ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

"Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας" Χ. Γ. Ρώμας - Δ. Φιλελές

 



Δείτε το βιβλίο με ένα κλικ
στον σύνδεσμο που ακολουθεί


Αγαπημένες φίλες και φίλοι,

Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και τιμή για την κυκλοφορία αυτού του έργου, που αποτελείται από 466 σελίδες και περιλαμβάνει:

♦ την ιστορική γραμμή της νεοελληνικής λογοτεχνίας

♦ τις σχολές και τα λογοτεχνικά ρεύματα που αναπτύχθηκαν στη ροή του χρόνου

♦ τις σημαντικότερες μορφές τις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από τον 10ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας.

Τιμή ιδιαίτερη, επειδή το όνομά μου βρίσκεται με τη συγγραφική ιδιότητα δίπλα στο όνομα του Δασκάλου μου, κορυφαίου φιλόλογου και συγγραφέα Χρίστου Γ. Ρώμα.

Χαρά για την έκδοση ενός μνημειώδους έργου που απευθύνεται:

♦ σε όλο το αναγνωστικό κοινό χωρίς εξαίρεση

♦ στους λογοτέχνες που θέλουν να γνωρίζουν την πορεία της ελληνικής λογοτεχνικής δημιουργίας μέσα στον χρόνο

♦ στους δασκάλους και τους φιλολόγους που θέλουν να πλουτίζουν τις γνώσεις τους

♦ στους φοιτητές των παιδαγωγικών και φιλολογικών τμημάτων

♦ στους υποψήφιους των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο:

♦ μέσα από το ηλεκτρονικό πωλητήριο του εκδοτικού οίκου

♦ με παραγγελία στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας.


Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

"Συγγνώμη Κύριε Μπέκετ" της Σοφίας Φιλιππίδου - θεατρική κριτική

 


Συγγνώμη Κύριε Μπέκετ

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Για δεύτερη συνεχόμενη θεατρική σεζόν ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία η θεατρική παράσταση «Συγγνώμη Κύριε Μπέκετ» της Σοφίας Φιλιππίδου στο «Μαγαζάκι της Τ3χνης» στα Εξάρχεια. Η πολυτάλαντη καλλιτέχνις, με τη διπλή ιδιότητα της συγγραφέως και της σκηνοθέτιδας,  μεταφέρει επί σκηνής το ομότιτλο θεατρικό της πόνημα, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2025 από τις Εκδόσεις «Οδός Πανός» του Γιώργου Χρονά (ISBN: 978-960-477-714-3).

 

Εισαγωγικά:

Η συγγραφέας ως εξερευνήτρια με εξειδικευμένη γνώση εισδύει στο θεατρικό σύμπαν του Μπέκετ, μελετά την απελπισία, την απουσία της προσδοκίας, την έννοια του τίποτα και, όπως η ίδια χαρακτηριστικά αναφέρει στο επίμετρο του βιβλίου της, «αργά και βασανιστικά, με πολύ διάβασμα και πολύ γράψιμο (από τον Μάιο του 2024 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025)», με μια «συγγνώμη» ευγενικής διαφωνίας αποστασιοποιείται κινούμενη σε παραλληλία, για να δημιουργήσει τους ευφάνταστους δικούς της χαρακτήρες που δεν καθηλώνονται στην τυπική «συνομιλία» με τον νομπελίστα Ιρλανδό λογοτέχνη, αλλά κάνουν πολλά παραπέρα βήματα –όπως ταιριάζει στην ακατάπαυστη ροή της ζωής– μέσα από πρωτότυπες κωμικοτραγικές  καταστάσεις. Η υπαρξιακή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου, της μετά Μπέκετ εποχής, αποτυπώνεται μέσα από την παρωδία και τον επιφανειακό παραλογισμό αναδύονται άλλοτε πικρές και άλλοτε καυτές αλήθειες, σατιρίζοντας και απογυμνώνοντας την επιβεβλημένη κανονικότητα και δημιουργώντας ρήγματα με τον κοινά αποδεκτό αξιακό κώδικα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Οι κρίσιμες παρεμβολές του χορού της αρχαίας τραγωδίας και η επιλογή των σαιξπηρικών αποσπασμάτων, η άκαιρη (όχι όμως και άκυρη) εμφάνιση του Γκοντό αλλά και του φαντάσματος του ίδιου του Μπέκετ που δυστροπεί, αλλά και προβληματίζεται βαθιά, έρχονται για να δημιουργήσουν απρόοπτες αναστατώσεις. Όμως ένας από μηχανής βρικόλακας εμφανίζεται για να πει τις αλήθειες που αποσιωπούνται και να βάλει ίσως τα πράγματα σε μια τάξη με τον δικό του τρόπο.

 


Η υπόθεση:

Ένα ομόφυλο ζευγάρι ζει κυνηγημένο από τους εξολοθρευτές του σε ένα καμένο δάσος έξω από την πόλη. Όμως οι σύγχρονοι αυτοί παρίες δεν παύουν ούτε να αγαπούν, ούτε να ονειρεύονται, ούτε να ατενίζουν το μέλλον, αναζητώντας ακόμα απαντήσεις σε ερωτήματα διαχρονικά αναπάντητα. Μπροστά από τα μάτια τους παρελαύνουν οι «κανονικοί» άνθρωποι της πόλης με όλες τις ψυχοσωματικές δυσμορφίες και δυσλειτουργίες τους. Δυο κόσμοι που όταν συνυπάρχουν, οι αντιθέσεις κορυφώνονται αυτόματα, τα χάσματα είναι αυτονόητα αγεφύρωτα και η οποία προσπάθεια συμβίωσης είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Γιατί το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπουν την ίδια εικόνα είναι εντελώς διαφορετικό· άρα και η ερμηνεία της ως πραγματικότητα.

Ωστόσο, μέσα από τη σάτιρα, τον αντίλογο στην κοινή λογική, την ποίηση και τη μουσική που κάνουν τον κόσμο αν όχι πιο όμορφο, τουλάχιστον πιο υποφερτό, την αποκάλυψη της κατάρας του Γκοντό, της λύσης των παρεξηγήσεων με τον Μπέκετ, αλλά και την υποστηρικτική από μηχανής παρουσία ενός βρικόλακα, οι χαρακτήρες κάνουν τις επιλογές τους, καταλήγουν στις αποφάσεις τους και παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Και αυτόν τον λίγο αλλά τόσο πολύτιμο χρόνο που έχουμε και ονομάζουμε ζωή, δεν τον αφήνουν πλέον να κυλά σαν νερό μέσα από τα χέρια τους.

Μέχρι όμως να φτάσουμε στο τέλος της διαδρομής –ή την αρχή της επόμενης– έχουμε να δούμε και να ακούσουμε πολλά και σημαντικά· και καθένας ας τα αξιολογήσει μέσα από την εικόνα του κόσμου όπως την αντιλαμβάνεται εντός και εκτός του. Ας σταχυολογήσουμε: Μπορεί μια οικογένεια να είναι απλώς μυθοπλάστες της αγάπης; Ποιος τολμάει να πει πιστεύω ή δεν πιστεύω στον Θεό; Πόσο συναρπαστικό είναι να κοιτάζουμε μέσα μας; Είναι μήπως η ευτυχία κάτι απελπιστικά στιγμιαίο; Μπορεί η μητροκτονία να είναι μια πράξη άμυνας; Πώς μπορεί αυτός ο κόσμος να είναι δίκαιος; Ποιος αποδέχεται ότι είναι ο ταλαιπωρημένος δούλος μιας διεφθαρμένης εξουσίας; Πόσο πιθανό είναι μια χελώνα να αγαπήσει βαθιά έναν λύκο; Πόσο κοστίζει το τελευταίο αμερικάνικο όνειρο; Ο χαμένος παράδεισος και η απόδραση από την κόλαση είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος; Είναι η τέχνη ασφυκτική χαρά; Πού τελειώνει η αλήθεια και που αρχίζει το ψέμα; Σε τι διαφέρει το θέατρο από τη ζωή; Τι θα ήταν το θέατρο χωρίς τη ζωή;

Όλα τα ερωτήματα (και άλλα πολλά) επί σκηνής και όλες οι απαντήσεις, αν υπάρχουν ή αν χρειάζεται να δοθούν, στην καθημερινή πράξη της ζωής.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Βαθιά γνώση, βαθιά αγάπη, επίπονη προεργασία, προσήλωση στον στόχο, σεβασμός στη θεατρική τελετουργία και στο κοινό είναι το μείγμα των συστατικών με το οποίο η Σοφία Φιλιππίδου δομεί το σκηνοθετικό της πλαίσιο και τοποθετεί τους χαρακτήρες της. Δίνοντας σημασία στη λεπτομέρεια, μας κάνει κοινωνούς όχι μόνο της αρτιότητας, αλλά κυρίως της τρυφερότητας με την οποία ντύνει τους ήρωές της και τους παραδίδει στο κοινό, για να τους αγαπήσει, να γελάσει, αλλά και να πονέσει μαζί τους. Γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι τα τραύματα είναι κοινά, όπως κοινός είναι και ο τρόπος αντιμετώπισής τους.

Αρωγοί της στο σκηνοθετικό έργο ο Παναγιώτης Σπύρου και η Θάλεια Θεοδωρίδου και στις ενδυματολογικές επιλογές η Νίνα Φωτιάδου.

Τα λιτά σκηνικά του Κώστα Φωτόπουλου διακρίνονται για την ευρηματικότητα και τη λειτουργικότητά τους, εξυπηρετώντας απόλυτα τις ανάγκες της παράστασης.

Οι φωτισμοί του Παναγιώτη Σπύρου συμπορεύονται με την εναλλασσόμενη συναισθηματική διάθεση των χαρακτήρων  είναι αθόρυβα παρόντες, κάνοντας παράλληλα ένα ζωηρό παιχνίδι με τις σκιές.  

Η μουσική των Μιχαήλ-Εφραίμ Τσουμπού και Σάββα Παριανού δίνει το δικό της ηχόχρωμα στην παράσταση, ανεβάζοντας τη διάθεση αλλά και  τους τόνους της αισιοδοξίας. 

 


Οι ερμηνείες:

Η ομάδα των ηθοποιών λειτουργεί πραγματικά ως ένα σώμα μια ψυχή. Αφοσιωμένοι στους πολλαπλούς ρόλους, τους υπηρετούν πιστά, τους ενσωματώνουν και δημιουργούν πάνω στη σκηνή ένα θεατρικό θαύμα.

Κάνουμε μια επιλεκτική αναφορά:

Ο Μάριος Καλογεράκης είναι ένας απελπισμένος Γκοντό, ένας παρών παντοτινά απών, μια γκροτέσκα τραγική φιγούρα, ένας αγανακτισμένος άνθρωπος (ίσως) καταδικασμένος να είναι σε όλους γνωστός επειδή παραμένει στην αφάνεια.

Ο Παναγιώτης Καλούδης, είναι ένας ονειροπόλος σχοινοβάτης που αιωρείται μόνο στο όνειρό του, καταδικασμένος από τη μητρική καταπίεση να γίνει ένας ακόμα «επιτυχημένος» επαγγελματίας και ένας ακόμα κατ’ ανάγκη οικογενειάρχης.

Ο Αποστόλης Κεπεσίδης, ο Κούκη, είναι λεπτός και τρυφερός, δοτικός και συγκρατημένα ρομαντικός, βλέπει την θετική πλευρά των πραγμάτων είναι λιτός και πρακτικός, σταθερός στις επιλογές του και πάντα έτοιμος να προασπίσει τον έρωτά του χωρίς μεγαλοστομίες. 

Η Κωνσταντίνα Λαμπροπούλου, ως μητροκτόνος γιος, προσφέρει μια συγκλονιστική κατάθεση ψυχής, σχηματίζοντας την τρυφερή εικόνα της αγάπης με την αγνότητα και την ανιδιοτέλεια που την αντιλαμβάνεται ένα παιδί.

Ο Λάμπρος Πρέντζας, ο Μπούκη, είναι η προσωποποίηση της παιδικής αθωότητας, της όμορφης άγνοιας του κινδύνου, της ονειροπόλησης, αλλά και της αθωότητας που καθρεφτίζεται συνεχώς στο βλέμμα του.

Η Ασημένη Τούντα, η χελώνα Μάγκι, μας συμπαρασύρει γλυκά στο αμερικάνικο όνειρό της και, ως κρυφή ερωμένη του λύκου, μας προσφέρει έναν συναρπαστικό κωμικοτραγικό επικήδειο.  

Ο Μιχαήλ-Εφραίμ Τσουμπός είναι ο πιο συμπονετικός και αγαπημένος λύκος της θεατρικής μυθοπλασίας με το ιδιόρρυθμο βάδισμα, τα εύηχα γρυλίσματα, τη γενναιοδωρία, αλλά και τις απρόσμενες ξεκαρδιστικές ατάκες του.

Η Ειρήνη Τσώλη είναι μια περσόνα πρωταγωνίστριας, με όλη την έπαρση και τη σκληρότητα που ταιριάζει σ’ εκείνη που παίρνει τον πρώτο ρόλο μαζί με πολλών χρωμάτων χάπια, επιβεβαιώνοντας την «κρυφή ομορφιά» της ταξικότητας ακόμα και στην τέχνη.

Η Ευτυχία Φραντζεσκάκη, ο ντετέκτιβ Πόε, μας χαρίζει ένα ποιητικό παραλήρημα του σύγχρονου παραλογισμού με κλιμακωτή εμφατικότητα και εμβόλιμες φράσεις που χτυπούν σαν σφυριά.

Η Νίνα Φωτιάδου είναι ο συναρπαστικά εκρηκτικός βρικόλακας με τα δύο πρόσωπα, καθώς το ένα εκτοξεύει σαρκαστικά τις σκληρές αλήθειες και το άλλο είναι ευάλωτο στις προσωπικές του ευαισθησίες και κυρίως στη μαγεία του θεάτρου.

 


Συνοπτικά: Ο θεατής γίνεται μέρος της παράστασης από την πρώτη στιγμή. Όσα λέγονται, όσα συμβαίνουν, όσα ανήκουν στο παρελθόν που δημιουργεί το παρόν και προδιαγράφει το μέλλον, όλα τον αφορούν. Όλα είναι μέρος της ίδιας του της ζωής. Γίνεται συμμέτοχος στο θαύμα που συντελείται επί σκηνής· εκεί που το θέατρο γεννιέται μέσα από τη ζωή και η ζωή τρέφεται από το θέατρο. Οι επί σκηνής χαρακτήρες έχουν ενσωματώσει ένα μικρό ή μεγάλο κομμάτι από τις ζωές όλων μας, από όσα βαραίνουν την ανθρώπινη ψυχή και πάντα αναζητά τρόπο να απαλλαγεί για να κάνει το επόμενο βήμα. Πρόκειται για μια παράσταση-σταθμό στο ελληνικό ρεπερτόριο του θεάτρου του παραλόγου, που η τροχιά της στο θεατρικό στερέωμα προβλέπεται μακρά.

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

 

Σκηνοθεσία / Κοστούμια / Καλλιτεχνική επιμέλεια / Φωτογράφιση: Σοφία Φιλιππίδου

Μουσική: Μιχαήλ-Εφραίμ Τσουμπός, Σάββας Παριανός

Σκηνικά/Αφίσα: Κώστας Φωτόπουλος

Βοηθός Σκηνοθέτη / Φωτισμοί: Παναγιώτης Σπύρου

Β΄ βοηθός Σκηνοθέτη: Θάλεια Θεοδωρίδου

Βοηθός ενδυματολογικού: Νίνα Φωτιάδου

Μακιγιάζ: Στεφανία Ανέστη

Οργάνωση παραγωγής: Αποστόλης Κεπεσίδης

Επικοινωνία: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας

Νομική σύμβουλος: Μαίρη Φραγκιαδάκη ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΜΚΕ Τ3ΧΝΗ


Ερμηνεύουν: 

Μάριος Καλογεράκης, Παναγιώτης Καλούδης, Αποστόλης Κεπεσίδης, Κωνσταντίνα Λαμπροπούλου, Λάμπρος Πρέντζας, Ασημένη Τούντα,  Μιχαήλ-Εφραίμ Τσουμπός, Ειρήνη Τσώλη, Ευτυχία Φραντζεσκάκη , Νίνα Φωτιάδου.

 


Μαγαζάκι της Τ3χνης, Ν. Νοταρά 60. Εξάρχεια /Αθήνα

Παραστάσεις: Κυριακή στις 18:00, Δευτέρα στις 21:00.

Διάρκεια παράστασης: 105΄ λεπτά

Είσοδος/Κρατήσεις: Ελεύθερη είσοδος με προαιρετική συνεισφορά

Απαραίτητη η προκράτηση θέσεων (40 θέσεις)

στο email: magazakithst3xnhs@gmail.com


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Συγγνώμη Κύριε Μπέκετ" στο fractal

 

"Ο χώρος κλιματίζεται" του Τάκη Ιβόπουλου - κριτική ποιητικού έργου

 


Τάκης Ιβόπουλος – Ο χώρος κλιματίζεται

από την «Εκδοτική Άνεμος» – ISBN 978-960-642-144-0

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Με τον πρωτότυπο και ελκυστικό τίτλο «Ο χώρος κλιματίζεται» μας προσκαλεί ο Τάκης Ιβόπουλος στο ποιητικό του σύμπαν, επιχειρώντας εξαρχής να δημιουργήσει ευνοϊκή προδιάθεση συμπόρευσης στον αναγνώστη. Με λόγο μεστό και λιτό, με γλώσσα στρωτή, με εγκρατή λυρισμό, με σαφήνεια νοημάτων και μηνυμάτων, ο ποιητής μας προσκαλεί να συνταξιδέψουμε στον κόσμο των ορατών αλλά και των οραμάτων, του πραγματικού αλλά και του ονειρικού, του αισθητού αλλά και του ανεπαίσθητου που κάνει, τελικά, τη διαφορά.

Ποιήματα σε στίχο ελεύθερο, που εύκολα ο αναγνώστης εξοικειώνεται μαζί τους, καθώς η γραφή διαθέτει εσωτερική ταχύτητα ροής και ενισχύει την επιθυμία της προσέγγισης του έργου με μια ανάσα. Επειδή, στην πραγματικότητα, οι τίτλοι χρησιμοποιούνται μόνο ως προειδοποιητικά σήματα ότι γίνεται μετάβαση από τη μια σκέψη στην επόμενη ή από μια θεματική ενότητα σε μια άλλη, χωρίς όμως ποτέ να διακόπτεται το υπόβαθρο της ενιαίας εικόνας και της συνολικής αντίληψης των πραγμάτων.

Έχοντας ολοκληρώσει την ανάγνωση, διαπιστώνουμε ότι ο ποιητής με ειλικρίνεια και δίχως υπονοούμενα μας παραδίνεται όχι ως κρινόμενος αλλά ως εξομολογούμενος· όχι για να λάβει άφεση (δεν τη χρειάζεται), αλλά για να ιδωθεί στην πραγματική του διάσταση και η ύπαρξη του –φυσική και πνευματική– να εκτιμηθεί όπως ακριβώς είναι. Μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μια ποιητική αυτοβιογραφία που προκύπτει ως εσωτερική ανάγκη, καθώς ο δημιουργός μας ενημερώνει ότι έχει ήδη διανύσει μισόν αιώνα ζωής.

Μελετώντας το έργο, ανακαλύπτουμε τις επιμέρους νοηματικές ενότητες, τις σήραγγες μέσα από τις οποίες διέρχεται ο Ιβόπουλος, κατευθυνόμενος πάντοτε προς το ποθητό φως.

 

* Το προσωπικό όραμα της ελευθερίας μέσα από την ποίηση

Από το πρώτο κιόλας ποίημα ο δημιουργός μας φέρνει σε επαφή με τους πνευματικούς συνοδοιπόρους του· με τον Ρίτσο, τον Ελύτη, τον Καβάφη, τον Καββαδία και όλους εκείνους που τον μύησαν και τον ταξίδεψαν στις μυστικές διαδρομές της ποιητικής μαγείας. Μέσα από τον λόγο τους αντιλαμβάνεται την ουσία της ζωής, αναλαμβάνει το μέγεθος της ευθύνης που του αναλογεί στον πεπερασμένο κόσμο και αναρωτιέμαι αν το τέλος του θα έρθει με έναν γδούπο ή με έναν λυγμό.

Όσο, όμως, υπάρχει η βεβαιότητα του τέλους, άλλο τόσο υπάρχει και η απόσταση που καθένας μας θα κατορθώσει να διανύσει και οι μάχες που θα επιλέξει να δώσει, γνωρίζοντας πως είναι ο θάνατος που μάχεται για τη ζωή.

* Πώς βλέπει ο ποιητής τη ζωή;

Οι ελπίδες για τον ποιητή είναι μια χίμαιρα,  μια άγρια αγέλη που ορίζει την ανθρώπινη ματαιότητα. Και αν βρούμε το θάρρος να τις εξοντώσουμε, θα μας απομείνει η αγάπη ως προοπτική. Κάπως έτσι ξεκινά το ταξίδι των διασταυρώσεων με την τυχαιότητα, κατά τον ποιητή, να παίζει κυρίαρχο ρόλο, αφού ακόμα και οι κάποτε άγγελοι των λογισμών μας καταλήγουν έκπτωτοι και μας συμπαρασύρουν:

Πέφτουν μαζί μας / όχι από αγάπη μας ούτε κι από μίσος... / Από περιέργεια.

* Η κίνηση στον χώρο και τον χρόνο

Τόπος συνάντησης των χαρακτήρων του ποιητή η δική του Μαύρη Αθήνα, ένας άγονος αγρός χωρίς μόνιμους κατοίκους, όπου οι διερχόμενοι βιώνουν χωρίς ελπίδα την προσωπική αίσθηση του χρόνου.

Εκεί ο ασπρομάλλης γέροντας του μαθαίνει την αξία της πτώσης, που μόνο αυτή μπορεί να τον οδηγήσει στην πτήση. Εκεί και ο σκυφτός αχθοφόρος που ορθώνεται όταν βάζει φωτιά και καίει Ένα τεράστιο μαύρο Εγώ. Εκεί και η νύχτα με τα ξωτικά της που άνθρωποι λέγονταν κάποτε, αλλά και με τη μορφή της γυναίκας που μέσα στο σκοτάδι ακτινοβολεί ερωτικό κόκκινο χρώμα.

Ακόμα και στο γύρισμα της μέρας, το σκοτάδι βαραίνει των περαστικών τα βλέμματα στον αργαλειό της ζωής. Χρειαζόμαστε πολλή πίστη στο φως για να το αντέξουμε!

Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο κινούνται οι οραματιστές, οι καλλιτέχνες που προσπαθούν να δώσουν ζωή στο άψυχο και δίνουν μάχη για να μιλήσουν για όσα δεν λέγονται, να γίνουν απαντήσεις σε μελλοντικά ερωτήματα.

Όμως ο ορυμαγδός των κοινών θνητών εξακολουθεί να ματαιοπονεί επιζητώντας τον έλεγχο των ακίνητων πραγμάτων, αργώντας πολύ να αντιληφθεί ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μαριονέτα των θεών. Γιατί η ουσία της ζωής βρίσκεται στην αδιάκοπη κίνηση, στη ροή που μας απαλλάσσει από τη στατικότητα και οδηγεί τις ψυχές στην αθανασία. Και μόνο τα ποτάμια που χύνονται στη θάλασσα μα δεν πεθαίνουν και τα ποιήματα που γίνονται ζωή και πάντα επιστρέφουν μπορούν να μας δείξουν τον δρόμο.

* Μια μάχη χωρίς νικητή

Ο ποιητής, με βήμα σταθερό, οδοιπορεί και αναζητά την αλήθεια – όχι την κατ’ ανάγκη κοινή αλήθεια ως κοινή παραδοχή, αλλά τη δική του, τη διαμορφωμένη από τα προσωπικά του βιώματα. Σώμα και πνεύμα αντιμάχονται αμείλικτα, δίνοντας τιτάνιο αγώνα επικράτησης ή συνύπαρξης· ποιος ξέρει;

Συναρπαστική η κραυγή: Είμαι ο Προμηθέας / δεμένος στον βράχο της Ύλης.

Κι εκείνο το ταξίδι για την Ιθάκη θα γίνει άραγε ποτέ; Και ποιος θα το τολμήσει; Σκοτεινή πια και απόμακρη και ερημική, θέλγητρα δεν έχει πια για τους πολλούς. Μα πάντα ένας Οδυσσέας θα ξεχωρίσει μέσα από το πλήθος για να κρατήσει τη φλόγα της περιπλάνησης ζωντανή.

Ένας ποιητής θα αξιωθεί – με μια πυξίδα που δεν δείχνει τον Βορρά και με την Ιφιγένεια, το τελευταίο πλοίο – να γευτεί τα αρώματα των τόπων και των ανθρώπων δίχως να δρέψει καρπούς και πλούτη, δίχως τίποτα από εκεί να ξεριζώνει, δίχως εκείνος πουθενά να ριζώνει, μέχρι να αγγίξει το όραμά του και Εκεί την Ιφιγένεια να θυσιάσει.

* Τα αόρατα και τα ορατά

Από τον κόσμο των ιδεών ο ποιητής επιστρέφει στην επώδυνη πραγματικότητα. Οι αναζητήσεις του παραμονεύουν αναπάντητες και ολοζώντανες, οι παιδικοί φόβοι ενεδρεύουν,  ενώ η κάθαρση παραμένει το ζητούμενο, γιατί μόνο έτσι θα απολαύσει τη στοργή μιας αέρινης αγκαλιάς και μιας φωνής που θα του ψιθυρίσει μη φοβάσαι / γιατί όλα έχουν ήδη συμβεί. Γιατί έτσι και τα σκοτεινά σημεία, τα αγκάθια και τα δάκρυα, θα γίνουν στο πρόσωπο ένα χάδι.

Και ενώ όλοι και όλα γύρω του κινούνται βιαστικά, ο ποιητής επιλέγει να γίνει υπομονετικός παρατηρητής ενός ανάξιου κόσμου, να απολαύσει τη φθορά, καθώς τον ρήμαξε η ελπίδα των πολλών. Νικημένος από την απουσία, στρέφεται και βιώνει το όνειρο. Και καθώς Η τυφλότητα είναι πλέον προτεραιότητα, το αόρατο μεταμορφώνεται σε υπαρκτό.

Με την περιπλάνηση να κατευθύνεται από το Γκάζι στην Πλατεία Βάθης, όπου η ανθρωπομάζα αναζητά στα σκουπίδια το χαμένο Ελντοράντο και των ανθρώπινων ερειπίων Τα όνειρα καίγονται το καλοκαίρι / και οι στάχτες μοιράζουν τη ζωή.

* Εσωστρεφείς αναπολήσεις

Με την αίσθηση της πικρίας, ο ποιητής στρέφεται και πάλι μέσα του αναπολώντας τα χαμένα μονοπάτια της αθωότητας, τις αναρριχήσεις του στις πέτρες του πεπρωμένου, τις σκιώδεις αναζητήσεις του που ταξιδεύουν απ’ το μονοπάτι της φαντασίας, τους πόθους του για τα ταξίδια, μέχρι να καταλήξει στην οριστική φυγή, μακριά από όνειρα και έρωτες ανεπίδοτους.

Όμως, ακόμα και έτσι, ένα γέλιο γυναικείο, γνώριμο, οικείο πάντα καραδοκεί, έτοιμο να τον εκτρέψει από την πορεία του. Αντιστέκεται, επιλέγει την ευεργετική μοναξιά, το φως, τα όνειρα, αυτά τα λίγα που, όταν είναι αληθινά, γίνονται πολλά. Ωστόσο, μια προσδοκία εξακολουθεί να φωτίζει σαν μικρό λυχνάρι τις πιο απόκρυφες πτυχές της ψυχής του. Γι’ αυτό συλλέγει με προσοχή τις πολύχρωμες κλωστές υφαίνοντας όνειρα για όλους. Αυτά είναι οι αποσκευές, τα όπλα, η κατάρα και η ελπίδα του. Με αυτά πορεύεται δια βίου. Και όταν επιστρέφει στην πραγματικότητα των πολλών, συμβιώνει με την ένδειξη ότι τουλάχιστον ο χώρος κλιματίζεται!

* Επιστροφή στη νυχτερινή περιπλάνηση

Πόλος έλξης η νύχτα, όπου τα ποιήματα σκοτεινιάζουν, τα λάθη χορεύουν, οι μάσκες πέφτουν και η κρίση γίνεται τόπος κοινός. Στη γνώριμη διαδρομή οι άγνωστοι δίνουν στον ποιητή την αφορμή να σμιλέψει τα λόγια του πάνω στην πέτρα και να την «πετάξει» σε όσους θελήσουν να τη σηκώσουν· τους ανήκει άλλωστε. Εκείνος έχει πλέον φτάσει στον προορισμό του· εκείνη – που τον πλημμυρίζει με την παρουσία της, αλλά και με τον φόβο της απώλειας.

* Η ζωή σαν σκηνές κινηματογραφικής ταινίας

Ήχοι και εικόνες παρεμβάλλονται και δημιουργούν «θόρυβο». Ο ποιητής καταβάλλει προσπάθεια να συλλάβει το μήνυμα του κόσμου που τον περιβάλλει, το μήνυμα της ζωής και του θανάτου, των αλλεπάλληλων εσταυρωμένων, των ελεύθερων νηπενθών, το κρίσιμο σημείο της αρχής που συμπίπτει με το τέλος και που το γέλιο σμίγει με το δάκρυ. Μέσα από τους επαναλαμβανόμενους κύκλους  επιχειρεί να απαντήσει στα «γιατί;», να αγγίξει τη γνώση, μέχρι που διαπιστώνει ότι: Κάνεις θνητός δεν θυμάται / των άλλων τα παθήματα. / Κάθε γενιά τα πάντα γνωρίζει, /  αλλά τη ζωή της μια νεφέλη την ορίζει. Και η αέναη εναλλαγή ρόλων τον οδηγεί στο αβίαστο αποκρυστάλλωμα της θεώρησης των πραγμάτων: Ο κατακτητής θα γίνει δούλος / κι ο σκλάβος κάποτε θα γίνει βασιλιάς.

* Ένα –ευτυχώς– αναπάντητο ερώτημα

Γιατί έγινε άραγε αυτό το ταξίδι; Ποια ήταν τα ερεθίσματα που ώθησαν μια ανθρώπινη ψυχή να μοιραστεί με τους εν δυνάμει αναγνώστες όλες αυτές τις σκέψεις, τις απορίες, τους προβληματισμούς; Τι άλλο από την αδιάκοπη αναζήτηση, που είναι η ουσία της ζωής; Η αίσθηση της κίνησης που δημιουργεί την αίσθηση της ύπαρξης όχι τόσο ως φυσικής παρουσίας, αλλά κυρίως ως πνευματικής υπόστασης. Στ' αλήθεια, δεν πρόκειται για ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις για να κλείσει ένας κύκλος, αλλά για ερωτήματα που θα γεννήσουν άλλα, αναπάντεχα, απρόσμενα, για να ανοίξει ένας νέος κύκλος, όπως συμβαίνει με όλες τις αλυσιδωτές αντιδράσεις στη φύση.

Γι' αυτό και στο καταληκτικό και απολογιστικό ερώτημα του ποιητή Πότε σταματούν τα ποιήματα; επιλέγουμε και εμείς να (του) απαντήσουμε ρωτώντας: Πότε στ’ αλήθεια σταματά το ποτάμι της ζωής;

 

Συνοπτικά, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία λέξη, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σκέψη, συμπλεύσαμε με τον δημιουργό, κρατηθήκαμε χέρι-χέρι σε δρόμους ανηφορικούς και κατηφορικούς, σε συνθήκες ευοίωνες ή μελαγχολικές, σε μνήμες κάποτε παράλληλες, σε αναζητήσεις πραγματικές ή φανταστικές, χωρίς όμως ούτε στιγμή να πλήξουμε ή να χάσουμε το ενδιαφέρον μας.

 


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Τάκης Ιβόπουλος γεννήθηκε στην Αμφιάλη όπου συνεχίζει να ζει μέχρι και σήμερα. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής στον Δήμο Κερατσινίου και σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου στο Εργαστήρι Tabula Rasa. Δημιούργησε ως παραγωγός και σεναριογράφος την ταινία «Ο Σίσυφος είναι ευτυχισμένος» το 2023 και σκηνοθέτησε την ταινία «Αντέχεις στο σκοτάδι» που συμμετείχε στο 5ο Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας «Agatha» το 2024.

Επίσης έχει συμμετάσχει ως ηθοποιός σε θεατρικές παραστάσεις και ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, καθώς και ως βοηθός σκηνοθέτη στην παράσταση «Σαν περάσουν πέντε χρόνια» το 2023 στο θέατρο Άβατον.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του, γράφει ποίηση, σενάρια, πεζά και θεατρικά έργα. Αυτή είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Ο χώρος κλιματίζεται" στο fractal

 

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Ανθρωπομάζα

 


Ανθρωπομάζα

 

Είναι, λέει, κοινοί θνητοί

πλειονότητα μεν, σιωπηροί δε

παναπεί ανίκανοι για οτιδήποτε

αλλά εξίσου ικανοί για το μοιραίο

παναπεί ανώνυμη ανθρωπομάζα που

μαθαίνει όσα είναι αρκετά να ξέρει

μάχεται πειθήνια για τα κατ’ εντολή ιδανικά

τρέφεται με όσο της είναι απαραίτητο για την επιβίωση

καταναλώνει άκριτα ό,τι την ταΐζουν

αναπαράγει το εργατικό δυναμικό

χειραγωγείται στο εκτροφείο των μεταφυσικών αγωνιών

μηρυκάζει τα συνθήματα των κομματικών μπροστοτράγων

διχάζεται από τα φανερά μίση και ενώνεται με τα κρυφά πάθη

καταβροχθίζει λαίμαργα τα ψίχουλα από το άκρατο φαγοπότι

άγεται και φέρεται από τους νομοθέτες της αγοράς

υποτάσσεται στις αποφάσεις της εξουσίας

επιδιορθώνει την ξηλωμένη τιμή της με πολύχρωμα μπαλώματα

αυτοπεριορίζεται στο τιμωρητικό δικαίωμα του εκλέγειν

και ζει με την ψευδαίσθηση ότι ανατρέπει κυβερνήσεις

 

στο μεταξύ συνεχίζουν να τους φτύνουν

αλλά εκείνοι επιμένουν πως ακόμα ψιχαλίζει

 

κι αν κάποτε στα νιάτα τους ξεβράκωτοι

ονειρεύτηκαν μια κάποια επανάσταση

τώρα πια βρακώθηκαν και αποδέχτηκαν την ήττα

και συναίνεσαν να αφήσουν πίσω τους

μόνο απόβλητα

 

αφήστε τους άταφους

τροφή στα όρνια

ως έσχατη προσφορά τους στον πλανήτη.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

«NOMSFERATU» σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Johnny O

 

«NOMSFERATU»

σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Johnny O

 


Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Πάνω από εκατό χρόνια πριν, το μακρινό 1922, ο Γερμανός Φρίντριχ Βίλχελμ Μουρνάου σκηνοθετεί την ταινία τρόμου «Νοσφεράτου» (κατά μία εκδοχή το όνομα σημαίνει «αυτός που φέρει τη νόσο»), το εμβληματικό πλέον έργο του βωβού κινηματογράφου, που η σύλληψή του βασίζεται στο αρχετυπικό βαμπίρ του Δράκουλα, όπως αυτό παρουσιάζεται στο βιβλίο του Ιρλανδού συγγραφέα Αβραάμ Στόκερ.

Ο Χούτερ, υπάλληλος κτηματομεσιτικού γραφείου, ταξιδεύει από τη Βρέμη (Γερμανία) στα Καρπάθια όρη (Τρανσυλβανία) για να συναντήσει τον κόμη Ορλόκ. Πριν τον συναντήσει, οι φοβισμένοι κάτοικοι του γειτονικού χωριού δίνουν στον νεαρό υπάλληλο ένα βιβλίο σχετικό με βρικόλακες.

Ο Χούτερ συναντά τον ποντικομούρη κόμη Ορλόκ, ένα πλάσμα εφιαλτικά παραμορφωμένο και απόκοσμο, που υπογράφει αμέσως τα συμβόλαια της αγοράς του σπιτιού στη μακρινή Βρέμη όταν βλέπει τη φωτογραφία της Έλεν, της όμορφης συζύγου του Χούτερ, στο μενταγιόν του υπαλλήλου.

Στο πλοίο με το οποίο ταξιδεύει ο Ορλόκ στη Βρέμη, οι ναύτες αρρωσταίνουν και πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο. Όταν το πλοίο φτάνει στον προορισμό του, φέρνει στην πόλη τη θανατηφόρα ασθένεια με τα θύματα να έχουν όλα τα ίδια σημάδια από πληγές στον λαιμό.

Όταν η Έλεν διαβάζει το βιβλίο των βρικολάκων, ανακαλύπτει την τρομακτική αλήθεια. Μαθαίνει επίσης ότι μόνο η θυσία μιας αθώας γυναίκας θα σταματήσει το κακό και αναλαμβάνει να επωμιστεί αυτόν τον ρόλο.  

Για την ιστορία: Αξίζει να σημειωθεί ότι αν και είναι γνωστό ότι στη ζωή και στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση και  ότι ο Στόκερ είχε επίσης εμπνευσθεί τα έργα του από προϋπάρχοντα με παρόμοια θεματολογία (των Τζέραρντ, Πολιντόρι και Σέρινταν Λε Φάνιου), η σύζυγός του Στόκερ, Φλόρενς, κινήθηκε δικαστικά εναντίον του Μουρνάου και δικαιώθηκε, με αποτέλεσμα να καταστραφούν –ευτυχώς όχι όλα– τα αντίγραφα της ταινίας.

 


Η σύλληψη του Γιάννη Οικονομίδη (Johnny O) δίνει μια νέα πρωτότυπη διάσταση στην αρχική μυθοπλασία τόσο σε επίπεδο σεναρίου και συνοδευτικών μουσικών επιλογών όσο και ως σκηνοθετική άποψη. Ένας συνδυασμός δραστηριοτήτων που αποτυπώνουν τη συνολική εικόνα του καλλιτέχνη–πολυεργαλείου, που αφού τακτοποιήσει τα πάντα, επωμίζεται και την επί σκηνής παρουσία του. Ο λόγος περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα, δίνει την αίσθηση των υπότιτλων του βωβού κινηματογράφου, έχει λόγο ύπαρξης και είναι άκρως βοηθητικός ώστε το κοινό με ελάχιστα λεκτικά δεδομένα να αντιλαμβάνεται πλήρως τη ροή των γεγονότων. Ιδιαίτερη μνεία όμως αξίζει η σκηνοθετική του ματιά, καθώς τολμά και με απόλυτη επιτυχία κατορθώνει να συνταιριάσει το θεατρικό με το κινηματογραφικό στοιχείο. Ουσιαστικά οι θεατές σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της παράστασης παρακολουθούν ταυτόχρονα την πλήρη συγχώνευση των δύο τεχνών που πιασμένες χέρι-χέρι ξετυλίγουν με τρόπο συναρπαστικό το κουβάρι της ιστορίας.

Ο πολυτάλαντος καλλιτέχνης μας παρασύρει ανατριχιαστικά στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της μαύρης κωμωδίας, μας προσφέρει στιγμές αβίαστου γέλιου αλλά και απρόοπτης ανατριχίλας, ενώ παράλληλα μας χαλαρώνει με τρυφερότητα, γλυκύτητα και ευαισθησία.

Ουσιώδης και αξιοθαύμαστη η συνεργασία του Γιάννη Καραπιπερίδη, που ομολογουμένως έχει βάλει το δικό του λιθαράκι και στο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα όσο και στον απαιτούμενο απόλυτο συγχρονισμό. 

Οι υποβλητικοί φωτισμοί του Αποστόλη Τσατσάκου συνομιλούν ανά πάσα στιγμή όχι μόνο με τη ροή της ιστορίας και τη δραματική (ή και κωμική) εξέλιξη των ταχύτατα εναλλασσόμενων σκηνών και συναισθημάτων, φωτίζοντας κάθε σκοτεινή γωνιά ή απλώνοντας παντού σκιές και σκοτάδι όταν πρέπει.

Εξαιρετικές οι ενδυματολογικές επιλογές της Μαρίας Γεωργάτου, που από την πρώτη στιγμή όχι μόνο μας μεταφέρουν νοερά στην εποχή, αλλά μας βάζουν και στο κλίμα που επικρατεί.

Το λιτό και αφαιρετικό σκηνικό του Μιχάλη Ράπτη είναι ιδιαίτερα ευρηματικό, απόλυτα λειτουργικό και προσεγμένο ως την τελευταία λεπτομέρεια, ώστε να εξυπηρετεί κάθε εναλλαγή που προκύπτει από τη γοργή σκηνική δράση.

Τελευταίος –αλλά όχι έσχατος– ο αφανής ήρωας της παράστασης, ο Αλέξης Βιδαλάκης, που υπογράφει την καλλιτεχνική επιμέλεια και φέρει την ευθύνη της τελικής εικόνας που αποδίδεται στο κοινό. Άξιος συγχαρητηρίων χωρίς περισσότερα σχόλια.

 


Οι ερμηνείες:

Ο Γιάννης Οικονομίδης (Johnny O) αναλαμβάνει τον ρόλο του μεσάζοντα, είναι ο ανατριχιαστικός ξεναγός μας στον κόσμο που κινείται στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Ο διαρκώς αινιγματικός τόνος της φωνής του, η διφορούμενη όψη του και οι κοφτές κινήσεις του οδηγούν το κοινό στη γκρίζα ζώνη μεταξύ μύθου και αλήθειας, ορατού και αόρατου, πραγματικού και ονειρικού. Η παρουσία του ανανεώνει διαρκώς το ενδιαφέρον του κοινού που κρέμεται από τα χείλη του, έστω και αν δεν έχει πολλά να πει, αλλά κυρίως από την ένταση των χαρακτηριστικών του, που προϊδεάζουν για το απρόσμενο που όμως πρόκειται να συμβεί.

Ο Γιώργος Ντούσης, ως Τζόναθαν, φίλος του ξεναγού μας και θύμα των επιλογών του, μας εντυπωσιάζει με τη δυναμική σωματική του προσέγγιση. Αεικίνητος και άκρως εκφραστικός, με χαρακτηριστική ευχέρεια και απλότητα εικονοποιεί τις λέξεις, την ψυχική του διάθεση, τις συναισθηματικές τους διακυμάνσεις και μας προσφέρει μια ερμηνεία που μας κρατά σε αδιάκοπη επαφή με τις αλλεπάλληλες εναλλαγές των περιστατικών, μας κάνει συνταξιδιώτες στη μακρά διαδρομή του, τον νιώθουμε, τον συμπονάμε, αλλά και τον θαυμάζουμε.

Η Μαρία Μπαλούτσου, ως κόμης Ορλόκ, είναι απλώς εκπληκτική. Με κίνηση αιλουροειδή εισβάλλει στη σκηνή. Κάθε της βήμα, κάθε της κίνηση αποτυπώνεται ταυτόχρονα στο ανεπανάληπτο βλέμμα της, από το οποίο ο θεατής αδυνατεί να πάρει τα μάτια του. Άλλοτε επιθετική, άλλοτε σκληρή και εκδικητική, άλλοτε κάθετη και αποφασιστική, άλλοτε βαθιά συναισθηματική και φιγούρα τραγική, σκορπίζει ρίγη που διαπερνούν τη ραχοκοκαλιά είτε από ένα άγγιγμα τρόμου είτε από ανείπωτη συγκίνηση.

Η Εύη Κολιούλη, η γλυκιά Μίνα, είναι η ευγενική προσωποποίηση της αθωότητας. Με βλέμμα καθαρό, με κινήσεις απαλές και χαριτωμένες, με χάρη και κομψότητα μας προσεγγίζει και μας προσφέρει μια νότα αισιοδοξίας μέσα στο μαύρο που επικρατεί. Δεν είμαστε βέβαιοι, όμως, ότι είναι πράγματι τόσο αθώα όσο μας δείχνει. Μπορεί όμως σίγουρα να γίνει ο πόλος έλξης που μπορεί με μια γλυκιά αγκαλιά να υποτάξει το κακό.

Η Χριστίνα Δενδρινού, η θελκτική και εξωστρεφής Λούσι, γεμίζει τη σκηνή με τη ζωντάνια της, με έναν αέρα που αποπνέει θηλυκότητα και είναι ό,τι χρειάζεται για να διώχνει λίγο το βάρος των αναστεναγμών. Με το χάρισμα της ομορφιάς ξεδιπλώνει τις κατακτητικές της διαθέσεις και τις ερωτικές της επιθυμίες, αλλά με την ίδια ευκολία μεταμορφώνεται σε βαμπίρ, υποκύπτει αισθησιακά στις ορέξεις του κακού και απολαυστικά ρουφάει αίμα μπροστά στα έκπληκτά μάτια μας. 

Ο Θανάσης Μεγαλόπουλος, ο γιατρός, είναι η προσωποποίηση του ανθρώπου που ζει στον κόσμο του αλλά και του πιστού φίλου που είναι έτοιμος να πράξει το καλό χωρίς να υπολογίζει το κόστος. Φιγούρα γραφική που σκορπίζει άφθονο γέλιο και φευγάτος τόσο που του αξίζει να τον συμπαθήσουμε. Δενόμαστε μαζί του, αγωνιούμε τις αγωνίες του, τρέχουμε μαζί του, καθώς εκμεταλλεύεται στο έπακρο και τις σωματικές του δυνατότητες.  

 


Συνοψίζοντας, πρόκειται για ένα άρτιο καλλιτεχνικά και άριστο αισθητικά εγχείρημα, το οποίο μας προσφέρει επί σκηνής ένα συναρπαστικό θέαμα, με υποδειγματική υποκριτική δεξιοτεχνία. Οι συντελεστές του γνωρίζουν όλες τις διόδους επικοινωνίας με το κοινό, το «χειραγωγούν» και το οδηγούν με ισοσταθμισμένες δόσεις γέλιου και τρόμου στον κόσμο των δεισιδαιμονιών και των μεταθανάτιων ζοφερών υπάρξεων,  αφήνοντας όμως πάντα χώρο μεταμέλειας και τελικής επικράτησης του καλού. Απόλυτα δικαιολογημένο το θερμό χειροκρότημα που συνοδεύει παρατεταμένα την αυλαία.

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

Σκηνοθεσία – Σενάριο: Johnny O

Καλλιτεχνική επιμέλεια: Αλέξης Βιδαλάκης

Σχεδιασμός και δημιουργία προβολών: Γιάννης Καραπιπερίδης

Μουσική επιμέλεια: Johnny O

Φωτισμοί:  Αποστόλης Τσατσάκος

Φωτογραφίες: Eleftheria IKE/Photography www.photosfaira.gr

Κοστούμια: Μαρία Γεωργάτου

Κατασκευή σκηνικού: Μιχάλης Ράπτης

Υπεύθυνη επικοινωνίας παράστασης: Γιώτα Δημητριάδη

Παραγωγή: Μ productions

Παίζουν: Johnny O, Γιώργος Ντούσης, Μαρία Μπαλούτσου, Εύη Κολιούλη, Χριστίνα Δενδρινού και Θανάσης Μεγαλόπουλος.



 

Πληροφορίες:

Πρεμιέρα: Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025Διάρκεια: 7

Παραστάσεις: Τετάρτη & Πέμπτη στις  21:00

Τελευταίες παραστάσεις:

📅26/12 - 📅1, 7 & 8 Ιανουαρίου

Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ κανονικό, 12 ευρώ φοιτητικό και ομαδικό, 7 ευρώ ατέλεια, και ανέργων/ Προσφορά Προπώλησης 10 ευρώ.

Προπώληση: Nomsferatu | Εισιτήρια online! | More.com

Τρέιλερ: (118) Nomsferatu, στο Θέατρο 104 για 2η χρονιά - YouTube

(MusicRowStudio, Αντώνης  Παπαβομβολάκης και Νόρα Ράλλη)

 

Τοποθεσία: Θέατρο 104,  Ευμολπιδών 41 (Γκάζι, Σταθμός Μετρό Κεραμεικός), Τηλ.: 210 3455020


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Nomsferatu" στο fractal