ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Αγγελάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Αγγελάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Μαΐου 2025

Παναγιώτα Μπλέτα - Πόσο κακό μας κάνει ο ανταγωνισμός;

 


Παναγιώτα Μπλέτα

Πόσο κακό μας κάνει ο ανταγωνισμός;

Ανταγωνισμός εναντίον Συλλογικότητας

(Εκδόσεις Αγγελάκη, 2025 ISBN: 978-960-616-434-7)


Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

«Πόσο κακό μας κάνει ο ανταγωνισμός;» είναι ο τίτλος του νέου δοκιμιακού έργου της Παναγιώτας Μπλέτα, με υπότιτλο «Ανταγωνισμός Εναντίον Συλλογικότητας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Αγγελάκη.  Πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο η συγγραφέας συνδυάζει τις προσωπικές επιστημονικές γνώσεις, την πολύχρονη εμπειρία της στην ελεύθερη αγορά εργασίας, την ενασχόλησή της με την επίλυση κοινωνικών ζητημάτων και την πολιτική, το μαχητικό αρθρογραφικό της υπόβαθρο, αλλά και τα αναντίρρητα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, που χρησιμεύουν ως υποστηρικτικό υλικό των θέσεών της.

Έχουν ήδη σπαταληθεί τόνοι χαρτιού και έχουν χυθεί δεκάδες (ή και εκατοντάδες) από τους εντεταλμένους κονδυλοφόρους για την ανταγωνιστική «καλοσύνη». Και ενώ αυτά εξακολουθούν να συμβαίνουν και να διαιωνίζουν τις λανθασμένες αντιλήψεις, η συγγραφέας, με τρόπο αδιάψευστο, με εκλαϊκευμένη επιστημονική γνώση και με στοιχεία από την σκληρή πραγματικότητα, μας επιβεβαιώνει ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο πέρα από κάθε αμφιβολία.

Ο ανταγωνισμός, όπως η ίδια αναφέρει, εμπεριέχει εν τω γεννάσθαι την έννοια της αντιπαράθεσης. Και πώς μπορεί από μια τέτοια θέση να προκύπτει καλό για το κοινωνικό σύνολο; Ακόμα χειρότερα, όταν ο ανταγωνισμός επιδιώκει την επιβεβαίωση και την κοινωνική αναρρίχηση του ατόμου μέσω της αντιπαλότητας και της επικράτησης με τον ταυτόχρονο εκμηδενισμό του αντιπάλου -για να μην στρογγυλεύουμε τις γωνίες-, πώς είναι δυνατό να πρόκειται για επωφελή διαδικασία με κοινωνικούς όρους; Εκτός αν επιθυμούμε να ζούμε σε μια κοινωνία όπου επικρατεί το δίκαιο του ισχυρότερου, με την ψευδαίσθηση ότι θα έρθει κάποτε η στιγμή και εμείς να βρεθούμε από τους κάτω στους πάνω, από τους εξουσιαζόμενους στους εξουσιαστές.

Αλλά και στην περίπτωση αυτή αποδεικνύεται περίτρανα ότι θα συμβεί αυτό που διαχρονικά συμβαίνει στην ιστορία της ανθρωπότητας: Όταν οι ισχυροί πληθαίνουν, έρχεται νομοτελειακά και η αναπότρεπτη ώρα του αλληλοσπαραγμού τους.

Επειδή η φύση του ανταγωνισμού, εκτός από καταστροφική, καταλήγει πάντα να είναι και αυτοκαταστροφική.

Μέσα από αλληλοδιάδοχες θεματικές ενότητες που η μία αποτελεί νοηματική συνέχεια της άλλης, η συγγραφέας περιγράφει με γλαφυρότητα και αφοπλιστική πειστικότητα τις αναβαθμίδες μέσα από τις οποίες κορυφώνεται το καταστροφικό έργο του ανταγωνισμού, παρασύροντας στο πέρασμά του κάθε έννοια αξιοπρέπειας, κάθε ίχνος ανθρωπισμού που οφείλουμε να έχουμε ως όριο διάκρισης από τα υπόλοιπα όντα του ζωικού βασιλείου.

Η έννοια του ανθρώπου υποδουλώνεται και μεταμορφώνεται σε ενστικτώδη και ζωώδη κυριαρχία πάνω στους συνανθρώπους μας μέχρι τον εξαναγκασμό τους σε πειθήνια όργανα μιας κατ’ επίφαση δημοκρατικής και ελεύθερης αγοράς. Τόσο ελεύθερης που μας κάνει τη «χάρη» να υπάρχουμε –όχι να ζούμε– απλώς για να την υπηρετούμε τυφλά.

Μας απομακρύνει από τους στόχους, τα οράματα και τα ιδανικά, επειδή η ολιγαρχία των υψηλά ιστάμενων ανταγωνιστών είναι η μόνη που έχει το αυθαίρετο δικαίωμα να επιλέγει πριν από μας για μας, αδιαφορώντας για τις πραγματικές μας ανάγκες ή τη γνώμη μας. Επί της ουσίας δεν έχουμε δικαίωμα γνώμης.

Πρόκειται, λοιπόν, για έναν ολισθηρό κατήφορο που με μαθητική ακρίβεια μας οδηγεί στην αποδιοργάνωση, την αποχαύνωση και την αποξένωση. Μας μεταμορφώνει σε αποσυνάγωγους του ανθρώπινου είδους σαν άλλη Κίρκη. Είμαστε οι σύντροφοι ενός σύγχρονου Οδυσσέα, που είναι προορισμένος από τη μοίρα να φτάσει ολομόναχος στον τελικό προορισμό του θυσιάζοντας τους «ανόητους» συντρόφους του, για να απολαύσει μέχρι βαθυτάτου γήρατος τα αγαθά της ιδιοφυΐας του.

Είναι αξιοσημείωτη η αφηγηματική ροή του λόγου και η άριστη διασύνδεση των επίσημων επιστημονικών δεδομένων, της βιωμένης  καθημερινότητας και των φιλοσοφικών στοχασμών σε ένα αμάλγαμα, ώστε ο αναγνώστης να επιθυμεί να διαβάσει μέχρι και την τελευταία σελίδα, αποκομίζοντας ένα σημαντικό όφελος: όχι μόνο τη γνώση και την επίγνωση όσων διαδραματίζονται γύρω του, αλλά και την κατανόηση της θέσης του μέσα στο κοινωνικό σύνολο – πώς αυτοπροσδιορίζεται, πού εντάσσεται και για ποιες συνθήκες ζωής, για ποιους στόχους, οφείλει και αξίζει να αγωνίζεται και να παίρνει θέση και αποφάσεις σε καθημερινή βάση.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι η συγγραφέας δεν επαφίεται σε λόγο καταγγελτικό –πράγμα εύκολο και ασφαλές σε μια παγκόσμια κοινότητα της οποίας η νοσηρότητα ή και συν-νοσηρότητα είναι δεδομένη–, αλλά διατυπώνει αντι–θέσεις, δηλαδή θέσεις που μπορούν να μας οδηγήσουν στην απαλλαγή από τις απάνθρωπες και αντικοινωνικές τάσεις που βρίσκουν, δυστυχώς, γόνιμο έδαφος όχι μόνο σε απολυταρχικά ή θεοκρατικά καθεστώτα, αλλά απλώνουν βαθιές ρίζες και στον ιστό των δυτικών προηγμένων -τουλάχιστον οικονομικά και τεχνοκρατικά- χωρών.

Οι αντι-προτάσεις της Παναγιώτας Μπλέτα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της είναι πρωτίστως η επένδυση στη συλλογικότητα, που θα επιφέρει την ισονομία, την ισοτιμία, την πολιτισμική αναγέννηση και την επαναφορά των αξιών απέναντι στην ακατάσχετη καταναλωτική μανία των ολίγων και στην ανελέητη εκμετάλλευση ανθρώπινων και φυσικών πόρων στον βωμό του κέρδους μέσω του ισοπεδωτικού για τους πολλούς ανταγωνισμού. Και, εν τέλει, στην αναγόρευση της αξίας του ατόμου ως λειτουργικής μονάδας ενός συνεργατικού συνόλου σε μια φιλοπρόοδη κοινωνία, που σέβεται τις ατομικές ελευθερίες όπως και όποτε αυτές εκφράζονται. Και, προς αποφυγή παρερμηνειών, η συγγραφέας αναφέρεται με σαφήνεια στην ελευθερία που σημαίνει πρωταρχικά αυτοέλεγχο και αυτοπεριορισμό, ώστε να μην βλάπτουμε  τους άλλους.

Το συγκεκριμένο βιβλίο, από τον χαρακτηριστικό ξεκάθαρο τίτλο και την προσεκτικά επιλεγμένη εικόνα του εξωφύλλου μέχρι και την τελευταία λέξη του περιεχομένου του, μπορεί να θεωρηθεί ως επιστέγασμα της όλης έως τώρα δοκιμιακής και αρθρογραφικής πορείας της συγγραφέως, που με υπομονή, επιμονή, αλλά και με την προσωπική στάση ζωής προτείνει την προσήλωση στις δημοκρατικές αρχές διακυβέρνησης με έμφαση στη συλλογικότητα ως τη μόνη διέξοδο από τα αδιέξοδα που οδηγούμαστε από τα ανταγωνιστικά καπιταλιστικά και τα καταδυναστευτικά αυταρχικά μοντέλα που συνθλίβουν κάθε έννοια ελεύθερης βούλησης και αυτοδιάθεσης του ατόμου, δηλαδή του πυρήνα της οργανωμένης κοινωνίας.

Με το νέο αυτό πόνημα η Παναγιώτα Μπλέτα επιχειρεί να χαράξει τον δικό της δρόμο στα δύσβατα μονοπάτια της στρεβλής πραγματικότητας και οι προτάσεις της να γίνουν πράξη, ώστε να φτάσουμε στην επιθυμητή ανθρώπινη συμβίωση αλλά και στην εναρμόνισή μας με την απλόχερη και άδολη φύση.

 


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:

Η συγγραφέας, διανοήτρια Παναγιώτα Μπλέτα γεννήθηκε στη Σκάλα Λακωνίας, ενώ μεγάλωσε στο Χαλάνδρι. Σπούδασε στη Νέα Υόρκη MBA Management (New York Institute of Technology) και BSc Marketing-Management (City University of New York).

Έχει συνεργαστεί επαγγελματικά με ελληνικούς και ξένους επιχειρηματικούς ομίλους και οργανισμούς, που δραστηριοποιούνται στους τομείς της συμβουλευτικής, της πολιτικής και επιχειρηματικής έρευνας, της επικοινωνίας, της επιχειρηματικής και ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, των τροφίμων, του franchise,  αναλαμβάνοντας  υψηλές διοικητικές θέσεις, ενώ έχει διατελέσει επιχειρηματίας και η ίδια.

Σχεδίασε και υλοποίησε έργα με σημαντικά ωφέλιμη αξία για την Ελλάδα: Γραμμή Ενημέρωσης Σεισμόπληκτων 0800-18000, Γραμμή Εξυπηρέτησης του Πολίτη 1464 κ.λπ..

Έχει δραστηριοποιηθεί  έντονα  στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης ως Αντιδήμαρχος στον Δήμο Χαλανδρίου. Διακρίθηκε για την ίδρυση του πρώτου Δημοτικού Κ.Ε.Π. στην Ελλάδα. Διετέλεσε Νομαρχιακή Σύμβουλος στον Νομό Λακωνίας και τιμήθηκε για την έκδοση  πρωτοποριακού Ενημερωτικού Δελτίου που βοήθησε στη διάδοση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, καθώς και στην απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων από την Περιφέρεια.

Έχει εκδώσει είκοσι βιβλία, μεταξύ των οποίων δύο φιλοσοφικά δοκίμια,  εννέα πολιτικά και οικονομικά δοκίμια, οκτώ ποιητικές συλλογές (αρκετές από τις οποίες έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά) και ένα θεατρικό έργο. Έχει γράψει περισσότερα από διακόσια πενήντα άρθρα, αρκετές ερευνητικές μελέτες και κριτικές σε λογοτεχνικά, θεατρικά και κινηματογραφικά έργα, που έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και διεθνή sites, εφημερίδες και περιοδικά, ενώ έχει δώσει πάνω από εκατό συνεντεύξεις σε ελληνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: 

Ανταγωνισμός εναντίον Συλλογικότητας (Fractal)

 

 

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2024

Ζωή και Νάμα - Κριτική παρουσίαση

 



Μαριαλένα Δισακιά

Ζωή και Νάμα (συλλογή διηγημάτων)

εκδόσεις Αττικός, Αθήνα, 2024

 

Η Μαριαλένα Δισακιά, συνεχίζοντας την πεζογραφική της δημιουργία (παράλληλα με την ποιητική), ύστερα από τη «Σκιά της μάνας» (εκδόσεις Αττικός, Αθήνα, 2021) επανεμφανίζεται στο αναγνωστικό κοινό με τη συλλογή διηγημάτων «Ζωή και Νάμα» (εκδόσεις Αττικός, Αθήνα, 2024).

Ήδη από την ανάγνωση του πρώτου διηγήματος (από τα συνολικά δώδεκα) νοηματοδοτείται ο τίτλος του βιβλίου. Η συγγραφέας, με ιδιαίτερη επιδεξιότητα και περισσή ανθρωπιά, εμβαθύνει στην απώλεια και στους τρόπους που οι περιλειπόμενοι «εφευρίσκουν», ώστε όχι να συμβιβαστούν με τη νέα –οδυνηρή ή μη– πραγματικότητα, αλλά να την ενσωματώσουν στην καθημερινότητά τους και να τη μεταμορφώσουν σε νέο τρόπο ζωής. Με τεχνάσματα που χαρακτηρίζονται από ευρηματική ευαισθησία και νοητική πρωτοτυπία, η συγγραφέας πλάθει ιστορίες ανθρώπων που ένας επιπλέον λόγος για να ζήσουν είναι να διατηρήσουν τις εικόνες και τις μνήμες –αγαπημένες ή μη– άσβηστες.

Οι ηρωίδες και οι ήρωες της Δισακιά μπορούν να ζουν σε κόσμους παράλληλους – έναν κόσμο που ορίζεται από τις εσωτερικές τους αναζητήσεις και επιθυμίες και έναν κόσμο που κινείται παράλληλα με αυτούς ή τους περιβάλλει, χωρίς όμως να ασκεί επιβολή πάνω τους. Και όχι, δεν επιχειρούν να αποδράσουν από την πραγματικότητα. Εξακολουθούν να είναι γήινοι, να βιώνουν την κάθε μέρα με την ιδιαιτερότητα της αλήθειας της, να πατούν με τον ξεχωριστό τους τρόπο και με τα δύο πόδια στη γη, να διακατέχονται από προσωπικά αναπάντητα ερωτήματα και να αναζητούν τη δική τους λογική απάντηση.

Και ενώ η αίσθηση και η παρουσία του θανάτου είναι παντού διάχυτη, περνώντας από την προηγούμενη ιστορία στην επόμενη μέχρι και το τέλος του βιβλίου, καθόλου δεν έχουμε την αίσθηση της επικράτησης του καταθλιπτικού συναισθήματος ή κατ’ ανάγκη του μελαγχολικού τοπίου. Αντίθετα, ο θάνατος εμφανίζεται ως φυσική συνέπεια ή ως αναγκαία συνθήκη που σε κάθε περίπτωση δεν αποτρέπει τις πρωταγωνίστριες και τους πρωταγωνιστές των ιστοριών να συνεχίζουν τη ζωή τους, σηκώνοντας ο  καθένας το φορτίο που του αναλογεί.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συχνή χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης αλλά και οι ζωηροί διάλογοι είναι στοιχεία που προσφέρουν ένταση και αληθοφάνεια στα αφηγήματα και διατηρούν μέχρι τέλους το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δημιουργώντας του παράλληλα την έντονη επιθυμία αλλά και την περιέργεια να διαβάσει και την επόμενη ιστορία. Επιπλέον, ο λόγος είναι πηγαίος, καθημερινός και γι’ αυτό αληθινός. Η συγγραφέας δεν προσπαθεί να μας εντυπωσιάσει, αλλά μας καλεί να νιώσουμε, να συμπορευτούμε, να συμπονέσουμε ή και να συγχωρήσουμε τους ανθρώπους που άλλοτε βιώνουν τη σκληρότητα της ζωής και άλλοτε γίνονται ανελέητοι θύτες. Δεν μας προτρέπει, δεν μας καθοδηγεί, δεν καταφεύγει στον διδακτισμό, αλλά μας αφήνει την επιλογή της απόφασης με βάση τα προσωπικά μας περί ζωής ή κοινωνίας κριτήρια.

Καθένα από τα διηγήματα έχει ιδιαίτερα ελκυστικά στοιχεία:

Θα σου μαγειρεύω πάντα, λέει η χήρα στον μακαρίτη κάθε μέρα που του σερβίρει το φαγητό στο τραπέζι και τρώει κουβεντιάζοντας μαζί του πριν επισκεφθεί το μνήμα του στο κοιμητήριο.

Ένα κλικ του τηλεφώνου είναι εκείνο που σημαδεύει τη ζωή της γυναίκας που απρόσμενα αποχωρίστηκε τη μάνα της καρδιάς της, τη μάνα που τη μεγάλωσε και την αγάπησε, που ορφάνεψε από αγάπη και ένα βασανιστικό γιατί στοιχειώνει τη ζωή της.

Το στατί–στατί,  το ανατριχιαστικό έθιμο ύστερα από την εκταφή, οδηγεί τη χήρα του μακαρίτη στην εξομολόγηση του κοινού αμαρτωλού τους μυστικού αλλά ταυτόχρονα και στον θάνατο.

Η Άννα, μια ακόμα γυναίκα που έζησε τη ζωή της μέσα από τις ζωές των άλλων, χάνεται στα ταξίδια του μυαλού της, μέχρι να φτάσει η στιγμή της λύτρωσης του ταξιδιού πάνω στα φτερά των γλάρων.

Στο τσάι του βουνού και στην αποπνικτική οσμή του λιβανιού παγιδεύονται οι ζωές τριών ανθρώπων που είναι αλυσοδεμένοι στα ασφυκτικά δεσμά της επαρχιώτικης κοινωνίας. Μέχρι που ένας τους τολμά να δώσει την πιο ακραία λύση.

Το πέταγμα σε μια άλλη διάσταση και ένα τρυφερό τελευταίο φιλί απαλλάσσουν την εύθραυστη Μαρίνα από τον εξαναγκασμό και τη βίαιη καθημερινότητα.

Άκυρη καταδίκη και άδικη είναι η απόφαση του δικαστηρίου να μου «ρίξει» ισόβια, λέει η γυναίκα που αφηγείται την ιστορία της στις συγκρατούμενες την ώρα της μεταγωγής του, αφού έσφαξε ένα «γουρούνι» και ευχαρίστως θα το έκανε ξανά.

Η μηλόπιτα, η φρεσκοψημένη και μυρωδάτη, γίνεται αφορμή για να κλειδώσει ένα μυαλό σε λάθος αποφάσεις, να βιώνει τη σχιζοφρένεια ως ευφυΐα, να επιμένει να βλέπει τον κόσμο εντελώς αλλιώς.

Τα δελφίνια του ηλιοβασιλέματος αφηγούνται με τον τρόπο τους μια συγκινητική ιστορία αγάπης, έναν ανεκπλήρωτο έρωτα που έρχεται από το μακρινό παρελθόν και δεν πρέπει να επαναληφθεί με παρόμοιο τρόπο στο παρόν.

Η Φρύνη, η αδέσποτη γάτα, δεν αργεί να γίνει κυρίαρχη της καρδιάς και του σπιτιού, μέχρι να φτάσει σε μια απίθανη μετενσάρκωση.

Η θεραπεύτρια, ορατή ή αόρατη κατά περίπτωση, γίνεται ο υπερβατικός φύλακας άγγελος με αποστολή να απαλύνει τον πόνο, αλλά και την υποχρέωση να μεταλαμπαδεύσει το προσόν της πριν χαθεί στο σύμπαν.

Ζωή και Νάμα· ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί είναι ο κρίκος της αλυσίδας που ενώνει αξεχώριστα την Ελπίδα και την Έλλη, δύο αδελφές ψυχές που βιώνουν πολλαπλές εμπειρίες σε διαφορετικές ζωές μέχρι να φτάσουν στην άκρη του νήματος και στην ποθητή αλήθεια.

Δώδεκα ταχύρρυθμα διηγήματα με εναλλαγή συναισθημάτων, με έντονες αναζητήσεις τόσο στον ορατό κόσμο όσο και στη σφαίρα του αόρατου, με πηγαίες εκμυστηρεύσεις που λειτουργούν αναμφίβολα ως πόλος αναγνωστικής έλξης.

 

Δημήτρης Φιλελές



 

Γνωριμία με τη συγγραφέα:

Η Μαριαλένα Δισακιά γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε λογιστική και εξάσκησε το επάγγελμα στην Αθήνα και στη Σύρο. Γράφει παντού, εκτός από το σπίτι της. Ασχολείται αποκλειστικά με τη γραφή και την ανάγνωση. Γράφει ποίηση, διηγήματα, θεατρικά έργα και αρθρογραφεί σε διάφορους ιστότοπους. Το θεατρικό της έργο Το βαλιτσάκι έχει βραβευτεί από τον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός. Έργα της (προσωπικά και συμμετοχές): Ανθολογία μικρού διηγήματος (2017), Ιστορίες πάθους και μαγειρικής (2017), Παράξενες ιστορίες με γάτες (2018), Οι στροβιλισμοί της Αστάρτης (2018), Ασκήσεις επί χάρτου (2019), Ρευστά όρια (2019), Ανεμοδαρμένα ποιήματα (2020), Η σκιά της μάνας (2021) και Γραφές διεκδίκησης (2023).


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Μαριαλένα Δισακιά - Ζωή και Νάμα


Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2023

Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα - Βιβλιοκριτική

 


Στέλλα Βερτινάκη

«Το κρυμμένο θαύμα»

Ποιητική συλλογή, Εκδόσεις Αγγελάκη, 2023

 

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

Το βιβλίο είναι προϊόν πολιτισμού. Και ως τέτοιο οφείλει να διακρίνεται για την καλαισθησία του με συνευθύνη του εκδότη και του λογοτέχνη. Όταν τοποθετείται στην προθήκη ενός βιβλιοπωλείου, η πρώτη ματιά του δυνητικού αναγνώστη επικεντρώνεται στον τίτλο και στην εικόνα του εξωφύλλου, τους δύο πρώτους πόλους έλξης για την ενδεχόμενη απόκτησή του. Στο Κρυμμένο θαύμα της Στέλλας Βερτινάκη ο τίτλος είναι ήδη ελκυστικός, αφού μαντεύουμε ότι μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα γίνουμε μάρτυρες μιας ποιητικής αποκάλυψης. Ακόμη πιο ελκυστική και πιο τολμηρή, όμως, είναι η απόφαση της ποιήτριας να φωτογραφηθεί για το εξώφυλλο, εκθέτοντας έτσι τον εαυτό της στο κοινό πριν καν έρθει σε επαφή με τον ποιητικό της λόγο. Εμπιστεύεται την έμπειρη καλλιτεχνική ματιά του Κώστα Ηλιάκη, παραδίνεται στον φωτογραφικό του φακό και η επιλογή της δικαιώνεται απόλυτα. Σημαντική είναι επιπλέον η επιλογή της ένθεσης φωτογραφιών του Ηλιάκη, που κοσμούν το εσωτερικό του βιβλίου και εφάπτονται νοηματικά με το ποίημα που βρίσκεται απέναντί τους. Λόγος και εικόνα συνυπάρχουν και συμβιώνουν αρμονικά. Η ποιήτρια πλάθει την εικόνα με λέξεις και ο φωτογράφος αποτυπώνει την ανεπανάληπτη στιγμή.

Ας περάσουμε τώρα στο αμιγώς ποιητικό μέρος.

Καθώς ο χρόνος τρέχει, έχει τη δύναμη και τη διάθεση να μας παρασύρει στον ρυθμό του. Κάπως έτσι προσπερνάμε βιαστικά και άκριτα εικόνες, τοπία, αλλά και ανθρώπους. Και το πιο πολύ, τον ίδιο μας τον εαυτό. Ίσως αυτό το τελευταίο, η άρνηση να σκύψουμε μέσα μας. προέρχεται από τον ανεξήγητο φόβο του τι θα αντικρίσουμε – κάποτε το κενό, άλλοτε τις αδυναμίες μας και άλλοτε τις αναπάντεχες απώλειες.

Αν, όμως, τολμήσουμε, όπως αποφασίζει η Στέλλα Βερτινάκη με την ποιητική της συλλογή Το κρυμμένο θαύμα, αν θελήσουμε να εγκαταλείψουμε την επιφάνεια και να καταδυθούμε αυτοβούλως στο βάθος, αν επιλέξουμε την ενδοσκόπηση, είναι βέβαιο ότι θα αναδυθούμε και πάλι, αλλά αυτή τη φορά έχοντας επίγνωση του ξεχωριστού θαύματος που είναι κάθε άνθρωποςˑ καθένας από μας.

Και προκύπτει το ερώτημα: Γιατί να το κάνουμε; Γιατί να απαρνηθούμε το φως της επιφάνειας και να βυθιστούμε στα άδυτα της ψυχής μας;

Απάντηση: Επειδή μόνο εκεί μπορούμε να βιώσουμε την αλήθεια, να ανακαλύψουμε το αληθινό φως και να επιστρέψουμε, για να το σκορπίσουμε απλόχερα, να γίνουμε αυτόφωτοι με οδηγό τη δύναμη της αγάπης.

Θα μπορούσε γι’ αυτό ο τίτλος της ποιητικής συλλογής να είναι Τοπίο αγάπης. Επειδή η Στέλλα Βερτινάκη κάνει αυτό το επίπονο ταξίδι, διανύει διαδρομές εσωτερικών και εξωτερικών τοπίων και μας απευθύνεται μέσα από τις αξίες της ζωής.

Με άριστο χειρισμό του γραπτού λόγου και εκφραστική λιτότητα, με στίχο άλλοτε ομοιοκατάληκτο και άλλοτε ελεύθερο, μάς αγγίζει από το πρώτο κιόλας ποίημα, μιλώντας για τη ζωή:

Άπλωσε το χέρι! / Φεύγει! / Φεύγει, σου λέω![1]

Μα πώς να πιάσεις τη ζωή, αν δεν τη ζήσεις, αν δεν την ορίζεις, αν δεν την κυβερνήσεις εσύ ο ίδιος;

Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται να βρούμε τη δύναμη να δούμε την πραγματικότητα και του εαυτού μας και των ανθρώπων που κάποτε επιλέξαμε να είμαστε μαζί. Είναι βέβαιο ότι οι διαπιστώσεις θα είναι πικρές αλλά και εξίσου απαραίτητες για να κάνουμε το επόμενο βήμα στη ζωή. Και η ποιήτρια τις αποτυπώνει χωρίς φόβο, αλλά με πολύ πάθος:

Πήρες το φιλί μου, μα Πρίγκιπας δεν έγινες! / Ένας βατραχάκος, πίσω μου παρέμεινες...[2]

Βράχια και χώμα, καρφιά στο σώμα / χωρίς όρια αγάπη, τα δικά μου τα λάθη...[3]

Κι έτσι έρχεται η ώρα των δύσκολων, αλλά και αναπότρεπτων αποφάσεων:

Για το χατίρι κανενός / καινούργιος χρόνος και παλιός / δεν θα αλλάξω όσα είμαι και πιστεύω! [4]

Άραγε χωρίς συνέπειες, χωρίς πόνο; Ασφαλώς όχι!

Απόψε έβαλα φωτιά στο χθες και στο «για πάντα» / και θα χορέψω μέσα της, με της ψυχής τη μπάντα.[5] 

Όσες είναι οι πτώσεις, τόσες και μία παραπάνω είναι οι φορές που υπάρχει λόγος να σταθούμε πάλι στα πόδια μας:

Ψυχή μου, στάσου μια στιγμή να ξαποστάσεις λίγο, πάλι εγώ θα φύγω...[6]

Αναζήτηση η ζωή μας όλη, μέσα από διαδρομές δαιδαλώδεις και συχνά παρελκυστικές. Και όταν έχει «πληρώσει» όλα τα χρέη της, η ποιήτρια βάζει τον στόχο της:

Αγοράζω μια αλήθεια όσο όσο / κι ας με πάρει μια ζωή να ξεχρεώσω.[7]

Και ποιος είναι ο τελικός προορισμός αυτής της διαδρομής;

Θα ανεβαίνω ψηλά στον Θεό κι ας ματώνω / καλοκαίρια θα βρω φωτεινά κι ας παγώνω.[8]

Κι αν οι θνητοί δεν μπορούν να φτάσουν στον Θεό, μπορούν να βρουν τον τρόπο να ανακαλύψουν το πολυτιμότερο αγαθό, την αγάπηˑ αρκεί να μην υποταχτούν στη μοίρα, δηλαδή σε ό,τι χαρακτηρίζουν ως αδύνατο ή γραφτό τους, επειδή δεν διαθέτουν αρκετή δύναμη για να το προσπαθήσουν.

Μες στη νύχτα γράφω, σκίζω / και η μοίρα ξενυχτά / μα δεν την υπολογίζω / της το λέω δυνατά.[9]

Γιατί η αγάπη, όπως η ποιήτρια την ορίζει, έχει τη μοναδική δύναμη της αγαθότητας, που θεωρεί πως είναι αυτή που καταργεί όλα τα εμπόδια.

Κι αν πάλι η θάλασσα δεν θέλει να περάσω / θα φτιάξω δρόμο απ’ αγάπη να σε φτάσω.[10]

Έτσι θα χτίσουμε μια νέα ζωή, φωτεινή, ηλιόλουστη, ώστε να μπορούμε να πούμε με αισιοδοξία:

Σύρε να φέρεις το σκοινί. / Θα κρεμάσω τα μωρουδιακά της νέας μου ζωής.[11] 

Επιπλέον, η αγάπη σε συνδυασμό με την επίγνωση πως ο χρόνος μας σ’ αυτή τη διάσταση είναι πεπερασμένος και πως όταν η άμμος στην κλεψύδρα τελειώνει, η αναχώρησή μας δεν συνοδεύεται από γενική μετακόμιση.

Γι’ αυτό η ποιήτρια μάς προτρέπει:

Ζήσε την κάθε σου στιγμή σα να ’ναι η τελευταία / κι όσα δεν αγοράζονται, είναι τα πιο σπουδαία...[12] 

Και αν είναι κάτι που δεν αγοράζεται –αλλά και δεν πωλείται– και είναι απαραίτητο για να λέμε ότι ζούμε, είναι η αίσθηση της ολοκλήρωσης, η αίσθηση της πληρότητας που μας προσφέρει η συνύπαρξη, η αίσθηση του «ετέρου ημίσεος» καθώς εφάπτεται πάνω μας και βιώνουμε την αρμονία:

Έπρεπε να ζήσω / και σε ζωγράφισα / σε μια ρωγμή / του καθρέφτη. / Μισός χώρεσες. / Και ξέρεις / ποτέ δεν τα πήγαινα καλά / με το λίγο.[13]

Όμως, η Στέλλα Βερτινάκη δεν παραλείπει να μας υπενθυμίσει ότι η ζωή είναι δώρο για το οποίο, όσο το απολαμβάνουμε ή όσο φροντίζουμε να το απολαμβάνουμε, οφείλουμε να είμαστε κάθε στιγμή ευγνώμονες:

Φωνάζω «ευχαριστώ» για ό,τι βλέπω / για ό,τι νιώθω, για ό,τι είμαι, για ό,τι έχω.[14]



Τέλος, ευτυχή σύμπτωση αποτελεί η μελοποίηση ποιημάτων που περιλαμβάνονται στη συλλογή. Επειδή ο εσωτερικός ρυθμός και η μουσικότητα ενυπάρχει στον ποιητικό λόγο της Βερτινάκη –συντελεί, άλλωστε, σ’ αυτό η κρητική καταγωγή της ως εξ αίματος κληροδότημα–, το μουσικό αυτί την αφουγκράζεται και μας την μεταφέρει μέσα από τις ευαίσθητες εύηχες χορδές του, χτίζοντας έτσι μελωδικά γεφύρια με τις λέξεις.

Τα εβδομήντα δύο ποιήματα που απαρτίζουν Το κρυμμένο θαύμα είναι ένα κράμα ευαισθησίας, αυτογνωσίας και γενναιοδωρίας. Η ποιήτρια, με εμπειρία ζωής, με συνειδητότητα επιλογών, με δυναμισμό, μας προτείνει να πορευτούμε σ’ έναν κόσμο διαφορετικό, χτισμένο με τα πιο στέρεα υλικά: αξιοπρέπεια, υπευθυνότητα και αγάπη.

 

Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2023



[1] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Ζωή (σελ. 15).

[2] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Ο βατραχάκος (σελ. 22).

[3] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Ο λαθόκηπος (σελ. 61).

[4] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Για το χατίρι κανενός (σελ. 50).

[5] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Φωτιά (σελ. 25).

[6] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Πάλι εγώ θα φύγω (σελ. 20).

[7] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Δεν χρωστάς (σελ. 57)

[8] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Χαμηλά δεν μπορώ να πετάω (σελ. 23).

[9] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Τίποτα για πάντα (σελ. 35).

[10] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Αυτό το λίγο (σελ. 75).

[11] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Το σκοινί (σελ. 53).

[12] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Η στιγμούλα (σελ. 85).

[13] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Λίγο (σελ. 28).

[14] Στέλλα Βερτινάκη - Το κρυμμένο θαύμα, Το κρυμμένο θαύμα (σελ. 92).


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Κράμα ευαισθησίας, αυτογνωσίας και γενναιοδωρίας

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2023

Μαριαλένα Δισακιά - Η σκιά της μάνας

 


Μαριαλένα Δισακιά – Η σκιά της μάνας

Νουβέλα – Εκδόσεις «Αττικός-Αγγελάκης», 2021

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

Ο αναγνώστης που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη νουβέλα «Η σκιά της μάνας» της Μαριαλένας Δισακιά (εκδόσεις Αττικός-Αγγελάκης, Αθήνα 2021), βρίσκεται μπροστά σε μια ευχάριστη έκπληξη. Μια ευρηματική συνάντηση δύο συμμαθητριών, της Δάφνης –κεντρικής ηρωίδας– και της Ρένας, με διαφορετικές πορείες ζωής μετά από δεκαετίες –αλλά, τελικά, με πολλές κοινές εμπειρίες να εξακολουθούν να τις ενώνουν με ένα αόρατο σκοινί– μπορεί να γίνει η φλόγα που θα πυροδοτήσει το φιτίλι της ψυχής.

Ύστερα από την ανάγνωση των λίγων αντί προλόγου σελίδων προκύπτουν τρεις σημαντικές διαπιστώσεις:

α. πρόκειται για μια εξιστόρηση που ακολουθεί (σε γενικές γραμμές) την αφηγηματική ροή της κυκλικής παπαδιαμαντικής γραφής,

β. η γλώσσα γραφής είναι λιτή, κατανοητή, καθημερινή, με ζωηρούς φυσικούς διαλόγους, χωρίς περιττολογίες ή λεκτικές ακροβασίες για εντυπωσιασμό,

γ. η φράση «γράψ’ τα» είναι το κλειδί της υπόθεσης, η προαναγγελία της εξομολόγησης και της κατάθεσης ψυχής, που φέρνει τη λύτρωση.

Από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά το ψυχογράφημα μιας γυναίκας στην πιο κρίσιμη ίσως περίοδο της ζωής της – από τη μέρα που αποφασίζει να μετατρέψει την ερωτική της σχέση σε γάμο, αλλά και να συνδυάσει ένα κοινωνικό συμβόλαιο με την απόκτηση παιδιών, ώστε να φτάσει σε μια κατάσταση που ορίζεται, κατά τη γνώμη της, ως «οικογένεια». Από την πρώτη στιγμή είναι ορατό ότι η απόσταση από την επιθυμία μέχρι την πραγματικότητα, σε αντίθεση με ό,τι έχει φανταστεί η ηρωίδα, είναι όχι μόνο πολύ μεγαλύτερη, αλλά ότι και ο δρόμος που οδηγεί ως εκεί είναι διάσπαρτος με εμπόδια, με απρόοπτα, με ανατροπές, με παρεκτροπές, με ανεπιθύμητες σωματικές και ψυχικές παρενέργειες, χωρίς να υπάρχει η βεβαιότητα της επίτευξης του τελικού στόχου.


Η συγγραφέας, με δεξιοτεχνία, διατηρεί μόνιμα τη Δάφνη στο προσκήνιο, δείχνοντας με σαφήνεια ότι όσοι βρίσκονται δίπλα της, όπως ο σύζυγος Δαβίδ, ή γύρω της, όπως η Καίτη, η Μαριάνθη και η Κατερίνα, είναι δορυφόροι της σφοδρής μητρικής της επιθυμίας. Υποκύπτουν στις αποφάσεις που εκείνη παίρνει ή με τον τρόπο της οδηγεί να πάρουν οι άλλοι –κάτι που και η ίδια θα αργήσει πολύ να συνειδητοποιήσει– και απλά εξαναγκάζονται να τη συνδράμουν τόσο στις κορυφώσεις όσο και στις πτώσεις της.

Σαν αόρατη διευθύντρια ορχήστρας συναισθημάτων, η Δισακιά χαράζει με σταθερά βήματα την πορεία των χαρακτήρων της, καθώς αυτοί αναζητούν έξοδο διαφυγής από την αντίξοη και πνιγηρή πραγματικότητα. Και ενώ πολλές φορές είναι πεπεισμένοι ότι κατευθύνονται προς το φως, όλο και πιο βαθιά οδεύουν προς το σκοτάδι. Είναι άραγε κάποια ψήγματα προσωρινής ευτυχίας αρκετά, ώστε να αφιερώσουμε σ’ αυτά μια ολόκληρη ζωή, δηλώνοντας παραίτηση από κάθε άλλη χαρά της ζωής; Και αν μια επιθυμία μας γίνει ο σκοπός της δικής μας ζωής, έχουμε το δικαίωμα να εγκλωβίσουμε σ’ αυτήν όσους τύχει να δέσουν τη ζωή τους με τη δική μας;

Μέσα από τέτοιες επιλογές η ζωή γίνεται ένα στενός μονόδρομος χωρίς συνοδοιπόρους. Η πορεία γίνεται μοναχική με αποκλειστική ευθύνη της πρωταγωνίστριας. Οι απώλειες –ακατανόητες αρχικά– είναι σημαντικές όχι μόνο σε πλήθος, αλλά και σε ψυχικό κόστος. Η ηρωίδα, παραδομένη στην τυφλή επιθυμία, αδυνατεί να αποδεχτεί τις αρνητικές συνέπειες των ενεργειών της, να προβλέψει τις πιθανές εξελίξεις σε βάθος χρόνου, αδυνατεί (ή αδιαφορεί) να κατανοήσει τη στάση των άλλων και, με σφαλερή ή θολή κρίση, τους καταλογίζει αυθαίρετα ευθύνες που δεν τους αναλογούν.

Ωστόσο, πρόκειται εξαρχής για ένα τραγικό πρόσωπο, αφού είναι προφανές ότι τα κίνητρά της και αγαθά είναι και εντός των κοινωνικών προδιαγραφών κινούνται. Όσο όμως επιδιώκει να κινηθεί προς τον στόχο της, τόσο αυτός απομακρύνεται. Και όταν πια ο στόχος φαίνεται να επιτυγχάνεται, οι δονήσεις που θα ακολουθήσουν την (πρόσκαιρη) επιτυχία, είναι ικανές να μεταμορφώσουν την ψυχή της σε σωρό ερειπίων.

Πόσα αποθέματα δυνάμεων μπορεί να διαθέτει ένας άνθρωπος, όταν συνειδητοποιήσει ότι είναι θύμα των επιλογών του; Πόση δύναμη χρειάζεται για να αλλάξει ρότα πριν το σκαρί του τσακιστεί στην ξέρα; Πόσες πληγές, σωματικές και ψυχικές, θα χρειαστεί να επουλώσει η ηρωίδα, καθώς θα επιχειρεί να κόψει με κάθε μέσο το συρματόπλεγμα που την περιχαρακώνει από τον έξω κόσμο και απομονώνει την αλήθεια της από την αλήθεια των άλλων; Πόσο πρέπει μια μητέρα, βιολογική ή μη, να ξεπεράσει τον εαυτό της για να εννοήσει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ στοργής και εξάρτησης;  Πόση αντοχή απαιτείται για να τραβήξει τον ανηφορικό δρόμο της αυτογνωσίας πετώντας όσα βαρίδια την αγκυρώνουν με το παρελθόν, για να φτάσει επιτέλους στην κορυφή, να νιώσει αληθινά μια άλλη μέσα στο ίδιο σώμα και να αναφωνήσει απαλλαγμένη: «Δεν είμαι εγώ εκείνη που έκανε την ορφάνια της ορφανοτροφείο»;

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η νουβέλα διακρίνεται και για την πληθώρα των χαρακτήρων που πλαισιώνουν το κεντρικό πρόσωπο του αφηγήματος, τη Δάφνη, χωρίς ο ρόλος τους να είναι είτε δευτερεύων είτε διακοσμητικός. Αντίθετα, συμμετέχουν ενεργά σε όλη τη διάρκεια της ροής των γεγονότων και προσθέτουν ο καθένας το δικό του λιθαράκι στην εξέλιξη της πλοκής και στην ολοκλήρωση της ιστορίας. Ιδιαίτερα η μορφή της Κατερίνας είναι συγκλονιστική και, σε στιγμές κορύφωσης, ισοδύναμη με εκείνη της Δάφνης.

Μέσα σε 120 μόνο σελίδες, η Μαριαλένα Δισακιά αφηγείται μια ιστορία ζωής με καταιγιστική αληθοφάνεια, με συγκρούσεις όπου θύτης και θύμα εναλλάσσονται στους ρόλους, με παραμορφωτικά κάτοπτρα θέασης της αλήθειας, με συναρπαστικές συναισθηματικές μεταπτώσεις, με ακραία παιχνίδια του μυαλού και με δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας, προσωπικών βιωμάτων και εμπειριών.

«Η σκιά της μάνας», αποφεύγοντας την παγίδα της αποκλειστικά γυναικείας υπόθεσης, είναι μια ρεαλιστική ανθρώπινη καταγραφή της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας, που θα μπορούσε να συμβαίνει στη γυναίκα της διπλανής πόρτας ή –γιατί όχι– εντός των ορίων του δικού μας μικρόκοσμου.

 

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή δημοσίευσης: Ιστορία ζωής με καταιγιστική αληθοφάνεια