτος της αίθουσας –ακόμα και έξω από αυτή– προσφέροντας ένα πρωτόγνωρο και πρωτότυπο συνολικό θέαμα. Άξια βοηθός στο σκηνοθετικό του εγχείρημα, για μια ακόμα φορά, η Ίρις Τσαγρή.

Η μουσική του Γιώργου Κανουπάκη, έντονη και διαπεραστική, δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα μέσα στην οποία εξελίσσεται η δράση.

Το λιτό, ευρηματικό αλλά και πλήρως λειτουργικό σκηνικό του Στέφανου Λώλου συμπληρώνει το πρακτικό μέρος της παράστασης.

Οι φωτισμοί του Νίκου Νίκου αθόρυβα δημιουργούν την ιδανική συνθήκη μέσα στην οποία κινούνται οι δρώντες επί σκηνής.

Η ενδυματολογική προσέγγιση της Νίκης Θάνου είναι απόλυτα ταιριαστή και συνδράμει με τον δικό της τρόπο στην ύφανση της συνολικής εικόνας.

 


Βασίλης Θεοδωρίδης & Ιωσήφ Καμπουράκης

Οι ερμηνείες (αλφαβητικά):

Ο Βασίλης Θεοδωρίδης διαθέτει μια εντυπωσιακή σκηνική παρουσία, είναι πειστικός ως “δραματικός” επιχειρηματίας, που όμως μπορεί να προκαλέσει και άφθονο γέλιο.

Ο Ιωσήφ Καμπουράκης δίνει την ψυχή του για να υπηρετήσει πιστά το σωματικό θέατρο με ευχέρεια και δυναμική παρουσία από την αρχή μέχρι το τέλος της παράστασης.

Ο Φάνης Κατέχος είναι ένας πολυτάλαντος άνθρωπος της τέχνης, χαρισματικός στην εκφραστικότητα του σώματος αλλά και με υψηλής ποιότητας υποκριτικό ταλέντο, άριστος ρυθμιστής της επί σκηνής δράσης, με την ευχέρεια συνδυασμού των προσόντων του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι πάντα αξιοθαύμαστος.

Η Ναυσικά Κοριαλού είναι η νευρωτική σκηνοθέτις που παλινδρομεί ανάμεσα στο νέο και στο παλιό, με υψηλή ένταση στη σωματική εκφραστικότητα, αλλά και με πολύ μελωδική φωνή.

Ο Γρηγόρης Ποιμενίδης απλώς συναρπαστικός και συγκινητικός. Είναι ο “άνθρωπος” που δίνει τον τόνο και το νόημα στην παράσταση, με ερμηνεία καθοριστική, με ένα σώμα που μεταφέρει όλη την πίεση και την αίσθηση της απογοήτευσης, με φωνή που αφυπνίζει από τον λήθαργο της τεχνολογίας και με τη στόφα που πληροί το νόημα του ηθοποιού.

Η Δάφνη Χασούρου είναι μια παρουσία εύθραυστη, ένα πλάσμα που ενώ είναι προγραμματισμένο να μη διαθέτει συναίσθημα, κερδίζει το κοινό με την πρώτη ματιά, με το πρώτο (έστω και μηχανικό) χαμόγελο.

 

Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για μια παράσταση που, αν μη τι άλλο, ξαφνιάζει και ωθεί τον θεατή στη συνειδητοποίηση της δεινής πραγματικότητας στην οποία κινδυνεύει –αν δεν έχει ήδη συμβεί σε μεγάλο ποσοστό– να περιέλθει. Μια παράσταση που επιχειρεί να μας “τσιγκλήσει” ποικιλοτρόπως, να μας εικονοποιήσει σκόπιμα καθ’ υπερβολή τους κινδύνους που ελλοχεύουν κάτω από τον μανδύα της εξέλιξης και της προόδου. Μια παράσταση που μας καλεί να πάρουμε τώρα θέση και να ορίσουμε εμείς τις μελλοντικές εξελίξεις. Γιατί αν όλα συμβούν εν αγνοία μας ή με τη σιωπηρή συγκατάθεσή μας, μάλλον δεν έχουμε και λόγο ύπαρξης.

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

Σκηνοθεσία - σκηνική σύλληψη - δραματουργία: Θανάσης Δόβρης

Βοηθός σκηνοθέτη: Ίρις Τσαγρή

Μουσική-ήχος: Γιώργος Κανουπάκης

Σκηνικά: Στέφανος Λώλος

Φωτισμοί: Νίκος Νίκου

Κοστούμια: Νίκη Θάνου

Φωτογραφίες/Βίντεο: Γιάννης Πουλημένος

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Παραγωγή: Fabrica Athens - Πολυδραστική Ομάδα Τέχνης

 

Παίζουν (αλφαβητικά):

Βασίλης Θεοδωρίδης, Ιωσήφ Καμπουράκης, Φάνης Κατέχος, Ναυσικά Κοριαλού, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Δάφνη Χασούρου.

 

Πληροφορίες:

Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ γενική είσοδος/ 12 μειωμένο (φοιτητικά, ανέργων, άνω των 65, ΑΜΕΑ, ομαδικό)

8€ ατέλεια

*Early Bird 10 ευρώ

*Προσφορά προπώλησης, για συγκεκριμένο αριθμό εισιτηρίων ανά παράσταση.

Kατάλληλο άνω των 15 ετών

Τρέιλερ: «ΝΤΑΡFΣΤΕΛΕΡ» | performance trailer

Διάρκεια: 110 λεπτά χωρίς διάλειμμα

Προπώληση: ΝΤΑΡFΣΤΕΛΕΡ: TicketServices.gr

Και στο ταμείο του Θεάτρου

Ρεκτιφιέ – Κέντρο Έρευνας Μεικτών Παραστατικών Τεχνών

Κωνσταντινουπόλεως 119, Κεραμεικός

(5’ λεπτά από το Μετρό Κεραμεικό)

Τηλέφωνο: 6981871669


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: ΝΤΑΡFΣΤΕΛΕΡ στο fractal


«Ο θεός της σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά - Θεατρική κριτική

 


«Ο θεός της σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά

στο Studio Μαυρομιχάλη

σε σκηνοθεσία Ζωρζίνας Τζουμάκα και Χριστίνας Χριστοφή

 

“Τα κλισέ και οι βεβαιότητες του αστικού μας πολιτισμού

αποκαλύπτουν την πρωτογονική μας γύμνια”

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι η προσφιλής θεματολογία της Γαλλίδας δραματουργού Γιασμίνα Ρεζά και μέσα από αυτές έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Οι χαρακτήρες της είναι κοινοί θνητοί, οι γείτονες, οι φίλοι μας ή και εμείς οι ίδιοι (κάτι που ενδέχεται να μην το έχουμε κατανοήσει ή παραδεχτεί). Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και «Ο θεός της σφαγής», μια κοινωνικού χαρακτήρα κωμωδία που η εξέλιξη και το τέλος της αφήνει μια πικρή γεύση  στο στόμα. Γιατί όταν οι άνθρωποι, εξαιτίας μηχανισμών πυροδότησης, δείχνουν το πραγματικό τους πρόσωπο, η αλήθεια τους αναδύεται στην επιφάνεια και τις πιο πολλές φορές η έκπληξη είναι δυσάρεστη.

 


Η υπόθεση:

Δυο εντεκάχρονοι συμμαθητές, ο Μπρουνό και ο Φερντινάν, έρχονται στα χέρια για λόγο που κανένας από τους δύο δεν αποκαλύπτει. Όμως από τη συμπλοκή προκύπτει θύμα και θύτης.

Οι γονείς του Μπρουνό καταφέρνουν να του αποσπάσουν το όνομα του θύτη και απευθύνονται στους γονείς του. Τους ενημερώνουν και τους καλούν σε συνάντηση, ώστε να δοθούν αμοιβαίες εξηγήσεις και να επέλθει η εξομάλυνση της κατάστασης. Το πράγμα φαίνεται εύκολο, μιας και ζούμε σε κοινωνία πολιτισμένη, έχουμε την κατάλληλη μόρφωση, αλλά και την παιδεία ως γονείς για τη διαχείριση κρίσεων που συχνά προκύπτουν κατά την περίοδο της εφηβείας των παιδιών μας.

Πράγματι, αρχικά η ατμόσφαιρα, παρά τη διάχυτη αμηχανία, είναι άκρως πολιτισμένη και σχηματίζουμε την εντύπωση ότι θα επικρατήσει πνεύμα αλληλοκατανόησης και συμφιλίωσης, ώστε σύντομα το επεισόδιο να θεωρηθεί λήξαν μέσα σε κλίμα τυπικά φιλικό και συναινετικό. Ωστόσο, η μητέρα του θύματος πιέζει τα πράγματα, ώστε πολύ σύντομα πυροδοτείται ένα ντόμινο αρνητικών σκέψεων και εκφράσεων, που σύντομα μετατρέπονται σε εκτόξευση προσβλητικών υπαινιγμών και κατηγοριών εκατέρωθεν. Και η παρεκτροπή της κατάστασης παίρνει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις, καθώς πέρα από τις διαφορές ανάμεσα στις δύο οικογένειες αναφύονται και οι διαφορές στο εσωτερικό κάθε ζευγαριού. Παράξενες συμμαχίες δημιουργούνται που σύντομα αναιρούνται, για να εμφανιστούν στη θέση τους άλλες.

Μια καθωσπρέπει συνάντηση γονέων μετατρέπεται σε «σφαγή» όταν τα προσωπεία πέφτουν και στη θέση τους εμφανίζονται οι αληθινοί χαρακτήρες και οι απόψεις που έχουν για τη ζωή τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, όταν ο πρωτογονισμός της ανθρώπινης φύσης αναδύεται κυρίαρχος στην επιφάνεια, όταν η εγωιστική τάση για επιβολή της άποψής μας μάς αφήνει γυμνούς από την επίστρωση της «χρυσόσκονης» και δεν αντέχουμε να κοιτάξουμε τον καθρέφτη μας, όταν διαψεύδουμε τις ίδιες μας τις προσδοκίες και ο «θεός της σφαγής» ξυπνά ολοζώντανος μέσα μας. Εξάλλου, η ιστορία της ανθρωπότητας είναι πλήρης σφαγών στο όνομα πάντα ενός πανάγαθου θεού.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Το κείμενο της Γιασμίνα Ρεζά, μεταφρασμένο άψογα από τον Γιώργο Αρχιμανδρίτη, αποτελεί από μόνο του πυξίδα τόσο για τη μορφή όσο και για τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί η ιστορία επί σκηνής. Η  Ζωρζίνα Τζουμάκα και η Χριστίνα Χριστοφή σχηματίζουν την τρισδιάστατη εικόνα του και προσφέρουν στο κοινό τέσσερις αληθινούς χαρακτήρες, τέσσερις ανθρώπους της διπλανής πόρτας, που ενώ ξεκινούν με τις καλύτερες προθέσεις, μεταμορφώνονται με αργό και σταθερό ρυθμό στα αντικοινωνικά μορφώματα που συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή. Το κωμικό εναλλάσσεται με φυσικότητα και εκχωρεί τη θέση του στο δραματικό στοιχείο, συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται,  ενώ η ακαριαία μετάβαση από το ένα στο άλλο κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού. Οι ψυχολογικές μεταπτώσεις, οι «ανίερες» -έστω και προσωρινές- συμμαχίες και η άρνηση αντιμετώπισης των πραγματικών προβλημάτων τροφοδοτούν τους θεατές με πολλές και ποικίλες σκέψεις.

Η σκηνογραφική προσέγγιση της Ισιδώρας Ντούλου παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς ο χώρος αποπνέει μια μικροαστική «αρχοντιά», με την προβλεπόμενη κουλτούρα και την επιβεβλημένη τάξη, ενώ οι ενδυματολογικές επιλογές της συλλειτουργούν με αυτό που ο κάθε χαρακτήρας επιχειρεί να προβάλλει προς τους άλλους.

Τέλος, η Χριστίνα Χριστοφή έχει επιμελώς μεριμνήσει ώστε και οι φωτισμοί της να επικοινωνούν διαρκώς με την περιρρέουσα επί σκηνής ατμόσφαιρα.

 


Οι ερμηνείες:

Η Ευαγγελία Καπόγιαννη, ως Ανέτ, είναι η προσωποποίηση της μητέρας που έχει εξολοκλήρου επωμιστεί τη λειτουργία μιας οικογένειας και τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού, είναι ανεπαρκής, κάνει λάθη και παραπαίει, ζητάει απεγνωσμένα κάποιος να την ακούσει, αλλά παραμένει φωνή βοώντος εν τη ερήμω. 

Η Μαρία Μπρανίδου, ως Βερονίκ, αυταρχική, αρρωστημένα τακτική και ορθολογίστρια, απαιτεί ο κόσμος να έρθει στα μέτρα της, αφού μόνο εκείνη γνωρίζει και πράττει το σωστό. Έχει πάρει τα ηνία της οικογένειας στα χέρια της και ενώ παραδίδει μαθήματα ήθους, πρακτικά υποτιμά όλους τους άλλους.

Ο Βασίλης Πουλάκος, ως Μισέλ, είναι ο κλασικός πάτερ φαμίλιας, που ασχολείται αποκλειστικά με την προσφορά στην οικογένεια. Άγεται και φέρεται από τη σύζυγο και τα παιδιά του, ενώ ο ίδιος παραμένει ένα μικρό παιδί που απλώς αλλάζει μέγεθος και αρέσκεται και αρκείται στην ανακήρυξή του σε αρχηγό.

Ο Δημοσθένης Φίλιππας, ως Αλέν, είναι ο γνωστός σε όλους κατ’ όνομα οικογενειάρχης, που αφού έπραξε το καθήκον του (γάμος και παιδί) και αποτελεί την αποκλειστική πηγή εισοδήματος, απαιτεί και επιβάλλει την περιχαράκωση του χώρου του και την απρόσκοπτη ενασχόληση του με την επαγγελματική του ανέλιξη χωρίς παρεμβολές. 

 


Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για μια παράσταση η οποία απεικονίζει τα πιο μελανά σημεία από την πραγματικότητα που αρνούμαστε ως γονείς και ως κοινωνία να δούμε και να αντιμετωπίσουμε, μια παράσταση που μιλάει ανοιχτά για όσα διαχρονικά επιχειρούμε ανεπιτυχώς να σπρώξουμε κάτω από το χαλί, επειδή δεν έχουμε τη δύναμη και την πίστη να σπάσουμε το στρεβλό είδωλο που βλέπουμε στον καθρέφτη μας, μια παράσταση από την οποία μόνο όφελος μπορεί να προκύψει για το ανθρώπινο είδος. Για να βάλουμε επιτέλους στην άκρη του εκάστοτε «θεό της σφαγής».

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο: Γιασμίνα Ρεζά

Μετάφραση: Γιώργος Αρχιμανδρίτης

Σκηνοθεσία: Ζωρζίνα Τζουμάκα, Χριστίνα Χριστοφή

Σκηνικά – Κοστούμια: Ισιδώρα Ντούλου

Φωτισμοί – Βίντεο: Χριστίνα Χριστοφή

Φωτογραφίες: Χρήστος Καλαϊτζής

Παραγωγή: ΜΠΙΠ

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

 


Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά):

Ευαγγελία Καπόγιαννη, Μαρία Μπρανίδου, Βασίλης Πουλάκος και Δημοσθένης Φίλιππας.

Τρέιλερ: https://www.youtube.com/watch?v=_fozIbUY-6c

 

Πληροφορίες:

Πρεμιέρα 17 Οκτωβρίου

Κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή στις 21:15

Τελευταία παράσταση 6 Δεκεμβρίου

Διάρκεια: 75 λεπτά

Τιμές εισιτηρίων: 18 ευρώ (κανονικό), 12 ευρώ (φοιτητικό, ανέργων), 10 ευρώ (ατέλεια).

Προπώληση:

www.more.com/gr-el/tickets/theater/o-theos-tis-sfagis-2/

Τηλέφωνο κρατήσεων: 210653330

Studio ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ (Μαυρομιχάλη 134, Εξάρχεια)


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Ο θεός της σφαγής" στο fractal