ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Η Γυναίκα της Ζάκυθος και άλλες αιώνιες μνήμες

 


Η Γυναίκα της Ζάκυθος και άλλες αιώνιες μνήμες

Ένα ιδιαίτερο θεατρικό αναλόγιο

σε κείμενα Διονύσιου Σολωμού και όχι μόνο

στο ιστορικό αθηναϊκό καφενείο «Ο Σωκράτης»

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,

όπου και να θολώνει ο νους σας,

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και

μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη...

(Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον εστί, ΙΑ΄)

 

Αν και ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο εθνικός μας ποιητής, δυστυχώς, πέραν των μελοποιημένων στροφών του Εθνικού μας Ύμνου από τον Νικόλαο Μάντζαρο, ελάχιστο μέρος του έργου του έχει μελετηθεί, έχει κατανοηθεί και έχει εκτιμηθεί από την πλειονότητα των Ελλήνων.

Η απόπειρα, λοιπόν, της ομάδας Κινητήρας να εξοικειώσει το κοινό με το έργο του μεγάλου μας ποιητή φαντάζει –και είναι– σαν ογκόλιθος που πρέπει να σηκώσει το βάρος του και να το μεταφέρει σε ώτα ευήκοα και καρδιές ανοιχτές και καθαρές. Επειδή αυτό ακριβώς είναι το πνεύμα από το οποίο διακατεχόταν ο Σολωμός και αυτή η αίσθηση διατρέχει το σύνολο του ποιητικού του έργου.

Επιπλέον, η επιλογή χώρων παρουσίασης που δεν είναι αμιγώς θεατρικοί για την παρουσίαση του έργου, απαιτεί την ευλαβική προσήλωση των θεατών–ακροατών, ώστε να αισθανθούν τη συγκινησιακή φόρτιση του λόγου του ποιητή και το βαθύτερο νόημα κάθε λέξης που έχει χρησιμοποιήσει και έχει τοποθετήσει σε συγκεκριμένη θέση. Επειδή ο Σολωμός θεωρούσε υποχρέωσή του να παιδεύει τον στίχο μέχρι να φτάσει, ύστερα από πολύ κόπο, στο ποθητό νόημα. Ήταν στ’ αλήθεια γι’ αυτόν αγώνας ζωής που του κόστισε τον (ατυχή επί της ουσίας) χαρακτηρισμό των έργων του ως ημιτελών. Είναι βέβαιο ότι και άλλη μια ζωή να ζούσε ο δημιουργός, τα έργα του και πάλι ημιτελή θα ήταν, καθώς η εσωτερική αγωνία του για την τελειότητα ποτέ δεν θα καθησυχαζόταν.

Με τις σκέψεις αυτές παρακολουθήσαμε το θεατρικό αναλόγιο «Η Γυναίκα της Ζάκυθος και άλλες αιώνιες μνήμες», όπως το οραματίστηκε σκηνοθετικά η Αντιγόνη Γύρα και το ερμήνευσαν ως κατάθεση ψυχής η Αλίκη Αβδελοπούλου και ο Δημήτρης Αγοράς.

Ο πυρήνας του θεατρικού αφηγήματος ήταν «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», το ποίημα του Σολωμού στο οποίο σχολιάζεται με τρόπο περιφρονητικό, ειρωνικό και ιδιαίτερα καυστικό η στάση μιας δύσμορφης και κακόψυχης γυναίκας που όχι μόνο αρνείται να βοηθήσει τις ξεριζωμένες Μεσολογγίτισσες που ζητιανεύουν, αλλά τις κακολογεί που δεν υποτάχτηκαν στη μοίρα τους και αγωνίστηκαν –σε πολλές περιπτώσεις ισάξια με τους άντρες– για να απαλλαγούν από τον ζυγό του κατακτητή.

Εμβόλιμα όμως συμβαίνει ένας ανατριχιαστικός παραλληλισμός, καθώς το μακρινό ιστορικό παρελθόν συνδέεται άρρηκτα με το παρόν και με ηχητικά ντοκουμέντα που αποκαλύπτουν παρόμοια στάση ανθρώπων τη στιγμή που η θάλασσα ξεβράζει στα νησιά του Αιγαίου ζωντανά και νεκρά κορμιά προσφύγων κάθε ηλικίας.

Και η σκέψη δεν μπορεί παρά να κάνει τη διασύνδεση με την στροφή από τον «Ύμνον εις την ελευθερίαν», όπου ο ποιητής αναφέρεται στη στάση των υποτιθέμενων φίλων όταν τους έχουμε ανάγκη: «Μοναχή τον δρόμο επήρες / εξανάλθες μοναχή, / δεν είν’ εύκολες οι θύρες, / εάν η χρεία τες κουρταλεί».

Το κεντρικό αφήγημα εμπλουτίζεται με δυο ακόμα σημαντικές συγχωνεύσεις από το ποιητικό έργο του Σολωμού, που με ιδιαίτερη λεπτότητα τοποθετούνται στη ροή του λόγου.

Πρόκειται για αποσπάσματα από το έργο «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», στο οποίο ο ποιητής δονείται από το μεγαλείο της ψυχής των Μεσολογγιτών που παραμένει ελεύθερη παρά τις κακουχίες και την εξοντωτική πείνα και τους οδηγεί σε πράξεις αξεπέραστου ηρωισμού. Είναι προφανής και εδώ η έμμεση αναφορά εκ μέρους των συντελεστών στην αξιοπρέπεια των ανθρώπων που σήμερα βασανίζονται, αλλά δεν εγκαταλείπουν τη μάχη και δεν παραιτούνται από το δικαίωμά τους στη ζωή.

Η επόμενη, εξίσου σημαντική, συγχώνευση προέρχεται από τη «Φαρμακωμένη», που έγραψε ο Σολωμός για την αποκατάσταση της μνήμης και της τιμής της φίλης του Μαρίας Παπαγεωργοπούλου, που κατηγορήθηκε για ερωτική σχέση με έναν παντρεμένο και αυτοκτόνησε επειδή δεν άντεξε την κοινωνική κατακραυγή. Εδώ γίνεται μια μετάβαση από τη γενική αναφορά στην προσωπική μνήμη, καθώς οι ερμηνευτές αναφέρονται σε προσωπικές ιστορίες που έχουν συνταράξει την ψυχή τους. Πρόκειται για μια πτυχή που αγγίζει όλους μας, μιας και ο δυσμενής, αβάσιμος και κακεντρεχής σχολιασμός είναι μια ακόμα πληγή της ανερμάτιστης εποχής μας.

Έτσι, μέσα από τη ροή της αφήγησης, το παρελθόν και το παρόν συναντιούνται και συνενώνονται, ταυτίζονται εννοιολογικά και αναδύονται οι κοινές αναζητήσεις που ακόμα ταλανίζουν το ανθρώπινο γένος, που ακόμα δεν εννοεί να αντιληφθεί ότι η νοητή γραμμή που χωρίζει την ευτυχία από τη δυστυχία έχει πάχος πολύ λεπτότερο από εκείνο της κλωστής· και πως δεν μπορούμε να αισθανόμαστε ευτυχείς όταν οι συνάνθρωποί μας δυστυχούν.

Οι ερμηνευτές του συγκεκριμένου θεατρικού αναλογίου δεν περιορίστηκαν στην τυπική ανάγνωση των κειμένων, αλλά προχώρησαν και σε εγκρατή υποκριτική, σε μεταξύ τους σαρκαστικό διάλογο, σε διαπροσωπικές αναφορές, αλλά και σε κίνηση μέσα στον χώρο. Με τον τρόπο αυτό επιχειρήθηκε (και επιτεύχθηκε) μια ουσιώδης επικοινωνία με τους θαμώνες–θεατές και μια εξοικείωση με την ιδιαίτερα εκφραστική εκφορά του λόγου του ποιητή.

Κορυφαία στιγμή, κατά την κρίση του γράφοντος, υπήρξε η ερμηνεία του τραγουδιού αφιερωμένου στον Μάρκο Μπότσαρη, όπου ο συγκινητικός φωνητικός λυγμός της Αλίκης Αβδελοπούλου συνοδεύτηκε από τη συναρπαστική σωματική ερμηνεία του Δημήτρη Αγορά και δικαίως απέσπασαν το θερμό και αυθόρμητο χειροκρότημα του κοινού.

Όσοι αγαπούν το θεατρικό αναλόγιο ή θέλουν για πρώτη φορά να έρθουν σε επαφή με αυτό, αλλά και όσοι αναζητούν κάτι εντελώς διαφορετικό και άκρως αφυπνιστικό, αξίζει να παρακολουθήσουν αυτό το ποιοτικό εγχείρημα. Για πληρέστερη κατανόηση του θεάματος προτείνεται η προηγούμενη επαφή των θεατών τουλάχιστον με την περιληπτική γνώση των συγκεκριμένων έργων του ποιητή. 

 


Η ταυτότητα παράστασης:

Σκηνοθετική-Καλλιτεχνική Επιμέλεια: Αντιγόνη Γύρα

Ερμηνεύουν: Αλίκη Αβδελοπούλου & Δημήτρης Αγοράς

Μουσική Επιμέλεια: Αλίκη Αβδελοπούλου

Πρωτότυπη Μουσική: Anser

Αιώνιες Μνήμες/ Κείμενο: Δήμητρα Ζαγορά

Ακούγεται η φωνή του Κωνσταντίνου Πουλή, δημοσιογράφου του Press Project, σε δικό του κείμενο

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Αγορά

Φωτογραφίες: Σάκης Ψαρρός & Φάνης Παυλόπουλος

Τρέιλερ: Στέφανος Κοσμίδης

Social media: Τζίνα Κυρούση

Γραφιστική επιμέλεια: Νάντια Αργυροπούλου & Ελένη Γύρα

Οργάνωση Παραγωγής: Κινητήρας

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

 


Teaser: Η Γυναίκα της Ζάκυθος - teaser 2026

 Καφενείο «Ο Σωκράτης» Χίου 42, Πλατεία Αγίου Παύλου (5΄λεπτά από το μετρό Μεταξουργείο)

Από 6 Φεβρουαρίου κάθε Παρασκευή στις 21:00 – Διάρκεια: 65’

Ώρα προσέλευσης: 20.15-20.30 για το σερβίρισμα

Ώρα έναρξης: 21.00

Είσοδος: 15€ / 10€ για ανέργ@, φοιτητ@, 65+, ΑμεΑ*

Προπώληση: Η Γυναίκα της Ζάκυθος κι άλλες αιώνιες μνήμες | Εισιτήρια online! | More.com

*Ο χώρος είναι προσβάσιμος σε ΑμεΑ αλλά δεν διατίθεται τουαλέτα ΑμεΑ.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η Γυναίκα της Ζάκυθος στο fractal


 

Η «Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι

 


Η «Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι

σε διασκευή και σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα

και μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου

στο Θέατρο Τέχνης – Σκηνή Φρυνίχου ( Πλάκα)

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Η αριστουργηματική κωμωδία του Κάρλο Γκολντόνι  γράφτηκε και ανέβηκε ως θεατρική παράσταση στα μέσα του 18ου αιώνα, σε μια εποχή που η χειραφέτηση της γυναίκας και το δικαίωμά της στη ζωή και τον έρωτα ήταν κάτι που σε κοινωνικό επίπεδο έμοιαζε με «απαγορευμένο καρπό». Ωστόσο, το κύμα του Διαφωτισμού που είχε αρχίσει να εξαπλώνεται στην Ευρώπη και τα φωτισμένα μυαλά που διέδιδαν τις ιδέες του στην πράξη, είχαν ρίξει τον πρώτο δυνατό σπόρο. Ο συγγραφέας, πάντα πρωτοπόρος, τολμά να θίξει ζητήματα που η κοινωνία της εποχής αμφιταλαντεύεται αν πρέπει να τα αγγίξει και πολύ περισσότερο να αποδεχθεί. Όμως παρά τις αντίξοες συνθήκες, το ειδικό βάρος του έργου και η έντονη κοινωνική του διάσταση το έκαναν  αγαπητό στο κοινό όχι μόνο της εποχής του αλλά μέχρι σήμερα. Κάτι ήξερε ο Γκολντόνι...

 

Η υπόθεση:

Η Μιραντολίνα, ιδιοκτήτρια πανδοχείου (λοκαντιέρα) που το φέρνει βόλτα με τη βοήθεια του υπηρέτη της, του Φαμπρίτσιο, είναι μια γυναίκα ανεξάρτητη αλλά και δαιμόνια. Αρνείται την υποταγή στις επιθυμίες των άλλων, ενώ παράλληλα αρέσκεται στις φιλοφρονήσεις και στα ερωτικά παιχνιδίσματα των αντρών, αρκεί να πηγαίνει καλά η επιχείρησή της και να εξοικονομεί τα προς το ζην.

Δυο πελάτες της, ο μαρκήσιος του Φορλιπόπολι και ο κόμης της Αλμπαφιορίτα, την πολιορκούν και της προσφέρουν δώρα με απώτερο σκοπό κάποτε να ενδώσει στα ερωτικά τους καλέσματα. Σ’ εκείνη όμως αρέσει να παίζει, να δίνει μάταιες ελπίδες, αλλά και να απολαμβάνει την υποταγή όσων την ορέγονται. Και ενώ δέχεται ευγενικά τα δώρα τους, διαρκώς τους αφήνει σε μια μάταιη αναμονή.

Διαφορετική περίπτωση όμως είναι ο ιππότης Ρομπέρτο Ριπαφράττα, που όχι μόνο έχει προσβλητική συμπεριφορά απέναντί της, αλλά δηλώνει φανερά τον μισογυνισμό του και διατυμπανίζει την απέχθειά του για τον έρωτα. Τότε εκείνη πεισμώνει και βάζει σε εφαρμογή το πανούργο σχέδιο όχι μόνο της υποταγής του, αλλά και του εξευτελισμού του, αν δεν παραδεχθεί φανερά τα αισθήματά του.

Στο ερωτικό γαϊτανάκι προστίθενται δυο θεατρίνες, η Ορτένσια και η Ντετζάνιρα, που επισκέπτονται ξαφνικά το πανδοχείο και αμέσως η Μιραντολίνα αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι οι αρχόντισσες τις οποίες προσποιούνται· ένα ακόμα δείγμα της διορατικότητάς της αλλά και της πρόθεσής της να δημιουργεί ακραίες καταστάσεις για να πετύχει τους στόχους της.  

Με διάφορά τερτίπια προσεγγίζει τον ιππότη, τον χειρίζεται μέσα από τα δικά του λόγια και τις απόψεις του, τον οδηγεί με μελετημένα αργά βήματα στην αγκαλιά της και τελικά τον ξελογιάζει. Και όταν τον βλέπει να γονατίζει μπροστά της ψυχικά και σωματικά, του δίνει τη χαριστική βολή. Διαβλέποντας τα αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα που αρνείται να εγκαταλείψει για χάρη της, του επιστρέφει τα πανάκριβα δώρα και συνειδητά παίρνει τη σωστή γι’ αυτήν απόφαση.

Επιλέγει να δέσει τη ζωή της με τον ευγενικό, καρτερικό και πιστό Φαμπρίτσιο, εξασφαλίζοντας όχι μόνο την προσωπική της ευτυχία αλλά και την επαγγελματική της σταθερότητα.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Γιάννης Κακλέας, με μεγάλη εμπειρία και ευρύτητα και βάθος γνώσης του θεάτρου, επιλέγει διόλου τυχαία το πρωτοποριακό θεατρικό έργο του Γκολντόνι, άριστα μεταφρασμένο από την Αγαθή Δημητρούκα. Διαθέτει σκηνοθετική οπτική με επιλεκτική ματιά που παραλληλίζεται με τη χρήση ενός ευρυγώνιου φωτογραφικού φακού. Στο κέντρο του, στην αιχμή του δόρατος, βρίσκεται το κωμικό στοιχείο· γιατί ζωή χωρίς γέλιο δεν νοείται. Και είναι αυτό το πιο ισχυρό όπλο στη φαρέτρα του για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των θεατών. Στο ίδιο όμως οπτικό και νοητικό πεδίο κινούνται όλοι οι κοινωνικοί συμβολισμοί που κάθε χαρακτήρας του έργου αντιπροσωπεύει: το πάθος για τη φήμη ή το χρήμα (ή και τα δύο μαζί), η αμέριμνη ροπή προς το εφήμερο, η σταθερότητα ή η αστάθεια υπό αντίξοες συνθήκες, η αλαζονεία και η υπεροψία, ο φόβος της εξωτερίκευσης των συναισθημάτων, η άρνηση της άνευ όρων υποταγής, η επιδίωξη της ισοτιμίας και του αμοιβαίου σεβασμού, η αγάπη για την ελευθερία με κάθε κόστος. Ο σκηνοθέτης με σταθερό βήμα και σωστά υπολογισμένες δόσεις φωτίζει όλες τις ανθρώπινες πτυχές, προσφέροντας στο κοινό μαζί με το γέλιο και άφθονη τροφή για σκέψη στην τρέχουσα κοινωνική συγκυρία.

Άξιος βοηθός στο σκηνοθετικό του εγχείρημα ο Γιώργος Ψαρράκος.

Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου επωμίζεται την ευθύνη της διαρκούς συνομιλίας της μουσικής με την επιμέρους σκηνική θεματολογία. Οι εμπνεύσεις του ρέουν σαν ορμητικό ποτάμι, καθώς κατορθώνει να συνταιριάξει διαφορετικές υφολογικά και χρονικά προσεγγίσεις σε μία έννοια εικόνα. Τρυφερές μελωδίες συνυπάρχουν με τις πρόσφατες «ένδοξες» δεκαετίες της ιταλικής μουσικής, αλλά και με τα ραπ ακούσματα κατά τη διάρκεια της παράστασης. Και όλα αυτά μαζί όχι μόνο δεν ξενίζουν, αλλά δημιουργούν ένα αξεχώριστο σύνολο μουσικών και φωνητικών ερμηνειών που συναρπάζουν το κοινό. Οι παρεμβολές των τραγουδιών αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του όλου, επιβεβαιώνοντας όχι μόνο την αναγκαιότητα της ύπαρξής τους,  αλλά και τη λειτουργικότητά τους για τον εμπλουτισμό και την υποκίνηση της επί σκηνής δράσης. Ένα επιπλέον ατού η ζωντανή απόδοση της μουσικής από το άριστα κουρδισμένο κουαρτέτο υπό τη διεύθυνση του Ανδρέα Κουρέτα.

Αξιοθαύμαστες είναι οι στιχουργικές δημιουργίες της Μαρίας Αλημίση και της Βερόνικας Δαβάκη, οι οποίες ταυτίζονται πλήρως με την πλοκή, την ένταση των επιμέρους σκηνών και τα μηνύματα που διαρκώς περνούν στο κοινό.

Η Ηλένια Δουλαδίρη επιμελείται τα πλούσια και εντυπωσιακά σκηνικά μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, συμβάλλοντας στην ατμόσφαιρα της πολυτέλειας και της ευμάρειας που επικρατεί. Βοηθός της στο απαιτητικό έργο η Ιωάννα Καλαβρή. Επιπλέον, οι άριστες και ποικίλες ενδυματολογικές της επιλογές προσφέρουν την απαιτούμενη λάμψη για μια τέτοια παράσταση.  

Η χορογραφία της Στεφανίας Σωτηροπούλου χαρακτηρίζεται από δυναμισμό και ζωντάνια, ανεβάζει τη διάθεση, υποκινεί την ευθυμία που απλώνεται στην αίθουσα και προδιαθέτει εξαρχής για μια γιορταστική βραδιά γεμάτη κέφι.

Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου συμπλέουν με τη συχνή εναλλαγή των ρυθμών επί σκηνής, με τη γρήγορη πλοκή, αλλά και με τις ψυχικές διακυμάνσεις των χαρακτήρων του έργου.

 


Οι ερμηνείες:

Η Βερόνικα Δαβάκη, ως Λοκαντιέρα (Μιραντολίνα), εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις υποκριτικές και φωνητικές της δυνατότητες, προσφέροντας στο κοινό στιγμές ξεχωριστής ευχαρίστησης. Κάθε βλέμμα, κάθε αλλαγή στάσης του σώματος, κάθε ανάλαφρη κίνηση των χεριών της αναδίδει τα συναισθήματα από τα οποία διακατέχεται. Τρυφερότητα ανάμεικτη με αποφασιστικότητα, επιτηδειότητα ανάμεικτη με έντονη ερωτική επιθυμία, αλλά και αδιαπραγμάτευτη ως προς την  ανεξαρτησία και την ελευθερία της. Και όταν ερμηνεύει τα τραγούδια της παράστασης (ελληνικά και ιταλικά), οδηγεί το κοινό σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα.

Ο Ιβάν Σβιτάιλο, ως ιππότης Ρομπέρτο Ριπαφράττα, είναι η ενσάρκωση της αλαζονείας και του μισογυνισμού, τουλάχιστον επιφανειακά. Στιβαρός και ευθυτενής, άκαμπτος στις απόψεις του και αδιάφορα προσβλητικός, πειστικά εκρηκτικός, υπερόπτης και αμετάπειστος, ίσως επειδή διακατέχεται από τον ενδόμυχο φόβο της πιθανής προδοσίας των συναισθημάτων του. Και όταν αποδέχεται την πραγματικότητα της ραγισμένης καρδιάς του, τότε γίνεται βαθιά ανθρώπινος.

Ο Αλέξανδρος Ζουριδάκης, ως μαρκήσιος του Φορλιπόπολι, είναι η επιτομή του ξεπεσμένου αριστοκράτη, που με τεχνάσματα αποκρύπτει την πραγματικότητα, ενώ παράλληλα δεν παύει να ερωτεύεται και να ελπίζει. Οι χαρακτηριστικές χειρονομίες, η εκφραστικότητα του προσώπου,  έντονη σωματική κινητικότητα και η εκφορά του λόγου σκορπίζουν άφθονο  γέλιο.

Ο Ντίνος Ποντικόπουλος, ως κόμης της Αλμπαφιορίτα, κάτοχος ενός αγορασμένου τίτλου ευγενείας και αποτυχών εραστής, επιδεικτικά πιστός στη δύναμη του χρήματος, δεν απογοητεύεται από τις αποτυχίες και εύκολα αλλάζει πορεία πλεύσης. Πέραν της αβίαστης κωμικότητας, εύκολα μεταμορφώνεται σε έναν αμετανόητο και αξιολάτρευτο γλεντζέ και λάτρη του ποδόγυρου, έτοιμο να ρουφήξει τη ζωή ως την τελευταία της σταγόνα.

Ο Σαμψών Φύτρος, ως Φαμπρίτσιο, είναι ο παντεπόπτης βοηθός αλλά και ο φύλακας άγγελος της Μιραντολίνα. Ελέγχει τους χώρους και τους ανθρώπους, παραμένοντας πάντα σε χαμηλούς τόνους, συγκαταβατικός και αφοσιωμένος. Βρίσκεται σταθερά στο πλευρό της, της προσφέρει ασφάλεια και είναι πρόθυμος να ικανοποιήσει τις επιθυμίες της.

Το αχώριστο δίδυμο των απένταρων ηθοποιών,  της Βάσιας Λακουμέντα (Ορτένσια) και της Μάιρας Γραβάνη (Ντετζάνιρα), που παριστάνουν τη βαρόνη και την κόμισσα αντίστοιχα, προσφέρουν από κοινού τον εύθυμο τόνο, χορεύουν ρυθμικά, τραγουδούν νοσταλγικά και επιχειρούν με χαριτωμένη πονηρία να γευτούν έστω λίγο από τον γλυκό καρπό του πλούτου, αμέριμνες και πρόθυμες να προσφέρουν το ποθητό από τους άντρες αντάλλαγμα.

 


Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για μια κωμωδία που ενώ χαροποιεί ιδιαίτερα το κοινό, ταυτόχρονα θίγει σοβαρά κοινωνικά ζητήματα που αποτελούν διαχρονικά προβλήματα. Χωρίς οι θεατές να αισθάνονται το βάρος ενός ακόμα δράματος ή του διδακτισμού, μπορούν να απολαύσουν μια καθ’ όλα άψογη θεατρική παράσταση, να ψυχαγωγηθούν και να αντιληφθούν τους χαρακτήρες στην πραγματική τους διάσταση με τα προτερήματα αλλά και τις αδυναμίες τους.

Οι θεατρόφιλοι ας σπεύσουν. Θα βιώσουν μια λαμπερή θεατρική βραδιά που θα τους μείνει αξέχαστη.

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

Μετάφραση: Αγαθή Δημητρούκα

Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Κακλέας

Πρωτότυπη μουσική σύνθεση και ενορχήστρωση: Δημήτρης Παπαδημητρίου

Σκηνικά-Κοστούμια: Ηλένια  Δουλαδίρη

Χορογραφία: Στεφανία Σωτηροπούλου

Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

Υπεύθυνος Ήχου : Γιάννης Λαμπρόπουλος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Ψαρράκος

 Βοηθός σκηνογράφου: Ιωάννα Καλαβρή

Οργάνωση Παραγωγής : Κωνσταντίνος Σαγιάς

Συντονισμός Παραγωγής : Κωνσταντίνα Τζιλίρα

Διεύθυνση Παραγωγής για το Ελληνικό Σχέδιο: Τηλέμαχος Κρεβάικας

Διεύθυνση Ορχήστρας: Ανδρέας Κουρέτας

Ορχήστρα Θεάτρου: Τριμελής ορχήστρα

Εκτέλεση Παραγωγής: Gg Productions

Παραγωγή : Ελληνικό Σχέδιο – Θέατρο  Τέχνης Καρόλου Κούν – VD Arts- Artinfo.gr

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

 


Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί:

Βερόνικα Δαβάκη, Ιβάν Σβιτάιλο, Αλέξανδρος Ζουριδάκης,

Βάσια Λακουμέντα, Ντίνος Ποντικόπουλος, Σαμψών Φύτρος,

Μάϊρα Γραβάνη

 

Ορχήστρα Θεάτρου:

Πιάνο / keyboards: Ανδρέας Κουρέτας

Βιολί: Μιχάλης Βρέττας

Κιθάρα: Βαγγέλης Ντουμανάς

Drums / Κρουστά: Ηλίας Σαμαρτζής

 

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Από 5 Φεβρουαρίου 2026

Τετάρτη & Κυριακή: 19:00, Πέμπτη & Παρασκευή: 21:00
Σάββατο: 18:00 | 21:00
 

Διάρκεια: 90΄ λεπτά

 

Τιμές εισιτηρίων:

Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή & απόγευμα Σαββάτου

Α Ζώνη: 25€ /Β Ζώνη: 18€ / 16€ μειωμένο /Γ Ζώνη: 16€ / 14€ μειωμένο /Μειωμένης ορατότητας 12€

Σάββατο 21:00 και Κυριακή 19:00

Α Ζώνη: 28€/ Β Ζώνη: 20€ / 18€ μειωμένο /Γ Ζώνη: 16€ / 14€ μειωμένο /Μειωμένης ορατότητας 12€

 

Προπώληση: Ticketservises & στα ταμεία του Θεάτρου

«Locandiera» του Κάρλο Γκολντόνι :: TicketServices.gr


Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, Σκηνή Φρυνίχου
Φρυνίχου 14, Πλάκα, 105 58

(5 λεπτά από τη στάση του Μετρό Ακρόπολη)


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η «Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι στο fractal

 

«Βάσσα – Μια μητέρα» του Μαξίμ Γκόρκι

 


«Βάσσα – Μια μητέρα» του Μαξίμ Γκόρκι

σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ στο Θέατρο Arroyo

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Ο Μαξίμ Γκόρκι υπήρξε ένας άνθρωπος που από την παιδική του ηλικία βίωσε την οικογενειακή δυστυχία και την απόρριψη. Η ζωή του υπήρξε μια διαρκής περιπλάνηση και ένας ατέλειωτος αγώνας για επιβίωση, που συνοδεύτηκε από την προσωπική εμπειρία της σκληρής εργασίας, την επαφή με τη δυστυχία των κατατρεγμένων εργατών, αλλά και την ανελέητη καταδίωξη από το ανελεύθερο τσαρικό καθεστώς ακόμα και όταν έχει καταξιωθεί ως συγγραφέας. Οι συνθήκες αυτές διαμόρφωσαν όχι μόνο τον χαρακτήρα του αλλά και τον προσωπικό του τρόπο γραφής. Στα έργα του, πίσω από τις διαφορετικές ανθρώπινες ιστορίες, γίνεται αντιληπτή η φωνή διαμαρτυρίας και η αδιάκοπη αντιπαράθεσή του με την καταπιεστική εξουσία, που δεν καταρρακώνει μόνο όσους την υφίστανται, αλλά αλλοτριώνει και την ίδια την ανθρώπινη φύση του δυνάστη. Το έργο γράφτηκε λίγα χρόνια πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση, την οποία ο συγγραφέας υποστήριξε με τη γραφή του μέσα από το λογοτεχνικό ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

 


Η υπόθεση:

Σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση, η οικογενειακή επιχείρηση του συζύγου της Βάσσα καταρρέει πνιγμένη στα χρέη λόγω κακής διαχείρισης, ενώ εκείνος βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου. Όταν εκείνος φεύγει από τη ζωή, τα παιδιά της και ο αδελφός του συζύγου της διεκδικούν το νόμιμο μερίδιό τους χωρίς να γνωρίζουν και χωρίς να μπορούν να εκτιμήσουν σωστά την κατάσταση. Καθένας θέλει να πραγματοποιήσει τα όνειρά του χωρίς να ενδιαφέρεται για το παρελθόν ή για την ενότητα της οικογένειας. Εξάλλου, οι μεταξύ τους σχέσεις είναι τόσο τεταμένες, που φαίνεται πως είναι προτιμότερο οι δρόμοι τους να χωρίσουν.

Όμως η Βάσσα έχει εντελώς αντίθετη γνώμη, γιατί η ζωή της και η ύπαρξή της είναι άρρηκτα δεμένη με τη διατήρηση της κοινής τους συμβίωσης κάτω από τον ίδια στέγη πάση θυσία. Παίρνει τα ηνία της κοινής τους ζωής στα χέρια της και, τυφλωμένη από το αίσθημα που εκείνη αντιλαμβάνεται ως αγάπη, αποφασίζει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο –θεμιτό ή αθέμιτο– ώστε όλα να γίνουν όπως εκείνη ορίζει. Ανίερες συμμαχίες, συνωμοτικά σχέδια, δολοπλοκίες, πλαστογραφίες, ακόμα και δολοφονίες, μεταμορφώνουν τους ανθρώπους σε πιόνια στα χέρια της, αρκεί να πετύχει τον σκοπό της. Η αγάπη της γίνεται ένας παραμορφωτικός καθρέφτης που διαστρεβλώνει την αλήθεια χωρίς να ενδιαφέρεται για τα θύματα που σκορπίζει στο διάβα της, καθώς τα παιδιά της οδηγούνται από το δικό της χέρι στον αλληλοσπαραγμό και στην αλληλοεξόντωση.  Η αγάπη της γίνεται μια στυγερή εξουσία που αδιαφορεί για τις παράπλευρες απώλειες, αρκεί να βρίσκεται πάντα στην κορυφή και οι αποφάσεις της να είναι νόμος για τους άλλους. Γιατί πιστεύει ότι μπορεί και πρέπει να κάνει «θαύματα»/

Και όταν έχει μετατρέψει όλες τις αγαπημένες της υπάρξεις σε ερείπια γύρω της, όταν η «αγάπη» της έχει στραγγαλίσει όλους όσους λάτρευε, ο θρίαμβός της γίνεται η πιο οδυνηρή της ήττα ως μητέρας αλλά και ως ανθρώπου.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Η σκηνοθετική υπογραφή της Λίλλυς Μελεμέ για μια ακόμα φορά μας χαροποιεί ιδιαίτερα, καθώς διακρίνεται για τη δυνατότητα όχι μόνο της εξαιρετικής προσαρμογής των κλασικών θεατρικών έργων στο παρόν, αλλά ιδιαίτερα για τον τρόπο της σκηνικής διδασκαλίας τους, ώστε το κοινό να αντιλαμβάνεται πλήρως τη διαχρονικότητα των κειμένων, να τα τοποθετεί στο σήμερα και, εν τέλει, να τα απολαμβάνει. Στα χέρια της έχει ένα άψογα μεταφρασμένο έργο με τη νεανική φρεσκάδα που του δίνει ο Αλέξανδρος Σάβγκα  (συμμετέχει και στην παράσταση) σε συνεργασία με τους συμπρωταγωνιστές του, δημιουργώντας  ένα στιβαρό κείμενο που ακούγεται οικείο στο σύγχρονο θεατρικό κοινό κάθε ηλικίας. Η σκηνοθέτις του δίνει σάρκα και οστά, το εικονοποιεί με την αρωγή της Μαρίας Δράκου και της Αγγελίνας Μυλωνά και δομεί μια θεατρική εικόνα έντονης δράσης και δυναμικών χαρακτήρων που αν αλλάξουμε τους τόπους και τα ονόματα, κάλλιστα μεταφέρονται στον σύγχρονο κόσμο που μαστίζεται από τις παράλογες και έκνομες εξουσίες.

Μοντέρνα, ευρηματικά και πλήρως λειτουργικά τα σκηνικά του Πάρη Λεόντιου σε έναν χώρο που παρουσιάζει τεχνικές δυσκολίες. Επιπλέον, οι άριστες ενδυματολογικές του επιλογές διακρίνονται για την αρμονία και την κομψότητά τους· οπωσδήποτε πρέπει να θεωρηθούν ένα από τα συν στο σύνολο της παράστασης.

Δυναμική η διδασκαλία της κίνησης από τη Χριστίνα Βασιλοπούλου, που  βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με την έντονη δράση σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαρίας Σαλταούρα και οι μουσικές επιλογές του Νέστορα Κοψιδά είναι οι αφανείς αλλά εξίσου σημαντικοί ήρωες της παράστασης, καθώς συνοδεύουν αρμονικά τις εναλλαγές στον ψυχισμό των χαρακτήρων και στις μεταξύ τους εντάσεις, συντελώντας στη δημιουργία του κλίματος μέσα στο οποίο κινούνται και δρουν.  

 


Οι ερμηνείες:

Η Λίλλυ Μελεμέ, ως Βάσσα, είναι σκληρή και άτεγκτη την ίδια στιγμή που μπορεί να γίνει απίστευτα στοργική. Αδίστακτα χειριστική όταν χρειάζεται, κινεί τα νήματα και κρατάει σφιχτά τα ηνία. Ο ψυχισμός της ζωγραφίζεται στο πρόσωπο, στα χέρια, στον βηματισμό της, χωρίς όμως ποτέ να χάνει τον έλεγχο. Η φωνή της, χρωματισμένη ανάλογα με την περίσταση, δίνει τον ρυθμό αλλά και ελέγχει την εξέλιξη των γεγονότων. Μια «σιδηρά κυρία» που οδηγεί τα βήματα των άλλων, καθώς τα δικά της οδεύουν προς την αυτοκαταστροφή.

Ο Αλέξανδρος Σπυριδέλης, ως Μιχαήλ – πατέρας της Λουντμίλα αλλά άμεσος συνεργάτης της Βάσσα, πιστός σε αυτό που θεωρεί καθήκον του, ευθυτενής και σκληροτράχηλος, αδίστακτος και υποχθόνιος, εξυφαίνει σχέδια χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς.

Ο Αλέξανδρος Σάβγκα, ως Πρόχορ – αδελφός του συζύγου της Βάσσα, κομψός, παρορμητικός και χειμαρρώδης, αδιάφορος για την οικογενειακή ζωή, τύπος μποέμ που θέλει να ρουφήξει τη ζωή μέχρι την τελευταία σταγόνα, ασυγκράτητος λάτρης του ωραίου φύλλου, αμέριμνος και με άδοξο τέλος.

Η Μελίνα Ποτουρίδου, ως Λουντμίλα – σύζυγος του Πάβελ, είναι η πέτρα του σκανδάλου, το μήλο της έριδος, ένα πλάσμα ανέμελο και αέρινο που προσπαθεί να διεκδικήσει τη ζωή κάνοντας ανεπανόρθωτα (;) λάθη, πετάει κυριολεκτικά στα σύννεφα, ζητάει απεγνωσμένα την ελευθερία της και γι’ αυτό δεν μπορεί να ζήσει σε μια κοινωνία που τρέφεται από το δίπολο λάθος–σωστό.

Ο Σίμος Στυλιανού, ως Πάβελ – γιος της Βάσσα και σύζυγος της Λουντμίλα, βασανίζεται από την χαρισματικά αποτυπωμένη αναπηρία του, βασανίζει με απόγνωση όσους αγαπά, διεκδικεί με πάθος το δικαίωμά του στη ζωή και τον έρωτα, δίνει οργισμένα μια μάχη δίχως αύριο, αρνείται πεισματικά να συμβιβαστεί και να γίνει το εξιλαστήριο θύμα.

Η Ξένια Κουτσουμπού, ως Άννα – κόρη της Βάσσα, μια γυναίκα με βαθιά ρήγματα στην ψυχή και τη ζωή της, αντίγραφο ίσως της μητέρας της, διεκδικεί χωρίς φραγμούς όσα πιστεύει ότι της στερήθηκαν, συνεργάζεται αδίστακτα στα αποτρόπαια σχέδια, καθώς ο εσωτερικός κόσμος της βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί.

Ο Λεωνίδας Λεωντιάδης, ως Σεμιόν – γιος της Βάσσα και σύζυγος της Νατάλια, είναι ο φαινομενικά αδιάφορος και υποταγμένος γιος, ενώ στην πραγματικότητα κάνει τα δικά του οικογενειακά σχέδια και περιμένει την κατάλληλη στιγμή, σαν ετοιμοπόλεμο αρπακτικό, για να τα πραγματοποιήσει. 

Η Πολύμνια Αγγελάκη, ως Νατάλια – σύζυγος του Σεμιόν, μια επιφανειακά θρησκευόμενη και έντιμη γυναίκα που κάτω από τη μάσκα της ηθικής δρα υπόγεια για την αποκλειστική εξυπηρέτηση του προσωπικού της συμφέροντος και μεταμορφώνεται σε λύκαινα όταν αυτό διακυβεύεται.

Η Αγαθή Κυριαζή, ως Λίπα (υπηρέτρια), είναι ένα πλάσμα φοβισμένο, κινείται σαν κυνηγημένο αγρίμι, υπακούει σε εντολές και λειτουργεί κάτω από τα φτερά ενός προσωποποιημένου φόβου που την οδηγεί στο μαρτυρικό τέλος.

Η Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα, ως Ντούνια (υπηρέτρια), μια «αόρατη» παρουσία που κινείται σαν σκιά πίσω από τους τοίχους, κρυφακούει και μεταφέρει μυστικά στους ενδιαφερόμενους, υποταγμένη στη μοίρα της, δέχεται την τιμωρία της αδιαμαρτύρητα.

 


Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για μια θεατρική παράσταση που εργαλειοποιεί το ρεπερτόριο του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα για να θίξει σημαντικά προβλήματα που σιγοβράζουν αθόρυβα στο καζάνι της σύγχρονης κοινωνίας, προκαλώντας υπόκωφες δονήσεις που πολύ εύκολα μετατρέπονται  σε σεισμικές εκρήξεις με αμέτρητα θύματα. Ο πυρήνας της οικογένειας παρουσιάζεται ως μικρογραφία του κοινωνικού συνόλου και όσα συμβαίνουν μεταξύ των μελών της αντιστοιχούν στη μεγάλη εικόνα. Ένα εμπνευσμένο έργο που προειδοποιεί για όσα ανά πάσα στιγμή μπορούν να μας συμβούν· και ιδιαίτερα όταν οι εξουσιαζόμενοι πάρουν την εξουσία στα χέρια τους. Μια παράσταση που αξίζει να ιδωθεί και να συζητηθεί.

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο: Μάξιμ Γκόρκι

Μετάφραση: Αλέξανδρος Σάβγκα σε συνεργασία με τον θίασο

Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ

Επιμέλεια κίνησης: Χριστίνα Βασιλοπούλου

Σκηνικός χώρος-ενδυματολογική επιμέλεια: Πάρης Λεόντιος

Σχεδιασμός φωτισμού: Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα

Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Δράκου

Βοηθός σκηνοθέτη Β΄: Αγγελίνα Μυλωνά

Φωτογραφίες: Λίνα Οικονόμου

Τρέιλερ: Θανάσης Φουσέκης

Κατασκευή κοστουμιών : Atelier Tsiouni

Μακιγιάζ φωτογράφισης: Olga Faleichyk

Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Γιώτα Δημητριάδη

 

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά):

Πολύμνια Αγγελάκη, Αγαθή Κυριαζή, Ξένια Κουτσουμπού,

Λεωνίδας Λεωντιάδης, Λίλλυ Μελεμέ, Μελίνα Ποτουρίδου,

Αλέξανδρος Σάβγκα, Αλέξανδρος Σπυριδέλης, Σίμος Στυλιανού,

Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα

 


Πληροφορίες:

Ημέρες και ώρες: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00

Τιμές εισιτηρίων: 16 ευρώ (γενική είσοδος), 12 ευρώ μειωμένο (Άνω των 65, ανέργων, ΑΜΕΑ, ατέλειες)

Προπώληση: Βάσσα ~ Μια μητέρα :: TicketServices.gr

Διάρκεια: 100΄ λεπτά

 

Θέατρο  Arroyo

Μεγάλου Αλεξάνδρου 128, Αθήνα 104 35

5΄ λεπτά από το Μετρό του Κεραμεικού


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: «Βάσσα – Μια μητέρα» του Μαξίμ Γκόρκι στο fractal