Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Χρίστος Γ. Ρώμας – Δημήτρης Φιλελές, Eκδόσεις iWrite, 2η βελτιωμένη έκδοση
Πρόσφατα
κυκλοφόρησε Η ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Δεκέμβριος 2025)
από τις εκδόσεις iWrite, εκδοτικό οίκο με έδρα τη Θεσσαλονίκη και μέλος του
Πρότυπου Ομίλου Πολιτισμού Πηγή. Πρόκειται για ένα απολύτως χρηστικό έργο –
πανόραμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπως αυτή εξελίχθηκε από τον 10ο αιώνα
μ.Χ. μέχρι και τις μέρες μας. Το 466 σελίδων βιβλίο αποτελεί 2η Βελτιωμένη
Έκδοση του ομότιτλου που κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Επικαιρότητα με
αποκλειστικό τότε συγγραφέα τον γνωστό για τη συγγραφική του δραστηριότητα στο
χώρο της ελληνικής φιλολογίας, φιλόλογο Χρίστο Ρώμα.
Η
συνεπικουρία του Δημήτρη Φιλελέ στη δεύτερη έκδοση, πολυγραφότατου δασκάλου και
μαθητή του Ρώμα, επιβεβαιώνει συμβολικά τις προθέσεις, τους στόχους και τις
φιλοδοξίες της επανέκδοσης, όπως αυτές περιγράφονται με διαύγεια και συνοπτικά
στους προλόγους τόσο της αρχικής όσο και της παρούσας έκδοσης, αρχής γενομένης
από την απάντηση στο αυτονόητο ερώτημα: γιατί άλλη μια ιστορία της νεοελληνικής
λογοτεχνίας:
«κατά
καιρούς ιστορίες της λογοτεχνίας διαφέρουν μεταξύ τους, ανάλογα με το κοινό στο
οποίο απευθύνονται, αλλά και με τους σκοπούς που καθεμία επιδιώκει»
σημειώνοντας,
ότι στη διάθεση του αναγνωστικού κοινού υπάρχουν σημαντικά έργο γραμμένα από
«καταξιωμένους επιστήμονες» ιδιαίτερα γνωστούς στην Ελλάδα και διεθνώς, όπου
«εκτενείς αναλύσεις ή κριτικές για πρόσωπα, έργα, λογοτεχνικά ρεύματα και
ιδεολογίες, καθώς και το έντονο, συχνά υποκειμενικό, στοιχείο [των αναλύσεών],
καθιστούν πολλές… δύσχρηστες, παρά την ποιότητά τους και την επιστημονική τους
εγκυρότητα».
Συνεπώς,
αλλά και όπως συνάγεται από τα βιογραφικά των δύο συγγραφέων, η Ιστορία της
Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των Ρώμα – Φιλελέ «έχει πρακτικό χαρακτήρα.
Απευθύνεται στον φιλόλογο του καθημερινού μόχθου, αλλά και σε κάθε σπουδαστή ή
υποψήφιο που θέλει να καλύψει βασικές γνωστικές του ανάγκες», οργανώνοντας την
ύλη της μέσα από την «ανθολόγηση πληροφοριακών στοιχείων και έγκυρες κρίσεις
για τις περιόδους της λογοτεχνίας, τα λογοτεχνικά ρεύματα, τους συγγραφείς και
τα έργα τους». Με άλλα λόγια, λειτουργώντας τρόπον τινά ως εγχειρίδιο του
πανοράματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας για μια και πλέον χιλιετία καλύπτει
«την ύλη που περιλαμβάνεται στις εισαγωγές των κειμένων Νεοελληνικής
Λογοτεχνίας του λυκείου, καθώς και του εγχειριδίου της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
του γυμνασίου» διατηρώντας όμως μια ουσιώδη διαφορά από ένα «σχολικής χρήσης»
εγχειρίδιο. Δεν στηρίζεται σ’ άλλες επιμέρους, δευτερογενείς θεωρήσεις,
εισαγωγές και εγχειρίδια ομοίως πρακτικών προθέσεων, αλλά είναι γραμμένη ως
πρωτογενής επιστημονική εργασία που στηρίζεται «στην πιο έγκυρη βιβλιογραφία,
παλαιότερη και σύγχρονη, ελληνική και ξένη».
Τον
προλογικού χαρακτήρα αυτό ισχυρισμό ο προσεκτικός αναγνώστης – χρήστης του
βιβλίου θα επιβεβαιώσει γρήγορα και εύκολα ξεφυλλίζοντάς το. Από τους τίτλους
και μόνο των κεφαλαίων θα διαπιστώσει ότι τόσο οι λογοτεχνικές περίοδοι και
σχολές, όσο και οι λογοτεχνικές τάσεις και ρεύματα στον ελληνικό χώρο «δεν
εξετάζονται –κατά κανόνα– μεμονωμένα, αλλά σε συσχετισμό με την περιρρέουσα
κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ατμόσφαιρα της εποχής τους». Αλλιώς το
βιβλίο τηρεί την κλασική επιστημονολογικού χαρακτήρα προσταγή σύμφωνα με την
οποία κάθε επιμέρους έργο, δημιουργός, σχολή και λογοτεχνικό ρεύμα για να
εξεταστούν με πληρότητα τοποθετούνται στους δυο γνωστούς άξονες, αυτόν τη
συγχρονίας και διαχρονίας και θεωρούνται πάντα σε σχέση με τα μεγάλα ιδεολογικά
και ειδολογικά ρεύματα της εποχής του. Δηλαδή, α) τόσο ως προς το σύστημα
αξιών, ιδεών, πεποιθήσεων και αντιλήψεων που κυριαρχούσαν, όταν γράφτηκε το
συγκεκριμένο έργο ακόμα κι αν αντιπαρατίθεται ο δημιουργός του με την εποχή του
(πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύματα, ηθικές
αξίες και στερεότυπα κάθε εποχής) όσο και β) το λογοτεχνικό είδος (genre) που
ανήκει ένα κείμενο, αλλά και τους επιμέρους κανόνες και συμβάσεις που το
διέπουν (γένος= ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, είδος/ρεύμα=ρομαντισμός, ρεαλισμός,
σουρεαλισμός, ιστορικό μυθιστόρημα, ηθογραφία κλπ., τεχνική=δομή, ύφος, γλώσσα,
τεχνικά μέσα κάθε επιμέρους είδους) κι όλα αυτά στην εξελικτική τους διαδρομή
σε σχέση με το χτες.
Η
συνεπικουρία του νεότερου ηλικιακά Δημήτρη Φιλελέ στην 2η Βελτιωμένη Έκδοση
συνδέεται προφανώς και με την φροντίδα να προστεθούν στο corpus της αρχικής
έκδοσης λογοτέχνες που εμφανίστηκαν στα τέλη του 20ου αιώνα και τις αρχές του
21ου. Αξίζει, όμως, να επισημανθεί ότι στο αντίστοιχο κεφάλαιο, πέρα από τους
ήδη γνωστούς λογοτέχνες, αποθησαυρίζονται και κάποια επιπλέον ονόματα που ακόμα
δεν έχουν αξιολογηθεί επαρκώς από τη λογοτεχνική κριτική, έχουν δώσει όμως
σημαντικά δείγματα γραφής, καθώς και νεοφανείς εκφράσεις στο χώρο της λογοτεχνίας.
Όπως είναι για παράδειγμα τα «Ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά» που η συστηματική
τους παρουσίαση αποτελεί και το ακροτελεύτιο κεφάλαιο του βιβλίου. Διαφαίνεται,
λοιπόν, ότι στη συγκεκριμένη έκδοση έχει καταβληθεί συστηματική προσπάθεια να
περιγραφεί όσο το δυνατό σφαιρικότερα και εξαντλητικά η σύγχρονη λογοτεχνική
πραγματικότητα και το λογοτεχνικό πεδίο ως όλον, οι νεοφανείς τάσεις που
εκδηλώνονται σ’ αυτό, (π.χ. ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά), λογοτέχνες που
διαφαίνεται ότι θα μας απασχολήσουν στο μέλλον και τέλος να τονιστεί η συνέχεια
δυο μεγάλων παραδόσεων του λογοτεχνικού πεδίου στη χώρας μας: της λογοτεχνικής
κριτικής και του δοκιμίου, παραδόσεις που λάμπρυναν με τις καταθέσεις τους
μεγάλα λογοτεχνικά ονόματα.
Η
περιοδολόγηση που επιχειρεί η Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας των Ρώμα –
Φιλελέ ακολουθεί τη διάστιξη που επιφέρουν στον Χρόνο τα μέγιστου χαρακτήρα
ιστορικο-πολιτικά γεγονότα. Έτσι, αυτονόητα η Πρώτη Περίοδος που ξεκινά με τον
10ο αιώνα ολοκληρώνεται το 1453 με την Πτώση της Βασιλεύουσας και κατά συνέπεια
διαιρείται σε δυο επιμέρους φάσεις, με κομβικό στοιχείο διχοτόμησής της την
Άλωση της Πόλης από του Σταυροφόρους (1204).
Εισαγωγικά
και πάλι στο κεφάλαιο αυτό οι συγγραφείς διαπραγματεύονται το αυτονόητο
ερώτημα, γιατί θέτουμε ως απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας τον 10ο αιώνα,
και οργανώνουν τα επιχειρήματα υπέρ της επιλογής τους τόσο σε σχέση με τα
αμιγώς ιστορικά συμβάντα (π.χ. εδαφική αναδίπλωση αυτοκρατορίας, εγκατάλειψη
μακρινών περιοχών, κόπωση από συνεχείς πολέμους ), αλλά κυρίως τις μετεξελίξεις
που αυτά προξενούν στο χώρο της ιδεολογίας (πρώτα βήματα προς τη δημιουργία
Ελληνικής εθνικής συνείδησης), τα εξωτερικά μορφικά στοιχεία της γλώσσας γραφής
(σταδιακή υποκατάσταση της λόγιας αττικής γλώσσας από την «καθομιλουμένη» στον
γραπτό λόγο), καθώς και τους εκφραστικούς τρόπους αυτής (π.χ. κυριαρχία
καθομιλουμένης γλώσσας που έχει ρίζες στο δημοτικό τραγούδι). Με δυο λόγια,
προκαλεί θετική εντύπωση στον αναγνώστη η ικανότητα και φροντίδα των συγγραφέων
να μετακινούνται από το ιστορικό πλαίσιο στα καθαρά φιλολογικά στοιχεία ως προς
την περιοδολόγηση της Ιστορίας τους αποδεικνύοντας έτσι την ορθότητα των
επιλογών τους.
Στη
συγκεκριμένη περίοδο αξίζει να σημειωθεί ότι η «συνομιλία» της λόγιας παραγωγής
(π.χ. έμμετρο ιπποτικό μυθιστόρημα) με τον απύθμενο πλούτο του δημοτικού
τραγουδιού υποδεικνύεται, πέρα από τις προς τούτο αναφορές των συγγραφέων στο
κείμενό τους και από τον τρόπο γραφής παράθεσης των επιμέρους κεφαλαίων.
Η
Δεύτερη Περίοδος της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι χρονικά σύντομη αλλά έχει
ιδιαίτερη βαρύτητα. Την Άλωση της Πόλης ακολουθεί ως γνωστόν η έξοδος των
Ελλήνων λογίων στη Δύση με αποτέλεσμα την αμφίδρομη γονιμοποίηση τόσο των
λογίων Ελλήνων με το υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκό πνεύμα, όσων και των Ευρωπαίων με
το ελληνικό, καθώς κι η ανθηρή παραγωγή μιας εντόπιας λογοτεχνίας στα υπό
φραγκικοί κατοχή μέρη της αυριανής ελληνικής επικράτειας (π.χ. Κρήτη, Ρόδος,
Κύπρος) όπου η δημώδης ελληνική «χύνεται» σε λογοτεχνικές φόρμες και ανάλογες
θεματικές της Δύσης. Εξ ου και οι συγγραφείς θέτουν ως τέλος την εν λόγω
περιόδου την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους (1669), όταν οι αμφίπλευρες
επιρροές δυτικών αισθητικών προτύπων με τις δυναμικές μεταμορφώσεις της
νεοελληνικής γλώσσας, θα περιοριστούν σημαντικά. Αξίζει και πάλι να σημειωθεί
ότι στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, η συνοπτική πλην όμως εξαντλητική παρουσίαση
συγγραφέων αλλά και ειδών λογοτεχνικών έργων που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά,
ξυπνούν το ενδιαφέρον και την περιέργεια του αναγνώστη για περαιτέρω ενασχόληση
μ’ αυτή την περίοδο (π.χ. ποίηση και δημιουργοί της Ρόδου).
Η
Τρίτη Περίοδος εκτείνεται από την πτώση της Κρήτης στους Οθωμανούς (1669) ως
και την επίσημη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους (1930). Εδώ ο Ευρωπαϊκός
Διαφωτισμός και οι επιρροές που αυτός άσκησε τον 18ο αιώνα κυρίως σε άριστα
μορφωμένους Φαναριώτες, παρουσιάζονται διαμέσου συνοπτικών αναφορών στους
Φαναριώτες συγγραφείς και το έργο τους για να ακολουθήσει η παρουσίαση του
ελληνικού διαφωτισμού, όπως αυτός εκφράστηκε μέσα από το έργο λογίων του
μεγέθους του Ευγένιου Βούλγαρη που επιχειρούν να μεταφέρουν τα «Φώτα» στο
σκλαβωμένο γένος. Οι λόγιοι αυτοί έχουν την άποψη, όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο
Δημήτρης Καταρτζής, που το έργο του μελέτησε συστηματικά ο Κ.Θ. Δημαράς ότι « Η
ρωμαίικια γλώσσα […] είναι κατά πάντα καλύτερη απ’ όλες τις γλώσσες και η
καλλιέργειά της και η συγγραφή βιβλίων σ’ αυτή να είναι γενική και ολική αγωγή
του έθνους». Δηλαδή, με το έργο τους συνέδεσαν άρρηκτα την εθνεγερσία με τη
γλωσσική και μορφωτική αφύπνιση του γένους, αλλιώς τον «φωτισμό» του. Τη μακρά
και σημαντικότατη αυτή γραμμή λογίων λαμπρύνουν ογκόλιθοι, όπως ο Ρήγας
Βελεστινλής και ο Αδαμάντιος Κοραής που σκοπός τους ήταν «η μετακένωση της
ευρωπαϊκής σκέψης και παιδείας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος», όπως
χαρακτηριστικά σημειώνεται από τους συγγραφείς του βιβλίου.
Από
το κεφάλαιο εξέτασης του νεοελληνικού Διαφωτισμού ως και το τέλος του βιβλίου,
οι συγγραφείς επιλέγουν η προσέγγιση της λογοτεχνικής παραγωγής κάθε
υποπεριόδου να πραγματοποιείται σύμφωνα με την ειδολογική διάκριση των
λογοτεχνικών έργων σε Ποίηση, Πεζογραφία και Θέατρο, Έτσι, επιτυγχάνουν μια
ολοκληρωμένη και ευδιάκριτη προσέγγιση των επιμέρους έργων, με ευσύνοπτες αλλά
εξαιρετικά προσεγμένες αναφορές στα σπουδαιότερα έργα κάθε είδους και τους
σημαντικότερους συγγραφείς, σταχυολογώντας εξαιρετικά εύστοχα αποσπάσματα από
έργα σημαντικών Ελλήνων κριτικών και ιστορικών της λογοτεχνίας, που έρχονται να
συμπληρώσουν φωτίζοντάς τες τις δικές τους εύστοχες παρατηρήσεις για έργα,
συγγραφείς και ιδεολογικά, φιλολογικά ρεύματα.
Στην
Τέταρτη Περίοδο της Νεοελληνικής λογοτεχνίας οι Ρώμας – Φιλελές εντάσσουν όλη
την υπόλοιπη λογοτεχνική παραγωγή από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους
μέχρι τις μέρες μας. Κατά συνέπεια το μέρος αυτό καταλαμβάνει τα ¾ της
συνολικής έκτασης του βιβλίου. Εδώ οι συγγραφείς εκκινώντας κλασικά από την
Επτανησιακή Σχολή σημειώνουν το ρόλο «γέφυρας» που αυτή διαδραμάτισε
διευκολύνοντας το πέρασμα ιδεών αλλά και καλλιτεχνικών ρευμάτων που
αναπτύχθηκαν στη Δύση στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Επισημαίνουν, όμως ότι οι
επιρροές που δέχθηκε η Επτανησιακή λογοτεχνία , εκτός αυτών από την Ευρώπη και
ιδιαίτερα την Ιταλία, προήλθαν κι από την Κρητική λογοτεχνία, όταν μετά την
πτώση της Μεγαλονήσου έφτασαν στα Επτάνησα πρόσφυγες από το νησί του Βιτσέντζου
Κορνάρου, καθώς κι από τη δημώδη ποίηση και «ιδιαίτερα τα ιστορικά δημοτικά
τραγούδια». Επιρροές που συμφύθηκαν με το έργο εμβληματικών λογοτεχνών – όπως ο
Βηλαράς κι ο Χριστόπουλος-, και την αναμενόμενη σχέση των εκπροσώπων της Σχολής
με τα κείμενα της Αγίας Γραφής κι αυτά της κλασικής ελληνικής λογοτεχνίας.
Τέλος, τονίζεται η εμβληματικού χαρακτήρα σχέση της Επτανησιακής Σχολής με τη
δημοτική γλώσσα, και προσεγγίζεται συστηματικά, όπως ήταν αναμενόμενο, ο
προεξέχων εκπρόσωπός της και εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός.
Την
παρουσίαση της Επτανησιακής σχολής ακολουθεί αυτή των Φαναριωτών και της
Ρομαντικής Σχολής των Αθηνών καθώς και της Νέας Αθηναϊκής Σχολής και
επιχειρείται μια διαυγής, σύντομη και ακριβής περιγραφή των επιμέρους διαφορών
τους.
Απ’
το σημείο αυτό και μετά οι επιμέρους υποπερίοδοι της Νεότερης Λογοτεχνίας,
(λογοτεχνία ως ου ’30, πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική γενιά (1940, εξετάζονται,
όπως ήδη αναφέρθηκε, τόσο από τη σκοπιά της ιδεολογίας και των λογοτεχνικών
τάσεων που κυριαρχούν σε μια έκταση αυτών, όσο και με τη διακριτή κάθε φορά
αναφορά στους συγγραφείς καθεμιάς, πάντα υπό το πρίσμα της διάκρισης σε έργα
ποίησης, πεζογραφίας και θεάτρου. Μόνο στο υποκεφάλαιο για τη δεύτερη
μεταπολιτευτική γενιά, οι τρεις επιμέρους διακρίσεις θα συμπληρωθούν με την
εξέταση της νεοελληνικής, λογοτεχνικής κριτικής και τη δοκιμιογραφία, καθώς και
ένα ολόκληρο, υποκεφάλαιο για τα έντυπά και ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά.
Έτσι, οι Ρώμας και Φιλελές μας παραδίδουν ένα σφικτογραμμένο, συνοπτικό και ταυτόχρονα επιστημονικά έγκυρο και ολοκληρωμένο εγχειρίδιο -πανόραμα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, όπως αυτή εξελίχθηκε τους τελευταίους δέκα και πλέον αιώνες. Ένα σύγγραμμα, που όχι μόνο καλύπτει τις διανοητικές απαιτήσεις και των πλέον απαιτητικών αναγνωστών του- μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών και φιλίστορων -, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα γλωσσικά άψογο, εξαιρετικά βατό και απολαυστικό στην ανάγνωση κείμενο.
Σύνταξη:Νίκος
Σαλτερής - 28 Σεπτεμβρίου 2026
Πηγή πρώτης δημοσίευσης:
Η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Literature.gr















