ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2023

Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - Κριτική από την Τέσυ Μπάιλα

«Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας» 

κουβαλάει εικόνες 

από την ταραγμένη Ελλάδα του ’60


ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ / 27-09-2023 / 12:24

«Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας» είναι μια εξαιρετική νουβέλα για την ταραγμένη εποχή της δεκαετίας του ’60 στην Ελλάδα του «γύψου» και των ανελεύθερων πρακτικών που δολοφόνησαν τη δημοκρατία στη χώρα μας είναι το νέο έργο του ποιητή και μυθιστοριογράφου Δημήτρη Φιλελέ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πηγή.

 


Μια βαλίτσα και η διαδρομή της στα πέτρινα χρόνια της δικτατορίας γίνεται η αφορμή για να ξετυλιχθούν έντεκα κεφάλαια, εικόνες από την εποχή της χούντας σε μια χώρα που σχοινοβατούσε στα όρια του παραλογισμού οδηγώντας στον όλεθρο τους αντιφρονούντες. Ωστόσο, αν και πρόκειται για έντεκα επεισόδια που συνθέτουν την αφήγηση και δημιουργούν μια αφηγηματική ολότητα, αυτό που κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ότι στην πορεία της ανάγνωσης νέοι χαρακτήρες εμφανίζονται κάθε φορά, χαρακτήρες οι οποίοι πυροδοτούν τις εξελίξεις κι έτσι ο αναγνώστης δεν ακολουθεί μόνο τις περιπέτειες ενός κεντρικού ήρωα αλλά αφήνεται να συνθέσει τον αφηγηματικό καμβά με νέα διαρκώς στοιχεία που στοχεύουν στην ανάδειξη μιας ολόκληρης εποχής.

Καταιγιστικός ο ρυθμός της αφήγησης σε μακροπερίοδο λόγο. Υιοθετώντας μια ιδιότυπη τεχνική ο συγγραφέας παρατηρεί όσα συμβαίνουν, εσωτερικεύει κάθε τι που προβληματίζει τους ήρωές του και κατόπιν καταθέτει έναν ασθματικό μονόλογο με τον οποίο φωτίζει κάθε κρυφή σκέψη των ηρώων του. Γίνεται η φωνή των ανθρώπων της εποχής που σπαράζουν κάτω από τη δυναστική επιβολή μιας ανεξέλεγκτης στρατιωτικής μηχανής.

Όλα εκκινούν όταν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μπράλου σταματά μια αμαξοστοιχία και ανακοινώνει στους επιβάτες πως αναβάλλεται η αναχώρηση εξαιτίας τεχνικών προβλημάτων. Οι επιβάτες φεύγουν και όταν πλέον έχουν απομακρυνθεί δίπλα σε έναν φανοστάτη θα βρεθεί μια βαλίτσα. Και η παράξενη ιστορία της βαλίτσας αυτής θα γίνει η αφορμή για να γραφτεί αυτή η τόσο ενδιαφέρουσα και καλογραμμένη περιπέτειά της.

Ποιος άφησε εκεί τη βαλίτσα; Από πού την έφερε; Την ξέχασε πράγματι ή την εγκατέλειψε και αν πράγματι κάποιος την παράτησε στην αποβάθρα για ποιο λόγο το έκανε; Γιατί κανείς δεν επιστρέφει για να την πάρει; Πόσο επικίνδυνο είναι το περιεχόμενο της; Τι να περιέχει και ποιος θα επωμιστεί το βάρος να την ανοίξει; Είναι μερικά από τα ερωτηματικά που αναφύονται από την πρώτη στιγμή της συνάντησης του αναγνώστη με αυτή τη σφιχτά κλεισμένη βαλίτσα, που θαρρεί κανείς ότι αν ανοίξει θα αποκαλύψει και τη δύναμη που έχει ο εφησυχασμός να καταλύει τις αντιστάσεις. Θα ανατρέψει την πλασματική ηρεμία του τόπου, εμφυσώντας την ανάγκη για επανεκκίνηση της ζωής.

Όλα παίρνουν τον δρόμο τους σιγά σιγά καθώς ξεδιπλώνεται το αφηγηματικό κουβάρι με τον σταθμάρχη να προσπαθεί να λύσει το μυστήριο ενός αντικειμένου που τόσο απροσδόκητα παρέμεινε εκεί. Πολύ σύντομα θα τον συντρέξουν ο παπάς και ο πρόεδρος του χωριού ενώ οι κάτοικοι θα κληθούν να λάβουν μέρος σε μια συνέλευση με σκοπό να λυθεί το μυστήριο της βαλίτσας που με την εμφάνισή της έγινε η αφορμή να αναδειχθούν οι σχέσεις των ανθρώπων, το ήθος, η ηθική και η προσωπικότητά τους. Λες και η άγνωστη και εν πολλοίς μυστηριώδης βαλίτσα είναι ικανή να εκθέσει τα εσώψυχα των φιλήσυχων έως εκείνη τη στιγμή κατοίκων του τόπου. Να ανασύρει από τη συνείδησή τους τα κρυφά συναισθήματά τους. Να τους οδηγήσει σε αποκαλυπτικές συζητήσεις και αντιμαχίες διαμορφώνοντας ανάμεσα τους μια θεαματική υπαρκτική σχέση. Πίσω από το προσωπείο της συνεργασίας που τεχνηέντως κάποιοι φορούν ο αναγνώστης διακρίνει όλα όσα χωρίζουν τους ανθρώπους, την κακοήθη συμπεριφορά, τις έχθρες, την υποκρισία που σκεπάζει τη συμπεριφορά τους. Και δίπλα τους οι άνθρωποι που σωπαίνουν, που αποδέχονται ό,τι τους πουν βουτηγμένοι στην απάθεια και στον φόβο. Φόβο για μια αδιόρατη απειλή που καλούνται όλοι μαζί να αντιμετωπίσουν παίρνοντας μια σειρά μέτρων.

Νέα πρόσωπα εμφανίζονται και οι μνήμες επιστρέφουν. Ο φοιτητικός ξεσηκωμός, η αντίσταση των νέων κατεναντίον ενός παρανοϊκού και δολοφονικού καθεστώτος που κηδεμονεύει τη χώρα, η ανάκτηση της ελευθερίας σε έναν ανελεύθερο κόσμο που απειλεί και διασαλεύσει τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι ιστορίες που φωτίζουν χωροχρονικά την ανθρωπογεωγραφία της εποχής και ταυτόχρονα συγκινούν τον αναγνώστη. Παράλληλα στοχεύουν να αναδείξουν τη διάτορη σημασία που έχει η ελεύθερη συνείδηση, η ύπαρξη ιδανικών και στόχων στη ζωή, το ελεύθερο φρόνημα και η πεποίθηση πως ο κόσμος αξίζει να τον ζει κανείς όταν ορίζεται από την αυτοδιάθεση και την ελευθερία.

Ο Φιλελές υπογράφει μια ιστορία που συνδυάζει μια χειμαρρώδη γραφή, εκλεπτυσμένη αίσθηση του χιούμορ, ευαισθησία, τρυφερότητα. Χωρίς να φλυαρεί δηλώνει ευθαρσώς πως η σημασία της ιστορικής μνήμης είναι σαφέστατα θεμελιώδους σημασίας και πως οι νέοι μιας χώρας είναι το μέλλον της γιατί αυτοί σηματοδοτούν πάντα την εξελικτική πορεία μιας κοινωνίας, όπως σηματοδότησαν τότε την έναρξη της μεγάλης αντίστασης στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Ανασυστήνει ολόκληρη την ατμόσφαιρα της εποχής, κοιτάζει πίσω και βλέπει αδελφοκτόνες συνθήκες που έμειναν ανεξίτητλες στη μνήμη των παλαιότερων και θέλει να τις αφήσει νωπές στη μνήμη των νεότερων. Σκιαγραφεί τον φόβο, την απελπισία, την ανάγκη για απελευθέρωση και αυτό το καταφέρνει δημιουργώντας αδρά σχηματοποιημένους ήρωες, εισδύοντας στα μύχια της συνείδησής τους, ανιχνεύοντας τις σκέψεις, τις ανάσες, τα αίτια και τα αιτιατά των πράξεών τους με έναν τρόπο που αγγίζει τον αναγνώστη και δημιουργεί στέρεα και βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα.

Το βιβλίο κοσμείται από την εικονογράφηση του Νίκου Βρεττού και αποτελεί αναμφίβολα ένα αξιοδιάβαστο ανάγνωσμα για όλους.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: 

Η Τέσυ Μπάιλα γράφει για τη "Βαλίτσα"

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Μνημοσύνη - Παρουσίαση βιβλίου

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ


«ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ»

50 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου

(1973-2023)

Κυκλοφορεί από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή



Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2023, ώρα 7:30 μ.μ.

στην αίθουσα εκδηλώσεων της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

Γερανίου 41, 2ος όροφος, Ομόνοια.

Ο χώρος της εκδήλωσης στον χάρτη

 

Ομιλητές (αλφαβητικά):

Στάθης Σταυρόπουλος, σκιτσογράφος

Γιώργος Φιλιππάκης, δημοσιογράφος, 

μέλος Σ.Ε.Κ. Πολυτεχνείου 1973

Δημήτρης Χατζησωκράτης, πολιτικός μηχανικός – οικονομολόγος, 

μέλος Σ.Ε.Κ. Πολυτεχνείου 1973

 

Συντονίζει:

Παναγιώτα Μπλέτα, συγγραφέας / διανοήτρια

 

Μελοποίηση ποιημάτων – ερμηνεία:

Άννα Καρλαύτη, μουσικοσυνθέτις



Ποίηση

Δημήτρης Φιλελές


Συμμετέχουν με προσωπικές μαρτυρίες

Χρίστος Γ. Ρώμας

Βαγγέλης Δημούλας


Συμμετέχουν με διηγήματα οι συγγραφείς (αλφαβητικά)

Στρατής Γαλανός

Μιχάλης Γριβέας

Γιώργος Μανιός

Μαρία Εμ. Μαραγκουδάκη

Βούλα Μέμου

Τέσυ Μπάιλα

Ελένη Μπάλιου

Χρύσα Νικολάκη

Ηλίας Δ. Παπακωνσταντίνου

Δημήτρης Β. Προύσαλης

Νίκος Σαλτερής

 


Σας περιμένουμε όλους σε μια εκδήλωση μνήμης 

για το ιστορικό γεγονός που σηματοδότησε την πτώση της χούντας

και την επιστροφή της δημοκρατίας στον τόπο μας.







Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2023

Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - Κριτική της Κατερίνας Σιδέρη

 Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας


Γράφει η Κατερίνα Σιδέρη

Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας

Βρισκόμαστε στην Ελλάδα του ’60, κόσμος ταξιδεύει με μια αμαξοστοιχία για βόρεια και η ξαφνική της βλάβη θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του τόπου μα και των ανθρώπων του. Η βλάβη πρέπει άμεσα να διορθωθεί, γιατί βρισκόμαστε μια ανάσα από τις εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου, που επιβάλλεται να εορταστούν μεγαλοπρεπώς και χωρίς την ύπαρξη προβλημάτων.

Δυστυχώς όμως στην αποβάθρα, αφότου ο κόσμος έχει τακτοποιηθεί στα φιλόξενα σπίτια των κατοίκων, ανακαλύπτεται η ύπαρξη μιας παρατημένης καφέ βαλίτσας. Κάποιος την άφησε οικειοθελώς ή κάποιος την ξέχασε; Κι αν την ξέχασε, γιατί δεν επιστρέφει να την πάρει;

Οι εργάτες δουλεύουν πυρετωδώς επάνω στη βλάβη και ο σταθμάρχης, με συνεργό τον πρόεδρο του χωριού, προσπαθεί να βρει την καλύτερη δυνατή λύση, για να κλείσει το θέμα της βαλίτσας χωρίς ευτράπελα.

Σε μια χώρα που προσπαθεί να βρει τα πατήματά της, με τους άρχοντές της να πασχίζουν στην ωραιοποίηση των πάντων, μέσα από το βιβλίο θα ζήσουμε μια περιπετειώδη ιστορία. Θα διαβάσουμε για το σχέδιο εξιχνίασης του ύποπτου κατόχου της μοναχικής βαλίτσας με τη «σύμφωνη» γνώμη του εργοδηγού, του παπά και του δασκάλου –μη βλέπετε τώρα, παλιότερα η γνώμη τόσο του παπά όσο και του δασκάλου είχε μεγάλο κύρος–, για ένα μικρό τρανζιστοράκι, για μια γυναίκα που πρέπει να δεχτεί να γίνει συνεργός και που στο παρελθόν είχε γίνει βορά ανάμεσα σε δύο ανδρικά στρατόπεδα και για το σαρδόνιο χαμόγελο του γλοιώδη προέδρου, που κακώς προβαίνω σε χαρακτηρισμούς σχετικά με τους χαρακτήρες των ηρώων, γιατί ίσως όταν φτάσουμε την ανάγνωση στο τέλος, να έχουμε αλλάξει πολλά από τα ρχικά μας πλάνα.

Το σατανικό σχέδιο που μπαίνει σε εφαρμογή και είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα κάποιων, το πηγάδι που χάνει την ιδιότητά του, η μπετονιέρα που αγκομαχά σε έναν κακοτράχαλο δρόμο και οι επιβάτες που επιτέλους επιβιβάζονται στην αμαξοστοιχία και παίρνουν τον δρόμο της αναχώρησης, είναι κομμάτια του πάζλ της ιστορίας μαςˑ μιας ιστορίας που έχει ακόμα πολλά να δώσει.

Ποιος ξεστομίζει τη φράση να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου;

Ποιον βοηθάει ο ξαφνικός θάνατος μιας γιαγιάς;

Είναι τελικά ο Παντελής ο κάτοχος της μοναχικής βαλίτσας;

Γιατί φοβούνται να ανοίξουν τη βαλίτσα;

Πώς ξέρουν ότι το περιεχόμενό της θα προκαλέσει μεγαλύτερα προβλήματα στον «φιλήσυχο» αυτόν τόπο;

Η ανθρωπιά που κρύβουν μέσα τους οι φιλόξενοι Κατερίνα και Γιώργος, μια αγκαλιά γεμάτη αγάπη, σεβασμό, κατανόηση, ειλικρίνεια, στοργή και γενναιότητα, ένας νέος που πληρώνει με το μυαλό του τις ιδέες του, η Ιουλία που επιστρέφει μετά από χρόνια γιατί το έχει πραγματικά ανάγκη και το λίγο λάδι στο καντήλι ενός μνήματος που δε χωρά δάκρυα, θα κλείσουν την αυλαία της ιστορίας με συναισθήματα ανάμεικτα για τον αναγνώστη.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που πολέμησαν για μια ιδέα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που την υπερασπίστηκαν με το όποιο κόστος και ποτέ δεν μετάνιωσαν. Άλλοι πάλι κλείστηκαν σε απάνεμα λιμάνια και ένιωσαν ασφαλείς, χωρίς να νιώθουν την ανάγκη να βγουν και να προγκήξουν τα εσώψυχά τους. Κανέναν δεν λιθοβολούμε. Όλοι έκαναν αυτό που πραγματικά πίστευαν. Το θέμα είναι εκείνοι να είναι ικανοποιημένοι με τις επιλογές τους και, εν κατακλείδι. να είναι ευτυχισμένοι με τη ζωή τους. Είναι όμως;

Η ανάγνωση του βιβλίου δίνει τις δικές της απαντήσεις...

Κατερίνα Σιδέρη.

Επιμέλεια – διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Υπογράφοντας τη "Βαλίτσα"

 


Αγαπημένες φίλες και φίλοι,

Το Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου, στο περίπτερο των Πρότυπων Εκδόσεων Πηγή  (181-183), από τις 8 μέχρι τις 9 το βράδυ, θα υπογράφω την πρόσφατη νουβέλα μου "Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας", στα πλαίσια του 51ου Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως.

Το βιβλίο κυκλοφορεί σε έντυπη μορφή με εικονογράφηση του Νίκου Βρεττού και το βρίσκετε σε όλα τα βιβλιοπωλεία και στο ηλεκτρονικό πωλητήριο του εκδότη.


Κυκλοφορεί επίσης και σε μορφή audiobook που μπορείτε να το κατεβάσετε από το site του εκδοτικού οίκου. 


Αν σας φέρει ο δρόμος, σας περιμένω για μια φιλική καλησπέρα και για ανταλλαγή απόψεων.



Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2023

Μάνα Μικρασιάτισσα

 


Μάνα Μικρασιάτισσα

 

Μάνα Μικρασιάτισσα, που είδες στην ποδιά σου

μες στου πολέμου τη φωτιά σφαχτάρια τα παιδιά σου

πώς άντεξες και σήκωσες τέτοιο σταυρό στην πλάτη

στης προσφυγιάς τ’ αγκαθωτό το μαύρο μονοπάτι.

 

Μάνα Μικρασιάτισσα, που βούλιαξες στον πόνο

σαν το μαχαίρι του φονιά σταμάτησε τον χρόνο

πώς στάθηκες στα πόδια σου και σήκωσες κεφάλι

πώς ρίχτηκες απ’ τη σκλαβιά ευθύς στη βιοπάλη.

 

Μάνα Μικρασιάτισσα, μέσα στ’ αποκαΐδια

που φόρεσες τα βάσανα στα χέρια δαχτυλίδια

πώς έσκισες ορθόκορμη τη θάλασσα του κόσμου

πώς με το δάκρυ πότισες ένα κλαράκι δυόσμου.

 

Μάνα Μικρασιάτισσα, που έσυρες το βήμα

και πάτησες τον θάνατο βαθιά μέσα στο μνήμα

πώς ρίζωσες αλύγιστη στην τόση καταφρόνια

πώς ζύμωσες γλυκό ψωμί και έλιωσες τα χιόνια.

 

Μάνα Μικρασιάτισσα, χαροκαμένη μάνα

που ’φυγες δίχως ν’ ακουστεί του λυτρωμού καμπάνα

πώς σου ’φτασε μια χούφτα γης λεύτερη ν’ ανασαίνεις

και μιας ζωής ανάσταση μονάχα να προσμένεις.

 

Μάνα Μικρασιάτισσα, πώς να μη γονατίσω

την άκρη απ’ το φουστάνι σου για να την προσκυνήσω

κι απ’ την παλιά σου ξέθωρη χλωμή φωτογραφία

κοιτάζοντας τα μάτια σου να μάθω ιστορία.

 

© Δημήτρης Φιλελές

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2023

Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - Κριτική του Νίκου Σαλτερή

 ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ


Παλιά και προσεκτικά θαμμένα μυστικά 

[Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας, Δημήτρης Φιλελές]

Σύνταξη: Νίκος Σαλτερής

17 Αυγούστου 2023

Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Literature.gr


Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας, Δημήτρης Φιλελές, Εκδόσεις Πηγή 

Ο Δημήτρης Φιλελές, πολυπράγμων και ακούραστος εργάτης του πεζού και ποιητικού λόγου, αναγνώστης με εμβληματική φωνή και τόνο αλλά και ευαίσθητος φωτογράφος, μετά τα δυο πρόσφατα έργα του, που προσέγγισαν λογοτεχνικά το πλέον τραυματικό γεγονός της νεότερης ελληνικής ιστορίας την Καταστροφή (Από τη Γη της Μικρασίας στα μονοπάτια της προσφυγιάς, Πηγή, 2002 & Ομηρία [1922 μ.Χ.] ποίηση, Αττικός- Αγγελάκης, 2022) στο πρόσφατο βιβλίου του, Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας, στρέφει τη ματιά του στο επίσης τραυματικό αλλά πρόσφατο γεγονός της Ιστορίας μας, τη Δικτατορία.

Ως εκφραστικό εργαλείο της προσέγγισής του αυτή τη φορά επιλέγει τον πεζό λόγο και συγκεκριμένα τη φόρμα της νουβέλας, που εξελίσσει δημιουργικά, εμπλουτίζοντάς την με επιμέρους μικροκεφάλαια –  «έντεκα θραύσματα εικόνων», όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Πρόκειται για μια δουλειά που διατηρεί εμφανή τα ίχνη του «χειροποίητου» χαρακτήρα της και γι’ αυτό μια ιδιαίτερη γοητεία. Αυτός αφορά αρχικά την προσεγμένη έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις Πηγή αλλά και το γεγονός ότι τα έντεκα κεφάλαια της ιστορίας κοσμούνται εισαγωγικά μ’ ανάλογου αριθμού ασπρόμαυρα σχέδια του Νίκου Βρεττού, που προϊδεάζουν κατά κάποιον τρόπο για όσα γεγονότα παρουσιάζονται στη συνέχεια.

Η ιστορία που μας διηγείται ο Δημήτρης Φιλελές είναι απλή, ταυτόχρονα ευφυής και λιτή, γραμμένη με ευαισθησία, υποδόριο χιούμορ, εμφανή αγάπη για τους πρωταγωνιστές του αλλά και κατανόηση για όσους ανάμεσά τους έχουν αρνητικά χαρακτηριστικά (π.χ. πρόεδρος χωριού). Επιπλέον, εύκολα διακρίνει κανείς στον τρόπο γραφής τη φροντίδα για τους αναγνώστες του βιβλίου, αφού η ιστορία εξελίσσεται σχεδόν γραμμικά, χωρίς κενά, περίεργα και επιτηδευμένα λογοτεχνικά σχήματα ή επίδειξη λογοτεχνίζουσας γλώσσας.  Στις παρά κάτι 100 σελίδες της ο συγγραφέας καταφέρνει να αποτυπώσει με ενάργεια το κλίμα, τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και τις κρυμμένες και πάντα χαίνουσες πληγές που άνοιξε η Ιστορία των τελευταίων δεκαετιών (πόλεμοι -εμφύλιος) στο σώμα της χώρας και το λαό μας, καθώς και την περιορισμένη είναι αλήθεια αλλά ως εκ τούτου δραματική, αντίσταση του κουρασμένου ελληνικού λαού στη δικτατορία, την τιμή του οποίου επί της ουσίας διέσωσαν οι νέοι και ιδιαίτερα οι φοιτητές.

Ως σκηνικό και χωρικό πλαίσιο της ιστορίας επιλέγεται ένα απομονωμένο χωριό και οι κάτοικοί του τις παραμονές εορτασμού της 25ης Μαρτίου την εποχή της Χούντας. Ο ομφάλιος λώρος που συνδέει αυτό το περίκλειστο «σύμπαν» με την υπόλοιπη χώρα είναι η σιδηροδρομική γραμμή που το διασχίζει και σημαντικός κρίκος της ο μικρός, ασήμαντος σιδηροδρομικός σταθμός του. Εκεί ξεκινά η ιστορία που μας διηγείται ο Φιλελές. Μια ιστορία που δανείζεται εξ αρχής στοιχεία παράλογου, όταν η αμαξοστοιχία «κολλάει» λόγω βλάβης – τι ποιο σύνηθες ως μη κανονικό στη χώρα μας; – στον σταθμό του χωριού και οι επιβάτες της πρέπει να βολευτούν όπως όπως στα σπίτια τους, μέχρι να γίνει δυνατή ή να επιτραπεί όποτε συμφέρει στην «αρχή του χωριού» η επισκευή της τις επόμενες ώρες – μέρες. Γιατί το πότε επανέρχεται η κανονικότητα στη χώρας μας δεν εξαρτάται μόνο από τις τεχνικές δυνατότητες κάθε επιμέρους συστήματος, αλλά από τις πολιτικές σκοπεύσεις ή ικανότητες του πολιτικού μας προσωπικού. Όταν, λοιπόν, ο σταθμός επιτέλους αδειάζει από τους άτυχους και ταλαίπωρους επιβάτες, ο σταθμάρχης, ένα από τα δυο κεντρικά πρόσωπα της διήγησης, ανακαλύπτει μια εγκαταλελειμμένη βαλίτσα στην αποβάθρα…

Αρκεί αυτό το «απλό» αντικείμενο και η «ύποπτη» εγκατάλειψή του για να πυροδοτηθούν αντιθέσεις και μνησικακίες χρόνων, για να έρθουν στην επιφάνεια παλιά και προσεκτικά θαμμένα μυστικά, για να εκδηλωθούν οι μικρότητες, οι ενοχές και οι ανοχές, οι φόβοι αλλά και τα όποια στοιχεία μεγαλοκαρδίας και προσφοράς κρύβει μέσα της η μικροκοινωνία του χωριού. Ας σημειώσουμε εδώ ότι η «μικροκοινωνία» του συγκεκριμένου χωριού, μπορεί επίσης να διαβαστεί ως μεταφορά της κοινωνίας της χώρας μας στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας: τι άλλο από ένα αποκλεισμένο, μίζερο, σπαρασσόμενο από παλιά μίση, αντιθέσεις, «χωριό» ήταν τότε η Ελλάδα; Ένα «χωριό» που οι κάτοικοί της κουρασμένοι από τα προβλήματα που είχε σωρεύσει πάνω τους η Ιστορία, δεν επιθυμούσαν παρά να «κουκουλώσουν» τα πάντα και να «ξεχάσουν», επιδιδόμενοι σε συνεχείς συνωμοσίες με σκοπό ο ένας «να την φέρει» – επί την ευκαιρία- στον άλλο; Και πόσο υπόγεια και αθόρυβα ζούσαν τότε όσοι σχεδόν δυο δεκαετίες πριν είχαν δώσει το αίμα τους πολεμώντας τους φασίστες κατακτητές για να εισπράξουν μετά την Απελευθέρωση αντί ευσήμων για το θάρρος και τις πράξεις τους, διώξεις και μίσος;

Με την εγκατάλειψη, λοιπόν, της βαλίτσας το ερώτημα που ενσκήπτει ως καταιγίδα και αναστατώνει το χωριό δεν είναι άλλο από το «τι έχει μέσα αυτή η βαλίτσα;». Θα τολμήσει, να την ανοίξει ο σταθμάρχης; Μήπως θα το κάνει ο πρόεδρος του χωριού, παλιός άσπονδος φίλος του σταθμάρχη κι ο πρώτος που ενημερώνεται απ’ αυτόν ως «καθ’ ύλιν αρμόδιος»; Θα αποφασίσει κάτι συγκεκριμένο για την τύχη της η συνέλευση κατοίκων του χωριού που καλεί ο Πρόεδρος, εφαρμόζοντας το σύνηθες κόλπο της μετάθεσης των ευθυνών σε πλάτες άλλων για να μην τις επωμιστεί μόνος του; Μια συνέλευση όπου συμμετέχουν αναγκαστικά οι κάτοικοι του χωριού παραταγμένοι κατά σειρά ισχύος και «τάξης» αλλά και το απαραίτητο δίδυμο, ο παπάς κι ο δάσκαλος, άτομα άτυπα επιφορτισμένα με τη διατήρηση της «ιδεολογικής» τάξης του τόπου, ακόμα κι αν η ψυχή και το μυαλό τους δεν έχουν καμιά σχέση με την άθλια, κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής; Θα αποφασίσουν οι κάτοικοι του χωριού ότι πρέπει να κληθεί με επιμονή επί τόπου η «υπέρτερη αρχή» ή θα καταβληθεί προσπάθεια πάση θυσία το γεγονός να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά «στο χωριό και από το χωριό», χωρίς την παρέμβαση «ξένων» υπό τον φόβο των Ιουδαίων, γιατί ως γνωστόν τα εν οίκω μη εν δήμω και «τι τους θέλουμε αυτούς τώρα μες στα πόδια μας»;

Είναι φανερό ότι ο συγγραφέας μιλώντας μας για την «παράξενη ιστορία» της συγκεκριμένης βαλίτσας ανάγεται, όπως ήδη σημειώσαμε, από το επιμέρους και τοπικό στο εθνικό και γενικό, ανατέμνοντας συστηματικά και με αφομοιωμένη κοινωνιολογική οπτική την μικρο-κοινωνία του χωριού και δι’ αυτής τα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας ελληνικής κοινωνίας που στενάζει κάτω από τη δικτατορία κάποιων επικίνδυνα ανόητων. Το σκηνικό και το κλίμα που περιγράφει ο Φιλελές είναι βέβαιο ότι θα ανακαλέσει στους μεγαλύτερους από τους αναγνώστες το νοσηρό κλίμα της εποχής της Χούντας και ιδιαίτερα τις μέρες «αναστάτωσης» που θυμόμαστε όσοι είχαμε την τύχη ή ατυχία να ζήσουμε στη δικτατορία ως μαθητές γυμνασίου, δημόσιοι υπάλληλοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες σε έναν τόπο που ετοιμάζεται να εορτάσει «εθνική εορτή». Είτε αυτή ήταν η Παλιγγενεσία, το Όχι του ’40 ή ακόμα χειρότερα η γελοιογραφία της 21ης Απριλίου. Όλα και πάντα κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του θυρεού της Χούντας: Ο φοίνικας που αναγεννιέται μέσα απ’ τις φλόγες κι ο στρατιώτης με τ’ όπλο επ’ ώμου να καμαρώνει μπρος του σαν γύφτικο σκεπάρνι… Έτσι, για να μην έχει κανείς απορία, αν στον τόπο είχε επιβληθεί στρατιωτική δικτατορία, μια ταυτόχρονα γελοία και επικίνδυνη οπερέτα, που τέλειωσε με την μέγιστη τραγωδία της Κύπρου.

Ο Φιλελές γράφοντας για μια εποχή και συνθήκη που η μνήμη της είναι ακόμα ανάγλυφη στους μεγαλύτερους, αλλά πρέπει να γνωρίσουν όσοι ακόμα τότε δεν είχαν γεννηθεί, συχνά καταφεύγει σε λεπτομερείς καταγραφές σκηνών πετυχαίνοντας μ’ αυτό τον τρόπο να αποκομίσουν οι αναγνώστες του την αίσθηση ενός τόπου και εποχής που είτε έχουν λησμονήσει είτε είναι έξω από τις δικές τους προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Ενδεικτική η σκηνή όπου ο σταθμάρχης ανοίγει και πάλι το σταθμό την επομένη της «εγκατάλειψης»: «η ζωή του όλη κινείται με βάση τα δρομολόγια των τρένων, ξεκλειδώνει το λουκέτο της πόρτας του σταθμού, η βροχή έχει σταματήσει, αλλά έχει αφήσει τα ορατά ίχνη της στους δρόμους του χωριού, σκουπίζει τα λασπωμένα παπούτσια του στο ποδόμακτρο… μπροστά στα πόδια του πάλι η μικρή καφέ βαλίτσα, θα ασχοληθεί αργότερα μαζί της». Είναι η βαλίτσα που θα αναστατώσει τους πάντες, αλλά κανείς δεν θα προτείνει ή σκεφτεί να ανοιχτεί για να διαπιστωθεί, αν κάτι ύποπτο υπάρχει μέσα της. Προσέξετε όμως ιδιαίτερα τη λέξη «ποδόμακτρο» Πόσοι από μας την θυμούνται και πόσοι νεότεροι την αγνοούν, αλλά πόσο έντεχνα την ίδια στιγμή δεν ανακαλεί μια ολόκληρη εποχή και τη νοοτροπία της…

Θα ήταν παράλειψη να μην επισημάνουμε ότι ο Πρόεδρος, ο Σταθμάρχης αλλά και το σύνολο των χωριανών θυμίζουν τους καλόγερους του Μεσαίωνα. Διαφωνούσαν επί ώρες και τους βασάνιζε το ερώτημα για τον ακριβή αριθμό των δοντιών του αλόγου, αλλά ουδείς ποτέ σκέφτηκε ή πρότεινε απλά να τα μετρήσουν! Το Παράλογο ταιριάζει απόλυτα στη μεταφυσική σκέψη και προκύπτει αβίαστα ως «φυσική κατάσταση» από τον φόβο που υπαγορεύουν στα κοινωνικά υποκείμενα τα αυταρχικά καθεστώτα κάθε είδους…

Τέλος και ιδιαίτερα σημαντικό. Στην ιστορία που μας διηγείται ο συγγραφέας το «μυστήριο» του περιεχομένου της βαλίτσας, που συνδέεται βέβαια με τις προσπάθειες αντίστασης στη χούντα, παρουσιάζεται χαμηλόφωνα και χωρίς επικού χαρακτήρα εκφάνσεις στο τέλος του βιβλίου. Όπου το ανθρώπινο στοιχείο, η τρυφερή χειρονομία προστασίας του προσώπου που μεταφέρει τη βαλίτσα από ένα ζευγάρι ντόπιων, κυριαρχεί του «πολιτικού» χωρίς όμως να το αγνοεί, αντιθέτως προϋποθέτοντάς το.

Και η νουβέλα ολοκληρώνεται μερικές δεκαετίες μετά μ’ ένα επίσης χαμηλόφωνο προσκύνημα στον τόπο και τους ανθρώπους που προστάτευσαν τότε τον ή την «μεταφορέα» της βαλίτσας. Παράλληλα, αποκαλύπτεται στον αναγνώστη, ως υπαινιγμός και χωρίς ίχνος επικής παντιέρας, η τύχη ενός σημαντικού προσώπου της τότε Αντίστασης, που απουσίαζε από την ιστορία, αλλά την καθόρισε. Πρόκειται για έναν απ’ αυτούς τους πραγματικούς αντιστασιακούς, που όχι μόνο δεν έγιναν μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στον τόπο μας γνωστοί ως «σταρ» της Αντίστασης, αλλά παρέμειναν στην σκιά των προβολέων, αν και κατέβαλλαν και μάλιστα εφ’ όρους ζωής ακριβό αντίτιμο για το θάρρος τους να αντισταθούν στη Χούντα, θυσιάζοντας τη σωματική και ψυχική τους υγεία στο βωμό της Ελευθερίας.

Έτσι, μια «απλή» νουβέλα, ευφυής ως σύλληψη και επιδέξια γραμμένη, περικλείει – χωρίς επικές κορώνες και κραυγές – το σύνολό της δραματικής ιστορίας εκείνων των φρικτών και ντροπιαστικών επτά χρόνων. Τότε που ο φασισμός – ολοκληρωτισμός λέκιασε ανεπανόρθωτα την τιμή της χώρας, όπου γεννήθηκε και έζησε, έστω για λίγο κατά την Αρχαιότητα, η ιδέα της Δημοκρατίας.

Υ.Γ. Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας, προσφέρεται ιδιαίτερα για μεταγραφή σε θεατρικό έργο. Ένα έργο που θα μπορούσε να ανεβεί σε πολλές μαθητικές σκηνές και να αποτελέσει ζωντανό εργαλείο ιστορικής γνώσης. Ο Δημήτρης Φιλελές έχει αποδείξει ότι έχει τις ικανότητες και την όρεξη να επιχειρήσει μια παρόμοια άσκηση. Εξάλλου, ως δάσκαλος ο ίδιος έχει ιδιαίτερες παιδαγωγικές ευαισθησίες που θα συνέβαλαν αποφασιστικά στην επιτυχία του σχετικού εγχειρήματος.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Δημήτρης Φιλελές γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Σπούδασε Κοινωνικές Επιστήμες και Παιδαγωγικά. Θήτευσε ως δάσκαλος στη δημόσια εκπαίδευση. Είναι μέλος της Π.Ε.Λ. και του PEN Greece. Από τις εκδόσεις Πηγή κυκλοφορούν η μεταγραφή του ιστορικού αφηγήματος Χρήστος Μηλιόνης του Αλ. Παπαδιαμάντη, οι ανθολογίες μετεγγραμμένων διηγημάτων Ανθολογία Πασχαλινού Διηγήματος, Ανθολογία Ιστορικού Αφηγήματος για το 1821, Διηγήματα του Δωδεκαημέρου και Από τη Γη της Μικρασίας στα μονοπάτια της προσφυγιάς. Από τις εκδόσεις Απόπειρα κυκλοφορούν οι προσωπικές ποιητικές συλλογές Μυθ…ιστόρημα, Θρ…ίαμβοι και Απώλειες, Αντι…σώματα και από τις εκδόσεις Αττικός η Ομηρία-1922 μ.Χ. Τα ψηφιακά του βιβλία για παιδιά Παιδική Θεατρική Σκηνή, Ο Καραγκιόζης Δήμαρχος και Της Γλώσσας τα καμώματα κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο. Συμμετέχει με ποιήματα και διηγήματα σε έντυπα συλλογικά λογοτεχνικά έργα: Ανθολογία Σύγχρονης Ερωτικής Ποίησης – τόμος Β’ (Κύμα), Χρώματα Ψυχής (Όστρια), Συνομιλώντας με τον Κ. Π. Καβάφη (Όστρια), Τα ποιήματα του 2017 (Κοινωνία των δεκάτων), Ποιητικές Συμπλεύσεις 3 – Ρευστά Όρια (Εντύποις), Συνομιλώντας με τον Arthur Rimbaud (Όστρια), Ποιητικά Ημερολόγια 2019, 2020, 2021, 2022 (Ιωλκός), Με το βλέμμα των παιδιών, Ημερολόγιο Ποίησης 2021 (Άπαρσις), Ποιητικό Ημερολόγιο 2021 (Κέφαλος), Συνομιλώντας με τον εαυτό μου (Δρόμων), Νέα Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2020, 2021, 2022,2023. Έχει δημιουργήσει τα φωτογραφικά λευκώματα 60 Μορφές στο Φως (Real Press), Ancient Greece: Sculptural Masterpieces (App Store). Οι κύκλοι τραγουδιών Του Κωνσταντή, Θρύλοι για την Άλωση της Πόλης και Όταν το ’21 αφηγείται έχουν μελοποιηθεί από τον Φ. Πλακιά. Οι κύκλοι τραγουδιών Ομηρία-1922 μ.Χ. και Μνημοσύνη έχουν μελοποιηθεί από την Α. Καρλαύτη. Ποιήματά του έχουν επίσης μελοποιηθεί από τους Ν. Βρεττό, Α. Κοκκίνου και Β. Ντίκο. Στο blog του (dimitrisfileles.blogspot.com) δημοσιεύει έργα του και ηχογραφήσεις κλασικής ελληνικής πεζογραφίας και ποίησης.



Παρασκευή 30 Ιουνίου 2023

Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - Χρίστος Γ. Ρώμας

 


Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας

(Παρουσίαση βιβλίου)


Ο χαρισματικός Δημήτρης Φιλελές, ο εκπαιδευτικός με τις άριστες επιδόσεις στην ποίηση, τις μεταγραφές λογοτεχνικών έργων και στην πεζογραφία, μας ξάφνιασε και πάλι με το νέο του δημιούργημα. «Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας» είναι, όντως, μια πολύ πρωτότυπη υπόθεση, που κρατάει τον αναγνώστη σε αγωνία ως το τέλος. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα τοποθετούνται στην περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ενώ οι τοποχρονικές συγκυρίες εμφανίζουν αναμφισβήτητη αληθοφάνεια.

Τα έντεκα κεφάλαια του έργου, που είναι νουβέλα, δομημένα κατά σειρά επεισοδίων, δεν παρουσιάζουν διάσπαση της αφηγηματικής ύλης, κάτι που χαρακτηρίζει την τεχνική του μυθιστορήματος, ούτε όμως και αρκούνται σε αφήγηση ενός απλού γεγονότος με κεντρικό ήρωα, όπως συμβαίνει στο διήγημα. Αντίθετα, καθώς εξελίσσεται ο μύθος, εμπλέκονται στη δράση και νέα πρόσωπα με το ήθος τους, τις φοβίες, τις αντιδράσεις και τη συμβολή τους στην κάθαρση, κατά το νόημα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Το χρονικό περιβάλλον, στο πλαίσιο του οποίου τοποθετείται η υπόθεση και η εξέλιξή της, είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός του Μπράλου, την περίοδο, όπως ελέχθη, που κυβερνά τη χώρα «η εθνοσωτήριος επανάστασις της 21ης Απριλίου 1967». Κάποια μέρα, λοιπόν, που ο χειμώνας εκείνου του έτους πλησίαζε στο τέλος του, στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μπράλου σταθμεύει η αμαξοστοιχία Πειραιώς-Αθηνών-Θεσσαλονίκης και ανακοινώνεται από το σταθμαρχείο η αναβολής της αναχώρησής της λόγω τεχνικού προβλήματος. Κι ενώ οι επιβάτες κατευθύνονται καθένας προς τον προορισμό του, στην αποβάθρα, πλάι στον ηλεκτρικό φανοστάτη, βρίσκεται εγκαταλελειμμένη μία βαλίτσα. Αυτή είναι και η αφετηρία της πλοκής του περίεργου μύθου με την απροσδόκητη εξέλιξη.

Ερωτηματικά, υποψίες, φόβοι και τολμηρά σενάρια αρχίζουν αμέσως να βασανίζουν αρχικά τον σταθμάρχη και κατόπιν άλλα πρόσωπα, με κυριότερο τον πρόεδρο του χωριού. Έτσι, ο αναγνώστης θα παρακολουθήσει στο εξής με αγωνία και ενδιαφέρον την εξέλιξη της περίεργης αυτής υπόθεσης, με δικά του πλέον ερωτήματα: Ποιος ξέχασε αυτή τη βαλίτσα; Κι αν την ξέχασε κάποιος, γιατί δεν έσπευσε να την αναζητήσει; Έπειτα, τι περιέχει και γιατί είναι τόσο σφιχτά διπλοκλειδωμένη; Και ακόμη, ήταν τυχαία η εγκατάλειψή της ή σκόπιμη και γιατί; Και τέλος, πώς πρέπει ο σταθμάρχης και οι άνθρωποι του χωριού να διαχειριστούν στο εξής την υπόθεση αυτή;

Η εξέλιξη του μύθου εντυπωσιάζει τον αναγνώστη εξαρχής. Η αφήγηση είναι ασθματική σε ταχύτητα, καθώς, με βάση το ασύνδετο σχήμα, δεν διακόπτεται ο λόγος με τη στίξη, ώστε γεγονότα, σκέψεις, λαϊκές εκφράσεις και αποφάσεις παρατίθενται συνεχόμενα σε ακανόνιστη σειρά, χωρίς προτάσεις διάκρισης, λες και ο συγγραφέας επείγεται να φτάσει έγκαιρα στο τέλος, για να φωτίσει την έκβαση. Έτσι, κάθε συμβάν, κάθε παρατήρηση και κάθε προβληματισμός εσωτερικεύεται και κατόπιν η ενδόμυχη σκέψη εξωτερικεύεται ως προσωπικός μονόλογος. Στο σύνολό της η τεχνική αυτή, κατά τη γνώμη μου, δεν απαντάται συχνά στη γνωστή ως τώρα αφηγηματική πεζογραφία.


Παρά ταύτα, η χρήση αυτού του τρόπου αφήγησης δεν σημαίνει ότι το κείμενο χάνει τη λογοτεχνική του καλλιέπεια και καταλήγει σε πεζολογίαˑ αντίθετα, το ύφος του συγγραφέα είναι φυσικό και αβρό, ιδιαίτερα στις περιγραφές της φύσης, των καιρικών συνθηκών και των προσωπικών σκηνών. Ενίοτε διακρίνει κανείς ρομαντικές νότες, χωρίς ωστόσο να καταλήγουν αυτές σε γλυκερές υπερβολές. Σε κάποιες περιγραφές, εντούτοις, γεγονότων και σκηνών είναι ευδιάκριτη η ρεαλιστική απεικόνιση, ακόμη και με την προσθήκη στοιχείων υπερρεαλισμού.

Η εξέλιξη της υπόθεσης ανήκει πλέον στις πρωτοβουλίες του σταθμάρχη και των προσώπων που ο ίδιος καλεί σε συνεργασία. Ο πρόεδρος και ο παπάς του χωριού είναι οι πρώτοι συνεργάτες του. Κατόπιν και οι λίγοι κάτοικοι που καλούνται σε μια υποτυπώδη συνέλευση. Οι διαδικασίες που ακολουθούν, με τους λόγους, τους αντιλόγους, τις συζητήσεις και τις αποφάσεις διαμορφώνουν καταστάσεις, που αποκαλύπτουν το ήθος των προσώπων και τις σχέσεις μεταξύ τους.

Ο συγγραφέας υποβάλλει έντεχνα σκέψεις, μονολόγους και ψυχικά ενορμήματα από τα οποία διαφαίνονται οι εχθρότητες, τα μίση και οι υποκριτικές συμπεριφορές των πρωταγωνιστών. Ωστόσο, όλ’ αυτά καλύπτονται με τη μάσκα του αλληλέγγυου, του συγχωριανού και του συνεργάτη. Από την άλλη μεριά οι λίγοι κάτοικοι που παρακολουθούν ανέκφραστοι τα λογίδρια, πειθαρχούν από φόβο και αποδέχονται κάθε σχεδιασμό που τους προτείνεται για την αντιμετώπιση της υπόθεσης.

Από τον αφηγηματικό λόγο του συγγραφέα καταφαίνεται πρωτίστως το ταλέντο του. Οι διάλογοι είναι φυσικοί και αβίαστοι, περιγραφικοί, όπου απαιτείται, κοφτοί και υπαινικτικοί – ακόμη και απότομοι σε περιπτώσεις που επιβάλλεται. Το ήθος πάλι των πρωταγωνιστών υποδηλώνεται μέσα από τους λόγους τους, τα υπονοούμενα, τις σκοπιμότητες, τις φοβίες και τις ενέργειές τους. Οι κάτοικοι του χωριού, εξάλλου, φοβισμένοι και πειθαρχικοί, όπως αναφέραμε, κινούμενοι κάτω από τις απειλητικές διατάξεις της δικτατορίας, όχι μόνον δεν εγείρουν αντιρρήσεις σε ό,τι τους προτείνεται, αλλά και ομόφωνα επιδοκιμάζουν τα πάντα. Ο παπάς, επίσης, αν και γνωρίζει το ήθος του πανούργου προέδρου, αρκείται σε απλή συναίνεση και προτείνει πειθαρχία στους άνωθεν σχεδιασμούς. Υπάρχει κι ένα πρόσωπο ακόμη, που εμπλέκεται δυναμικά στην υπόθεση. Είναι η όμορφη γυναίκα του σταθμάρχη, που γνωρίζει πρόσωπα κι συμπεριφορές, και αναλαμβάνει ενσυνείδητα να παίξει ρόλο πρωτεύοντα και επικίνδυνο.

Ύστερα από τις αποφάσεις και τους σχεδιασμούς μπαίνουν σε ενέργεια τα σχέδια. Η βαλίτσα είναι κίνδυνος για το χωριό και τους κατοίκους του και πρέπει να εξαφανιστεί. Ναι, αλλά γιατί; Ποιος απειλεί ποιους – και τι είδους κίνδυνος είναι αυτός; Κι ενώ σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν απαντά κανείς, εντυπωσιάζει τον αναγνώστη το γεγονός πως η αφήγηση των συμβάντων, που ακολουθεί, θυμίζει πιο πολύ παραμύθι παρά σύγχρονη πραγματικότητα. Φαίνεται, όμως, ότι και ο συγγραφέας τα καταγράφει αδιάφορα θέλοντας κυρίως να καταδείξει ότι η έλλειψη απαντήσεων στα ερωτήματα που συνδέονται με τη μυστηριώδη βαλίτσα έχει οδηγήσει σε τυπικές ενέργειες χωρίς ενδιαφέρον, ενώ και ο αναγνώστης μένει σε σημαντικό βαθμό προβληματισμένος.

Έτσι, το έργο εκ πρώτης όψεως από νουβέλα κοινωνικού περιεχομένου μεταπίπτει πλέον σε θρίλερ αστυνομικού τύπου, όπου ο αναγνώστης θα ικανοποιηθεί μόνον όταν ευρεθεί ο δολοφόνος και συλληφθεί! Κι ενώ τώρα η κάθαρσις, κατά το νόημα της αρχαίας τραγωδίας, είναι προβληματική, η ποιότητα του έργου θα αξιολογηθεί θετικά μόνον όταν ο από μηχανής θεός αποκαλύψει ό,τι ως τώρα είναι κρυφό και σκοτεινό και οδηγήσει στα πραγματικά γεγονότα της μυστηριώδους ιστορίας.


Και ο από μηχανής θεός επεμβαίνει πλέον έντεχνα. Ο συγγραφέας σκηνοθετεί με λογοτεχνική επιδεξιότητα την προϊστορία του μύθου. Τα πάντα φωτίζονται τώρα και έχουν την ερμηνεία τους. Πρόσωπα, χρόνοι, γεγονότα, συνθήκες, αγώνες, προδοσίες σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη βαλίτσα και το περιεχόμενό της. Στο εξής η σκηνοθεσία της ιστορίας ζωηρεύει. Η αφήγηση γίνεται συναρπαστική. Τα νέα πρόσωπα που έρχονται στο προσκήνιο, ανακαλούν ιστορικές μνήμες που συγκινούν και παραδειγματίζουν. Με βασικό στοιχείο σ’ αυτήν την ενότητα τις λογοτεχνικές αναχρονίες, ο συγγραφέας εγκιβωτίζει μικρές ιστορίες αντίστασης των φοιτητών κατά του ανελεύθερου καθεστώτος και υποβάλλει έντεχνα τις έννοιες της θυσίας και του μαρτυρίου μπρος στα ιδανικά της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας, αλλά και στις πεποιθήσεις των νέων για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Είναι όλ’ αυτά τα ιδανικά, που κεντρίζουν τις συνειδήσεις, αναπτερώνουν το φρόνημα, εμπνέουν αισιοδοξία και χαράζουν για το μέλλον μια ελπιδοφόρα προοπτική.

Γενικεύοντας, τέλος, τις διαπιστώσεις και τις εκτιμήσεις μας για τη νουβέλα του Δημήτρη Φιλελέ, μπορούμε ανεπιφύλακτα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για υπόθεση πρωτότυπη, αληθοφανή λόγω των ιστορικών παραμέτρων της, με συναρπαστική πλοκή στα αφηγηματικά μέρη, ακριβή απόδοση του ήθους των προσώπων και απόλυτα φυσικούς διαλόγους.

Από την ανάγνωση ο επαρκής αναγνώστης, πέρα από την απόλαυση, θα αντλήσει διδάγματα αγωνιστικού ήθους, συντροφικής αφοσίωσης και πολιτικής συμπεριφοράς – στοιχεία που καταξιώνουν τον άνθρωπο και σκιαγραφούν οράματα και προοπτικές για το παρόν και το μέλλον

Και από αυτή την άποψη η νουβέλα του Δημήτρη Φιλελέ, εκτός από ευχάριστη, είναι και διδακτική.

 

Χρίστος Γ. Ρώμας

φιλόλογος – συγγραφέας 

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2023


Ευχαριστώ θερμά τον αγαπητό φίλο Emanon Freeman για τη γενναιόδωρη προσφορά του φωτογραφικού υλικό από την παρουσίαση του βιβλίου.


Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας - Κριτική της Χρύσας Νικολάκη

 

Γράφει η Χρύσα Νικολάκη // *

Δημήτρης Φιλελές «Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας», εκδ. Πηγή

“In eum locum res, deducta est, ut, nisi qui deus vel casus aliqui subvenerit, salvi esse ne que amus.”:  Σε τέτοιο σημείο έχουν οδηγηθεί τα πράγματα ώστε να μην μπορούμε να σωθούμε εάν δεν μας βοηθήσει κάποιος Θεός ή κάποιο τυχαίο περιστατικό. (Η κατάρα των εμφυλίων πολέμων).

«Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας» του Δημήτρη Φιλελέ είναι ένα βιβλίο που περιέχει μία διεισδυτική ματιά στη ζωή των απλών ανθρώπων της επαρχίας. Ο Δημήτρης Φιλελές αντιμετωπίζει όλους τους ήρωες του με βαθιά ενσυναίσθηση αλλά και παρατήρηση. Πηγή αθωότητας, γεμάτης από τη δύναμη της επανάστασης είναι ο ορισμός της «υπογραφής» του. Αυτό ακριβώς αισθάνθηκα διαβάζοντας τη νουβέλα.

Ο μακροπερίοδος λόγος που χρησιμοποιεί προσδίδει  σοβαρότητα και επισημότητα, χωρίς όμως να χάσει καθόλου την καυστικότητα και το χιούμορ του.

Το επικοινωνιακό πλαίσιο ναι μεν αποκτά αυτή τη σοβαρότητα αλλά ο  καυστικός λόγος κατακλύζει τον αναγνώστη.

Ο Δημήτρης Φιλελές εκφράζει σύνθετες και πολύπλοκες σκέψεις, αναλύοντας διεξοδικά και κλιμακωτά τη συλλογιστική του διαδρομή. Τη διαδρομή δηλαδή της ιστορίας της βαλίτσας στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας. Εκεί όπου μία εξ ουρανού φερμένη βαλίτσα αναστατώνει την εικονική ηρεμία του τόπου. Ο δυναμικός και γρήγορος αφηγηματικός ρυθμός,  μας συνεπαίρνει στην τραγελαφική διαδρομή της βαλίτσας, ανάμεσα στην έριδα του σταθμάρχη και του προέδρου. Και ο δάσκαλος μαζί με τον Παπά, πρωτεργάτες του πνεύματος και της αδελφοσύνης, δίνουν τα χέρια για το καλό της ομόνοιας του συνόλου.

Προσέξτε το παρακάτω κείμενο στη σελίδα 35,  ενδεικτικό της μαεστρίας της τεχνικής του συγγραφέα,  που δεν είναι άλλη στην προκειμένη περίπτωση από την έμφαση του,  να καταστήσει πειστική την επιχειρηματολογική του δεινότητα.

Τι τους θέλουμε πάλι τους μπασκίνες μέσα στα πόδια μας ; δεν φτάνει που μας παιδεύουν τόσα χρόνια με τη βρωμιά που έχουν μέσα στο κεφάλι τους , να τους κουβαλήσουμε τώρα στο χωριό για μία χαμένη βαλίτσα, να χάσουμε τον ύπνο μας με τις ερωτήσεις και την καχυποψία τους, πάλι τα ίδια θα έχουμε, πάλι οι συνήθεις ύποπτοι θα περάσουμε από το τμήμα για ανάκριση μέχρι να σταμπάρουν αυτόν που θέλουν αυτοί για ένοχο, ένας Θεός ξέρει πού θα καταλήξουμε, καλύτερα να ετοιμάζω σιγά-σιγά τη δική μου βαλίτσα”.

Σε αντίθεση με άλλα βιβλία που κάνουν χρήση μακροπερίοδου λόγου,  εδώ ο Δημήτρης Φιλελές κατορθώνει να παντρέψει τις λογικές σχέσεις της τότε εποχής , τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες του αλληλοσπαραγμού και να μας οδηγήσει έναν έναν,  να κατανοήσουμε και να ξεκλειδώσουμε τα νοήματα.

Ο συγγραφέας φωτίζει το παρασκήνιο με τρόπο σαφή και εικονοπλαστικό, με μία γλώσσα άλλοτε τρυφερή και άλλοτε κοφτερή. Σαν τη ζωή. Τη ζωή εκείνης της σκοτεινής πλευράς της Ρωμιοσύνης όπου ο αδερφός στρεφόταν εναντίον αδερφού.

Διώξεις από το 67 έως το 74, αυταρχισμός και σκάνδαλα ήταν τα σημαντικότερα στοιχεία αυτής της μαύρης περιόδου με ολική κατάρρευση που επήλθε με την πτώση της χούντας και την άφιξη στην Αθήνα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και την πίεση της εισβολής των Τούρκων. Για αυτή την πραξικοπηματική δράση αρκετοί άνθρωποι καταδικάστηκαν. Κατόπιν ήρθε η πίεση της μεταπολίτευσης.

“Ο νεανικός ενθουσιασμός μας παρέσυρε σε λάθη. Τα μέλη της ομάδας μας αυξήθηκαν τόσο γρήγορα,  που χάσαμε τον έλεγχο. Η ασφάλεια και ο Στρατός είχαν μάτια και αυτιά παντού. Ο χαφιές χώθηκε ανάμεσα μας πριν το καταλάβουμε. Είχαμε το κρησφύγετο μας σ ‘ ένα παλιό σπίτι στα Σεπόλια. Εκεί περνούσαμε τα βράδια μας με τον Παντελή δουλεύοντας ασταμάτητα , οι γονείς μας καρδιοχτυπούσαν, αλλά εμείς τραβούσαμε τον δρόμο μας. Μέχρι που κάποιο ξημέρωμα μας μπλόκαραν.”

 

Δημήτρης Φιλελές

Συμπερασματικά, ο Δημήτρης Φιλελές περιγράφει τα γεγονότα εκείνης της εποχής από τη στάση εκείνων των «νιτσεϊκών» υπερανθρώπων που δεν υπέκυψαν απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο. Γνώση ιστορική, κατάκτηση των εκφραστικών μέσων και μία διεισδυτική οπτική κατακλύζουν το βιβλίο. Μα αυτό που εμένα σαν αναγνώστρια πρωτίστως και κατά δεύτερον σαν κριτικό γέμισε την ψυχή μου, είναι η ατόφια κράση των ηρώων. Σμιλεμένοι  λες από χέρι Φειδία ένας-ένας οι ήρωες της βαλίτσας, δημιουργούν ένα ηθογραφικό μωσαϊκό και ταυτόχρονα ρεαλιστικό, που με πείθουν για την ακρίβεια και την πιστότητα τους.

Πραγματικά μαζί με τις υπέροχες σκιτσογραφίες του Νίκου Βρεττού οι ήρωες ομοιάζουν σαν να βγαίνουν από τις ολοζώντανες σελίδες του. Οι συμβολισμοί και τα ονόματα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι παρμένα από τον φυσικό/ιστορικό κόσμο με δύναμη ηθογραφική.

Γράφει στη σελίδα 89:

“Το δικό μου «μακριά» έρχεται από τις 21 Μαρτίου 1969. “Μία μικρή κραυγή έκπληξης ξεφεύγει από τα χείλη της Ελευθερίας που παραλίγο να της πέσει ο δίσκος με τον καφέ και το νερό από τα χέρια, καθώς ακούει τη σημαδιακή ημερομηνία, ενώ ο Πέτρος ανοίγει διάπλατα τα μάτια και το στόμα, χωρίς να καταφέρει να αρθρώσει λέξη”.

Οπωσδήποτε μετά από αυτή την αποκάλυψη της αυτοδιάθεσης των ηρώων του βιβλίου, ο αναγνώστης απορροφά και απομνημονεύει μέχρι το τέλος την κάθε σελίδα. Όπως έλεγε ο Καζαντζάκης: “Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει μα η καρδιά αγριεύει, γλεντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.” Μέσα του ο συγγραφέας ξέρει πως η απάντηση βρίσκεται στην καθημερινή πάλη, στον πόλεμο κατά της διαφθοράς, στο “ευ αγωνίζεσθαι” της συνειδήσεως. “Μην καταδέχεσαι να ρωτάς θα νικήσουμε; θα νικηθούμε; Πολέμα!” σαν να ακούει τα λόγια του μεγάλου Κρητικού. Χρυσαετός πάνω από την άβυσσο, ο Δημήτρης Φιλελές φτάνει στην υψηλότερη βουνοκορφή, βουτά στα άδυτα του εμφυλίου, και μας φέρνει εκείνο το ελάχιστο φως που καίει, για να φωτίσει τους επερχόμενους νέους και να θυμίσει τα γεγονότα στους παλιούς. Ο Δημήτρης Φιλελές στη νουβέλα του «Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας» μασάει τα σίδερα και φτύνει τους προδότες. Και είναι αυτή του η στάση ζωής, που γίνεται στάση γραφής και υπογραμμίζει το περιεχόμενο της βαλίτσας του, αλλά και της Ιστορίας.

Πράγματι, “Η παράξενη ιστορία μιας βαλίτσας” είναι μία νουβέλα μοναδική στο είδος της, αφού κατορθώνει να μας κάνει να γελάσουμε δυνατά και παράλληλα να εξεγερθούμε χειροκροτώντας!

* H Χρύσα Νικολάκη είναι Βιβλιοκριτικός, Συγγραφέας, Θεολόγος


Πηγή δημοσίευσης: Μια διεισδυτική ματιά στη ζωή των ανθρώπων της επαρχίας


Σωτηρία Τσέλιου-Παππά - Σημάδι αδυναμίας

 


Σωτηρία Τσέλιου–Παππά – Σημάδι αδυναμίας

Συλλογή διηγημάτων – Εκδόσεις Άπαρσις, 2019

 

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

Το Σημάδι αδυναμίας της Σωτηρίας Τσέλιου–Παππά (εκδόσεις Άπαρσις, 2019) είναι μια συλλογή διηγημάτων που απαιτούν πολύ γερό στομάχι, επειδή αρκετές φορές θα δεχτεί ισχυρά χτυπήματα,  και όραση διόφθαλμη που κοιτάζει την αλήθεια κατά πρόσωπο χωρίς κανενός είδους παραμορφωτικούς φακούς ή παρωπίδες.

Τα τριάντα επτά διηγήματα που απαρτίζουν το βιβλίο είναι κείμενα που σπάζουν το φράγμα της σιωπής και του καθωσπρεπισμού σε μια εποχή κακοποιητική για όλους τους ανθρώπους που εύκολα χαρακτηρίζονται «αδύναμοι», εύκολα τους φορτώνεται την ετικέτα της ατολμίας, εύκολα οι πέριξ αυτών διερωτώνται γιατί σιώπησαν όταν έπρεπε να μιλήσουν, εύκολα θεωρείται ότι φέρουν συν–ευθύνη για ό,τι κακό τους συμβαίνει. Ενώ, ταυτόχρονα, με πολύ μεγάλη ευκολία αποστρέφεται το βλέμμα όταν τυχαίνει οι άλλοι να γίνουν κοινωνοί του προβλήματός τους ή αποφεύγεται τεχνηέντως η συνδρομή όταν τα πλάσματα αυτά με τον τρόπο τους ζητούν βοήθεια.

Η συγγραφέας γράφει με διάθεση εξομολογητική, με φανερή πρόθεση να μοιραστεί μαζί μας όσες εμπειρίες ζωής – είτε προσωπικές είτε προερχόμενες από το ευρύτερο περιβάλλον–  την φορτίζουν πέρα από τα όρια. Γράφει όμως και με  αποφασιστικότητα, χωρίς δισταγμό, χωρίς ωραιοποίηση ή στρογγυλοποίηση των γωνιών που τραυματίζουν, πολλές φορές ανεπανόρθωτα, την ανθρώπινη ψυχή αλλά και την ανθρώπινη σάρκα. Με τρόπο λιτό και απόλυτα κατανοητό εκθέτει την κοινωνική σκληρότητα, καταγγέλλει τον θύτη, «αγκαλιάζει» με ανάσα ζεστή το θύμα και παίρνει θέση υπέρ αδυνάτου. Και κάτι επιπλέον, εξίσου σημαντικό – διαβάζοντας την αλήθεια του λόγου της, δεν μπορούμε πλέον να ισχυριστούμε ότι δεν ξέρουμε ή ότι δεν μας αφορά.

Μετά από είκοσι χρόνια γάμου ο άντρας μου δεν άντεχε την ακαταστασία μου, την αταξία στην ντουλάπα και στα συρτάρια του, τα υπολείμματα κρέμας στο πρόσωπό μου, τα πινέλα και τους καμβάδες μου. […] Μίλαγε αργά με το κεφάλι χαμηλωμένο, και συχνά έχανε το ειρμό του. Εγώ πάλι νόμιζα πως άκουγα τις λέξεις, που κρέμονταν αβέβαιες πάνω από το κοτόπουλο, να πέφτουν αμάσητες πάνω στο τραπεζομάντιλο. Τα ερωτηματικά που ανέβαιναν στο στόμα μου τα έκανα τελείες και τα κατάπινα. Δεν είχαν καμιά σημασία τα σημεία στίξεως σ’ έναν χωρισμό, σκεφτόμουν. (Σκιές, σελ. 25-26)

Λόγος ευθύβολος, αληθινός, εύστοχος σαν από χέρι αλάνθαστου σκοπευτή, πύρινος πολλές φορές, χωρίς περιττές παρεκβάσεις ή υπεκφυγές, δομεί χαρακτήρες που κινούνται μεταξύ πραγματιστικής απεικόνισης και ανεκπλήρωτου πόθου. Τα όνειρα και οι επιθυμίες συνωθούνται στην έξοδο από την κακοποιητική πραγματικότητα και οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας  –ή μήπως και εμείς οι ίδιοι κάποτε;–   ακολουθούν τον δρόμο που αντέχουν οι ώμοι τους να σηκώσουν. Όλοι με ένα κοινό χαρακτηριστικό, την αποφασιστικότητα που ορίζει την καινούργια αρχή ή το μοιραίο τέλος.

Έκανα να φύγω, αλλά η περικοκλάδα τυλίχτηκε στον λαιμό μου. Πνιγόμουνα. Όταν άκουσα την πόρτα να χτυπάει, ανέπνευσα. Με το αριστερό χέρι χαλάρωσα το σφίξιμο, ενώ με το δεξί άρπαξα το μαχαίρι και άρχισα να της κόβω τα βλαστάρια. «Δε θα μου διαλύσεις εσύ τον γάμο», φώναζα. (Ζιζάνια, σελ. 14)

Ωστόσο, από την αφήγηση δεν απουσιάζει η τρυφερότητα, η ευαισθησία, η οικειότητα και η παραστατικότητα του λόγου, έτσι που ο αναγνώστης αβίαστα μπορεί να συνθέσει εικόνες από τη γραφή. Για να περιπλανηθεί μαζί με τους ήρωες στους χώρους της πραγματικότητας ή των φαντασιώσεων που αυτοί κινούνται και σε χρόνο και τόπο παράλληλο να βιώσει νοερά αλλά με αμεσότητα τις συναισθηματικές τους μεταπτώσεις.

Τα μάτια της, ορθάνοιχτα, ζωγράφιζαν το δωμάτιο με μαύρες πινελιές. Ύστερα όλα σκοτείνιασαν, Το τζάμι θάμπωσε. Το ταβάνι άνοιξε και ο Τάμεσης όρμησε μέσα. Οι τοίχοι ξεφλούδισαν και τα λουλούδια της ταπετσαρίας έπεσαν στο πάτωμα. Το κρεβάτι στριφογύρισε για λίγο ακυβέρνητο, μέχρι που μια ρουφήχτρα στη μέση του δωματίου το κατάπιε. (Δωμάτιο 104, σελ. 32)

Σωτηρία Τσέλιου-Παππά

Μικρής έκτασης αλλά ιδιαίτερα αιχμηρά τα διηγήματα –ουκ εν τω πολλώ το ευ–, με λόγο πυκνό και έντονα στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, με γραφή που κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και συχνά τον ωθεί σε αναζήτηση διαφορετικών πιθανών προεκτάσεων στα αγκάθια που τρυπούν ανενδοίαστα το αραχνοΰφαντο πέπλο της ψυχής.

Το κορίτσι ζάρωσε στο κρεβάτι κι άνοιξε το αναγνωστικό της, αλλά από τις σελίδες του πετάχτηκαν άδειες αρβύλες που τριγυρνάγανε στο δωμάτιο και έψαχναν τα πόδια τους, στρατιωτικές χλαίνες που αλλάζανε σώματα, γεμάτα κράνη που κατρακυλάγανε στα βουνά της Ηπείρου κι άφηναν κόκκινες γραμμές πάνω στο χιόνι. Το όπλο πίσω από την πόρτα άρχισε να εκπυρσοκροτεί. Εκείνη κουκουλώθηκε κι έσφιξε δυνατά τα μάτια της. (Ο πόλεμος, σελ. 125)

Με μια δεύτερη, όμως, ανάγνωση καταγράφουμε σημεία της ροής του αφηγηματικού λόγου, στα οποία αξίζει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία ως προς την ποιητικότητα της γραφής. Παραθέτουμε ενδεικτικά μικρά αποσπάσματα:

Πολλές φορές κλειδωνόταν στο δωμάτιο, άνοιγε τον χάρτη και γύριζε τον κόσμο. Μετά αραίωσε, δεν της περίσσευε χρόνος και τα ταξίδια έμειναν στον πάτο της κόκκινης βαλίτσας. (Το ταξίδι, σελ. 19)

Μ’ αυτά τα πουλιά κοιμάται και ξυπνάει τα τελευταία χρόνια μέχρι να μεγαλώσουν και τα δικά της φτερά και να μπορέσει να το σκάσει μαζί τους. (Θα είναι Κυριακή και θα φυσάει, σελ. 36).

[…] εκείνος μίλαγε, εκείνη προσπαθούσε να ηρεμήσει τις πεταλούδες που φτερούγιζαν στο στομάχι της και της δάγκωναν τη γλώσσα. (Προσοχή στο κενό!, σελ. 47)

Όλο αυτό το πλήθος έχει γίνει ένα σώμα φτιαγμένο από σώματα, σαν ένα τέρας με πολλά στόματα και εκατοντάδες μάτια, που περιμένει τη λεία του. (Μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, σελ. 52)

Η δεύτερη ευκαιρία είναι σημάδι αδυναμίας. (Σημάδι αδυναμίας, σελ. 72)

Ξάπλωσε ανάσκελα και άνοιξε τα χέρια της. Ποτέ πριν δεν είχε καταλάβει πόσο ωραία ήταν η μυρωδιά του εαυτού της και πόσο ανεκτίμητη η σιωπή. (Το διαζύγιο, σελ. 100)

Η φωτιά έκανε τις ρυτίδες της να μοιάζουν με μονοπάτια, ενώ τα μάτια της έφεγγαν σαν κόκκινα φανάρια μέσα στην ομίχλη. (Μια ευτυχισμένη οικογένεια, σελ. 115)

Η συγγραφέας περνά θαρρετά ανάμεσα από τις δικές της συμπληγάδες και φτάνει στην ίαση. Συναισθάνεται, όμως, και το βάρος της ατομικής ευθύνης απέναντι στο σύνολο. Γι’ αυτό ανοίγεται πλησίστια στο πέλαγος της αλήθειας και χρησιμοποιώντας τη δύναμη της γραφής τη μοιράζεται με όσους έχουν –η αναζητούν– τη δύναμη να την αντέξουν.

 

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή δημοσίευσης: Μέσα από συμπληγάδες στην ίαση