ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας - Κριτική του Νίκου Σαλτερή στο Literature.gr

 


Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Χρίστος Γ. Ρώμας – Δημήτρης Φιλελές,  Eκδόσεις iWrite,  2η βελτιωμένη έκδοση

Πρόσφατα κυκλοφόρησε Η ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Δεκέμβριος 2025) από τις εκδόσεις iWrite, εκδοτικό οίκο με έδρα τη Θεσσαλονίκη και μέλος του Πρότυπου Ομίλου Πολιτισμού Πηγή. Πρόκειται για ένα απολύτως χρηστικό έργο – πανόραμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπως αυτή εξελίχθηκε από τον 10ο αιώνα μ.Χ. μέχρι και τις μέρες μας. Το 466 σελίδων βιβλίο αποτελεί 2η Βελτιωμένη Έκδοση του ομότιτλου που κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Επικαιρότητα με αποκλειστικό τότε συγγραφέα τον γνωστό για τη συγγραφική του δραστηριότητα στο χώρο της ελληνικής φιλολογίας, φιλόλογο Χρίστο Ρώμα.

Η συνεπικουρία του Δημήτρη Φιλελέ στη δεύτερη έκδοση, πολυγραφότατου δασκάλου και μαθητή του Ρώμα, επιβεβαιώνει συμβολικά τις προθέσεις, τους στόχους και τις φιλοδοξίες της επανέκδοσης, όπως αυτές περιγράφονται με διαύγεια και συνοπτικά στους προλόγους τόσο της αρχικής όσο και της παρούσας έκδοσης, αρχής γενομένης από την απάντηση στο αυτονόητο ερώτημα: γιατί άλλη μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας:

«κατά καιρούς ιστορίες της λογοτεχνίας διαφέρουν μεταξύ τους, ανάλογα με το κοινό στο οποίο απευθύνονται, αλλά και με τους σκοπούς που καθεμία επιδιώκει»

σημειώνοντας, ότι στη διάθεση του αναγνωστικού κοινού υπάρχουν σημαντικά έργο γραμμένα από «καταξιωμένους επιστήμονες» ιδιαίτερα γνωστούς στην Ελλάδα και διεθνώς, όπου «εκτενείς αναλύσεις ή κριτικές για πρόσωπα, έργα, λογοτεχνικά ρεύματα και ιδεολογίες, καθώς και το έντονο, συχνά υποκειμενικό, στοιχείο [των αναλύσεών], καθιστούν πολλές… δύσχρηστες, παρά την ποιότητά τους και την επιστημονική τους εγκυρότητα».

Συνεπώς, αλλά και όπως συνάγεται από τα βιογραφικά των δύο συγγραφέων, η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των Ρώμα – Φιλελέ «έχει πρακτικό χαρακτήρα. Απευθύνεται στον φιλόλογο του καθημερινού μόχθου, αλλά και σε κάθε σπουδαστή ή υποψήφιο που θέλει να καλύψει βασικές γνωστικές του ανάγκες», οργανώνοντας την ύλη της μέσα από την «ανθολόγηση πληροφοριακών στοιχείων και έγκυρες κρίσεις για τις περιόδους της λογοτεχνίας, τα λογοτεχνικά ρεύματα, τους συγγραφείς και τα έργα τους». Με άλλα λόγια, λειτουργώντας τρόπον τινά ως εγχειρίδιο του πανοράματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας για μια και πλέον χιλιετία καλύπτει «την ύλη που περιλαμβάνεται στις εισαγωγές των κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του λυκείου, καθώς και του εγχειριδίου της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του γυμνασίου» διατηρώντας όμως μια ουσιώδη διαφορά από ένα «σχολικής χρήσης» εγχειρίδιο. Δεν στηρίζεται σ’ άλλες επιμέρους, δευτερογενείς θεωρήσεις, εισαγωγές και εγχειρίδια ομοίως πρακτικών προθέσεων, αλλά είναι γραμμένη ως πρωτογενής επιστημονική εργασία που στηρίζεται «στην πιο έγκυρη βιβλιογραφία, παλαιότερη και σύγχρονη, ελληνική και ξένη».

Τον προλογικού χαρακτήρα αυτό ισχυρισμό ο προσεκτικός αναγνώστης – χρήστης του βιβλίου θα επιβεβαιώσει γρήγορα και εύκολα ξεφυλλίζοντάς το. Από τους τίτλους και μόνο των κεφαλαίων θα διαπιστώσει ότι τόσο οι λογοτεχνικές περίοδοι και σχολές, όσο και οι λογοτεχνικές τάσεις και ρεύματα στον ελληνικό χώρο «δεν εξετάζονται –κατά κανόνα– μεμονωμένα, αλλά σε συσχετισμό με την περιρρέουσα κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ατμόσφαιρα της εποχής τους». Αλλιώς το βιβλίο τηρεί την κλασική επιστημονολογικού χαρακτήρα προσταγή σύμφωνα με την οποία κάθε επιμέρους έργο, δημιουργός, σχολή και λογοτεχνικό ρεύμα για να εξεταστούν με πληρότητα τοποθετούνται στους δυο γνωστούς άξονες, αυτόν τη συγχρονίας και διαχρονίας και θεωρούνται πάντα σε σχέση με τα μεγάλα ιδεολογικά και ειδολογικά ρεύματα της εποχής του. Δηλαδή, α) τόσο ως προς το σύστημα αξιών, ιδεών, πεποιθήσεων και αντιλήψεων που κυριαρχούσαν, όταν γράφτηκε το συγκεκριμένο έργο ακόμα κι αν αντιπαρατίθεται ο δημιουργός του με την εποχή του (πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύματα, ηθικές αξίες και στερεότυπα κάθε εποχής) όσο και β) το λογοτεχνικό είδος (genre) που ανήκει ένα κείμενο, αλλά και τους επιμέρους κανόνες και συμβάσεις που το διέπουν (γένος= ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, είδος/ρεύμα=ρομαντισμός, ρεαλισμός, σουρεαλισμός, ιστορικό μυθιστόρημα, ηθογραφία κλπ., τεχνική=δομή, ύφος, γλώσσα, τεχνικά μέσα κάθε επιμέρους είδους) κι όλα αυτά στην εξελικτική τους διαδρομή σε σχέση με το χτες.

Η συνεπικουρία του νεότερου ηλικιακά Δημήτρη Φιλελέ στην 2η Βελτιωμένη Έκδοση συνδέεται προφανώς και με την φροντίδα να προστεθούν στο corpus της αρχικής έκδοσης λογοτέχνες που εμφανίστηκαν στα τέλη του 20ου αιώνα και τις αρχές του 21ου. Αξίζει, όμως, να επισημανθεί ότι στο αντίστοιχο κεφάλαιο, πέρα από τους ήδη γνωστούς λογοτέχνες, αποθησαυρίζονται και κάποια επιπλέον ονόματα που ακόμα δεν έχουν αξιολογηθεί επαρκώς από τη λογοτεχνική κριτική, έχουν δώσει όμως σημαντικά δείγματα γραφής, καθώς και νεοφανείς εκφράσεις στο χώρο της λογοτεχνίας. Όπως είναι για παράδειγμα τα «Ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά» που η συστηματική τους παρουσίαση αποτελεί και το ακροτελεύτιο κεφάλαιο του βιβλίου. Διαφαίνεται, λοιπόν, ότι στη συγκεκριμένη έκδοση έχει καταβληθεί συστηματική προσπάθεια να περιγραφεί όσο το δυνατό σφαιρικότερα και εξαντλητικά η σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα και το λογοτεχνικό πεδίο ως όλον, οι νεοφανείς τάσεις που εκδηλώνονται σ’ αυτό, (π.χ. ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά), λογοτέχνες που διαφαίνεται ότι θα μας απασχολήσουν στο μέλλον και τέλος να τονιστεί η συνέχεια δυο μεγάλων παραδόσεων του λογοτεχνικού πεδίου στη χώρας μας: της λογοτεχνικής κριτικής και του δοκιμίου, παραδόσεις που λάμπρυναν με τις καταθέσεις τους μεγάλα λογοτεχνικά ονόματα.

Η περιοδολόγηση που επιχειρεί η Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας των Ρώμα – Φιλελέ ακολουθεί τη διάστιξη που επιφέρουν στον Χρόνο τα μέγιστου χαρακτήρα ιστορικο-πολιτικά γεγονότα. Έτσι, αυτονόητα η Πρώτη Περίοδος που ξεκινά με τον 10ο αιώνα ολοκληρώνεται το 1453 με την Πτώση της Βασιλεύουσας και κατά συνέπεια διαιρείται σε δυο επιμέρους φάσεις, με κομβικό στοιχείο διχοτόμησής της την Άλωση της Πόλης από του Σταυροφόρους (1204).

Εισαγωγικά και πάλι στο κεφάλαιο αυτό οι συγγραφείς διαπραγματεύονται το αυτονόητο ερώτημα, γιατί θέτουμε ως απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας τον 10ο αιώνα, και οργανώνουν τα επιχειρήματα υπέρ της επιλογής τους τόσο σε σχέση με τα αμιγώς ιστορικά συμβάντα (π.χ. εδαφική αναδίπλωση αυτοκρατορίας, εγκατάλειψη μακρινών περιοχών, κόπωση από συνεχείς πολέμους ), αλλά κυρίως τις μετεξελίξεις που αυτά προξενούν στο χώρο της ιδεολογίας (πρώτα βήματα προς τη δημιουργία Ελληνικής εθνικής συνείδησης), τα εξωτερικά μορφικά στοιχεία της γλώσσας γραφής (σταδιακή υποκατάσταση της λόγιας αττικής γλώσσας από την «καθομιλουμένη» στον γραπτό λόγο), καθώς και τους εκφραστικούς τρόπους αυτής (π.χ. κυριαρχία καθομιλουμένης γλώσσας που έχει ρίζες στο δημοτικό τραγούδι). Με δυο λόγια, προκαλεί θετική εντύπωση στον αναγνώστη η ικανότητα και φροντίδα των συγγραφέων να μετακινούνται από το ιστορικό πλαίσιο στα καθαρά φιλολογικά στοιχεία ως προς την περιοδολόγηση της Ιστορίας τους αποδεικνύοντας έτσι την ορθότητα των επιλογών τους.

Στη συγκεκριμένη περίοδο αξίζει να σημειωθεί ότι η «συνομιλία» της λόγιας παραγωγής (π.χ. έμμετρο ιπποτικό μυθιστόρημα) με τον απύθμενο πλούτο του δημοτικού τραγουδιού υποδεικνύεται, πέρα από τις προς τούτο αναφορές των συγγραφέων στο κείμενό τους και από τον τρόπο γραφής παράθεσης των επιμέρους κεφαλαίων.

Η Δεύτερη Περίοδος της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι χρονικά σύντομη αλλά έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Την Άλωση της Πόλης ακολουθεί ως γνωστόν η έξοδος των Ελλήνων λογίων στη Δύση με αποτέλεσμα την αμφίδρομη γονιμοποίηση τόσο των λογίων Ελλήνων με το υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκό πνεύμα, όσων και των Ευρωπαίων με το ελληνικό, καθώς κι η ανθηρή παραγωγή μιας εντόπιας λογοτεχνίας στα υπό φραγκικοί κατοχή μέρη της αυριανής ελληνικής επικράτειας (π.χ. Κρήτη, Ρόδος, Κύπρος) όπου η δημώδης ελληνική «χύνεται» σε λογοτεχνικές φόρμες και ανάλογες θεματικές της Δύσης. Εξ ου και οι συγγραφείς θέτουν ως τέλος την εν λόγω περιόδου την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους (1669), όταν οι αμφίπλευρες επιρροές δυτικών αισθητικών προτύπων με τις δυναμικές μεταμορφώσεις της νεοελληνικής γλώσσας, θα περιοριστούν σημαντικά. Αξίζει και πάλι να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, η συνοπτική πλην όμως εξαντλητική παρουσίαση συγγραφέων αλλά και ειδών λογοτεχνικών έργων που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά, ξυπνούν το ενδιαφέρον και την περιέργεια του αναγνώστη για περαιτέρω ενασχόληση μ’ αυτή την περίοδο (π.χ. ποίηση και δημιουργοί της Ρόδου).

Η Τρίτη Περίοδος εκτείνεται από την πτώση της Κρήτης στους Οθωμανούς (1669) ως και την επίσημη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους (1930). Εδώ ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και οι επιρροές που αυτός άσκησε τον 18ο αιώνα κυρίως σε άριστα μορφωμένους Φαναριώτες, παρουσιάζονται διαμέσου συνοπτικών αναφορών στους Φαναριώτες συγγραφείς και το έργο τους για να ακολουθήσει η παρουσίαση του ελληνικού διαφωτισμού, όπως αυτός εκφράστηκε μέσα από το έργο λογίων του μεγέθους του Ευγένιου Βούλγαρη που επιχειρούν να μεταφέρουν τα «Φώτα» στο σκλαβωμένο γένος. Οι λόγιοι αυτοί έχουν την άποψη, όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Δημήτρης Καταρτζής, που το έργο του μελέτησε συστηματικά ο Κ.Θ. Δημαράς ότι « Η ρωμαίικια γλώσσα […] είναι κατά πάντα καλύτερη απ’ όλες τις γλώσσες και η καλλιέργειά της και η συγγραφή βιβλίων σ’ αυτή να είναι γενική και ολική αγωγή του έθνους». Δηλαδή, με το έργο τους συνέδεσαν άρρηκτα την εθνεγερσία με τη γλωσσική και μορφωτική αφύπνιση του γένους, αλλιώς τον «φωτισμό» του. Τη μακρά και σημαντικότατη αυτή γραμμή λογίων λαμπρύνουν ογκόλιθοι, όπως ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Αδαμάντιος Κοραής που σκοπός τους ήταν «η μετακένωση της ευρωπαϊκής σκέψης και παιδείας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος», όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται από τους συγγραφείς του βιβλίου.

Από το κεφάλαιο εξέτασης του νεοελληνικού Διαφωτισμού ως και το τέλος του βιβλίου, οι συγγραφείς επιλέγουν η προσέγγιση της λογοτεχνικής παραγωγής κάθε υποπεριόδου να πραγματοποιείται σύμφωνα με την ειδολογική διάκριση των λογοτεχνικών έργων σε Ποίηση, Πεζογραφία και Θέατρο, Έτσι, επιτυγχάνουν μια ολοκληρωμένη και ευδιάκριτη προσέγγιση των επιμέρους έργων, με ευσύνοπτες αλλά εξαιρετικά προσεγμένες αναφορές στα σπουδαιότερα έργα κάθε είδους και τους σημαντικότερους συγγραφείς, σταχυολογώντας εξαιρετικά εύστοχα αποσπάσματα από έργα σημαντικών Ελλήνων κριτικών και ιστορικών της λογοτεχνίας, που έρχονται να συμπληρώσουν φωτίζοντάς τες τις δικές τους εύστοχες παρατηρήσεις για έργα, συγγραφείς και ιδεολογικά, φιλολογικά ρεύματα.

Στην Τέταρτη Περίοδο της Νεοελληνικής λογοτεχνίας οι Ρώμας – Φιλελές εντάσσουν όλη την υπόλοιπη λογοτεχνική παραγωγή από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους μέχρι τις μέρες μας. Κατά συνέπεια το μέρος αυτό καταλαμβάνει τα ¾ της συνολικής έκτασης του βιβλίου. Εδώ οι συγγραφείς εκκινώντας κλασικά από την Επτανησιακή Σχολή σημειώνουν το ρόλο «γέφυρας» που αυτή διαδραμάτισε διευκολύνοντας το πέρασμα ιδεών αλλά και καλλιτεχνικών ρευμάτων που αναπτύχθηκαν στη Δύση στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Επισημαίνουν, όμως ότι οι επιρροές που δέχθηκε η Επτανησιακή λογοτεχνία , εκτός αυτών από την Ευρώπη και ιδιαίτερα την Ιταλία, προήλθαν κι από την Κρητική λογοτεχνία, όταν μετά την πτώση της Μεγαλονήσου έφτασαν στα Επτάνησα πρόσφυγες από το νησί του Βιτσέντζου Κορνάρου, καθώς κι από τη δημώδη ποίηση και «ιδιαίτερα τα ιστορικά δημοτικά τραγούδια». Επιρροές που συμφύθηκαν με το έργο εμβληματικών λογοτεχνών – όπως ο Βηλαράς κι ο Χριστόπουλος-, και την αναμενόμενη σχέση των εκπροσώπων της Σχολής με τα κείμενα της Αγίας Γραφής κι αυτά της κλασικής ελληνικής λογοτεχνίας. Τέλος, τονίζεται η εμβληματικού χαρακτήρα σχέση της Επτανησιακής Σχολής με τη δημοτική γλώσσα, και προσεγγίζεται συστηματικά, όπως ήταν αναμενόμενο, ο προεξέχων εκπρόσωπός της και εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός.

Την παρουσίαση της Επτανησιακής σχολής ακολουθεί αυτή των Φαναριωτών και της Ρομαντικής Σχολής των Αθηνών καθώς και της Νέας Αθηναϊκής Σχολής και επιχειρείται μια διαυγής, σύντομη και ακριβής περιγραφή των επιμέρους διαφορών τους.

Απ’ το σημείο αυτό και μετά οι επιμέρους υποπερίοδοι της Νεότερης Λογοτεχνίας, (λογοτεχνία ως ου ’30, πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική γενιά (1940, εξετάζονται, όπως ήδη αναφέρθηκε, τόσο από τη σκοπιά της ιδεολογίας και των λογοτεχνικών τάσεων που κυριαρχούν σε μια έκταση αυτών, όσο και με τη διακριτή κάθε φορά αναφορά στους συγγραφείς καθεμιάς, πάντα υπό το πρίσμα της διάκρισης σε έργα ποίησης, πεζογραφίας και θεάτρου. Μόνο στο υποκεφάλαιο για τη δεύτερη μεταπολιτευτική γενιά, οι τρεις επιμέρους διακρίσεις θα συμπληρωθούν με την εξέταση της νεοελληνικής, λογοτεχνικής κριτικής και τη δοκιμιογραφία, καθώς και ένα ολόκληρο, υποκεφάλαιο για τα έντυπά και ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά.

Έτσι, οι Ρώμας και Φιλελές μας παραδίδουν ένα σφικτογραμμένο, συνοπτικό και ταυτόχρονα επιστημονικά έγκυρο και ολοκληρωμένο εγχειρίδιο -πανόραμα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, όπως αυτή εξελίχθηκε τους τελευταίους δέκα και πλέον αιώνες. Ένα σύγγραμμα, που όχι μόνο καλύπτει τις διανοητικές απαιτήσεις και των πλέον απαιτητικών αναγνωστών του- μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών και φιλίστορων -, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα γλωσσικά άψογο, εξαιρετικά βατό και απολαυστικό στην ανάγνωση κείμενο.

Σύνταξη:Νίκος Σαλτερής - 28 Σεπτεμβρίου 2026


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: 

Η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Literature.gr


Πάνος Μπόρας - Χωρίς μαγεία

 #διαβάζω_για_σένα


Ο ποιητής Πάνος Μπόρας

* * * * *

Χωρίς μαγεία

Διαβάζει ο Δημήτρης Φιλελές


Χωρίς μαγεία

Φεύγω.
Η μαγεία μας έσβησε.
Η αγάπη βούλιαξε στις απύθμενες λιμνοθάλασσες
των χαμένων αναμνήσεων.
Οι όμορφες στιγμές που ζήσαμε
έπεσαν σαν αστέρια από άλλον ουρανό.

Συνεχίζουμε μόνοι,
σβηστοί σαν φώτα γιορτής,
που σταματήσαν οι χοροί.
Λιωμένοι
σαν αποκαΐδι κεριού.
Στερέψαμε 
σαν μπουκάλι από κρασί.

Στον κόσμο αυτόν, μόνοι πια, 
χωρίς μαγεία προχωράμε.

Πάνος Μπόρας

Από την ποιητική συλλογή «Ώρες Αναγέννησης» 
(Εκδόσεις Μετρονόμος, 2024)

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Μαντώ Μάκκα - 300 (τριακόσιοι)

 #διαβάζω_για_σένα


Η ποιήτρια Μαντώ Μάκκα

* * * * *

300 (τριακόσιοι)

Διαβάζει ο Δημήτρης Φιλελές


300

 

Χιλιάδες χρόνια πριν

τα πλοία των Κινέζων

χρειάζονταν τριακόσιους κωπηλάτες

να φοβερίσουν

τον φόβο να εισπράξουν.

 

Τριακόσιους

έχουμε και εμείς

την υποταγή

μέσω μαγικών κουτιών

στα σπίτια μας να φέρνουν

κουπί όμως

δεν έπιασαν ποτέ,

τα ροζιασμένα χέρια

δικά μας είναι.

 

Ο Κανένας, εσύ και εγώ

βγάζοντας ο ένας

τα μάτια του άλλου

τα σερβίρουμε στο πιάτο τους,

ήσυχους να μας αφήσουν

τα στομάχια μας ν’ ακούμε

να γουργουρίζουν.

 

Μαντώ Μάκκα

 

Από την ποιητική συλλογή «Ζωή στη χλωρίνη» 

(Εκδόσεις Νίκας, 2026)

 

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

«Μεσοτοιχίες ή Μικρή Προσευχή στις 3:46 π.μ.» της Εύας Οικονόμου-Βαμβακά - Θεατρική κριτική

 


«Μεσοτοιχίες ή Μικρή Προσευχή στις 3:46 π.μ.»

σε Κείμενο και Σκηνοθεσία της Εύας Οικονόμου-Βαμβακά

από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Οι “μεσοτοιχίες”, δομικές ή αόρατες, είναι εκείνες που όσο και αν δημιουργούν όρια, άλλο τόσο υπονοούν την επικοινωνία. Ο “τοίχος” που μας χωρίζει είναι και αυτός που μας ενώνει. Χωρίς κατ’ ανάγκη να παρεμβαίνουμε στη ζωή του άλλου, είμαστε ωστόσο ένα μέρος από αυτή. Ακούσια ή εκούσια εισβάλλουμε και συνυπάρχουμε, διασταυρωνόμαστε και ανταλλάσσουμε επιθυμίες, ανησυχίες, όνειρα, προσωρινές νίκες ή ήττες και αλληλεπιδρούμε, ενώ ζούμε χωριστά. Ένα φαινομενικό χάος που όμως έχει πρακτικό λόγο ύπαρξης, αφού κατά βάθος είμαστε δεμένοι διά βίου στο ίδιο άρμα, εκείνο της μάχης με τον ίδιο μας τον εαυτό, με τις αμφιβολίες και τους δαίμονές μας – και ή θα γίνουμε υποχείριό τους ή θα τους αντιμετωπίσουμε με το κεφάλι ψηλά.

 


Η υπόθεση:

Τρεις άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους αγρυπνούν μέσα στο σκοτάδι της πόλης. Τρία μοναδικά αναμμένα φώτα που αναλογίζονται τα πεπραγμένα τους, ξεκινούν από το παρελθόν και διανύουν τη διαδρομή που τους έχει φέρει ως το σήμερα, μιλούν για τις προσδοκίες, τις ανατροπές, τις διαψεύσεις, τις υποχωρήσεις, τους συμβιβασμούς, μέχρι να φτάσουν στην αντιμετώπιση της επώδυνης πραγματικότητας με την ανάληψη της ατομικής τους ευθύνης.

Ένας φωτογράφος που κατά σύμπτωση βρέθηκε για πρώτη φορά σε εμπόλεμη ζώνη και από τότε ένας αόρατος μαγνήτης τον οδηγεί στα πεδία των μαχών και των άμαχων θυμάτων, με το ηδονικό “κλικ” της κάμερας να διαπερνά το είναι του, να γίνεται ένα με αυτόν, αλλά να είναι ταυτόχρονα και η κόλασή του με το βασανιστικό ερώτημα πότε έπρεπε ή δεν έπρεπε να σηκώσει τη μηχανή του απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία.

Μια νεαρή φροντίστρια ηλικιωμένων, μια σταχτοπούτα που στα παραμύθια της γιαγιάς της το μέλλον της προδιαγραφόταν λαμπερό και πάνω σε θρόνο, αλλά είναι υποχρεωμένη να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα, καταδικασμένη να υφίσταται τις ιδιοτροπίες και τις εκδικητικές συμπεριφορές των γερόντων, ακόμα και τις προτάσεις που θα αλλάξουν οριστικά τη ρότα της ζωής της.

Ένας άβουλος νεαρός άντρας που βρέθηκε, όπως συχνά συμβαίνει, στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, που “μπλέχτηκε” εξαιτίας της εσφαλμένης εκτίμησης των πραγμάτων, που παρασύρθηκε και βρέθηκε θεατής εγκληματικών ενεργειών, που αδράνησε για τη σωτηρία ενός ανθρώπου για να μη “φορτωθεί” κάτι που δεν του αναλογεί. Στην πραγματικότητα όμως αρνήθηκε να επωμιστεί το δικό του μερίδιο ευθύνης.

Αυτοί οι τρεις “συνομιλούν” με παρεμβολές του λόγου, έρχονται βαθμιαία αντιμέτωποι με τον εαυτό τους, μέχρι να οδηγηθούν στην αναπότρεπτη έκρηξη, να κοιτάξουν κατάματα την αλήθεια τους και να μπορέσουν να ζήσουν με αυτή.

Τέλος, οι μουσικές και τα τραγούδια που παρεμβάλλονται δρουν υποβοηθητικά στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος, ενώ παράλληλα αφηγούνται με τον δικό τους τρόπο το επί σκηνής δρώμενο.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Η Εύα Οικονόμου –Βαμβακά με την διπλή ιδιότητα της συγγραφέως και της σκηνοθέτιδας, εγχείρημα επιτυχημένο και στο παρελθόν και στο παρόν, εμπνέεται από το δυστοπικό περιβάλλον της σύγχρονης κοινωνίας και εκεί τοποθετεί τους χαρακτήρες της. Ανθρώπους της διπλανής πόρτας, ανθρώπους που ζουν στον δικό τους κόσμο, στα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, ανθρώπους που ζητούν απεγνωσμένα απαντήσεις καθώς βλέπουν ότι η αδυναμία προσαρμογής τους αποβαίνει διαρκώς καταστροφική. Επιλέγει τον τυπικό χώρο ενός διαμερίσματος όπου η δράση εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο και συνθήκες και οι ζωές των τριών “ξένων” διασταυρώνονται νοερά και με επιμέλεια οδηγεί τις εξελίξεις με όλες τους τις διακυμάνσεις, τις πτώσεις, τις εξάρσεις, αλλά και την τελική έκβαση.

Αρωγοί στη σκηνοθετικής της δημιουργία η Άννα Φιλίδου και η Φωτεινή Μελετιάδου.

Ο Βασίλης Αποστολάτος μεριμνά για την άψογη οργάνωση του σκηνικού χώρου όπου τα πάντα βρίσκονται στη σωστή θέση, αλλά και για τους φωτισμούς που συνοδεύουν τον συναισθηματικό κόσμο των χαρακτήρων.

Ο Αλέξανδρος Σταυρόπουλος έχει επεξεργαστεί με άριστο τρόπο την εντελώς διαφορετική κινησιολογία των τριών χαρακτήρων.

Οι ενδυματολογικές επιλογές της Ουρανίας Φραγγέα ακολουθούν με συμβατότητα τις απαιτήσεις της παράστασης.

 


Οι ερμηνείες (με αλφαβητική σειρά):

Ο Μπάμπης Αλεφάντης είναι ένας ακόμα νεαρός που έχει απορροφηθεί από την ανώνυμη μάζα, ανασφαλής, χωρίς ενδιαφέροντα, άβουλος, ανεύθυνος και εξίσου τρομοκρατημένος από τον ίδιο του τον εαυτό, που λυγίζει κάτω από το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί.

Ο Ανδρέας Νάτσιος, ο εθισμένος φωτογράφος της βίας, είναι ο άνθρωπος που τα φαντάσματα του παρελθόντος αποτελούν πάντοτε παρόν και στοιχειώνουν κάθε του βήμα, κάθε του σκέψη. Οι μνήμες των αθώων θυμάτων του πολέμου τον κυνηγούν ανελέητα και τα αναπάντητα ερωτήματα γεννούν ζωντανούς εφιάλτες. Παραδέρνει αναζητώντας μάταια απαντήσεις σε ό,τι δεν μπορεί να βιωθεί για δεύτερη φορά, μέχρι να αποδεχτεί την πραγματικότητα.

Η Δανάη-Αρσενία Φιλίδου είναι ένα πλάσμα ονειροπόλο, ένα πλάσμα που μεγάλωσε με παραμύθια που μεταμορφώθηκαν σε βίωμα, που δυσφορεί και οργίζεται με την πραγματικότητα, που αναζητά τρόπο να σταθεί στα πόδια της και να ζήσει το όνειρό της, ουσιαστικά θυσιάζοντας το ίδιο της το όνειρο.

Η μουσική παρουσία και οι στίχοι των τραγουδιών της Sophie Lies δρουν ως καταλύτης της παράστασης. Η μουσική της υποβλητική και ο ποιητικός της λόγος αποκαλυπτικός. Κάθε της στίχος αντιστοιχεί απόλυτα στους επί σκηνής δρώντες, ενώ παράλληλα διαχέεται στο κοινό, συμβάλλοντας στη δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας.

 


Συνοψίζοντας:

Πρόκειται για ένα κοινωνικό έργο σύγχρονου προβληματισμού που η θεματολογία του αντιστοιχεί στον ιστό των δυτικών “αναπτυγμένων” και “πολιτισμένων” κοινωνιών, ένα έργο που ταυτίζεται και με τις βιωμένες εμπειρίες μας και με την αλγεινή καθημερινότητά μας, ένα έργο που χωρίς φόβο θέτει το δάχτυλο “επί τον τύπον των ήλων” και μας προ(σ)καλεί να δούμε την πραγματικότητα χωρίς παρωπίδες τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Μια παράσταση αξιοθέατη, με υψηλή ένταση και δυναμικές ερμηνείες που δικαίως απέσπασαν το χειροκρότημα και τις ζωηρές επευφημίες του κοινού.

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο: Εύα Οικονόμου –Βαμβακά με τη συνεισφορά του θιάσου

Σκηνοθεσία: Εύα Οικονόμου – Βαμβακά

Σκηνικός  χώρος & Φωτισμοί: Βασίλης Αποστολάτος

Κινησιολογία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος

Κοστούμια: Ουρανία Φραγγέα

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Άννα Φιλίδου, Φωτεινή Μελετιάδου

Φωτογραφίες  παράστασης: Χριστίνα Μπέζα

 trailer παράστασης: Λιλή Νταλανίκα

Εκτέλεση Παραγωγής: SAOS Aμκε

 

Παίζουν (με αλφανητική σειρά):

Μπάμπης Αλεφάντης, Ανδρέας Νάτσιος, Δανάη-Αρσενία Φιλίδου.

Πρωτότυπη μουσική / μουσικός επί σκηνής: SOPHIE LIES

 

Για την παράσταση προσέφεραν την πολύτιμη βοήθειά του η Θωμαΐς Οικονόμου-Βάμβακά και η Στέλλα Δημητριάδου.

 


Η παράσταση παρουσιάστηκε:

Στις 3, 4, 6 και 7 Αυγούστου 2026 στο Momentum Art Space (Καβάλα) στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων.

Στις 18, 19 και 20 Σεπτεμβρίου 2026 στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην Αθήνα.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Οι Μεσοτοιχίες στο fractal


«Ο σεισμός στη Χιλή» του Χάινριχ Φον Κλάιστ - Θεατρική κριτική

 


«Ο σεισμός στη Χιλή» του Χάινριχ Φον Κλάιστ

σε σκηνοθεσία Δημήτρη Σταυρόπουλου

από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας

στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Ο Χάινριχ Φον Κλάιστ (1777-1811), στο σύντομο διάστημα της ζωής του μέχρι την αυτοχειρία του, μέσα από τον πολυτάραχο βίο του αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Γερμανούς δραματουργούς και το έργο του διακρίνεται για την προσήλωσή του στην αρχή της ελεύθερης βούλησης αλλά και στην αναζήτηση μιας ουτοπικής ευτυχίας. Παράλληλα, βαθιά επηρεασμένος από τη θρησκευτική αντίληψη της εποχής του, συχνά επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα μεταφυσικά ερωτήματα που θέτουν οι φιλόσοφοι της εποχής του, ενώ το έργο του εστιάζει και στο βάρος της ατομικής ευθύνης ασκώντας ταυτόχρονα κριτική σε επίπεδο κοινωνικού συνόλου.

 


Η υπόθεση:

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως αφορμή του έργου του τον φονικό σεισμό του 1647, που συνέβη στο Σαντιάγκο της Χιλής. Το καταστροφικό φυσικό φαινόμενο συνυφαίνεται αριστοτεχνικά με έναν παράνομο για τα ήθη της εποχής έρωτα ανάμεσα στον νεαρό Ισπανό Χερώνυμο Ρουγκέρα και την αρχοντοπούλα Γιοζέφα.

Ο Χερώνυμο και η Γιοζέφα ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους και μια τέτοια ένωση είναι αυστηρά απαγορευμένη και εκ των προτέρων καταδικασμένη. Όταν η σχέση τους γίνεται γνωστή, η νεαρή γυναίκα στέλνεται σε μοναστήρι. Όμως ο νεαρός άντρας βρίσκει τρόπο να τη συναντήσει, η σχέση τους ολοκληρώνεται και η Γιοζέφα φέρνει στον κόσμο τον καρπό του έρωτά τους. Η σχέση τους θεωρείται βέβηλη, ο άντρας συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή, ενώ η γυναίκα καταδικάζεται σε αποκεφαλισμό. Την ώρα που εκείνη οδηγείται στο ικρίωμα της εκτέλεσης, ο απελπισμένος άντρας επιχειρεί να κρεμαστεί μέσα στο κελί της φυλακής του, μην αντέχοντας τον χαμό της αγαπημένη του. Τίποτα όμως από αυτά δεν συμβαίνει, καθώς ο σεισμός ανατρέπει την ως εκείνη τη στιγμή πραγματικότητα. Μέσα στο τοπίο της καταστροφής οι δύο νέοι συναντιούνται και αρχίζουν να κάνουν όνειρα για το μέλλον. Συναντούν και άλλους ανθρώπους, που ο σεισμός τους έχει κάνει να αλλάξουν την οπτική τους για τη ζωή και την ευτυχία. Και όταν όλοι μαζί πηγαίνουν να προσευχηθούν στην εκκλησία, ως ευχαριστία στον Θεό για τη σωτηρία τους, κάποιοι τους αναγνωρίζουν και τους θεωρούν υπαίτιους για την «τιμωρία» που έστειλε στην πόλη τους ο Θεός. Το ζευγάρι χάνει τελικά τη ζωή του από τη μανία και τον θρησκευτικό φανατισμό του πλήθους, ενώ –σαν από θαύμα– ο καρπός του παράνομου έρωτά του σώζεται.

Διαβάζοντας πίσω από τις λέξεις και τα περιστατικά, όλα τα περί ζωής, πίστης, ατομικής και συλλογικής ευθύνης ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας παραμένουν ανοιχτά και καθένας απαντά κατά την προσωπική του κρίση.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Δημήτρης Σταυρόπουλος αναλαμβάνει το δύσκολο έργο της μεταφοράς ενός κατά κύριο λόγο αφηγηματικού έργου σε θεατρική εικόνα και πράξη. Κρατώντας στα χέρια του την άριστη μετάφραση του αρχικού κειμένου από τον Θοδωρή Δασκαρόλη στήνει ένα ευρηματικό σκηνικό μέσα στο οποίο ισορροπεί απόλυτα ο λόγος και το σωματικό θέατρο με πλήρη αίσθηση του μέτρου σε κάθε λέξη και σε κάθε κίνηση. 

Σημαντική είναι η συμβολή του Βασίλη Αποστολάτου στην επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος, με το στήσιμο του ευέλικτου σκηνικού χώρου αλλά και τους φωτισμούς, που συνοδεύουν αρμονικά τις ποικίλες διακυμάνσεις της πλοκής.

Ο Δήμος Βρύζας βάζει μια ευδιάκριτη υπογραφή στη μουσική επένδυση της παράστασης, που σαν κύμα συνοδεύει τα τεκταινόμενα και συνοδοιπορεί με τον λόγο και την αδιάκοπη κίνηση.

Ενδυματολογικά η Αλεξάνδρα-Αναστασία Φτούλη κάνει επιλογές που παραπέμπουν στον χώρο και στον χρόνο, με ευρήματα που συμβάλλουν στη διευκόλυνση της εναλλαγής των ρόλων.

Εξαιρετική η κινησιολογική διδασκαλία της Λουκίας Κονιδάρη (βοηθού σκηνοθέτη επίσης), που προσδίδει μια χαρακτηριστική πλαστικότητα σε όλο το εύρος της παράστασης.

 


Οι ερμηνείες:

Οι τέσσερις ηθοποιοί, Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Αναστάσης Γεωργούλας, Εριέττα Μανούρη και Γιώργος Φασουλάς, που επωμίζονται την ευθύνη των διαρκώς εναλλασσόμενων ρόλων με άριστη απόδοση, με τον απαιτητικό (άλλοτε υποβλητικό, άλλοτε έντονο και άλλοτε παιγνιώδη) λόγο και την εξίσου και εκ παραλλήλου απαιτητική διαχείριση των σωματικών και ισορροπιστικών τους δεξιοτήτων, έχουν αναπτύξει μεταξύ τους ιδιαίτερη ελκτική σχέση και σε όλη τη διάρκεια της παράστασης λειτουργούν με άριστο συντονισμό, με αξιοθαύμαστη ενδοεπικοινωνία, με πλήρη αίσθηση της αλληλοκάλυψης και της λειτουργικής παρουσίας σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό του χώρου, ώστε το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα να είναι αξιοθαύμαστο.

 

Συνοψίζοντας:

Η διαχρονικότητα του κειμένου του Χάινριχ Φον Κλάιστ αναδύεται κάτω από το κύμα των λέξεων και απορροφάται από το κοινό χάρη και στη σκηνοθετική προσέγγιση και στην υποκριτική δεινότητα των επί σκηνής δρώντων. Μέσα από τον λόγο και τη θεατρική πράξη επικοινωνούνται ερωτήματα που πάντα θα ζητούν απαντήσεις τόσο από τον καθένα χωριστά όσο και από τις κοινωνικές συλλογικότητες.

Μια παράσταση που δίκαια απέσπασε το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

Μετάφραση: Θοδωρής Δασκαρόλης

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Σταυρόπουλος

Σκηνογραφία - Σχεδιασμός Φωτισμού: Βασίλης Αποστολάτος

Μουσική - Ηχητικός Σχεδιασμός: Δήμος Βρύζας

Ενδυματολογία: Αλεξάνδρα-Αναστασία Φτούλη

Κινησιολογία - Βοηθός Σκηνοθέτη: Λούκια Κονιδάρη

Φωτογραφίες: Μαίρη Λεονάρδου

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Εκτέλεση παραγωγής: Light in the box Ο.Ε.

 

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά):

Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Αναστάσης Γεωργούλας, Εριέττα Μανούρη, Γιώργος Φασουλάς.

 


Η παράσταση παρουσιάστηκε:

Στις 31 Αυγούστου & 1 Σεπτεμβρίου 2026 στο κτίριο πρώην Lord (Καβάλα) στο πλαίσιο του 69ου Φεστιβάλ Φιλίππων.

Στις 18, 19 και 20 Σεπτεμβρίου 2026 στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην Αθήνα.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Ο σεισμός στο Χιλή στο fractal