ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

«Μεσοτοιχίες ή Μικρή Προσευχή στις 3:46 π.μ.» της Εύας Οικονόμου-Βαμβακά - Θεατρική κριτική

 


«Μεσοτοιχίες ή Μικρή Προσευχή στις 3:46 π.μ.»

σε Κείμενο και Σκηνοθεσία της Εύας Οικονόμου-Βαμβακά

από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Οι “μεσοτοιχίες”, δομικές ή αόρατες, είναι εκείνες που όσο και αν δημιουργούν όρια, άλλο τόσο υπονοούν την επικοινωνία. Ο “τοίχος” που μας χωρίζει είναι και αυτός που μας ενώνει. Χωρίς κατ’ ανάγκη να παρεμβαίνουμε στη ζωή του άλλου, είμαστε ωστόσο ένα μέρος από αυτή. Ακούσια ή εκούσια εισβάλλουμε και συνυπάρχουμε, διασταυρωνόμαστε και ανταλλάσσουμε επιθυμίες, ανησυχίες, όνειρα, προσωρινές νίκες ή ήττες και αλληλεπιδρούμε, ενώ ζούμε χωριστά. Ένα φαινομενικό χάος που όμως έχει πρακτικό λόγο ύπαρξης, αφού κατά βάθος είμαστε δεμένοι διά βίου στο ίδιο άρμα, εκείνο της μάχης με τον ίδιο μας τον εαυτό, με τις αμφιβολίες και τους δαίμονές μας – και ή θα γίνουμε υποχείριό τους ή θα τους αντιμετωπίσουμε με το κεφάλι ψηλά.

 


Η υπόθεση:

Τρεις άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους αγρυπνούν μέσα στο σκοτάδι της πόλης. Τρία μοναδικά αναμμένα φώτα που αναλογίζονται τα πεπραγμένα τους, ξεκινούν από το παρελθόν και διανύουν τη διαδρομή που τους έχει φέρει ως το σήμερα, μιλούν για τις προσδοκίες, τις ανατροπές, τις διαψεύσεις, τις υποχωρήσεις, τους συμβιβασμούς, μέχρι να φτάσουν στην αντιμετώπιση της επώδυνης πραγματικότητας με την ανάληψη της ατομικής τους ευθύνης.

Ένας φωτογράφος που κατά σύμπτωση βρέθηκε για πρώτη φορά σε εμπόλεμη ζώνη και από τότε ένας αόρατος μαγνήτης τον οδηγεί στα πεδία των μαχών και των άμαχων θυμάτων, με το ηδονικό “κλικ” της κάμερας να διαπερνά το είναι του, να γίνεται ένα με αυτόν, αλλά να είναι ταυτόχρονα και η κόλασή του με το βασανιστικό ερώτημα πότε έπρεπε ή δεν έπρεπε να σηκώσει τη μηχανή του απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία.

Μια νεαρή φροντίστρια ηλικιωμένων, μια σταχτοπούτα που στα παραμύθια της γιαγιάς της το μέλλον της προδιαγραφόταν λαμπερό και πάνω σε θρόνο, αλλά είναι υποχρεωμένη να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα, καταδικασμένη να υφίσταται τις ιδιοτροπίες και τις εκδικητικές συμπεριφορές των γερόντων, ακόμα και τις προτάσεις που θα αλλάξουν οριστικά τη ρότα της ζωής της.

Ένας άβουλος νεαρός άντρας που βρέθηκε, όπως συχνά συμβαίνει, στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, που “μπλέχτηκε” εξαιτίας της εσφαλμένης εκτίμησης των πραγμάτων, που παρασύρθηκε και βρέθηκε θεατής εγκληματικών ενεργειών, που αδράνησε για τη σωτηρία ενός ανθρώπου για να μη “φορτωθεί” κάτι που δεν του αναλογεί. Στην πραγματικότητα όμως αρνήθηκε να επωμιστεί το δικό του μερίδιο ευθύνης.

Αυτοί οι τρεις “συνομιλούν” με παρεμβολές του λόγου, έρχονται βαθμιαία αντιμέτωποι με τον εαυτό τους, μέχρι να οδηγηθούν στην αναπότρεπτη έκρηξη, να κοιτάξουν κατάματα την αλήθεια τους και να μπορέσουν να ζήσουν με αυτή.

Τέλος, οι μουσικές και τα τραγούδια που παρεμβάλλονται δρουν υποβοηθητικά στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος, ενώ παράλληλα αφηγούνται με τον δικό τους τρόπο το επί σκηνής δρώμενο.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Η Εύα Οικονόμου –Βαμβακά με την διπλή ιδιότητα της συγγραφέως και της σκηνοθέτιδας, εγχείρημα επιτυχημένο και στο παρελθόν και στο παρόν, εμπνέεται από το δυστοπικό περιβάλλον της σύγχρονης κοινωνίας και εκεί τοποθετεί τους χαρακτήρες της. Ανθρώπους της διπλανής πόρτας, ανθρώπους που ζουν στον δικό τους κόσμο, στα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, ανθρώπους που ζητούν απεγνωσμένα απαντήσεις καθώς βλέπουν ότι η αδυναμία προσαρμογής τους αποβαίνει διαρκώς καταστροφική. Επιλέγει τον τυπικό χώρο ενός διαμερίσματος όπου η δράση εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο και συνθήκες και οι ζωές των τριών “ξένων” διασταυρώνονται νοερά και με επιμέλεια οδηγεί τις εξελίξεις με όλες τους τις διακυμάνσεις, τις πτώσεις, τις εξάρσεις, αλλά και την τελική έκβαση.

Αρωγοί στη σκηνοθετικής της δημιουργία η Άννα Φιλίδου και η Φωτεινή Μελετιάδου.

Ο Βασίλης Αποστολάτος μεριμνά για την άψογη οργάνωση του σκηνικού χώρου όπου τα πάντα βρίσκονται στη σωστή θέση, αλλά και για τους φωτισμούς που συνοδεύουν τον συναισθηματικό κόσμο των χαρακτήρων.

Ο Αλέξανδρος Σταυρόπουλος έχει επεξεργαστεί με άριστο τρόπο την εντελώς διαφορετική κινησιολογία των τριών χαρακτήρων.

Οι ενδυματολογικές επιλογές της Ουρανίας Φραγγέα ακολουθούν με συμβατότητα τις απαιτήσεις της παράστασης.

 


Οι ερμηνείες (με αλφαβητική σειρά):

Ο Μπάμπης Αλεφάντης είναι ένας ακόμα νεαρός που έχει απορροφηθεί από την ανώνυμη μάζα, ανασφαλής, χωρίς ενδιαφέροντα, άβουλος, ανεύθυνος και εξίσου τρομοκρατημένος από τον ίδιο του τον εαυτό, που λυγίζει κάτω από το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί.

Ο Ανδρέας Νάτσιος, ο εθισμένος φωτογράφος της βίας, είναι ο άνθρωπος που τα φαντάσματα του παρελθόντος αποτελούν πάντοτε παρόν και στοιχειώνουν κάθε του βήμα, κάθε του σκέψη. Οι μνήμες των αθώων θυμάτων του πολέμου τον κυνηγούν ανελέητα και τα αναπάντητα ερωτήματα γεννούν ζωντανούς εφιάλτες. Παραδέρνει αναζητώντας μάταια απαντήσεις σε ό,τι δεν μπορεί να βιωθεί για δεύτερη φορά, μέχρι να αποδεχτεί την πραγματικότητα.

Η Δανάη-Αρσενία Φιλίδου είναι ένα πλάσμα ονειροπόλο, ένα πλάσμα που μεγάλωσε με παραμύθια που μεταμορφώθηκαν σε βίωμα, που δυσφορεί και οργίζεται με την πραγματικότητα, που αναζητά τρόπο να σταθεί στα πόδια της και να ζήσει το όνειρό της, ουσιαστικά θυσιάζοντας το ίδιο της το όνειρο.

Η μουσική παρουσία και οι στίχοι των τραγουδιών της Sophie Lies δρουν ως καταλύτης της παράστασης. Η μουσική της υποβλητική και ο ποιητικός της λόγος αποκαλυπτικός. Κάθε της στίχος αντιστοιχεί απόλυτα στους επί σκηνής δρώντες, ενώ παράλληλα διαχέεται στο κοινό, συμβάλλοντας στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας.

 


Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για ένα κοινωνικό έργο σύγχρονου προβληματισμού που η θεματολογία του αντιστοιχεί στον ιστό των δυτικών “αναπτυγμένων” και “πολιτισμένων” κοινωνιών, ένα έργο που ταυτίζεται και με τις βιωμένες εμπειρίες μας και με την αλγεινή καθημερινότητά μας, ένα έργο που χωρίς φόβο θέτει το δάχτυλο “επί τον τύπον των ήλων” και μας προ(σ)καλεί να δούμε την πραγματικότητα χωρίς παρωπίδες τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Μια παράσταση αξιοθέατη, με υψηλή ένταση και δυναμικές ερμηνείες που δικαίως απέσπασαν το χειροκρότημα και τις ζωηρές επευφημίες του κοινού.

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο: Εύα Οικονόμου –Βαμβακά με τη συνεισφορά του θιάσου

Σκηνοθεσία: Εύα Οικονόμου – Βαμβακά

Σκηνικός  χώρος & Φωτισμοί: Βασίλης Αποστολάτος

Κινησιολογία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος

Κοστούμια: Ουρανία Φραγγέα

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Άννα Φιλίδου, Φωτεινή Μελετιάδου

Φωτογραφίες  παράστασης: Χριστίνα Μπέζα

 trailer παράστασης: Λιλή Νταλανίκα

Εκτέλεση Παραγωγής: SAOS Aμκε

 

Παίζουν (με αλφανητική σειρά):

Μπάμπης Αλεφάντης, Ανδρέας Νάτσιος, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου.

Πρωτότυπη μουσική / μουσικός επί σκηνής: SOPHIE LIES

 

Για την παράσταση προσέφεραν την πολύτιμη βοήθειά του η Θωμαΐς Οικονόμου-Βάμβακά και η Στέλλα Δημητριάδου.

 


Η παράσταση παρουσιάστηκε:

Στις 3, 4, 6 και 7 Αυγούστου 2026 στο Momentum Art Space (Καβάλα) στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων.

Στις 18, 19 και 20 Σεπτεμβρίου 2026 στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην Αθήνα.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Οι Μεσοτοιχίες στο fractal


«Ο σεισμός στη Χιλή» του Χάινριχ Φον Κλάιστ - Θεατρική κριτική

 


«Ο σεισμός στη Χιλή» του Χάινριχ Φον Κλάιστ

σε σκηνοθεσία Δημήτρη Σταυρόπουλου

από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Ο Χάινριχ Φον Κλάιστ (1777-1811), στο σύντομο διάστημα της ζωής του μέχρι την αυτοχειρία του, μέσα από τον πολυτάραχο βίο του αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Γερμανούς δραματουργούς και το έργο του διακρίνεται για την προσήλωσή του στην αρχή της ελεύθερης βούλησης αλλά και στην αναζήτηση μιας ουτοπικής ευτυχίας. Παράλληλα, βαθιά επηρεασμένος από τη θρησκευτική αντίληψη της εποχής του, συχνά επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα μεταφυσικά ερωτήματα που θέτουν οι φιλόσοφοι της εποχής του, ενώ το έργο του εστιάζει και στο βάρος της ατομικής ευθύνης ασκώντας ταυτόχρονα κριτική σε επίπεδο κοινωνικού συνόλου.

 


Η υπόθεση:

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως αφορμή του έργου του τον φονικό σεισμό του 1647, που συνέβη στο Σαντιάγκο της Χιλής. Το καταστροφικό φυσικό φαινόμενο συνυφαίνεται αριστοτεχνικά με έναν παράνομο για τα ήθη της εποχής έρωτα ανάμεσα στον νεαρό Ισπανό Χερώνυμο Ρουγκέρα και την αρχοντοπούλα Γιοζέφα.

Ο Χερώνυμο και η Γιοζέφα ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους και μια τέτοια ένωση είναι αυστηρά απαγορευμένη και εκ των προτέρων καταδικασμένη. Όταν η σχέση τους γίνεται γνωστή, η νεαρή γυναίκα στέλνεται σε μοναστήρι. Όμως ο νεαρός άντρας βρίσκει τρόπο να τη συναντήσει, η σχέση τους ολοκληρώνεται και η Γιοζέφα φέρνει στον κόσμο τον καρπό του έρωτά τους. Η σχέση τους θεωρείται βέβηλη, ο άντρας συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή, ενώ η γυναίκα καταδικάζεται σε αποκεφαλισμό. Την ώρα που εκείνη οδηγείται στο ικρίωμα της εκτέλεσης, ο απελπισμένος άντρας επιχειρεί να κρεμαστεί μέσα στο κελί της φυλακής του, μην αντέχοντας τον χαμό της αγαπημένη του. Τίποτα όμως από αυτά δεν συμβαίνει, καθώς ο σεισμός ανατρέπει την ως εκείνη τη στιγμή πραγματικότητα. Μέσα στο τοπίο της καταστροφής οι δύο νέοι συναντιούνται και αρχίζουν να κάνουν όνειρα για το μέλλον. Συναντούν και άλλους ανθρώπους, που ο σεισμός τους έχει κάνει να αλλάξουν την οπτική τους για τη ζωή και την ευτυχία. Και όταν όλοι μαζί πηγαίνουν να προσευχηθούν στην εκκλησία, ως ευχαριστία στον Θεό για τη σωτηρία τους, κάποιοι τους αναγνωρίζουν και τους θεωρούν υπαίτιους για την «τιμωρία» που έστειλε στην πόλη τους ο Θεός. Το ζευγάρι χάνει τελικά τη ζωή του από τη μανία και τον θρησκευτικό φανατισμό του πλήθους, ενώ –σαν από θαύμα– ο καρπός του παράνομου έρωτά του σώζεται.

Διαβάζοντας πίσω από τις λέξεις και τα περιστατικά, όλα τα περί ζωής, πίστης, ατομικής και συλλογικής ευθύνης ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας παραμένουν ανοιχτά και καθένας απαντά κατά την προσωπική του κρίση.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Δημήτρης Σταυρόπουλος αναλαμβάνει το δύσκολο έργο της μεταφοράς ενός κατά κύριο λόγο αφηγηματικού έργου σε θεατρική εικόνα και πράξη. Κρατώντας στα χέρια του την άριστη μετάφραση του αρχικού κειμένου από τον Θοδωρή Δασκαρόλη στήνει ένα ευρηματικό σκηνικό μέσα στο οποίο ισορροπεί απόλυτα ο λόγος και το σωματικό θέατρο με πλήρη αίσθηση του μέτρου σε κάθε λέξη και σε κάθε κίνηση. 

Σημαντική είναι η συμβολή του Βασίλη Αποστολάτου στην επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος, με το στήσιμο του ευέλικτου σκηνικού χώρου αλλά και τους φωτισμούς, που συνοδεύουν αρμονικά τις ποικίλες διακυμάνσεις της πλοκής.

Ο Δήμος Βρύζας βάζει μια ευδιάκριτη υπογραφή στη μουσική επένδυση της παράστασης, που σαν κύμα συνοδεύει τα τεκταινόμενα και συνοδοιπορεί με τον λόγο και την αδιάκοπη κίνηση.

Ενδυματολογικά η Αλεξάνδρα-Αναστασία Φτούλη κάνει επιλογές που παραπέμπουν στον χώρο και στον χρόνο, με ευρήματα που συμβάλλουν στη διευκόλυνση της εναλλαγής των ρόλων.

Εξαιρετική η κινησιολογική διδασκαλία της Λουκίας Κονιδάρη (βοηθού σκηνοθέτη επίσης), που προσδίδει μια χαρακτηριστική πλαστικότητα σε όλο το εύρος της παράστασης.

 


Οι ερμηνείες:

Οι τέσσερις ηθοποιοί, Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Αναστάσης Γεωργούλας, Εριέττα Μανούρη και Γιώργος Φασουλάς, που επωμίζονται την ευθύνη των διαρκώς εναλλασσόμενων ρόλων με άριστη απόδοση, με τον απαιτητικό (άλλοτε υποβλητικό, άλλοτε έντονο και άλλοτε παιγνιώδη) λόγο και την εξίσου και εκ παραλλήλου απαιτητική διαχείριση των σωματικών και ισορροπιστικών τους δεξιοτήτων, έχουν αναπτύξει μεταξύ τους ιδιαίτερη ελκτική σχέση και σε όλη τη διάρκεια της παράστασης λειτουργούν με άριστο συντονισμό, με αξιοθαύμαστη ενδοεπικοινωνία, με πλήρη αίσθηση της αλληλοκάλυψης και της λειτουργικής παρουσίας σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό του χώρου, ώστε το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα να είναι αξιοθαύμαστο.

 

Συνοψίζοντας:

Η διαχρονικότητα του κειμένου του Χάινριχ Φον Κλάιστ αναδύεται κάτω από το κύμα των λέξεων και απορροφάται από το κοινό χάρη και στη σκηνοθετική προσέγγιση και στην υποκριτική δεινότητα των επί σκηνής δρώντων. Μέσα από τον λόγο και τη θεατρική πράξη επικοινωνούνται ερωτήματα που πάντα θα ζητούν απαντήσεις τόσο από τον καθένα χωριστά όσο και από τις κοινωνικές συλλογικότητες.

Μια παράσταση που δίκαια απέσπασε το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

Μετάφραση: Θοδωρής Δασκαρόλης

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Σταυρόπουλος

Σκηνογραφία - Σχεδιασμός Φωτισμού: Βασίλης Αποστολάτος

Μουσική - Ηχητικός Σχεδιασμός: Δήμος Βρύζας

Ενδυματολογία: Αλεξάνδρα-Αναστασία Φτούλη

Κινησιολογία - Βοηθός Σκηνοθέτη: Λούκια Κονιδάρη

Φωτογραφίες: Μαίρη Λεονάρδου

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Εκτέλεση παραγωγής: Light in the box Ο.Ε.

 

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά):

Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Αναστάσης Γεωργούλας, Εριέττα Μανούρη, Γιώργος Φασουλάς.

 


Η παράσταση παρουσιάστηκε:

Στις 31 Αυγούστου & 1 Σεπτεμβρίου 2026 στο κτίριο πρώην Lord (Καβάλα) στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων.

Στις 18, 19 και 20 Σεπτεμβρίου 2026 στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην Αθήνα.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Ο σεισμός στο Χιλή στο fractal


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Μαντώ Μάκκα - Να τα φοβάσαι τα λουλούδια

 #διαβάζω_για_σένα


Η ποιήτρια Μαντώ Μάκκα

* * * * *

Να τα φοβάσαι τα λουλούδια
Διαβάζει ο Δημήτρης Φιλελές


Να τα φοβάσαι τα λουλούδια

 

Να τα φοβάσαι τα λουλούδια.

Αγαπάνε όλα τα χρώματα, όλα τα σχήματα.

Δεν κρύβονται ακόμη και όταν τα ξεριζώνεις.

Υπομένουν και περιμένουν.

Φυτρώνουν εκεί που ακόμη και η πέτρα λυγά.

Σε εκείνη τη μικρή σπιθαμή που θα βρουν.

Και εκεί που νομίζεις ότι τα εξαφάνισες όλα,

αυτά θα φανερωθούν στους τοίχους

που δε γκρέμισες.

Θα τους αγκαλιάσουν και θα γίνουν ένα.

Εκείνη η ρίζα που δε βρήκες και θα αναθεματίζεις.

Εκείνη η μικρή ελπίδα που θα γραπωθεί γερά

και θα γίνει δέντρο.

Σπόρια και καρποί που δε θα συγκρατούνται.

Και συ όταν ο κόσμος θα έχει γεμίσει με αρώματα.

Θα κλείνεις τη μύτη σου,

όπως έκλεινες και τα μάτια σου.

Οι σάπιες ψυχές δεν αντέχουν την ομορφιά.

Ναι, να τα φοβάσαι τα λουλούδια.

 

Μαντώ Μάκκα

 

Ποιητική συλλογή «Ζωή στη χλωρίνη» (Εκδόσεις Νίκας, 2026)


Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Διονύσης Χαριτόπουλος - Πειραιάς βαθύς - Κριτική βιβλίου

 


«Πειραιάς βαθύς» του Διονύση Χαριτόπουλου

Εκδόσεις Τόπος (2018) - ISBN: 978-960-499-242-3

 

“Όσοι ξέρουν δεν μιλάνε. Κι όσοι μιλάνε δεν ξέρουν.”

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Ο Διονύσης Χαριτόπουλος, άριστος τεχνίτης της γραφής, με θεματική αμεσότητα, με λιτότητα λόγου, με υψηλή ταχύτητα ροής, μέσα από τις σελίδες του έργου του «Πειραιάς βαθύς» (φυσική συνέχεια των μυθιστορημάτων του «Εκ Πειραιώς» και «Πειραιώτες») προσφέρει στους αναγνώστες συναρπαστικά αφηγήματα μικρής φόρμας και μας οδηγεί στα άδυτα των ανθρώπων του περιθωρίου (και όχι μόνο), που ζουν με τους δικούς τους νόμους και κανόνες στο μεγάλο λιμάνι και στις πέριξ συνοικίες.

Ο συγγραφέας, σκαλίζοντας τα επίσημα αρχεία, τα δημοσιεύματα των εφημερίδων, αλλά και τις προσωπικές μνήμες των αυτοπτών μαρτύρων ή και των πρωταγωνιστών των συμβάντων, ρίχνει φως στις σκοτεινές πτυχές των ανθρωπίνων ιστοριών που εκτυλίχθηκαν στη σκοτεινή προπολεμική περίοδο της πόλης, όπου το συνονθύλευμα των εκπροσώπων του νόμου, τα παραβατικά στοιχεία, οι οικογενειάρχες και οι άνθρωποι που αναζητούσαν την τύχη τους μακριά από την άγονη ελληνική επαρχία μπερδεύονται σε ένα κουβάρι, που οποία άκρη του και αν τραβήξεις, οι κόμποι του γίνονται ακόμα πιο σφιχτοί.

Οι αντιπαλότητες των νταήδων μεταξύ τους ή με τις διωκτικές αρχές, τα ξεκαθάρισμα λογαριασμών και τα πισώπλατα μαχαιρώματα, οι ρουφιανιές, η πορνεία, η σωματεμπορία, τα ανυποψίαστα ανήλικα κορίτσια που καταλήγουν στα σκλαβοπάζαρα της σάρκας, οι τσατσάδες και οι νταβατζήδες, οι μόρτες και οι μαχαιροβγάλτες, το λαθρεμπόριο ναρκωτικών και η απληστία που οδηγεί στην τάση για εύκολο πλουτισμό,  οι νοικοκυραίοι που είναι ορκισμένοι να προστατέψουν πάση θυσία την τιμή τους, οι εξ αλλοδαπής κακοποιοί που αναζητούν την τύχη τους άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, αλλά και τα μέλη της υψηλής κοινωνίας με τις παιδοφιλικές ορέξεις ή τις δολοφονικές διαθέσεις είναι τα θραύσματα που συνθέτουν την ολοζώντανη εικόνα μιας εποχής, που άλλοτε μοιάζει με εφιάλτη, άλλοτε με σουρεαλιστική μυθοπλασία και άλλοτε με φιλμ νουάρ του ασπρόμαυρου κινηματογράφου.

Και όμως, οι ιστορίες είναι ολότελα αληθινές, τα πρόσωπα υπαρκτά και μόνο τα ονόματα έχουν υποστεί αλλαγές για ευνόητους λόγους. Και η τραχύτητα, η βαναυσότητα και η απανθρωπιά του κοινωνικού περιθωρίου αποτυπώνεται χωρίς ωραιοποιήσεις ή δικαιολογίες, αλλά και χωρίς διάθεση επικριτικότητας. Ίδια και η κρατική εξουσία, η άλλη όψη του νομίσματος, με την τυφλή αστυνομική και λιμενική βία ως κυρίαρχο μέσο πάταξης της ακραίας εγκληματικότητας. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που είναι, τα γεγονότα είναι αυτά που είναι, η αρχή και το τέλος έχουν μία μόνο εκδοχή. Γιατί αν και κάθε επιμέρους ιστορία ζωής θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για ξεχωριστή μυθιστορηματική προσέγγιση, ο Χαριτόπουλος συνειδητά επιλέγει να δώσει στους αναγνώστες το «ζουμί» της υπόθεσης με δημοσιογραφική πυκνότητα, αναδεικνύοντας τις μορφές των ηρώων και των ηρωίδων  του στις πραγματικές τους διαστάσεις. Γυναίκες και άντρες εναλλάσσονται στη θέση του θύματος και του θύτη, ενώ παράλληλα ανταγωνίζονται άλλοτε στη σκληρότητα και άλλοτε στη μηχανορραφία. Τίποτα δεν είναι στατικό. Οι άνθρωποι στροβιλίζονται στη δίνη των παθών και των παθημάτων τους και χωρίς δισταγμό εύκολα φτάνουν στα άκρα. Γι' αυτό και δεν παραλείπει να επισημάνει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Όλα αυτά έγιναν. Έγιναν κι άλλα που δεν θα μάθουμε ποτέ. Ένας κόσμος υπόγειος. Όσοι ξέρουν, δεν μιλάνε. Κι όσοι μιλάνε, δεν ξέρουν».

Ο «Πειραιάς βαθύς» είναι ένα ακόμα προσωπικό αφιέρωμα στη γενέτειρα του συγγραφέα και ένας φόρος τιμής σε μια ανθρωπογεωγραφία που χάθηκε, για να δώσει κατ’ ανάγκη τη θέση της σε μια άλλη, χωρίς όμως ποτέ να χαθεί και ο σπόρος της, που πάντα θα παραμονεύει στις σκοτεινές γωνιές του λιμανιού, θα λειτουργεί ως πατρική (ή μητρική) κληρονομιά και θα επανεμφανίζεται στη ζωή των ανθρώπων φορώντας τον μανδύα μιας άλλης εποχής.

Ιδιαίτερη μνεία απαιτείται στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας τόσο στο αφηγηματικό μέρος όσο και στους ζωηρούς διαλόγους. Η ορθή χρήση των λέξεων και η εκφορά της λαϊκής διαλέκτου με πλήρη αίσθηση του μέτρου είναι στοιχεία που αποτελούν πρόσθετη αξία για το βιβλίο συνολικά. Πολύ χρήσιμο το σύντομο γλωσσάρι στο τέλος του βιβλίου, που προτείνουμε να διαβαστεί εξαρχής, ώστε οι αναγνώστες να έχουν άμεση εποπτεία των συχνά επαναλαμβανόμενων λέξεων που θα συναντήσουν στη ροή του γραπτού λόγου.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα συνολικά συναρπαστικό και συνάμα γοητευτικό αφήγημα, βαθιά συγκινητικό όσο και ανατριχιαστικό, που κάθε σελίδα του γεννά την επιθυμία της απνευστί ανάγνωσης.

 


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Διονύσης Χαριτόπουλος γεννήθηκε το 1947 στον Πειραιά όπου έζησε τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του, κάνοντας από μικρή ηλικία διάφορες χειρωνακτικές δουλειές στο λιμάνι και τα γύρω μηχανουργεία και εργοστάσια. Άφησε ημιτελείς δύο ενάρξεις σπουδών στην Αθήνα και το Λονδίνο, παντρεύτηκε δυο φορές και απέκτησε δυο γιους από τον πρώτο του γάμο, δούλεψε αρκετά χρόνια στη διαφήμιση, ενώ από το 1990 εγκατέλειψε οριστικά κάθε βιοποριστική δραστηριότητα.

Έργα του (διηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, θεατρικά): Δανεικιά γραβάτα (1976), 525 τάγμα πεζικού (1981), Τα παιδιά της Χελιδόνας (1983), Δέσποινα (1984), Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι (1989), Εναντίον του Marlboro (1991), Από εδώ πέρασε ο Κιλρόι (1992), Αυγά μαύρα (1988),  Λίστα γάμου (1988), Ημών των ιδίων (2003), Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων (2003, οριστική έκδοση), Ο άνεμος κουβάρι (2005), Εγχειρίδιο βλακείας (2008), Εκ Πειραιώς (2012), Πρόβες πολέμου (2014), Πειραιώτες (2016), Σχέσεις (2017), Πειραιάς βαθύς (2018), Χωρίς μαγνητόφωνο (2018), Έρωτες στη Μεταπολίτευση (2019), Οι Άτακτοι (2022), Πολλά μικρά απλά (2024), Ο κόκκινος καθηγητής (2025), 50 χρόνια, γραπτώς (1976-2026).


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Πειραιάς βαθύς στο fractal


Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Φιλελές - Σμύρνη μου...

Σμύρνη μου...

Σαν σήμερα, 27 Αυγούστου 1922, η Σμύρνη παραδίνεται στις φλόγες και στη σφαγή.

Μια μέρα νωρίτερα, τα ελληνικά πλοία έχουν αποπλεύσει, φροντίζοντας να σώσουν το τομάρι των άχρηστων στελεχών (και υπεύθυνων για την καταστροφή) της "μητέρας" Ελλάδας.

Οι προδομένοι Μικρασιάτες Έλληνες "συνωστίζονται" στην προκυμαία της Σμύρνης, εγκλωβισμένοι ανάμεσα στα εχθρικά "συμμαχικά" πολεμικά πλοία και στη φονική μανία των Τσετών.

Όσοι γλιτώσουν, πρόσφυγες αποδιωγμένοι θα φτάσουν στην αντίπερα μητρική ακτή, που θα τους υποδεχθεί άσπλαχνα ως "τουρκόσπορους"...

Το τραγούδι "Σμύρνη μου...", στο βίντεο που ακολουθεί, είναι μέρος της μουσικοαφηγηματικής παράστασης "Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Σμύρνη".

Οι συντελεστές και ακάματοι συνεργάτες της παράστασης

Ποίηση: Δημήτρης Φιλελές 

Κείμενα: Τέσυ Μπάιλα & Δημήτρης Φιλελές 

Μελοποίηση και ερμηνεία ποιημάτων: Άννα Καρλαύτη 

Δραματοποίηση κειμένων: Ντομένικα Ρέγκου 

Ενδυματολογική επιμέλεια: Γιώργος Γάτσιος



Σμύρνη μου...

Βαθύ σκοτάδι σκέπασε αρχόντους και φτωχολογιά
κι η μοίρα μας μάς έγραψε ξεριζωμό και προσφυγιά.

Η πόλη πίσω μας στοιχειό, κατάρα έπεσε βαριά
σ’ ένα καράβι για τη Χιο η θάλασσα παρηγοριά.

Απ’ τη φωτιά γλυτώσαμε, πατρίδα πίσω μας λυγμός
σε χέρσα γη ριζώσαμε, μπροστά μας ο κατατρεγμός.

Τα σπίτια στάχτη γίνανε, μαύρος καπνός στον ουρανό
τα όνειρα που σβήσανε μαζί μου παίρνω να θρηνώ.

Σμύρνη μου, μάνα ορφανή, την πίκρα κάνω προσμονή
καντήλι καίει ακοίμητο το σώμα σου τ’ αφίλητο.

Σμύρνη μου, μάνα ορφανή, η μνήμη μένει ζωντανή
στα στήθη μέσα σε κρατώ, εικόνα μου και φυλαχτό.

Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Βαγγέλης Μανουβέλος - Οι έξι πλευρές του τριγώνου - Κριτική βιβλίου

 


Οι έξι πλευρές του τριγώνου

Μυθιστόρημα του Βαγγέλη Μανουβέλου

Εκδόσεις Επίκεντρο (2026), ISBN: 978-618-204-714-9

 

Μια διαδρομή από το υπερτροφικό “εγώ” στο λυτρωτικό “εμείς”

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Όσο το τρίγωνο αφορά τη γεωμετρία, οι πλευρές του και οι γωνίες του είναι αδιαπραγμάτευτα τρεις. Όταν όμως αυτό μετατοπίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις, οι πλευρές μπορούν να γίνουν με ευκολία έξι (τουλάχιστον) και οι γωνίες του πολλαπλάσιες και αφόρητα σκοτεινές, ώστε έτσι να δικαιώνεται ο τίτλος “Οι έξι πλευρές του τριγώνου” του μικρού μήκους μυθιστορήματος του Βαγγέλη Μανουβέλου.

Αποφεύγοντας τα στερεότυπα και τις τυποποιημένες προσεγγίσεις, ο συγγραφέας επιχειρεί -και κατορθώνει- να αποδώσει τις ανθρώπινες σχέσεις στις πραγματικές τους διαστάσεις μέσα από ένα πλέγμα έξι βασικών χαρακτήρων (και μερικών παράπλευρων) αλληλοεξαρτώμενων και αλληλοσπαρασσόμενων, καθώς οι ζωές τους διασταυρώνονται είτε εξαιτίας της φυσικής επιλογής είτε λόγω των προσωπικών τους προτιμήσεων.

Με φόντο το αντιφατικό τοπίο της Κεφαλονιάς, όπως ακριβώς και οι ήρωες/ηρωίδες του (περισσότερο αντιήρωες), ο συγγραφέας στήνει ένα σκηνικό όπου οι άνθρωποι δεν έρχονται αντιμέτωποι τόσο με τους άλλους όσο με τον ίδιο τους τον εαυτό, με όσα έχουν πράξει ή δεν έχουν πράξει, με όσα έχουν επιμελώς αποκρύψει ή έχουν επίτηδες προβάλει, όχι για να μην πληγώσουν, αλλά για να μην αναγκαστούν να δώσουν μια (αναπόφευκτη τελικά) μάχη· ή και περισσότερες. Τα τρία σχηματικά ζευγάρια -η Μάρω και ο Σταύρος, ο Ορέστης και η Νάντια, ο Φάνης και η Αλεξία- είναι όψεις του ίδιου νομίσματος, που, όπως και το ανθρώπινο τρίγωνο, έχει πολύ περισσότερες από δύο.

Ο συγγραφέας με περισσή μέριμνα μας παραδίδει τους χαρακτήρες του εντελώς “γυμνούς”, αληθινούς και καθημερινούς, χωρίς ίχνος καθωσπρεπισμού και καλλωπιστική διάθεση με λειασμένες γωνίες. Οι αντιδράσεις τους είναι απολύτως φυσιολογικές, οι εντάσεις και οι πτώσεις τους, οι θυμοί και οι τρυφερές στιγμές τους, οι φόβοι και οι ανασφάλειές τους, οι παγιωμένες απόψεις τους, ανεβαίνουν αβίαστα στην επιφάνεια, καθώς άλλοτε πατούν γερά στη γη και άλλοτε -τις πιο πολλές φορές- μένουν μετέωροι.

Ταυτόσημος είναι και ο τρόπος που εκφέρουν τον λόγο, άλλοτε τραχύ, άλλοτε υπαινικτικό και άλλοτε βαθιά ερωτικό, ώστε πολύ συχνά, καθώς το μάτι τρέχει στο κείμενο, να σχηματίζει ο αναγνώστης την εικόνα του προσώπου, αλλά και την αίσθηση της στάσης του σώματος, της ψυχικής διάθεσης ή του τόνου της φωνής.

Διόλου τυχαίος και ο τρόπος γραφής. Σε καθεμία από τις είκοσι ενότητες ακούμε τη φωνή ενός από τους χαρακτήρες. Είναι ο λόγος του μαζί με την εικόνα που έχει σχηματίσει από την επαφή του με τον λόγο ή τις ενέργειες των άλλων. Στην πραγματικότητα διαβάζουμε συγκοινωνούντες μονολόγους που τέμνονται, αναζητώντας νομοτελειακά σημεία επαφής. Γιατί οι τομές είναι μόνιμα αιχμηρές και ανοίγουν χάσματα που παραμονεύουν να καταπιούν όσους βρεθούν στο χείλος τους. Κάποιος πρέπει να αποφασίσει να απλώσει το χέρι, κάποιος πρέπει να αποφασίσει να πιάσει το χέρι που του δίνεται. Μόνο που αυτό είναι απαραίτητο να γίνει όχι μόνο με αναγκαστική παραδοχή ή αποδοχή, αλλά με βαθιά κατανόηση που θα επιφέρει την ίαση των τραυμάτων.

Μήτρα που κυοφορεί τις εξελίξεις και κινητήριος μοχλός της πλοκής η κυρίαρχη μορφή της Μάρως· είναι η γυναίκα, η σύζυγος, η μητέρα, η ερωμένη, η σύμμαχος και η αντίπαλος, ο καταλύτης των γεγονότων που εκκινεί και ολοκληρώνει το αφήγημα.

Ένας γάμος που καταρρέει σαν ερειπωμένο σπίτι, αφημένο στη φθορά του αδυσώπητου χρόνου, με δύο συνένοχους θεατές (και κάποτε πρωταγωνιστές) στο ίδιο χιλιοπαιγμένο και αδιάφορο πλέον έργο. Μια γυναίκα που αφιερώνεται στην αυτοπραγμάτωσή της και ένας άντρας που βουλιάζει στην κατάθλιψη με  αυτοκαταστροφική μανία.

Ένα παιδί που μεγαλώνει μοναχικά, με την αγάπη να μην είναι επαρκής για να δημιουργήσει προστατευτικό δίχτυ,  ούτε να αντιμετωπίσει τις απεγνωσμένες αναζητήσεις της πολύμορφης σεξουαλικότητάς του, με τη βία να κυριαρχεί στην ψυχή και το σώμα του. Ένας δεσμός σαν χάρτινος πύργος με μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, που δηλώνει με κάθε τρόπο έτοιμη να προσφέρει αγάπη με τη φρούδα ελπίδα της συναισθηματικής και ερωτικής ανταπόκρισης.

Ένας πολυγαμικός νεαρός άντρας, ανερμάτιστος και αδύναμος, με κληρονομημένες σεξιστικές συμπεριφορές, που τον ωθούν στα άκρα και καταλήγουν να γίνουν ο δυνάστης του. Και μια τρυφερή νεαρή κοπέλα που τα άλυτα οικογενειακά προβλήματα του παρελθόντος της την οδηγούν να γίνει έρμαιο ανάμεσα στη γοητευτική και αρπακτική ωριμότητα και στη νεανική ανωριμότητα και αναποφασιστικότητα.

Θα μπορούσαν όλοι αυτοί να είναι η εύκολη λεία, το αντικείμενο κριτικής του αφ’ υψηλού ιστάμενου συγγραφέα και δημιουργού τους. Όμως ο στόχος δεν είναι αυτός αλλά ο ακριβώς αντίθετος. Μηχανισμοί επιθυμεί να ενεργοποιηθούν, που θα αποκαταστήσουν την ισορροπία με ισοτιμία, θα προκαλέσουν την ανοιχτή συζήτηση χωρίς εγωπάθεια ή κρυφές σκέψεις, θα επιφέρουν την έντιμη υποχώρηση του υπερτροφικού “εγώ” απέναντι στο λυτρωτικό “εμείς”.

Γιατί η κάθε λογής κρίση -προσωπική ή κοινωνική-, όταν αναδύεται, δεν προκαλείται πρωταρχικά από όσους βρίσκονται απέναντί μας και τους κουνάμε υποτιμητικά το δάχτυλο, αλλά από όσες δυσλειτουργίες ή ελαττώματα εμείς δεν αποφασίζουμε να κοιτάξουμε στον καθρέφτη της ψυχής μας, να τα αποδεχτούμε με παρρησία και τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να τα διορθώσουμε. 

Γιατί ως άνθρωποι, ως όντα συμβιωτικά και κοινωνικά, έχουμε να επιλέξουμε είτε να φάμε τις σάρκες μου ή να γλείψουμε τις πληγές μας. Και κάθε μας επιλογή θα συνοδεύεται από τα επίχειρα των πράξεών μας.

“Οι έξι πλευρές του τριγώνου” είναι ένα εύστοχο ψυχογραφικό έργο με εσωτερικότητα και προκύπτει ως βίωμα της εποχής μας. Είναι  μια συγγραφική φωνή ανυπόκριτης αλήθειας που ανατέμνει με χειρουργική ακρίβεια τη σύγχρονη ανθρώπινη πραγματικότητα, εισδύει σαν ακτίνα φωτός στα σκοτεινά σημεία του πυρήνα των ανθρώπινων σχέσεων και τείνει να προκαλέσει την ευεργετική σχάση. Ένα ανάγνωσμα σύγχρονο και απαιτητικό που προκαλεί και προσκαλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με ειλικρίνεια και με τη δική του πραγματικότητα. Ένα (μυθ)ιστόρημα που ανοίγει διάλογο αλλά και διαύλους επικοινωνίας που ξεκινούν από τις διαπροσωπικές σχέσεις, για να εξαπλωθούν κατά μήκος και πλάτος του κοινωνικού ιστού.

 


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Βαγγέλης Μανουβέλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1979 και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο Βανκούβερ του Καναδά. Εργάζεται στον τραπεζικό τομέα και διδάσκει οικονομικά και διαχείριση κινδύνων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Παράλληλα, συνεργάζεται με το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης σε προγράμματα εκπαίδευσης στελεχών του δημόσιου τομέα. Έχει συγγράψει βιβλία στους τομείς της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης και της διαχείρισης κινδύνων. Διηγήματα και θεατρικά έργα του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά κι έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Οι έξι πλευρές του τριγώνου είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Οι έξι πλευρές του τριγώνου" στο fractal