ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

“Η κατάρα της Κασσάνδρας” του Λουκά Βασιλάκη - θεατρική κριτική

 


“Η κατάρα της Κασσάνδρας”

Μία αυτοβιογραφική performance του Λουκά Βασιλάκη

στο Red Jasper Cabaret Theatre

 

“Για να σπάσει η κατάρα της πριγκίπισσας που έβλεπε το μέλλον,

αλλά κανένας δεν την πίστευε”.

 

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Αντί προλόγου

Φαίνεται ότι οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες έχουν αναπτύξει σημαντικά αντανακλαστικά συνειδητοποίησης σε σχέση με την αποδοχή των ιδιαιτεροτήτων και της σεξουαλικής ταυτότητας των ατόμων, Φαίνεται επίσης ότι για την πλειονότητα είναι κατανοητό ότι τα όρια της ελευθερίας μας φτάνουν ως εκεί που δεν παρενοχλείται η ελευθερία του άλλου. Εκείνο που δεν φαίνεται, αλλά αληθεύει, είναι συχνά η αποδοχή της πραγματικότητας όταν το ζήτημα τίθεται σε ενδοοικογενειακό πλαίσιο. Στην περίπτωση αυτή ο δρόμος από τη θεωρία στην πράξη είναι ανηφορικός και επώδυνος, χωρίς τη βεβαιότητα ότι κάποτε όλοι μαζί θα συναντηθούμε στο τέλος της διαδρομής. Γιατί η αλήθεια φαντάζει σαν προφητεία της καταραμένης από τους θεούς Κασσάνδρας, που οι άμεσα ενδιαφερόμενοι αρνούνται πεισματικά να αποδεχτούν.

 


Η αλήθεια της performance

Ο Λουκάς Βασιλάκης, μια τρανς αρρενωπότητα, γράφει και παρουσιάζει την «Κατάρα της Κασσάνδρας». Πρόκειται για κείμενο αυτοβιογραφικό  με εξομολογητική διάθεση, όπου ο performer αποφασίζει με τόλμη να προχωρήσει στη λυτρωτική αυτοέκθεση.

Πώς αισθάνεται άραγε ένας άνθρωπος όταν δεν αισθάνεται άνετα μέσα στο σώμα που γεννήθηκε; Πόσος χρόνος χρειάζεται για την αφομοίωση μιας αλήθειας που θα αλλάξει οριστικά όχι μόνο τη δική σου ζωή, αλλά και εκείνων που θα ήθελες να είναι στο πλευρό σου, αλλά τελικά δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα;

Πόση δύναμη, σωματική και ψυχική, και πίστη απαιτείται για το ξεκίνημα μιας πορείας που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην εκπλήρωση της επιθυμίας του και στην ταύτισή του με αυτό που πραγματικά θέλει να είναι; Τι απόθεμα ετοιμότητας διαθέτουμε για να πληρώσουμε ένα τίμημα που δεν μας αναλογεί, αλλά τις περισσότερες φορές μας επιβάλλεται από τους πιο αγαπημένους μας ανθρώπους;

Πώς αντιμετωπίζουμε τις απώλειες χωρίς να αποχωριζόμαστε τις μνήμες; Πώς αντιμετωπίζεται το συναισθηματικό κενό που δημιουργείται όταν επέρχεται ρήξη με τη βιολογική οικογένεια; Και ποιος είναι τελικά ο ορισμός της αληθινής οικογένειας;

Ερωτήματα που συχνά μένουν αναπάντητα και με την πάροδο του χρόνου γίνονται βασανιστικά. Όμως η ζωή προχωρεί με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον και κάποτε έρχεται η ώρα των αποφάσεων, η ώρα που παύει η ανώφελη απολογία, η ώρα που ο θυμός είναι μάταιος, η ώρα που η ψυχή και το σώμα πρέπει να ιαθούν και να βιώσουν με χαρά τις επιλογές τους στον εναπομείναντα χρόνο ζωής.

Ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός είναι μία διέξοδος. Το σκίσιμο του πέπλου του φόβου επίσης. Η ισορροπία λογικής και συναισθήματος είναι εξίσου βοηθητική. Το ίδιο και η επιμελής φροντίδα του αναγεννημένου εαυτού. Και τέλος, η φωτιά, αυτή που καίει μέσα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, όχι ως μέσο καταστροφής, αλλά ως μέσο εξαγνισμού.

 


Η βιωματική ερμηνεία

Ο Λουκάς Βασιλάκης κοιτάζει το κοινό στα μάτια, παρουσιάζεται εκούσια “γυμνός”, καταθέτει τα προσωπικά του βιώματα και εξομολογείται την αλήθεια του σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη των επιλογών του. Με λιτότητα σκηνικών μέσων και υποβλητικό φωτισμό, με  λόγο ώριμο, με διάθεση εύθυμη και αποφασιστικότητα, με ροή σκέψεων και συναισθημάτων, πετυχαίνει από την πρώτη στιγμή να δημιουργήσει εξοικείωση και να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με το κοινό, ακριβώς επειδή θέλει η “ηχηρή” φωνή του να είναι αληθινή. Δεν επιζητά κανενός είδους δικαίωση ή de facto αποδοχή, αλλά με ευγένεια ψυχής ρίχνει φως σε μια ακόμα υποφωτισμένη -έως και απελπιστικά σκοτεινή- όψη της πραγματικότητας, που ίσως μας διαφεύγει ή σκόπιμα αρνούμαστε ή και αποφεύγουμε να κοιτάξουμε. Και κυρίως, η επί σκηνής παρουσία του δεν περιορίζεται στον εαυτό του, αλλά ανοίγει ένα παράθυρο, ώστε αυτό το φως να απλωθεί και  να φτάσει μέχρι τις υπάρξεις που αποζητούν ισοτιμία, σεβασμό και τρυφερότητα.

 


Εν κατακλείδι

Η επαφή με τη διαφορετικότητα μπορεί να αποβεί ευεργετική, μιας και τα όρια του κόσμου και της αλήθειας δεν είναι περιχαρακωμένα κατ’ αποκλειστικότητα γύρω από την προσωπική μας οπτική των πραγμάτων. Αν διαθέτουμε καρδιά ανοιχτή και πνευματική ευρύτητα, αν μπορούμε να ακούμε και άλλες φωνές εκτός από τη δική μας, ας κάνουμε μια προσπάθεια για ένα ουσιώδες βήμα παραπέρα, ας σπάσουμε το φράγμα των a priori απορρίψεων και των φοβικών συμπεριφορών, ας επαναπροσδιορίσουμε τους κώδικες επικοινωνίας, για να μάθουμε επιτέλους να συνυπάρχουμε ως αληθινοί συνάνθρωποι. Είναι όμορφο και πολύ ανθρώπινο.

 

Πληροφορίες παράστασης

Ημερομηνίες: Πέμπτες 8, 15, 22, 29 Οκτωβρίου

Ώρα: 21:00

Διάρκεια: 70 λεπτά

Γενική είσοδος: 10€

Τηλέφωνο κρατήσεων: 210 8822551

Επικοινωνία: Νατάσα Παππά

Red Jasper Cabaret Theatre, Κεφαλληνίας 18, Αθήνα.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η κατάρα της Κασσάνδρας στο fractal


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Δημήτρης Φιλελές - Ωδή στον Καραγκιόζη

 


Ωδή στον Καραγκιόζη


Καμπούρη μου, δεν έμαθες γράμματα στο σχολείο

κι όλου του κόσμου κουβαλάς στην πλάτη το φορτίο

τη φτώχεια σου δεν έβαλες μες στην καρδιά μαράζι

μόνο της πείνας το θεριό μπορεί να σε τρομάζει.

 

Με το στομάχι αδειανό και το μυαλό ξουράφι

περιφρονούσες τα λεφτά και τον χοντρό σαράφη

μ’ ένα κρεμμύδι χόρταινες, ελιές και φασολάδα

και δάκρυζαν τα μάτια σου στο άκουσμα «Ελλάδα».

 

Καμπούρη μου, δεν έμαθες να κάνεις τεμενάδες

τη ράχη σου δεν λύγισες μπροστά στους αφεντάδες

έκλεβες απ’ τον τσέλιγκα καμιά θρεμμένη γίδα

αλλά ποτέ δεν έπεσες στου λύκου την παγίδα.

 

Με ρούχα όλο μπαλώματα τραβάς στη βιοπάλη

σε Βεληγκέκα και Πασά δεν σκύβεις το κεφάλι

πολυτεχνίτης έγινες μάστορας και φουρνάρης

αλλά ποτέ δεν γύρεψες να γίνεις Χατζατζάρης.

 

Μαζί σου μεγαλώσαμε, άρχοντα Καραγκιόζη

μα όπως καταντήσαμε, ούτε η βροχή μας σώζει

δεν θέλαμε την κουρελού για πόρτα στην παράγκα

μας πήρανε και το τσαρδί, χάσαμε και τα φράγκα.

 

© Δημήτρης Φιλελές

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

“Εδώ δεν πενθούν” της Μένιας Κιοσσέ - Θεατρική κριτική

 


“Εδώ δεν πενθούν”

Κείμενο: Μένια Κιοσσέ – Σκηνοθεσία: Θάνος Καπρέλης

στο Θέατρο 104


Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Τι συμβαίνει όταν μια αναπάντεχη απώλεια χτυπήσει και τη δική μας πόρτα; Πώς άραγε νιώθει ένας άνθρωπος που αποχωρίζεται για πάντα ένα αγαπημένο του πρόσωπο; Πόσο κατορθωτό είναι να επανέλθει κάποιος στην κανονικότητα και τη λειτουργικότητα όταν το πένθος του έχει προκαλέσει μια μόνιμη ψυχική αναπηρία; Μπορούμε όλοι να διανύσουμε τα πέντε στάδια (άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή) που ορίζει η επιστήμη με την ίδια ταχύτητα και με γραμμικότητα, ώστε να φτάσουμε στην ποθούμενη –αν αυτό είναι το ζητούμενο– “ίαση”; Προφανώς όχι. Είμαστε διαφορετικοί μεταξύ μας, δεν είμαστε ρομπότ, δεν βιώνουμε όλοι με την ίδια ένταση τα γεγονότα και τα συναισθήματα που αυτά προκαλούν. Η απώλεια μοιάζει ανίκητη (και είναι σε επίπεδο φυσικής παρουσίας), το πέρασμα από το σκοτάδι στο φως είναι αργό και επώδυνο, αλλά είναι και η μόνη λογική διέξοδος.

 


Η υπόθεση:

Με φόντο έναν σιδηροδρομικό σταθμό, ένας άντρας και μια γυναίκα με κοινό προορισμό, άγνωστοι μεταξύ τους, συναντιούνται περιμένοντας να επιβιβαστούν στο τρένο. Η ανακοίνωση της καθυστέρησης της αμαξοστοιχίας τους προκαλεί νευρικότητα, καθώς και οι δύο φαίνονται αγχωμένοι και βιαστικοί.

Η πρώτη τους επικοινωνία, με τις λίγες λέξεις που ανταλλάσσουν, μοιάζει περισσότερο με αψιμαχία που οφείλεται σε ό,τι καθένας κουβαλάει στην ψυχή του. Και καθώς η ηρεμία σταδιακά αποκαθίσταται, η μεταξύ τους επικοινωνία μεταμορφώνεται σε διάλογο που καταλήγει σε αμοιβαίες εξομολογήσεις. Ο καμβάς των αναμνήσεων εντείνει την άρνηση της απώλειας, ενώ ένας αναιτιολόγητος θυμός “θαμπώνει” την εικόνα της πραγματικότητας. Και αφού δεν υπάρχει άλλος αίτιος, η αναζήτηση της ευθύνης στρέφεται στον εαυτό τους, σε όσα θεωρούν ότι δεν έπραξαν όταν έπρεπε, σε όσα άφησαν για “αύριο”, σε όσα δεν είδαν, ενώ έπρεπε να έχουν δει. Όμως η κοινή τους μοίρα στην απώλεια, είναι δεμένη από μια ακόμα αόρατη αλλά ισχυρή κλωστή, που μέσα από τη θλίψη, τους οδηγεί στην αποδοχή.  

Το σκοτάδι πλέον διαλύεται και τη θέση του παίρνει η έξοδος στο φως. Ένα βήμα που χρειάζεται πολύ θάρρος και που δεν βρίσκουν όλοι τη δύναμη να το κάνουν. Τι θα κάνουν οι ήρωες της δικής μας ιστορίας; Η απάντηση επί σκηνής.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Η Μένια Κιοσσέ, με όχημα το συναίσθημα, αποτυπώνει με λέξεις την πιο οδυνηρή στιγμή της ζωής, τη στιγμή της απώλειας που ανατρέπει τα δεδομένα μας. Μιλάει για μας, τους κοινούς θνητούς, με το πεπερασμένο της φύσης μας, με τους φόβους και τις αδυναμίες μας, με τις ευαισθησίες και τις ενοχές μας, με τις παγιωμένες συμπεριφορές ακόμα και όταν ο κόσμος μας γκρεμίζεται. Μιλάει για έναν κόσμο που προσπερνά αδιάφορα τη δυστυχία του πλησίον, ενώ οι διαλυμένες μας αντοχές χρειάζονται ένα στήριγμα για να μπορέσουμε να σταθούμε πάλι στα πόδια μας.

Ο Θάνος Καπρέλης, με σκηνοθετική λιτότητα και συμβολισμούς (με τη συνδρομή της συγγραφέως), μας μεταφέρει στην ουσία της οδύνης. Σε ένα σκηνικό παγερό, που όλα είναι άψυχα και ξένα, πράγματα και πρόσωπα, δύο άνθρωποι καλούνται να βιώσουν την αλήθεια που πονάει. Επιλέγει η προσέγγιση να γίνει άλλοτε με λόγο που δηλώνει το προσωπικό τους βίωμα και άλλοτε με βουβή κίνηση που εικονοποιεί τον εσωτερικό τους κόσμο. Εναλλάσσει το φως με το σκοτάδι, μέχρι την τελική επικράτηση του ενός από τα δύο.

Το λιτό και υπαινικτικό σκηνικό της Ομάδας “LUMA” αφήνει τον απαραίτητο χώρο ανάσας –έστω και βαριάς– στους χαρακτήρες και υποστηρίζει τη σκηνοθετική άποψη.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η κινησιολογική διδασκαλία της Ηλέκτρας Αρσενίδου, που συμπλέει με την ψυχολογική κατάσταση των δύο ηρώων.

 


Οι ερμηνείες:

Ο Θάνος Καπρέλης, κινούμενος σε ήπιους τόνους, μας δίνει τη διαυγή εικόνα του ανθρώπου που έχει χάσει τα πατήματά του. Καταβάλλει προσπάθεια να ισορροπήσει, ενώ ταυτόχρονα το παρελθόν τον ρουφάει σαν δίνη. Τα αναπάντητα ερωτήματα τον καθηλώνουν, ενώ παράλληλα θέλει να βρει τη δύναμη για το επόμενο βήμα. Παλινδρομεί, αλλά δεν παραιτείται από την αναζήτηση διεξόδου. Τείνει το χέρι με την προσδοκία της ανταπόκρισης.

Η Άννα Παπαγιάννη, με την ένταση που της προκαλεί η απώλεια, βυθίζεται διαρκώς στον κόσμο της, αρνείται να συμβιβαστεί με το παρόν, πνίγεται από τις ενοχές της και θυμώνει με τον εαυτό της, βασανίζεται να κατανοήσει το “γιατί” και στο “αν”, οι αντοχές της δοκιμάζονται στα όρια, αμφιταλαντεύεται, δυσκολεύεται να εμπιστευτεί, παγιδεύεται στο σκληρό κέλυφος που θεωρεί ότι την προστατεύει, μένει μετέωρη και περιμένει ένα χέρι να πιαστεί.

 

Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για μια παράσταση στην οποία το πένθος αποτελεί μια πραγματικότητα, η βύθιση στην αλήθεια είναι αναπότρεπτη και η ανάδυση στη νέα συνθήκη ζωής είναι το ζητούμενο. Μια παράσταση που μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτό που όλοι προσπαθούμε να αποφύγουμε, αλλά είναι εξίσου βέβαιο ότι πρόκειται με κάποιο τρόπο να βιώσουμε (αν δεν το έχουμε βιώσει ήδη). Μια παράσταση που μας καλεί να κοιτάξουμε μέσα μας και γύρω μας, για να δούμε την αλήθεια μας και να σπάσουμε τα δεσμά της απομόνωσης. Και ύστερα, όταν το τοπίο είναι ξεκάθαρο, να κάνει καθένας την επιλογή του.

 


Η ταυτότητα παράστασης:

Κείμενο: Μένια Κιοσσέ

Σκηνοθεσία: Θάνος Καπρέλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Μένια Κιοσσέ

Σκηνικά: Ομάδα «LUMA»

Επιμέλεια κίνησης: Ηλέκτρα Αρσενίδου

Φωτογράφιση: Γιώργος Μαρινάκης, Χρήστος Εζίρογλου

Αφίσα: Χρήστος Εζίρογλου

Προβολή-επικοινωνία: Νατάσα Παππά

Παραγωγή: ΕΝ ΕΞΑΛΛΩ ΑΜΚΕ

 

Παίζουν (κατά αλφαβητική σειρά):

Θάνος Καπρέλης

Άννα Παπαγιάννη

Φωνή γυναίκας: Βασιλεία Τσιώνη

Φωνή εφήβου: Μάριος Κρητικόπουλος

Τραγούδι: Μαρία Βασιλοπούλου

 

Πληροφορίες παράστασης:

Χώρος: Θέατρο 104

[Ευμολπιδών 41, Γκάζι, Αθήνα, πλησίον σταθμού μετρό «Κεραμεικός»]

Ημέρες & ώρες παραστάσεων:

Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 18:00

Τιμές εισιτηρίων:

Κανονικό: 16,00 ευρώ

Μειωμένο (φοιτητικό, ανέργων, ΑΜΕΑ και 65+ ετών) 12,00 ευρώ

Προπώληση εισιτηρίων:

https://www.ticketservices.gr/.../edo-den-penthoun.../

Για κρατήσεις θέσεων-πληροφορίες: Τηλ. θεάτρου: 210 34 55 020

 

 Πηγή πρώτης δημοσίευσης: “Εδώ δεν πενθούν” στο fractal


«Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν - Θεατρική κριτική

 


Ο Γιώργος Κιμούλης

μεταφράζει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί

στο «Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν

Συμπρωταγωνιστεί ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος

στο Θέατρο Μουσούρη

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Ο Αμερικανός (ιρλανδικής καταγωγής) θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος Τζον Λόγκαν αρέσκεται τα έργα του να έχουν ως υπόβαθρο ένα γεγονός στο οποίο έρχεται να προστεθεί η μυθοπλασία. Στο πλαίσιο αυτό κινείται και το «Κόκκινο», ένα ψυχολογικό δράμα που εκτυλίσσεται ανάμεσα στον πρωτοπόρο εξπρεσιονιστή ζωγράφο Μαρκ Ρόθκο και τον Κέννεθ, απόφοιτο σχολής ζωγραφικής και βοηθό του. Ο αριστοτεχνικός τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας υφαίνει τον καμβά της ιστορίας του είναι τέτοιος, που ο θεατής δεν μπορεί να διακρίνει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, με αποτέλεσμα να απορροφάται πλήρως από την ιστορία και απλώς να απολαμβάνει την κάθε στιγμή της δράσης.

 


Η υπόθεση:

Ο Κέννεθ, ένας νεαρός απόφοιτος σχολής ζωγραφικής, αναζητώντας εργασία φτάνει στην πόρτα του διάσημου αλλά όχι και δημοφιλούς ζωγράφου Μαρκ Ρόθκο. Οι προσδοκίες του είναι μεγάλες, καθώς πιστεύει ότι θα μαθητεύσει δίπλα στον μεγάλο δάσκαλο, που θα του εμπιστευτεί τα μυστικά της τέχνης. Φαντάζεται ότι η σχέση τους θα είναι όμοια με εκείνη του πατέρα με τον γιο και ότι από αυτή θα προκύψει ένα είδος πνευματικής διαδοχής. 

Όμως η πραγματικότητα είναι αποκαρδιωτική από την πρώτη κιόλας επαφή. Ο Ρόθκο δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει οποιοδήποτε ρόλο και οποιαδήποτε ευθύνη απέναντι στον νεαρό, που δεν τον θεωρεί κάτι περισσότερο από εργαζόμενό του. Γι’ αυτό είναι από την αρχή ξεκάθαρος, θέτοντας τους κανόνες της συνεργασίας τους.

Είναι όμως αυτή η αλήθεια; Μήπως όλη αυτή η αυστηρότητα αποζητά κάποιον ικανό να τη διαπεράσει και να αγγίξει τη ζωή και την τέχνη με τον ίδιο τρόπο που τη βλέπει και ο Ρόθκο; Μήπως αυτή η αποτρεπτική συμπεριφορά αναζητά εκείνον που θα μπορέσει να την αντιμετωπίσει και να ανοίξει έναν δημιουργικό διάλογο;

Και ενώ ο χρόνος κυλά και ενώ η σχέση διαρκώς οξύνεται, με πολύ συχνούς και τους παροξυσμούς εκατέρωθεν, ο θεατής διαπιστώνει ότι ο “δάσκαλος-πατέρας” λειτουργεί συνειδητά και φέρνει τον “μαθητή-γιο” στα χνάρια του. Παράλληλα αντιλαμβάνεται ότι ο “μαθητής” λειτουργεί ως ελιξίριο για τον “δάσκαλο”.

Η καυστική ειρωνεία γίνεται μέσο για τη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας. Η “απαξίωση” είναι εργαλείο βαθιάς κοινωνικής κριτικής. Η επιμονή στην παρατήρηση δημιουργεί την κατάλληλη συνθήκη για τη σωστή απόσταση από τα πράγματα, τα γεγονότα και τους ανθρώπους. Τα αποφθέγματα μπορούν να λειτουργήσουν ως ευεργετικές προτροπές.

Το κόκκινο χρώμα κυριαρχεί στη σχέση τους· από το κόκκινο της ανατολής που σηματοδοτεί την αισιοδοξία της καινούργιας μέρας μέχρι το κόκκινο του αίματος που σηματοδοτεί άλλοτε τη ζωή και άλλοτε τον θάνατο. Τα ορμητικά και εκρηκτικά ξεσπάσματα μεταμορφώνονται σε φιλοσοφικές συζητήσεις και αναζητήσεις. Η λειτουργία του βλέμματος στην τέχνη, η έλλειψη ως ευαλωτότητα και το έλειμμα ως ανεπάρκεια, το χρώμα που γίνεται μήτρα του συναισθήματος και η αληθινή τέχνη που δεν μπορεί να μην είναι ταυτόσημη με τη ζωή.

Μια σχέση αμφίδρομη και ισότιμη αναπτύσσεται μεταξύ τους, που ολοένα γίνεται πιο στενή μέσα από την αμοιβαία κατανόηση και χωρίς να χρειάζεται ο ένας να φέρει μέσα του τον άλλον ως αφόρητο βάρος.

Και όταν ο Ρόθκο αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή του, ο Κέννεθ κατανοεί τη λυτρωτική αλήθεια: “Δεν χρειάζεται να σκοτώσουμε τον πατέρα μας. Πρέπει να πάψουμε να είμαστε ο γιος που χρειάζεται να τον σκοτώσει”.


 

Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Η πρωτότυπη θεατρική γραφή του Τζον Λόγκαν μεταφράζεται και διασκευάζεται από τον Γιώργο Κιμούλη με τέτοιο τρόπο, που ο θεατής απολαμβάνει τον πλήρως “ελληνοποιημένο” θεατρικό λόγο που ρέει αβίαστα. Επιπλέον, η σκηνοθετική προσέγγιση του Γιώργου Κιμούλη (συνεπικουρούμενου από τη Μαίρη Ανδρέου) μεριμνά πρωτίστως για την ισοτιμία και την ισοκατανομή των ρόλων, ώστε να αναδεικνύεται στον μέγιστο βαθμό τόσο η συγκρουσιακή σχέση -υποβοηθούμενη από την κάθε φορά επιλεγμένη μουσική υπόκρουση- όσο και η ανεπιτήδευτη συγχώνευση δύο διαφορετικών οπτικών γωνιών. Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσο εύθραυστη είναι η μεταξύ τους ισορροπία και πως κάποια στιγμή θα επέλθει η ρήξη, αλλά ο εσωτερικός κώδικας επικοινωνίας των δύο ανδρών βρίσκει τα πατήματά του, καθώς και οι δύο αρέσκονται να ακροβατούν πάνω στο τεντωμένο σκοινί της τέχνης δίχως δίχτυ ασφαλείας. Γιατί έτσι γεννιέται η αληθινή ομορφιά της τέχνης και της ζωής.

Τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη μας μεταφέρουν ρεαλιστικά στον χώρο έμπνευσης και δημιουργίας του ζωγράφου, ενώ παράλληλα αποτυπώνουν τον ψυχικό του κόσμο.

Οι ενδυματολογικές επιλογές της Σοφίας Νικολαΐδη είναι “επιμελώς ατημέλητες” και απόλυτα συμβατές με τον σκηνοθετικό και τον σκηνογραφικό προσανατολισμό της παράστασης.

Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου είναι υποστηρικτικοί με εντάσεις που συμπορεύονται με τις εναλλαγές των χρωματικών τόνων και τις ψυχικές διακυμάνσεις των χαρακτήρων.

Δεν αμελούμε την άψογη επιμέλεια του φροντιστηρίου από τη Βασιλική Τσιλιγκρού, τη σκηνογραφική συνεισφορά της Ελίνας Δράκου και της Ναταλία Ζήρα, την κατασκευή του Oleg Sadik, καθώς και τη ζωγραφική του σκηνικού διά χειρός Ράνιας Φουκαράκη. Όλες/όλοι έχουν βάλει το δικό τους “λιθαράκι” για την άριστη συνολική εικόνα της παράστασης.

Τέλος, το “πρόγραμμα” είναι άρτιο, καλαίσθητο, ευανάγνωστο και με τόσο χρήσιμο και κατατοπιστικό υλικό, που αξίζει να καταλάβει έναν μικρό χώρο (τόσο χρειάζεται) στη θεατρική βιβλιοθήκη μας.

 


Οι ερμηνείες:

Ο Γιώργος Κιμούλης είναι ένας αυθεντικός και επιβλητικός Ρόθκο. Τη στιγμή που ετοιμάζεσαι να αντιπαθήσεις την απόλυτο λόγο του, αυτομάτως τον συμπαθείς και συμφωνείς με την άποψή του. Τη στιγμή που νομίζεις ότι υψώνει τείχη απροσπέλαστα, αντιλαμβάνεσαι ότι ανοίγει διαύλους επικοινωνίας. Τη στιγμή που γίνεται αφοριστικός και κλείνεται στον εαυτό του, νιώθεις πόσο σου επιτρέπει να τον πλησιάσεις. Τη στιγμή που υψώνει οδοφράγματα, σε παρακινεί να τα υπερβείς. Τη στιγμή που φαντάζει μειωτικός, σε προ(σ)καλεί να αντέξεις να σταθείς απέναντί του ως ίσος. Τη στιγμή που νομίζεις ότι αδιαφορεί για τη γνώμη σου, διαπιστώνεις ότι οι κεραίες του λαμβάνουν όλα τα σήματα. Όχι, δεν είναι εργοδότης, αλλά ούτε δάσκαλος, ούτε πατέρας. Τον απωθεί η ανισότητα. Σε ωθεί στην αυτονόμηση, στην ώριμη σκέψη, στη γνώση του γιατί υπάρχεις και ποιος πραγματικά είσαι. Μια ερμηνεία καθηλωτική, με απόλυτη φυσικότητα, με αίσθηση του μέτρου, με έλεγχο της ελάχιστης λεπτομέρειας, που συγκινεί και αποτελεί τροφή για σκέψη, καθώς ταυτίζει την αλήθεια της τέχνης με το νόημα της ζωής. 

Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, ως “αδαής” νεοσσός της τέχνης, έρχεται σε άμεση επαφή με το ιερό τέρας και ενδόμυχα αποβάλλει τον ρόλο του εργαζόμενου και αισθάνεται ως μαθητής του ή, ακόμα περισσότερο, ως γιος του. Η υποτακτική στάση του σύντομα, αρχικά μέσα από εξάρσεις, περνά σε σταδιακή ισοτιμία. Ορθώνει ανάστημα απέναντί του, υποστηρίζει με πάθος την οπτική της γενιάς του, αρθρώνει λόγο, μιλά για τον εαυτό του και το όραμά του, ενώ παράλληλα ακούει, επεξεργάζεται, αποκωδικοποιεί και μαθαίνει. Μέχρι που αυτονομείται αλλά δεν αποκόπτεται, απαλλάσσεται από το βάρος με το οποίο ο ίδιος έχει επιφορτιστεί και χαράζει την πορεία του, χωρίς να χρειαστεί να απορρίψει το παρελθόν ή να “σκοτώσει” τον “πατέρα” του. Μια αξιοθαύμαστη σκηνική παρουσία και ερμηνεία που δικαίως του αποφέρει το μερίδιο που του αναλογεί στην αδιαμφισβήτητη επιτυχία της παράστασης.

 

Συνοψίζοντας:

Όταν οι προσωπικές αναζητήσεις μεταμορφώνονται σε ευρύτερο κοινωνικό προβληματισμό, όταν η τέχνη συνυφαίνεται με τη ζωή, όταν το ατομικό συναντά το συλλογικό, όταν το παρελθόν βρίσκει τη δύναμη να ωθήσει το παρόν στον δρόμο της δημιουργίας, όταν το παρόν βρίσκει τη δύναμη να συμφιλιωθεί με το παρελθόν και όλα αυτά συνυπάρχουν σε μια θεατρική παράσταση, τότε αυτή δικαιούται να ιδωθεί, να αξιολογηθεί και να συζητηθεί πέρα από τα στενά όρια μιας αίθουσας και του φιλοθεάμονος κοινού. Αυτό είναι το «Κόκκινο».

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

Μετάφραση - Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιμούλης

Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης

Κοστούμια: Σοφία Νικολαΐδη

Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου 

Βοηθός σκηνοθέτης: Μαίρη Ανδρέου

Επιμέλεια Φροντιστηρίου: Βασιλική Τσιλιγκρού

Συνεργάτης Σκηνογράφος: Ελίνα Δράκου

Βοηθός Σκηνογράφου: Ναταλία Ζήρα

Ζωγραφική σκηνικού: Ράνια Φουκαράκη

Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Νατάσα Παππά

Creative Agency: GridFox

Κατασκευή σκηνικού: Oleg Sadik

Video: Γιώργος Κιμούλης

Επιμέλεια μακιγιάζ video: Βίνα Ευστρατιάδου

VFX: Μίνα Βλαστάρη

 

Πρωταγωνιστούν:

Γιώργος Κιμούλης

Δημήτρης Γκοτσόπουλος

 

Παραγωγή: Θεατρικές επιχειρήσεις Κάρολου Παυλάκη

 


Πληροφορίες:

Χώρος: Θέατρο Μουσούρη (Πλατεία Καρύτση 7, Αθήνα)

Τηλ. 210 3310936

 

Ημέρες & ώρες παραστάσεων:

Τετάρτη 19:00, Πέμπτη 20:00, Παρασκευή 21:00

Σάββατο 18:00 & 21:00, Κυριακή 19:00

 

Διάρκεια παράστασης: 100 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

 

Τιμές εισιτηρίων:

Πλατεία (κεντρικά): 25€

Πλατεία (δεξιά – αριστερά): 22€

Εξώστης: 22€

Λαϊκή απογευματινή, κάθε Σάββατο στις 18.00: 18€

Φοιτητικό: 16€ (δεν ισχύει Σάββατο βράδυ και εορτές)

Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη, μέχρι 26 ετών και άνω των 65 ετών, 16€

Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη: Ανεργίας, 13€

Προπώληση εισιτηρίων:

https://www.ticketmaster.gr/red_sen_2008001.html

 

 Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Το "Κόκκινο" στο fractal