ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ - ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ



Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929)

Άρατε Πύλας[1]

Ποτέ δεν θα το λησμονήσω! Και μόνο η ανάμνησή του με γοητεύει και τώρα ακόμη. Τι όμορφο Πάσχα! Νομίζω ότι από τότε δεν είδα πλέον τέτοιο φαιδρό[2], τέτοιο μελωδικό και ευωδιαστό Πάσχα. Όλα γελούσαν σαν μικρά αθώα παιδιά, όλα μοσχοβολούσαν σ’ εκείνο το μικρό νησί, όλα ήταν λαμπροφορεμένα∙ τα περισσότερα παιδιά είχαν φορέσει καινούργια τριζάτα παπούτσια κι έκαναν κρότο πάνω στις πλάκες της εκκλησίας. Τι όμορφο Πάσχα! Την ψαλμωδία του, μου φαίνεται, δεν την άκουσα ξανά. Ίσως βοήθησε και η έκτακτη δροσερή άνοιξη εκείνης της αλησμόνητης χρονιάς. Τα αηδόνια είχαν έρθει τόσο κοντά στην κωμόπολη, ώστε μερικά άφοβα έμπαιναν και στο πυκνό κηπάκι της μικρής εκκλησίας και συνόδευαν κι εκείνα με τη μαγευτική μελωδία τους το γλυκόλαλο «Χριστός Ανέστη». Υπάρχουν στιγμές που νομίζω πως αισθάνομαι ακόμη το λιβάνι που καιγόταν σαν κάποια μυστική αυταπάτη. Έλεγαν πως ήταν λιβάνι από την Αγία Άννα, μια σκήτη[3] του Αγίου Όρους, γνωστή για την αρετή των ερημιτών της. Αλλά ίσως και τα πάμπολλα τριαντάφυλλα του μικρού κήπου της εκκλησίας προσέφεραν και αυτά το ανάλογο μεθυστικό τους άρωμα. Και ήταν τόσα πολλά εκείνη τη χρονιά! Θυμάμαι ότι ο μπαρμπα-Κώστας ο Ολλανδέζος έκοβε και μοίραζε κάθε μέρα στα παιδιά της γειτονιάς, για να μη φωνάζουν με τα τρελά παιχνίδια τους στη μικρή πλατεία της εκκλησίας και διακόπτουν τον εσπερινό του γέροντα παπα-Οικονόμου. Ο λαμπρός στολισμός που έκαναν οι νύφες εκείνου του Πάσχα παραμένει ακόμη ανεξίτηλος στη μνήμη μου με τα ζωηρά χρώματά του και τη χρυσαφένια στιλπνότητά[4] του, σαν να ζωγραφίστηκε από τότε στη φαντασία μου με όλη τη λάμψη καλλιτεχνικής εικόνας αγιογράφου. Έτυχε εκείνη τη χρονιά να γίνουν πολλοί γάμοι και, το σημαντικότερο, έτυχε εκείνη τη χρονιά να εργαστεί το ναυτικό όσο σπάνια συμβαίνει και είχε συγκεντρωθεί στο μικρό νησί αρκετό χρήμα∙ και το αναθεματισμένο, όπου υπάρχει, παρακολουθείται με χαρά και με λάμψη. Ω, τι Πάσχα εκείνο!
Συμφωνούσε μαζί μου και ο γέροντας Οικονόμος και μου έλεγε μετά απ’ όλα αυτά κι εκείνος :
- Τι Πάσχα εκείνο, παιδί μου! Έχεις δίκιο.
Κι έλαμπαν από χαρά γεμάτα τα μάτια του, όπως λάμπει καθαρό ποτήρι απέναντι στο φως. Να ήταν τάχα η ηλικία! σκέφτομαι τώρα. Να ήταν η μαγική, η ανέμελη, η γοητευτική παιδική ηλικία, που μου ζωγράφισε αυτή την αλησμόνητη, αυτή την ανεξάλειπτη[5] εικόνα του μεγάλου εκείνου Πάσχα;

*********

     Γλυκοχαράζει πλέον. Ροδίζει όμορφα η αυγή προσπαθώντας να διασπάσει τη μαύρη καλύπτρα της νύχτας, που απλώνεται ακόμη στο μικρό χωριό μου και στο όμορφο λιμάνι του, που τα νερά ακίνητα ησυχάζουν στη σιωπηλή γαλήνη της νύχτας. Ούτε ο φλοίσβος[6] ο μελωδικός ακούγεται στην άμμο κάτω. Τα άστρα τρέμουν παιχνιδίζοντας στο κυανό στερέωμα, σαν να τα σηκώνουν τώρα δα από το βαθύ ύπνο οι πρώτες ακτίνες της αυγής. Δυο γλυκόλαλα αηδόνια κελαηδούν παθιασμένα το πρωινό εγερτήριο στο κηπάκι, απ’ όπου αναδίδεται μεθυστική ευωδιά αρωμάτων. Ο αναστάσιμος ύμνος  ψάλλεται μέσα στην εκκλησία τόσο γλυκά και τόσο γοητευτικά, ώστε και οι παραταγμένοι ναύτες στην πλατεία για να πυροβολήσουν, λησμονούν το χαρμόσυνο έθιμο παρασυρμένοι από το γλυκό αντίλαλο της ψαλμωδίας. Μέσα στους χορούς είχαν πιάσει τα στασίδια τους όλοι οι προύχοντες[7] από τη μια μεριά και από την άλλη φορώντας τα καλά τους, κρατώντας τις λαμπάδες τους, σε μια σεμνή και απλή παράταξη. Πίσω, δεξιά κι αριστερά, οι νησιώτες όλοι, ναυτικοί και γεωργοί ανάμεικτοι. Και μπροστά τους τα παιδιά, καθένα με το κόκκινο αυγό στο χέρι, γεμάτα χαρά. Έληξε η λειτουργία της Ανάστασης και οι πιστοί νησιώτες, κρατώντας αναμμένη τη λαμπάδα του Πάσχα, επιστρέφουν με αγαλλίαση[8] στα σπίτια τους για να φέρουν εκεί το φως, τη χαρά, την Ανάσταση. Και ακούγονταν ζωηρά και χαρμόσυνα να διασταυρώνονται σαν τρελά πουλιά του λιβαδιού κυνηγημένα από δω κι από κει.
- Χριστός Ανέστη!
Και οι απαντήσεις επαναλάμβαναν τη γλυκιά προσφώνηση απαντώντας :
- Αληθώς Ανέστη! με τη  συνοδεία γενναίων πυροβολισμών των ισχυρών ναυτικών όπλων, που ο βαρύς και βροντερός αντίλαλος μεταφερόταν από τον ήρεμο γιαλό στα κατασκότεινα βουνά της μακρόστενης Εύβοιας. Κατόπιν, όλο εκείνο το αναστάσιμο φως, όλη εκείνη η χαρά διασκορπίστηκε μέσα στα σπιτάκια της μικρής πόλης, καθένα τους μεταμορφώθηκε σε εκκλησία που γιόρταζε με το αχόρταστο πασχαλινό τραγούδι, που το έψαλλαν με το περίτεχνο τσούγκρισμα των αυγών, την ανέκφραστη χαρά των παιδιών, που ξαγρύπνησαν πρώτη φορά για την πιο γλυκιά απόλαυση, τη λαμπρή χαρά, σαν το λαμπρό τσόφλι του πασχαλινού αυγού.

**********

Και μόνο ενός μικρού σπιτιού τη σκοτεινιά δεν φώτισε του Πάσχα η λαμπάδα. Ούτε ακούστηκε σ’ αυτό η γλυκιά ψαλμωδία του «Χριστός Ανέστη», αν και κάποιοι διαβάτες που περνούσαν και έβλεπαν εκεί τη μαύρη σκοτεινιά, σταματούσαν ακούγοντας τον αμυδρό[9] ήχο που έμοιαζε με άμορφο τραγούδι, με ήχο εκκλησιαστικό δυσδιάκριτο και προσπερνούσαν ρωτώντας ο ένας τον άλλο :
- Πώς να ‘ναι τάχα ο μπαρμπα-Κώστας! Πώς τον λυπηθήκαμε τον καημένο τον Ολλανδέζο. Τι καλός εκκλησάρης[10]! Έβαλε τα παιδιά σε τάξη.
- Χτύπημα που έφαγε, παρατήρησε άλλος, πώς δε σκοτώθηκε!
Μέσα στο σπιτάκι εκείνο, ένα καλυβάκι προς τα Πηγάδια, χωρίς φως, χωρίς καμιά ζωή, ήταν ξαπλωμένος σ’ ένα ψαθί ο μπαρμπα-Κώστας, με δεμένα τα σαγόνια του, νιώθοντας δυνατό πόνο σαν να πονούσαν τα δόντια του. Τίποτε άλλο δεν είχε. Και προσπάθησε πολλές φορές να βγει τη νύχτα και να πάει στην Ανάσταση. Αλλά πάλι άλλαζε γνώμη. Πώς να βγει με δεμένα έτσι τα σαγόνια. Και προσπάθησε πολλές φορές στη θλιβερή εκείνη απομόνωση να ψάλει το «Χριστός Ανέστη», αλλά δε μπορούσε να προφέρει καθαρά τις συλλαβές. Του φαινόταν πως άκουγε από μακριά τη χαρά, την ψαλμωδία, την αισθανόταν από τις σχισμές του φωτός, σαν το φως της Ανάστασης, και τότε καταπνίγοντας τον πόνο προσπαθούσε να ψάλει, μάταια, όταν τέλος ανοίγει η πόρτα και έξαλλος βλέπει ο μπαρμπα-Κώστας το άγιο φως, τη λαμπάδα του Πάσχα. Ο γέροντας Οικονόμος μετά την απόλυση της εκκλησίας, πριν πάει στο σπίτι του, θυμήθηκε τον μπαρμπα-Κώστα και ήρθε φέρνοντάς του το φως του Πάσχα. «Δεύτε λάβετε φως» κραυγάζει με χαρά ο γέροντας ιερέας καθώς μπαίνει. Ο ασθενής δεν ήξερε πώς να εκφράσει τη χαρά του και πώς να ευχαριστήσει αυτή τη συγκατάβαση[11] του αγίου Οικονόμου. Όλα αυτά τα εξέφρασε κάνοντας το σταυρό του με μια βαθιά υπόκλιση.
- Χριστός Ανέστη! είπε με δυνατή φωνή ο ιερέας, υψώνοντας τη λαμπάδα του μπροστά στα μάτια του μπαρμπα-Κώστα, που έλαμψε το φασκιωμένο πρόσωπό του από χαρά μαγική.
- Αληθώθ ανέθτη! τραύλισε ο μπαρμπα-Κώστας.
- Πώς είσαι;
- Καά. Δόκθα θοι ο Θεόθ!
- Πονάς;
- Δόκθα θοι ο Θεόθ! επαναλάμβανε ο ασθενής. Δόκθα θοι ο Θεόθ!
Ο γέροντας Οικονόμος έλυσε τον επίδεσμο και παρατήρησε ότι έλειπαν όλα τα μπροστινά δόντια του μπαρμπα-Κώστα και από τα δυο σαγόνια. Και καταπνίγοντας κάποια ενδόμυχη θλίψη του :
- Δεν έχεις τίποτε, είπε. Μόνο πως θα σ’ έχουμε πλέον χωρίς δόντια.
- Δόκθα θοι ο Θεόθ! Δόκθα θοι ο Θεόθ!
- Αλλά μη λυπάσαι∙ τη θέση σου θα την έχεις πάντοτε στην εκκλησία και στην καρδιά μου.
- Θα δέου πάδι το «τιθ εθτίν ούτοθ ο βαθιδεύθ τηθ δόκθηθ»;
Και αναστέναξε βαθιά.
Ο γέροντας Οικονόμος, παίρνοντας τούτο σαν παράπονο για το πάθημά του, δε μίλησε. Άναψε το καντήλι του, του είπε ότι θα του στείλει ζωμό και γύρισε να φύγει.
- Παπά! Παπά! φώναξε ο μπαρμπα-Κώστας.
- Θέλεις τίποτε; ρώτησε δυνατά ο ιερέας, όπως κάνουμε όταν μιλάμε σε βαριά άρρωστο ή σε κουφό.
- Παπά, τη δαμπάδα μου!
Και έδωσε ο ασθενής μικρή λαμπάδα του Πάσχα, που την είχε φυλαγμένη δίπλα στο προσκέφαλό του, παρακαλώντας τον ιερέα να την ανάψει, κάτι που αυτός έκανε με ευχαρίστηση.
Κι έλαμψε τότε το σπιτάκι περισσότερο από τα διπλά φώτα. Ο μπαρμπα-Κώστας μάλιστα, παίρνοντας μεγάλη χαρά, αναπήδησε ξαφνικά ζωηρός ζωηρός και όπως ήταν με τα σαγόνια δεμένα στο μαντήλι, άρχισε να ψέλνει το «Χριστός Ανέστη» βροντώντας ήρεμα τα δίχως δόντια σαγόνια του και λέγοντας αντί για μελωδικές συλλαβές κάποιους ασθενικούς ήχους  σαν μουγκρίσματα βουβού ανθρώπου, με κάποιες σκόρπιες λέξεις εδώ κι εκεί, που μπορούν να προφέρουν ακόμη και οι ξεδοντιασμένοι άνθρωποι.
- Δεν πταίειθ εθύ, άδιε Οικονόμε, είπε τέλος ο μπαρμπα-Κώστας με την ελαττωματική πλέον προφορά του, δεν πταίειθ εθύ.
- Φταίω δεν φταίω, τώρα το κακό έγινε, απάντησε θλιμμένος ο ιερέας. Αλλά μη λυπάσαι, τέκνο μου. Όπως σου είπα, θα έχεις πάντοτε τη θέση σου στην εκκλησία και στην καρδιά μου.

**********

Ο μπαρμπα-Κώστας, γέροντας ως 68 χρονών, άγαμος στο παρελθόν και στο μέλλον πλέον, είχε προσληφθεί από 15 χρονών ως υπηρέτης στην εκκλησία της μικρής πόλης, ως εκκλησάρης κατά τη συνήθεια των πόλεων, ως καντηλανάφτης στη γλώσσα του λαού. Ήξερε και λίγα γραμματάκια. Ήταν μέτριος στο ανάστημα. Αρχικά είχε γίνει ναυτικός ακολουθώντας το γενικό ρεύμα των κατοίκων της θαλασσινής  πόλης. Με την εργατικότητά του κατόρθωσε ν’ αποκτήσει και μικρή βάρκα, αγοράζοντας τη με εξευτελιστικό ποσό, μισοτσακισμένη από το ναυάγιο κάποιου ολλανδικού ιστιοφόρου στη διάσωση του οποίου είχε εργαστεί, ανακαλύπτοντας εκεί στον Ξάνεμο[12], στις τρύπες και στις σχισμές της τρικυμισμένης ακτής και ένα κασκέτο[13] ολλανδικό και μια πίπα∙ πληρώνοντας, λοιπόν, με τους λιγοστούς μισθούς του, απόκτησε εκείνη τη χαλασμένη βάρκα, τη σκαμπαβία[14], όπως την ονόμαζε. Επειδή όμως ήταν από τη φύση του, όπως λέει η παροιμία, πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, μόνος του – ήταν και λιγάκι μαραγκός – επιδιόρθωσε τη βάρκα χαρίζοντας την πίπα στο δασοφύλακα, που τον άφησε να κόψει κρυφά δυο πεύκα, κι αυτός κράτησε μόνο το κασκέτο που φορούσε πάντοτε, επονομαζόμενος γι’ αυτό «Ολλανδέζος». Αλλά δεν ήταν διόλου τυχερός ως κυβερνήτης. Περισσότερο τυχερός ήταν όταν δεν είχε τίποτε. Πρέπει να ναυάγησε πέντε φορές με τη σκαμπαβία εκείνη, πότε στις ακτές του νησιού μεταφέροντας θημωνιές[15] σταριού από τον ένα όρμο στον άλλο, πότε στις ακτές της Εύβοιας τον Αύγουστο, όταν συνήθιζε να μεταφέρει στη Λοκρίδα[16] του μελισσουργούς του νησιού.
- Όλο μες στο καλοκαίρι πέφτεις έξω, καημένε Ολλανδέζο, παρατηρούσαν οι πάντοτε πειραχτικοί κάτοικοι.
- Έλα ντε, απαντούσε ο θαλασσοπνιγμένος ναύτης, που μετά το ναυάγιο έπαιρνε τον ανήφορο της αγοράς κρατώντας ψηλά το κεφάλι, σαν να υπερηφανευόταν, γιατί κατόρθωνε να ναυαγεί και να σώζεται.
Τέλος, κάποια νύχτα του χειμώνα, μεταφέροντας ξύλα από την Κεχριά[17] και συναντώντας τρικυμία στην επιστροφή του, μόλις έσωσε τη ζωή του και το κασκέτο του το ολλανδικό, ριγμένος έξω στα βράχια του Μικρού Ασέληνου[18], μιας απότομης ακτής χωρίς λιμάνι, όπου η σκαμπαβία του διαλύθηκε εντελώς. Και τα μεν καρφιά βυθίστηκαν στο βαθύ πάτο, οι δε σανίδες διασκορπίστηκαν στο πέλαγος και μεταμορφώθηκαν σε γιαλόξυλα[19].
Και τότε πια πήρε τον ανήφορο της αγοράς χωρίς να έχει ψηλά το κεφάλι του ο αφελής ναυαγός. Είχε κατεβάσει το κασκέτο του μέχρι τ’ αυτιά και ανέβαινε χωρίς να βλέπει σχεδόν, χτυπώντας στα λιθάρια και στα καλντερίμια[20]. Του φάνηκε ντροπή και από τότε δεν πάτησε στη θάλασσα, αλλά αφιερώθηκε στην υπηρεσία της εκκλησίας αποκτώντας την αγάπη των εφημέριων[21], των επιτρόπων[22] και των ενοριτών. Ιδίως όμως τον αγάπησαν τα μικρά παιδιά, γιατί τόσο καλά και με τόση τάξη τους μοίραζε τα κόλλυβα ο «Ολλανδέζος», ώστε έπαιρναν όλα με ησυχία. Και γι’ αυτό τον σέβονταν διατηρώντας απόλυτη σιωπή μέσα στην εκκλησία. Και τον έβλεπες εκεί τον μπαρμπα-Κώστα με το ολλανδικό του κασκέτο ανάμεσα στα παιδιά σαν απόμαχο πλοίαρχο που βάζει σε τάξη τα πάντα. Και μήπως δεν ήταν απόμαχος πλοίαρχος; Και μήπως δεν ήπιε τη θάλασσα με την κουτάλα, όπως λένε; Τι τάχα να ταξιδεύει στους φοβερούς ωκεανούς ή στα κοιμισμένα παράλια του Μαλιακού[23]; Τι τάχα να ναυαγήσει στον Εύξεινο Πόντο ή στην ειρηνική ακτή του Παγασητικού[24]; Το ναυάγιο είναι πάντοτε ναυάγιο∙ και ο άνθρωπος πνίγεται όμοια είτε στο πέλαγος είτε στο λιμάνι. Και σε μια φούχτα νερό ακόμη.
Ο μπαρμπα-Κώστας έγινε ειδικός όμως σε μια σπουδαία υπηρεσία της εκκλησίας, για την οποία τον αγαπούσε ολόκληρη η μικρή πόλη. Υποκρινόταν περίφημα τον Άδη το Μεγάλο Σάββατο όταν επέστρεφε ο Επιτάφιος.
Είναι συνήθεια αρχαιότατη στο νησί, αφού η λιτανεία[25] του Επιταφίου κάνει την περιφορά της σε πανοραμική θέα όλης της ενορίας, στην επιστροφή να κλείνονται οι πόρτες της εκκλησίας και να μην επιτρέπεται η είσοδος του Επιταφίου. Γίνεται με παράδοξο τρόπο η αναπαράσταση της σκηνής της καθόδου του Σωτήρα στον Άδη, έτσι όπως αναφέρεται στην εκκλησιαστική μας παράδοση. Τότε ο πρώτος από τους εφημέριους, πλησιάζει στις πόρτες και προστάζει χτυπώντας τις και φωνάζοντας :
«Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης!»[26]. Και εκείνος που βρίσκεται μέσα, πίσω από τις κλειστές πόρτες με τα κλειδιά και υποκρίνεται τον Άδη ρωτάει με αυθάδεια : « Τις έστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;»[27]
Η επιτακτική προσταγή όπως και η θρασύτατη ερώτηση επαναλαμβάνονται τρεις φορές. Και τότε, την τρίτη φορά, ο ιερέας, σπρώχνοντας δυνατά με το πόδι και τα χέρια τις πόρτες, φωνάζει με κυριαρχική δύναμη : «Κύριος των Δυνάμεων, αυτός έστιν ο βασιλεύς της Δόξης!»[28] Και ανοίγει αρχοντικά και αυταρχικά τις πόρτες και έτσι μπαίνει στην εκκλησία ο Επιτάφιος.
Σ’ αυτή λοιπόν την παράσταση έγινε ειδικός ο μπαρμπα-Κώστας. Υποκρινόταν με τόση επιτυχία το πρόσωπο του αντάρτη Άδη, που δεν ήθελε ν’ αναγνωρίσει Δεσπότη και Κύριο ανώτερό του, ώστε τρόμος έπιανε το πλήθος όταν άκουγε τις τρομερές εκείνες ερωτήσεις του : «Τις έστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;»
Τόνιζε τις λέξεις με τρόπο ιδιαίτερο, πολύ τρομακτικό. Κουνούσε το κεφάλι του προς τα έξω, αγρίευε τα μάτια του, οι τρίχες των μαλλιών του σηκώνονταν – όπως τον περιέγραφαν όσοι έμεναν μέσα για να θαυμάσουν την τέλεια υποκριτική του – και όλο το σώμα του έτρεμε∙ παθιαζόταν σαν να ήταν αυτός στ’ αλήθεια ο Άδης με τη σατανική του δύναμη στον κόσμο, που προαισθανόταν να πλησιάζει το τέλος του.

**********

Κι αυτή η χρονιά, την αυγή του Μεγάλου Σαββάτου, ο μπαρμπα-Κώστας ήταν στη θέση του περήφανος για το φοβερό πρόσωπο που θα υποκρινόταν. Καθισμένος μπροστά στις πόρτες της κενής αλλά ολόφωτης εκκλησίας περίμενε την επιστροφή του Επιταφίου έχοντας επίσημο ύφος κυρίαρχου. Δεν ήταν πια ο φτωχός καντηλανάφτης με το κεφάλι κάτω. Στεκόταν ξεσκούφωτος πάνω στο μαρμάρινο κατώφλι σαν να έλεγε : - Εγώ είμαι! Δεν δέχομαι κανένα μέσα∙ ούτε το βασιλιά.
Να! Ακούγονται από μακριά ψαλμωδίες γλυκύτατες και τρυφερές σαν κλάματα, σαν θρήνοι : «Δος μοι τούτον τον ξένον!»…[29] ψέλνουν το τραγούδι της πομπής, «Τον ήλιον κρύψαντα»…, την εξόδιο[30] μελωδία, το τρυφερό εκείνο τροπάριο που συγκινεί και τα άψυχα… «Δος μοι τούτον τον ξένον!»…
Ο Ιωσήφ[31] παρακαλεί τον Πιλάτο να του επιτρέψει να θάψει «τον ξένο και ντροπιασμένο Ιησού»… Ψέλνουν οι γλυκόλαλοι ψάλτες ακολουθώντας τη λιτανεία του Επιταφίου και συνοδεύει ο λαός σαν ένα στόμα.
 - Δος μοι τούτον τον ξένον!...
Ω, πατρίδα μου μικρή, πόσο μεγάλη είσαι στη θρησκεία σου! Η γλυκύτατη μελωδία ολοένα πλησιάζει. Πίσω από τα σπίτια φωτεινά σύννεφα από τις αναμμένες λαμπάδες ανεβαίνουν στο στερέωμα. Η ευωδιά του λιβανιού που καίγεται στο πέρασμα του Επιταφίου απ’ όλα τα σπίτια φτάνει από μακριά σαν ανείπωτο άρωμα αυτής της νύχτας.
- Δος μοι τούτον τον ξένον!... Πρέπει να δείτε τη λιτανεία του Επιταφίου κατά την αυγή, όταν δεν είναι ούτε μέρα ούτε νύχτα ή μάλλον με λίγη μέρα και πολλή νύχτα, με λίγο φως και με πολλά άστρα, καμιά φορά με σελήνη στη χάση της, όταν το θέαμα γίνεται κατανυκτικό, με λίγα αηδόνια και πολλά πρωινά χαιρετίσματα πουλιών, με λίγο ευωδιαστό πρωινό αέρα και με πολύ λιβάνι∙ και κάτω το κύμα μελανό, που πάνω του αντανακλώνται οι χρυσές λάμψεις των ιερών λαμπάδων.
Να! Η ιερή λιτανεία πλησιάζει ήδη στην εκκλησία. Προηγούνται τα εξαπτέρυγα[32] και ο μαύρος ξύλινος Άγιος Σταυρός. Μετά ο κλήρος με τα χρυσά βυζαντινά άμφια, θαύμα εξαίσιο υφαντικής και διακοσμητικής, όχι άκομψα ρωσικά μονοκόμματα και μονοκόκαλα σαν φορέματα χιονισμένων βουνών. Και μετά το ιερό κουβούκλιο![33] Τι όμορφο λεπτούργημα![34] Σαν να είναι ζωγραφισμένο. Τετράγωνο, ορθογώνιο, στηριγμένο σε τέσσερα πόδια, που πάνω του τοποθετείται ο Επιτάφιος θρήνος, ραντισμένος με ροδοπέταλα, βιολέτες και δεντρολίβανο. Και πάνω του με τέσσερις μικρούς κίονες στηρίζεται ο μικρός θόλος του, θαύμα ξυλογλυπτικής σαν θόλος μικρής εκκλησίας, πανέμορφος, με επίχρυσο ξύλινο στέμμα στην κορυφή που καταλήγει σε σταυρό, ενώ μέσα, πάνω από τον Επιτάφιο θρήνο, κρέμεται σαν πολυέλαιος άλλο τεχνητό[35] στέμμα από χρυσόχαρτο και τεχνητά λουλούδια λάμποντας ακτινωτά από το φως των λαμπάδων. Μια σειρά μικρές λαμπάδες επιστρέφουν το θόλο του κουβουκλίου, ενώ τέσσερα κομψά φαναράκια με χρωματιστά γυαλιά φέγγουν στις τέσσερις άκρες. Είναι από σκαλιστό ξύλο καρυδιάς το ιερό κουβούκλιο, αλλά από τα λουλούδια δεν φαίνεται σχεδόν το γυαλιστερό βαθυκόκκινο χρώμα του ωραίου ξύλου.
Βαστάζεται από τέσσερις ναύτες με σεβασμό και κατάνυξη και περιστοιχίζεται από άλλους ναύτες, έτοιμους εκεί κοντά ν’ αρπάξουν μετά τις λαμπάδες του, φυλαχτά στις τρικυμίες. Κι ενώ βαδίζουν αυτοί που τον βαστάζουν, κουνιέται ελαφρά το κουβούκλιο, κουνιέται και το κρεμασμένο στέμμα, το φτιαγμένο από χρυσόχαρτο και πολύχρωμα τεχνητά λουλούδια, μαζί με τα υπόλοιπα στολίσματα, και έτσι δημιουργείται μια ευχάριστη ακολουθία από χρυσές λάμψεις που λικνίζονται γλυκαίνοντας την όραση και μαλακώνοντας σαν δροσιά σε καύσωνα την καρδιά, ενώ η ελαφριά πρωινή αύρα που κινεί απαλά το φως των λαμπάδων το μετασχηματίζει επιδέξια σε ένα μονοκόμματο φωτεινό στεφάνι γύρω γύρω από το κουβούκλιο φωτίζοντας γλυκά τα μάτια. Πίσω ακολουθεί σε μια μακριά γραμμή το πλήθος με τις λαμπάδες, με ευλάβεια και κατάνυξη, ένα φωτεινό ωραίο ρεύμα με κύματα που τρεμοπαίζουν.
Πόσες φορές δακρύζοντας από άγνωστη χαρά δεν έμεινα κρυφά στη γωνιά εκεί κάτω ακίνητος, σαν το φιλάργυρο που φοβάται μην του κλέψουν το θησαυρό∙ έμεινα να βλέπω κρυφά κρυφά αυτή την πομπή του Επιταφίου να κατεβαίνει από τον ανήφορο, ανασαίνοντας βαθιά σαν μέσα σε κήπο, σαν να ήθελα να ρουφήξω μεμιάς όλη εκείνη τη χαρά, σαν να ήθελα να χορτάσω όλη εκείνη την αχόρταστη μαγεία!

**********
Ήδη ο μπαρμπα-Κώστας έκλεισε της πόρτες της εκκλησίας. Η λιτανεία στάθηκε μπροστά της στη μικρή πλατεία. Στάθηκε και ο Επιτάφιος, αλλά τον κρατούν επιδέξια πολύ ψηλά από το έδαφος μη γίνει κάποια αρπαγή των λαμπάδων πριν την ώρα της. Πίσω, σε δυο γραμμές, από τη μια και την άλλη μεριά, με τις λαμπάδες αναμμένες στέκονται σιωπηλοί οι άντρες χωριστά και χωριστά οι γυναίκες. Η μελωδία έπαψε.
Ο γέρος Οικονόμος τότε αργά αργά αλλά με δύναμη – τους είχε ζωηρέψει όλους τόσα χρόνια ο ζωηρός τρόπος του μπαρμπα-Κώστα – διατάζει :
- Άρατε πύλας οι Άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης!
Και αμέσως ακούγεται από μέσα φωνή τραχιά και δυνατή, όπως όταν φωνάζουν με το κοχύλι οι ψαράδες, φωνή υπεροπτική, αυθάδης φωνή :
- Τις έστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;
Ήταν τόσο ζωηρή η φωνή του όπως ποτέ δεν τον θυμόνταν οι άνθρωποι. Μερικοί μάλιστα ψιθύρισαν δειλά : - Έχει όρεξη φέτος ο Ολλανδέζος.
Τότε κάποιοι, ιδίως από τους ναύτες, νιώθοντας έκπληξη από το θράσος της πρόκλησης, άρχισαν να ετοιμάζουν τα χοντρά ραβδιά τους από ελιά, νομίζοντας ότι θ’ αρχίσει αληθινή πάλη για να εκβιαστεί η είσοδος. Και ο ιερέας, την τρίτη φορά, εμπνευσμένος και αυτός από την έμπνευση του καντηλανάφτη κραύγασε πιο επιτακτικά το «Άρατε» σαν να ήθελε να κατανικήσει και την τελευταία αντίσταση του ζωηρού κυρίαρχου του Άδη∙ και συγχρόνως έσπρωξε με δύναμη ασυνήθιστη τις πόρτες με χέρια και πόδια μέσα στις επιδοκιμασίες του πλήθους. Και αμέσως ανοίχτηκαν πέρα πέρα με πάταγο[36] φοβερό οι πόρτες χωρίς να ακουστεί άλλος κρότος. Και έλαμψαν οι αναμμένοι πολυέλαιοι της εκκλησίας. Ο ιερέας ετοιμαζόταν να μπει ψάλλοντας το «ο Μονογενής Υιός…»[37], όταν ξαφνικά ακούστηκαν ταυτόχρονες κραυγές, κραυγές σαν από δυστύχημα απρόσμενο.
Ο μπαρμπα-Κώστας, αφιερωμένος στην προσφιλή του μίμηση, λησμόνησε μετά την τρίτη ερώτηση να παραμερίσει στα πλάγια και τα φύλλα της βαριάς πόρτας, καθώς άνοιξαν, τον χτύπησαν στα σαγόνια, γιατί υποκρινόταν κοντά στην κλειδαρότρυπα, και τον έριξαν κάτω στις πλάκες βροντώντας σαν κορμό βελανιδιάς που τον τσακίζει η καταιγίδα. Ευτυχώς το ατύχημα δεν ήταν σοβαρό. Ο μπαρμπα-Κώστας ήταν γερό κόκαλο, πέντε φορές θαλασσοπνιγμένος. Η ιερή τελετή συνεχίστηκε με τάξη και έληξε επίσης με τάξη. Και η αρπαγή των λαμπάδων έγινε από τους ναύτες με τακτική αταξία. Τους νησιώτες όμως τους λύπησε πολύ το απρόοπτο πάθημα του μπαρμπα-Κώστα, που αφού τον περιποιήθηκαν εκεί και μετά στο σπιτάκι του, υπομένοντας τους αφόρητους πόνους και έχοντας άμεση ιατρική περίθαλψη από τους επίτροπους, κειτόταν τη μέρα της Ανάστασης πονώντας ακόμη, όπως είδαμε, και χωρίς δόντια πια. Με την πτώση έχασε και τις δυο σειρές των δοντιών του. Και λυπόταν περισσότερο ο φτωχός και πονούσε όχι τόσο για το χάσιμο των δοντιών του, όσο γιατί δεν θα υποκρινόταν πια τον Άδη, γιατί η έλλειψη των δοντιών θα έκανε κωμικές τις δυνατές τραγικές ερωτήσεις του.
- Κ' εδώ εναυάηθα! έλεγε μετά ξεδοντιασμένος και με παράπονο για την τύχη του ο αγαθός μπαρμπα-Κώστας ο Ολλανδέζος, απλός καντηλανάφτης πια της εκκλησίας με φανερά τα διπλά σημάδια των διπλών ναυαγίων, το ολλανδικό του κασκέτο και τα χωρίς δόντια σαγόνια του∙ αλλά αντί για το καλυβάκι του, ζούσε πια σ’ ένα όμορφο κελί που του έχτισαν οι επίτροποι μέσα στο κηπάκι της εκκλησίας, όπου πέρασε τα γηρατειά του με την αγάπη όλων.

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1891)



Προσαρμογή κειμένου - Σχόλια : Δημήτρης Φιλελές, © 2020



[1] άρατε πύλας = ανοίξτε τις πόρτες. Τη Μεγάλη Παρασκευή, όταν επιστρέφει η πομπή του  Επιταφίου, μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας γίνεται η αναπαράσταση της σκηνής των "κεκλεισμένων θυρών". Ο ιερέας παριστάνει το Χριστό μπροστά στις πύλες της κόλασης και ψέλνει τους στίχους από τον 23ο Ψαλμό του Δαβίδ "Αρατε πύλας, οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξας".
[2] φαιδρός = πρόσχαρος.
[3] η σκήτη = μικρό μοναστήρι που είναι παράρτημα μεγαλύτερου μοναστηριού ή ερημητήριο μοναχού.
[4] η στιλπνότητα = η λαμπρότητα.
[5] ανεξάλειπτος = αυτός που δε μπορεί να σβηστεί.
[6] ο φλοίσβος = ελαφρός ήχος κυμάτων που χτυπούν στην ακτή.
[7] ο προύχοντας = ο τοπικός άρχοντας.
[8] η αγαλλίαση = η ανακούφιση.
[9] αμυδρός = αυτός που δεν ακούγεται ή δεν φαίνεται καλά, ο δυσδιάκριτος.
[10] ο εκκλησάρης = ο άνθρωπος που φροντίζει την καθαριότητα και τη φύλαξη της εκκλησίας.
[11] η συγκατάβαση = η επιείκεια.
[12] Ξάνεμος = οικισμός της Σκιάθου κοντά στην Χώρα του νησιού, με θέα προς τη Σκόπελο.
[13] το κασκέτο (ιταλικά caschetto) = καπέλο με γείσο που φορούν οι εργάτες και οι ναυτικοί.
[14] η σκαμπαβία (ιταλικά scappavia) = είδος μικρής βάρκας.
[15] η θημωνιά = ο σωρός από τα δεμάτια των σταχιών.
[16] Λοκρίδα = περιοχή του νομού Φθιώτιδας στη Στερεά Ελλάδα.
[17] Κεχριά = παραλιακή περιοχή της Σκιάθου στα βόρεια του νησιού.
[18] Μικρός Ασέληνος = παραλιακή περιοχή της Σκιάθου στα βόρεια του νησιού.
[19] τα γιαλόξυλα = ξύλα που διαβρώνονται και λειαίνονται από τη θάλασσα και ξεβράζονται στην ακτή.
[20] το καλντερίμι (τουρκικά kaldirim) = λιθόστρωτο δρομάκι με ανώμαλη επιφάνεια.
[21] ο εφημέριος = ο παπάς της ενορίας.
[22] ο επίτροπος = ο υπεύθυνος για τα οικονομικά της εκκλησίας.
[23] Μαλιακός κόλπος = κόλπος στον νομό Φθιώτιδας στη Στερεά Ελλάδα.
[24] Παγασητικός κόλπος = κόλπος του νομού Μαγνησίας στη Θεσσαλία.
[25] η λιτανεία = θρησκευτική πομπή εικόνων ή ιερών λειψάνων.
[26] Απόσπασμα από τον 23ο Ψαλμό του Δαβίδ.
[27] Απόσπασμα από τον 23ο Ψαλμό του Δαβίδ.
[28] Απόσπασμα από τον 23ο Ψαλμό του Δαβίδ.
[29] «Δος μοι τούτον τον ξένον!» (ή «Τον ήλιον κρύψαντα», όπως είναι ο τίτλος») = Τροπάριο της Μεγάλης Παρασκευής, που έχει ως θέμα την αποκαθήλωση και την ταφή του σώματος του Ιησού από τον Ιωσήφ της Αριμαθαίας. Η σύνθεσή του ανήκει στο λόγιο Γεώργιο Ακροπολίτη (1217 ή 1220-1282), αλλά η φράση αναφέρεται σε ένα παλιότερο κείμενο του Αγίου Επιφανίου, Αρχιεπισκόπου Κύπρου (310-403).
[30] εξόδιος = αυτός που αναφέρεται στην κηδεία (εκφορά) του νεκρού.
[31] Ιωσήφ = εννοείται ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ, πλούσιος και μυστικός μαθητής του Ιησού.
[32] τα εξαπτέρυγα = λάβαρα με μεταλλικούς δίσκους που πάνω τους εικονίζονται τα σεραφείμ.
[33] το κουβούκλιο = μικρός θόλος που στηρίζεται σε λεπτές κολόνες.
[34] το λεπτούργημα = ξύλινο αντικείμενο σκαλισμένο με πολλή τέχνη.
[35] τεχνητός = αυτός που κατασκευάζεται ως απομίμηση κάποιου φυσικού στοιχείου.
[36] ο πάταγος = ο δυνατός κρότος που προκαλεί η σύγκρουση των στερεών αντικειμένων.
[37] «Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού…» = Τροπάριο που ψάλλεται σχεδόν στην αρχή της Θείας Λειτουργίας. Η δημιουργία του αποδίδεται στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (482-565).


Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ - ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ



ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ

Κι εκείνο το πρωί, κατά τη συνήθειά της, η Αρφανούλα, πριν πάει στο εργοστάσιο, περνώντας από την Καπνικαρέα[1], μπήκε μέσα και βηματίζοντας ελαφριά σαν πουλάκι, με τη χακί κοντή μπέρτα της και το μαύρο ψάθινο καπελάκι της, άναψε κερί στο εικονοστάσι, ασπάστηκε[2] ευλαβικά την εικόνα της Παναγίας και ρίχνοντας βιαστικές ματιές στο βάθος που γινόταν η Θεία Λειτουργία, έκανε πέντ’ έξι σταυρούς ακόμα, και βγήκε πάλι βιαστικά, σαν πουλάκι βηματίζοντας ελαφριά, η Αρφανούλα, με την κοντή μπέρτα της, πηγαίνοντας βιαστικά προς την οδού Ερμού, στο εργοστάσιο, σαν πουλάκι κυνηγημένο.
Έξω από την εκκλησία, προς το Άγιο Βήμα, υπήρχαν ήδη στη σειρά αρκετά τραπεζάκια μικροπωλητών στολισμένα με λογής λογής παιχνίδια και άλλα φτηνά μικροπράγματα, απ’ αυτά που συνήθως αγοράζουν οι φτωχοί άνθρωποι. Ξημέρωνε παραμονή Πρωτοχρονιάς. Η οδός Ερμού ήταν ακόμη άδεια˙ μόνο οι υπάλληλοι των πλούσιων εμπορικών καταστημάτων, που είχαν μείνει ξάγρυπνοι όλη τη νύχτα, έφτιαχναν τα ακριβά πρωτοχρονιάτικα κομψοτεχνήματα με μεγάλη προσοχή, σαν να έστηναν παγίδες για κοτσύφια, και στόλιζαν τις παραταγμένες λαμπερές βιτρίνες με κάθε λεπτομέρεια και τις διακοσμούσαν με τέτοιο περίτεχνο τρόπο, ώστε μια ματιά σ’ αυτές να ξεκινά από περιέργεια και να καταλήγει σε αγοραστικό ίλιγγο, που ο πελάτης να μην ξέρει τι θα δώσει και τι θα πάρει τελικά.
Σε λίγο εμφανίζονται και οι διευθυντές και οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων που έχουν έρθει πρωί πρωί από τα σπίτια τους και στέκονται ακόμη στο πεζοδρόμιο, ανάμεσα σε ανοιχτές κούτες με στοίβες χαρτιών και άχυρο, κοιτάζοντας τον ουρανό σαν ανήσυχοι σταφιδοπαραγωγοί που έχουν απλώσει τη σταφίδα τους.
Πράγματι, ο καιρός ήταν βροχερός. Αν και η μέρα είχε προχωρήσει, ούτε μια αχτίδα ήλιου δεν είχε φανεί. Υγρασία υπήρχε παντού˙ κατέβαινε παγερή από τους βρεγμένους τοίχους των ψηλών σπιτιών και ανέβαινε ακόμη πιο παγερή από το μουσκεμένο οδόστρωμα του στενοχωρημένου μεγάλου δρόμου.
Η Αρφανούλα βγήκε από την εκκλησία και έστριψε αριστερά, προχώρησε προς τα στολισμένα τραπεζάκια των μικροπωλητών και πλησιάζοντας θαρρετά σ’ ένα απ’ αυτά είπε:
- Καλημέρα, Σπύρο!
Ο Σπύρος, ένας ψηλός γέρος, με πρόσωπο και χέρια πλαδαρά[3] σαν προζύμι, αγωνιζόταν ιδροκοπώντας να τακτοποιήσει τα παιχνίδια και τα μικροπράγματα πάνω στο τραπεζάκι εντελώς αδέξια έχοντας μια έκφραση απέχθειας, σαν να έλεγε μέσα του :
- Τι τρελός που είναι αυτός ο κόσμος!
Και σκύβοντας το κεφάλι, σαν να συμπλήρωνε την άποψή του, συνέχιζε :
- Και πόσο πιο τρελός είμαι εγώ!
Ακούγοντας τη φωνή της Αρφανούλας, σήκωσε τα μάτια του και σαν να πήρε λιγάκι θάρρος. Σαν να έπηξε λιγάκι το λιωμένο πρόσωπό του, σαν να τεντώθηκαν λιγάκι τα ξεβιδωμένα νεύρα των χεριών του.
- Και σ’ είχα στο νου μου, καημένη, είπε.
Κι ενώ η Αρφανούλα ξεκίνησε στα πεταχτά να τακτοποιεί όλα εκείνα τα ανακατεμένα ξύλινα και μεταλλικά παιχνίδια με γούστο και επιδεξιότητα, με τα δυο της μαύρα μάτια σαν αστρίτες[4], ο Σπύρος απόμεινε με τα χέρια κρεμασμένα σε μια περίεργη στάση και είπε :
- Και ξέχασα, καημένη, και τις τιμές! Πώς μου τις είπες; Τα έκανα όλα σαλάτα και μέσα στο κεφάλι μου και πάνω στον  πάγκο. Μα βλέπεις, εδώ έγινε σωστό εμπορικό.
- Χτες που σου τα είπα πέντε φορές, δε μου είπες πως τα θυμάσαι; Εντελώς αδέξιος είσαι, καημένε Σπύρο; Γι’ αυτό το πρόκοψες και το μαγαζάκι σου.
- Μα είναι ένα σωρό πράγματα! Ανακατώθηκαν μέσα στο κεφάλι μου και πάνω στον πάγκο. Πόσο μου είπες οι ροκάνες[5], πόσο οι μικρές και πόσο οι μεγάλες, και πόσο οι σφυρίχτρες; Πού να θυμηθώ;
Η Αρφανούλα του έριξε ένα βλέμμα απελπισίας και λύπης μαζί. Κούνησε το κεφάλι της και είπε :
- Άκουσέ τα άλλη μια φορά στα γρήγορα. Πενήντα λεπτά οι μεγάλες ροκάνες, τριάντα οι μικρότερες και είκοσι οι πιο μικρές.
Αλλά εκείνη τη στιγμή την διέκοψαν ξερά πατήματα που ακούστηκαν κοντά της, σαν παραθυρόφυλλο που χτυπάει τη νύχτα από τον αέρα.
Γύρισε η Αρφανούλα και είδε το θείο της, τον μπαρμπα-Σταυρή.    
- Καλά που ήρθες. Τώρα κατάλαβα πόσο μ’ αγαπάς. Πες του, μπαρμπα-Σταυρή, τις τιμές, γιατί σήμερα – μέρα που ‘ναι – έχω στο εργοστάσιο ένα σωρό δουλειά και βιάζομαι. Να ζήσεις, μπαρμπα-Σταυρή. Ξέρεις εσύ, που είχες και περίπτερο. Θα στο ζητούσα από χτες, αλλά σε ντράπηκα.
- Έννοια σου, Αρφανούλα μου, έννοια σου. Μπορούσα εγώ να σας αφήσω έτσι;
Κι ο μπαρμπα-Σταυρής με το ξύλινο πόδι, στηριγμένος σε δυο ξύλινα ραβδιά, πλησίασε το τραπεζάκι που η Αρφανούλα τακτοποιούσε ακόμη τα μικροπράγματα˙ έσκυψε το μεγάλο τριγωνικό κεφάλι του – με τη βάση προς τα πάνω και την κορυφή του τριγώνου προς τα κάτω – ακούμπησε προσεκτικά τα ραβδιά του σαν να ετοιμαζόταν να πει τα κάλαντα κι άρχισε αμέσως να λέει τις τιμές των εμπορευμάτων στο σαστισμένο ανιψιό του :
- Αυτοί εδώ οι γαμπροί μια δραχμή, οι νύφες δυο δραχμές, τα κουκλάκια τριάντα λεπτά…
- Καλά, μπαρμπα-Σταυρή, καλά, είπε ο Σπύρος, κατεβάζοντας το κεφάλι. Φτάνει. Μην κουράζεσαι.
Η Αρφανούλα έκανε μια τελευταία τακτοποίηση, έριξε μια τελευταία ματιά στο στολισμένο τραπεζάκι του Σπύρου, που έμοιαζε πια με γυαλιστερό κανάτι γεμάτο πολύχρωμα ευωδιαστά λουλούδια και έφυγε ευχαριστημένη από την απρόσμενη παρουσία του θείου της με την ευχή :
- Καλό ξεπούλημα!
Και με την κοντή μπέρτα της και το μαύρο ψάθινο καπελάκι της έφυγε βιαστικά, σαν κυνηγημένο πουλάκι, και μπήκε στο κοντινό εργοστάσιο που έφτιαχνε γυναικεία καπέλα και ψεύτικα στεφάνια με λουλούδια, ενώ ο μπαρμπα-Σταυρής συνέχισε :
- Πέντε δραχμές οι βλαχοπούλες, δέκα λεπτά οι γαμπροί οι γύψινοι. Το κούφιο κεφάλι πενήντα λεπτά, μια δραχμή το γεμάτο… Πέντε λεπτά όλα τα πουλερικά˙ και οι πάπιες και οι χήνες και τα κοκοράκια. Κι όλα τ’ άλλα, ανθρωπάκια και ζωάκια, δέκα λεπτά.
- Τώρα τα 'καμες ρόιδο[6]! Στάσου να τα γράψω!
- Τι κουτός που είσαι! Κοιτάζουν τέτοια μέρα τιμολόγια; Όσα θέλεις λέγε κι όσα θέλεις παίρνε.
- Ε, τώρα κατάλαβα! Έτσι πες μου, ντε!
- Μόνο να θυμάσαι πρώτα να λες πιο πολλά απ' ό,τι περιμένεις να πάρεις. Τις άλλες μέρες οι έμποροι λένε ό,τι βαστά η ψυχή τους, σήμερα λένε ό,τι τους κατέβει...
- Κατάλαβα! Έννοια σου!
Ο μπαρμπα-Σταυρής τα ήξερε αυτά από το ψιλικατζίδικο που είχε μια φορά κι έναν καιρό, αλλά πιο πολύ από το εργοστάσιο που εργαζόταν η ανιψιά του η Αρφανούλα, που το επισκεπτόταν συχνά, γιατί αυτός τη συνόδευε στη δουλειά της όταν ήταν μικρή κι εκεί έβλεπε και άκουγε τις τιμές των γυναικείων καπέλων και των φτερών και των πουλιών και των λουλουδιών, που κι αυτά τα είχε κατατάξει στην ίδια κατηγορία με τα μικροπράγματα και τα παιχνιδάκια που πουλούσε στο μαγαζάκι του. Κι αφού τα εξήγησε όλα στον Σπύρο μια φορά ακόμα, πήρε το ξύλινο πόδι του και τα δυο ξύλινα ραβδιά του για να συνεχίσει το δρόμο του λέγοντας στον Σπύρο :
- Πάρε τώρα μια ροκάνα και γύριζε!
Πήγε προς τα κεράδικα ο μπαρμπα-Σταυρής, ενώ από πίσω του ακούγονταν τα πένθιμα βραχνά κροταλίσματα της ροκάνας του Σπύρου, λες κι έκραζαν μαύρα κοράκια πάνω από τη λευκή πόλη μοιρολογώντας την τελευταία μέρα του χρόνου.
Ο Σπύρος του γερο-Λαχανά, του πασίγνωστου κηπουρού στα Σεπόλια[7], που πρώτος καλλιέργησε φράουλες στην Αθήνα με σπόρο από τα ξακουστά περιβόλια του Βοσπόρου, ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός της Αρφανούλας. Κι όσο ήταν αυτός πλαδαρός και ξεβιδωμένος και άγαρμπος[8] σαν κούτσουρο, τόσο επιδέξια και δραστήρια ήταν η Αρφανούλα, κερδίζοντας πάντα συμπάθεια και επαίνους για ό,τι έκανε.
Μικρός ο Σπύρος πήγαινε στο σχολείο και έδειχνε ότι θα έστρωνε, όπως εκείνα τα καχεκτικά λουλούδια που ομορφαίνουν καθώς μεγαλώνουν. Όμως απότομα σταμάτησε στη δευτέρα γυμνασίου χωρίς να το καταλάβει και ο ίδιος. Καθόταν έπειτα όλη τη μέρα στη δροσερή εξοχή διαβάζοντας εφημερίδες και μυθιστορήματα και τρώγοντας τα πιο ζουμερά φρούτα του πατρικού κήπου.
- Βρε Σπύρο μου, βρε Σπυράκη μου, βρε Σπυρέτο μου! του έλεγε ο γερο-Λαχανάς, ένας χαρωπός γέροντας με λαμπερή ψυχή σαν το λαμπερό πρόσωπό του, πνιγμένος στον ιδρώτα, με το σκεπάρνι στα χέρια, χωμένος στα χώματα στα αυλάκια μέχρι τα γόνατα. Δεν κάνεις καλά, βρε Σπυράκο μου! Αλλά μονάχα αυτό έλεγε˙ τίποτ' άλλο. Δεν έπαιρνε και κανένα ξύλο από τον κήπο του. Και μετά ο γερο-Λαχανάς πήγαινε σε άλλα αυλάκια και ο Σπύρος γύριζε σελίδα στο μυθιστόρημα που διάβαζε ή ανέβαινε σε άλλο δέντρο. Τα λόγια του γερο-Λαχανά έμπαιναν από το ένα αυτί και έβγαιναν απ' το άλλο, χωρίς να έρθουν σε επαφή με το χοντροκέφαλό του. Ώστε μετά το θάνατο του πατέρα ο Σπύρος βρέθηκε είκοσι δύο χρονών άνεργος και ανεπάγγελτος. Κι αυτός πάλι δεν κατάλαβε πως συνέβη αυτό το παράδοξο.
Η μητέρα των δύο παιδιών είχε πεθάνει πριν πολύ καιρό. Τότε ένας θείος τους φρόντισε να μισθώσει το περιβόλι σ’ ένα ξένο κηπουρό και να βρει δουλειά για τη δεκαπεντάχρονη Αρφανούλα στο μεγάλο εργοστάσιο, στο καπελάδικο.
Ο θείος τους, αδελφός της μητέρας τους, ο μπαρμπα-Σταυρής ο ξυλοπόδαρος, ήταν ένας τετραπέρατος άνθρωπος.
Με το ξύλινο ποδάρι του και με δυο ξύλινα ραβδιά για στήριγμα έφερνε βόλτα τους δρόμους της Αθήνας κάθε μέρα, μάθαινε όλα τα νέα και έβλεπε όλα τα περίεργα, έχοντας τετράγωνο μυαλό στο μικρό τριγωνικό κεφάλι του - με τη βάση προς τα πάνω και την κορυφή προς τα κάτω - έκρινε έξυπνα και σίγουρα εκεί έξω στα Σεπόλια ο Ξυλόσοφος,  όπως τον αποκαλούσαν για τα ξύλα που είχε πάνω του - το πόδι και τα ραβδιά του. Είδε πολύ καιρό πριν πως ο ανιψιός του ο Σπύρος δεν έκανε για τίποτε. Τον έβλεπε να ψηλώνει σαν λεύκα του περιβολιού χωρίς την παραμικρή ελπίδα να καρποφορήσει, κρεμανταλάς[9] και ανάξιος, κι έλεγε στο γερο-Λαχανά :
- Δε φύτευες, καημένε, κανένα πεύκο, να σου κάνει τουλάχιστον κουνέλια για το ρετσινάτο[10], να τα ρίχνεις στα βαρέλια να μοσχοβολούν;
Γι' αυτό ο μπαρμπα-Σταυρής ο ξυλοπόδαρος φρόντισε και βρήκε ένα καλό κηπουρό, εργατικό και δραστήριο, που του μίσθωσε το περιβόλι μετά το θάνατο του αγαθού κηπουρού.
Στους περιπάτους του στην Αθήνα ανακάλυψε επίσης ότι το νεοσύστατο εμπόριο γυναικείων καπέλων και ψεύτικων στεφανιών θα έκανε προκοπή σε μια πόλη που τα παιχνίδια και τα ψέματα εκτιμώνται πολύ περισσότερο από την αλήθεια και τη σταθερότητα. Έτσι έβαλε την Αρφανούλα στο καπελάδικο, όπου η δροσάτη εύστροφη Σεπολιώτισσα, με δυο μαύρα μάτια σαν αστρίτης, έγινε μετά από λίγα χρόνια αρχιεργάτρια, φτιάχνοντας όλα τα σχέδια των καπέλων και των στεφανιών.
Από μικρή η Αρφανούλα βλέποντας τους θαυμάσιους συνδυασμούς των χρωμάτων στα αγριολούλουδα στα Σεπόλια, μελετώντας τα ωραία καλλιτεχνικά συμπλέγματα και τις περικοκλάδες των κισσών και των γιασεμιών, του αγιοκλήματος και της αγράμπελης,  παρατηρώντας τα μυστήρια των ανθισμένων κλαδιών του κήπου τους, έφτιαχνε θαυμάσια ψεύτικα στεφανάκια και πανέμορφα ανθοστόλιστα καπελάκια, με μικρή βοήθεια από ευρωπαϊκά φιγουρίνια[11]. Και σχεδίαζε η Αρφανούλα, σύμφωνα με τις ιδέες του μπαρμπα-Σταυρή, ν' ανοίξει με τον καιρό δικό της εργοστάσιο, για να μην κερδίζει άλλος από τη δική της εξυπνάδα.
Αλλά ο Σπύρος ο αδελφός της, αργόσχολος απ' το πρωί ως το βράδυ, γινόταν πάντα αξεπέραστο εμπόδιο στα σχέδιά της.
Πώς να τον αφήσει; Τον αγαπούσε. Τον προστάτευε. Είχε κληρονομήσει τη βλαβερή απλότητα του γερο-Λαχανά και η Αρφανούλα και δε βαστούσε η ψυχή της να τα χαλάσει με τον αδελφό της. Να μην τον πικράνει.
Ο θείος της όμως, ο μπαρμπα-Σταυρής ο ξυλοπόδαρος, λυπόταν γι' αυτό και πρόβλεπε ατυχήματα.
- Βρε κορίτσι μου, έλεγε. Γιατί χαλάς τα λεφτά σου;
- Και τι να κάνω;
- Να τον διώξεις!
- Και πού να πάει;
- Να βρει δουλειά!
Η φράουλα μετά από μερικά χρόνια είχε διαδοθεί και σε άλλα προάστια. Το μεγαλύτερο κέρδος του περίφημου κήπου του γερο-Λαχανά μειώθηκε. Μειώθηκε και το νοίκι. Μια δυο πλημμύρες είχαν καταστρέψει μέρος του περιβολιού, η αφορία[12] και η ξηρασία έβλαψαν τα λαχανικά. Εκείνη τη χρονιά ο μισθωτής δεν πλήρωσε το νοίκι. Ένα ανοιξιάτικο πρωί ο Σπύρος καθόταν συλλογισμένος. Στην αυλή του μικρού εξοχικού σπιτιού τους ξεχύνονταν μεθυστικά αρώματα λουλουδιών που έλαμπαν κάτω απ' το φως του ήλιου με ανείπωτα χρώματα, τα έντομα ζουζούνιζαν σαν χορωδία και τα πουλάκια κελαηδούσαν πάνω στα δέντρα. Ο Σπύρος αναπολούσε[13] διάφορα διηγήματα που είχε διαβάσει βλέποντας τη χαρά της φύσης γύρω του.
- Ποιος ντύνει με τόση μεγαλοπρέπεια τα κρίνα του αγρού, που ούτε ο μέγας Σολομώντας με όλη τη σοφία του δε μπόρεσε να ντυθεί με τόση λάμψη; Ποιος τρέφει τα μικρά πουλάκια; Γιατί και ο άνθρωπος να μην είναι στολισμένος σαν τα κρίνα του αγρού; Γιατί να σκάβει τη γη; Γιατί να ιδρώνει και να κρυώνει; Να πεινάει; Να κλαίει; Γιατί να μην τραγουδάει πάντοτε σαν τα πουλιά; Ποιος έκανε τον άνθρωπο, το πιο λαμπρό δημιούργημα, σκοτεινό, χωρίς άρωμα, χαμερπή[14], γυμνό, πειναλέο...;
Ο μπαρμπα-Σταυρής ο ξυλοπόδαρος καθώς ερχόταν άκουσε τις τελευταίες λέξεις του Σπύρου, προχώρησε με το ξύλινο πόδι του, κάθισε δίπλα του, τον χάιδεψε πατρικά στους ώμους και είπε :
- Να σου πω εγώ, Σπύρο μου, ποιος έκανε τον άνθρωπο γυμνό και πειναλέο. Τον έκανε ο ίδιος ο άνθρωπος. Ξέρεις τι λέγανε οι παππούδες μας; Γλυκός ο ύπνος το πρωί, γύμνια και πείνα τη Λαμπρή[15]!
Ο Σπύρος γέλασε και είπε :
- Καλά σε λένε ξυλόσοφο!
- Το ξέρεις λοιπόν, κατεργαράκο μου, συνέχισε ο μπαρμπα-Σταυρής ο ξυλοπόδαρος. Λυπάσαι που χάλασε το μισό περιβόλι και ζηλεύεις τα πουλιά και τα λουλούδια. Μόλις έπαθες μια μικρή ζημιά και κάθεσαι και συλλογιέσαι. Και πού ν’ ακούσεις τι δυστυχίες μεγαλύτερες μας περιμένουν. Ήμουνα σήμερα, παιδί μου, στο βιβλιοπωλείο του Νάκη και ήταν εκεί ένας ροδοκόκκινος γέρος με γελαστά μάγουλα και γελαστά μουστάκια και γελαστά γένια και τους διάβαζε τον Χρονογράφο και τους έλεγε για την Πόλη, ότι πλησιάζει ο καιρός της και τους έκανε όλους να συλλογίζονται. Και τους είπε ύστερα ότι στην Αθήνα θα 'ρθουν ακρίβειες μεγάλες, θα 'ρθουν δυστυχίες, θα 'ρθει πείνα και κακιά αρρώστια. Θα 'ρθουν, έλεγε ο Χρονογράφος, από την Πόλη και τη Λόντρα[16] οι «ομογενείς» στην Αθήνα και θα μας φέρουν ακρίβεια και την κακιά αρρώστια και θα μας φέρουν πείνα και θ’ ακριβύνουν όλα τα πράγματα. Θ’ ακριβύνουν τα αυγά, θ’ ακριβύνουν οι κότες. Θα μαζέψουν από τον κόσμο τα «υπέρπυρα[17]» και θα τον φορτώσουν με «πτυκτά[18]». Και την κακιά αρρώστια που έλεγε ο Χρονογράφος, εκείνος ο γελαστός γέρος την εξηγούσε ότι είναι τα λούσα[19] τα μεγάλα που θα μας φέρουν οι «ομογενείς», γιατί τα λούσα είναι κακιά αρρώστια, κολλητική σαν την πανούκλα.
- Και τι είναι τάχα αυτοί οι «ομογενείς»; ρώτησε ο Σπύρος κάπως συγκινημένος και ακούγοντας με προσοχή.
- Ποιος ξέρει, απάντησε ο μπαρμπα-Σταυρής. Ο γελαστός γέρος που εξηγούσε τον Χρονογράφο δεν είπε τίποτε. Μα εγώ θαρρώ πως είναι άνθρωποι. Θηρία αρπακτικά δεν πιστεύω να είναι οι ομογενείς. Θα 'ναι τίποτε φαγάδες, τίποτε μπερεκετλήδες[20], και θα ‘ρθουν στην Αθήνα και θα μας πάρουν τα «υπέρπυρα», δηλαδή τις λίρες, το χρυσάφι, που λάμπει πιο πολύ κι απ’ τη φωτιά και θαμπώνει τα μάτια των Ελλήνων, και θα μας φορτώσουν με τα «πτυκτά», τις μετοχές και τα χρεόγραφα[21], που είναι χαρτιά όμορφα διπλωμένα. Έτσι τα εξηγώ αυτά. Γιατί ούτε ο Χρονογράφος τα ξεκαθαρίζει ούτε ο γέρος ο γελαστός ήξερε να τα εξηγήσει.
- Και γιατί μου τα λες αυτά, μπαρμπα-Σταυρή; παρατήρησε λιγάκι πειραγμένος ο Σπύρος.
- Ο νοών νοήτω[22]! απάντησε ο ξυλοπόδαρος χτυπώντας δυνατά το ξύλινο ποδάρι του στη γη.
- Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω[23]! επανέλαβε ο ξυλοπόδαρος θείος και χτυπώντας το ξύλινο πόδι του πήρε τα δυο ξύλινα ραβδιά του και έφυγε για τη συνηθισμένη βόλτα του στις γειτονιές της πόλης, ενώ τα πολύχρωμα λουλούδια του κήπου σκορπούσαν το μεθυστικό άρωμά τους γύρω από τον αποσβολωμένο[24] γιο του γερο-Λαχανά και τα πουλιά κελαηδούσαν πάνω στα δέντρα την αδιάκοπη μελωδία τους στον Πλάστη. Και ενώ ο μπαρμπα-Σταυρής έκλεινε την αυλόπορτα, στάθηκε και είπε :
- Καλό είναι, παιδί μου, το καθισιό, αλλά η ξάπλα είναι ακόμη καλύτερη!
- Δεν θα σ' ενοχλώ πια, Αρφανούλα μου, είπε χαρούμενος ένα απόγευμα μετά απ' αυτή την κουβέντα ο Σπύρος. Με σύστησαν στον κυρ Νίκο, τον υποψήφιο βουλευτή, να διαβάζω τους εκλογικούς καταλόγους τις ημέρες των εκλογών και να σημειώνουν οι κομματάρχες[25] ποιοι είναι ζωντανοί και ποιοι είναι πεθαμένοι. Θα τρώω μεσημέρι βράδυ στο σπίτι του. Κι όταν γίνει βουλευτής, θα με διορίσει.
Η Αρφανούλα χάρηκε και δόξασε τον Θεό. Πρώτη φορά έβλεπε αυτό το θαύμα, που δημιουργός του ήταν βέβαια ο μπαρμπα-Σταυρής ο ξυλοπόδαρος, ο νέος θαυματουργός στα Σεπόλια με το ξύλινο πόδι και με την ξύλινη φιλοσοφία του που χτυπούσε σαν ραβδί.
- Μου είπε να με διορίσει από τώρα, συνέχισε ο Σπύρος, τελωνοφύλακα[26]. Αλλά πού να τρέχω να ξενυχτάω με τους λαθρέμπορους. Μου είπε να με βάλει στο Καπνοκοπτήριο[27], αλλά ο καπνός μου μυρίζει και δεν τον αντέχω καθόλου. Εγώ του είπα ότι προτιμώ να με στείλει επόπτη εκεί που φορτώνουν τη σταφίδα στην Πάτρα, να στέκομαι και να βλέπω. Αυτή τη δουλειά, κυρ Νίκο, του είπα, σου υπόσχομαι να την κάνω καλύτερα από κάθε άλλον.
Δυστυχώς όμως ο Νίκος δεν τα πήγε καλά στις εκλογές και ο Σπύρος έμεινε πάλι χωρίς δουλειά, φόρτωμα στην αδελφή του. Αλλά όταν μια καταστροφική πλημμύρα του Κηφισού, που κατέστρεψε σχεδόν όλες τις εξοχές της Αθήνας, εξαφάνισε ολότελα και το περίφημο περιβόλι του γερο-Λαχανά και τα δυο παιδιά μόλις σώθηκαν πάνω στη στέγη του σπιτιού τους, ο Σπύρος άρχισε να συλλογίζεται όπως παλιά και να θέλει να φιλοσοφήσει για τις καταιγίδες και τις πλημμύρες.
- Τώρα τι θα κάνουμε; ρώτησε η Αρφανούλα τον αδελφό της.
- Λες να γλίτωσε η Βουλή απ' αυτόν το φοβερό καταποντισμό[28]; είπε ο Σπύρος, που περίμενε πάντα τις εκλογές.
- Η κυβέρνηση έχει γερά θεμέλια, Σπύρο μου, μη νοιάζεσαι, δεν πέφτει, έλεγε ο μπαρμπα-Σταυρής. Μόνο κοίταξε να πιάσεις την τσάπα του γερο-Λαχανά, σου λέω!
- Και τι να σκαλίσω; Τα χαλίκια που μου χάρισε το ποτάμι;
- Αυτό που σου λέω!
Είχε γίνει μαλθακός[29] ο δύστυχος από την αναδουλειά. Το δέρμα του ήταν απαλό, τα μάγουλά του σαν προζύμι, τα χέρια του σαν ξεβιδωμένα. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει κι αυτά. Τι να κάνει; Η αδελφή του, μετά από την επιμονή του μπαρμπα-Σταυρή, είχε σκληρύνει λιγάκι.
- Τον παίρνεις στο λαιμό σου, άφησέ τον, της έλεγε ο ξυλοπόδαρος. Όποιος δε δουλεύει, δεν τρώει! Θα σου βάλει κάνονα[30] ο παπα-Μεθόδιος. Δεν πας να τον δεις; Σ' αυτό τον κόσμο όλα γίνονται χέρι χέρι. Πάρε δουλειά, να το φαΐ...
Σε κατάσταση έσχατης ανάγκης ο Σπύρος βρήκε δουλειά σε συμβολαιογραφείο, να αντιγράφει συμβόλαια για μια δραχμή απ' το πρωί μέχρι το βράδυ. Το βράδυ, όταν η Αρφανούλα επέστρεφε από το εργοστάσιο, έβλεπε λυπημένη τον αδελφό της, κατάκοπο σαν να έσκαβε, με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού πληγωμένα και μελανιασμένα. Αλλά δε μιλούσε, μήπως το συνηθίσει. Ούτε ο Σπύρος μιλούσε, μήπως το συνηθίσει. Αλλά μετά από μια βδομάδα η Αρφανούλα άκουσε ξαφνικά τα παράπονά του :
- Τι να σου κάνω, Αρφανούλα μου; Εσύ πιστεύεις τον μπαρμπα-Σταυρή και δεν πιστεύεις εμένα. Με κυνηγάει η ατυχία, καημένη. Τι να σου κάνω! Το συμβολαιογραφείο το έκλεισαν, γιατί ο συμβολαιογράφος έκανε μια κατάχρηση[31]!
Τότε ο μπαρμπα-Σταυρής, που περισσότερο λυπόταν την Αρφανούλα, τον σύστησε σε άλλο συμβολαιογραφείο. Αλλά μετά από δυο μέρες ο Σπύρος γύρισε στο σπίτι έξω φρενών.
- Μ' έβαλες σ' αυτόν το μασόνο[32], σ' αυτόν τον άθεο!
Το τετράγωνο μυαλό του μπαρμπα-Σταυρή, το κλεισμένο μέσα στο τριγωνικό κεφάλι του, κατέβασε άλλη φαεινή[33] ιδέα.
- Δεν πέφτει η κυβέρνηση, παιδί μου. Δεν υπάρχει περίπτωση να διαλυθεί η Βουλή. Άνοιξε ένα καφενείο, εκεί κατά τη Βάθη[34]. Περνώ κι εγώ από κει και βλέπω πως υπάρχει μεγάλη ανάγκη. Δεν υπάρχει καφενείο στη γειτονιά κι αναγκάζονται οι νοικοκυραίοι να φεύγουν μακριά, στα Χαυτεία[35], και φωνάζουν οι γυναίκες τους, γιατί αλαργεύουν[36] πολύ οι άντρες τους κι έχουν καρδιοχτύπι μεγάλο τη νύχτα, μην πάθουν τίποτα οι καημένοι...
Αφού ήταν μάλιστα ιδέα του μπαρμπα-Σταυρή, ο Σπύρος βρέθηκε σύντομα και εύκολα διευθυντής ενός ωραίου καφενείου στη Βάθη με μια μεγάλη λεύκα εμπρός του. «Στη Λεύκα» με τ' όνομα. Ο ταμπής[37] έψηνε καφέδες, ο σερβιτόρος τους μοίραζε και ο Σπύρος καθόταν απ' το πρωί ως το βράδυ στον πάγκο διαβάζοντας εφημερίδες και συζητώντας για τις εκλογές. Κι όποτε γινόταν λόγος για δουλειές ή θέσεις, έλεγε του μπαρμπα-Σταυρή, που τον επισκεπτόταν συχνά :
- Ωχ, αδερφέ, βαρέθηκα να κάθομαι απ' το πρωί ως το βράδυ εδώ στον πάγκο. Επόπτης στη σταφίδα. Αυτή η δουλειά μ' αρέσει. Γλυκιά σταφιδένια θεσούλα. Μα πού θα μου πάει. Δεν θα πέσει η κυβέρνηση; Θα πέσει, πού θα πάει;...
Ας παραπονιόταν ο Σπύρος. Έτσι το έκανε. Για να δείξει στον μπαρμπα-Σταυρή ότι ενδιαφέρεται για τα σοβαρά ζητήματα της ημέρας, για τον εαυτό του, για την αποκατάσταση[38] της αδελφής του.
Ήταν πολύ ευχαριστημένος με τη διεύθυνση του καφενείου. Και η Αρφανούλα χαιρόταν μαζί του. Κάθε βράδυ στις έντεκα τις έφερνε πότε δέκα, πότε είκοσι δραχμές κέρδος. Αλλά, ξαφνικά, μετά από τρεις μήνες, έρχεται θυμωμένος ο Σπύρος και της λέει :
- Πες του χαιρετίσματα του μπαρμπα-Σταυρή, Αρφανούλα μου, ο Σπύρος δεν είναι τεμπέλης. Έχω τρεις μέρες να πιάσω δεκάρα και χρωστάω τα μεροκάματα του σερβιτόρου και το νοίκι. Δε σ’ αφήνει η ζήλεια των ανθρώπων, Αρφανούλα μου. Ήρθε δίπλα μου ένας άλλος και άνοιξε καφενείο και μου πήρε όλους τους μουστερήδες[39].
- Δεν πήγαινες, κακομοίρη, λίγο παρακάτω; του είπα. Μέλι έχει εδώ και ήρθες;
Είναι αλήθεια πως κάποιος άλλος, εργατικός και δραστήριος, βλέποντας την ανάγκη της γειτονιάς, βλέποντας και τον Σπύρο απ’ το πρωί ως το βράδυ ακίνητο και χωρίς να περιποιείται τους πελάτες, άνοιξε άλλο καφενείο δίπλα του, ξεκίνησε να σερβίρει πρόθυμα μόνος του τους πελάτες και πήρε όλη την πελατεία του Σπύρου, που αναγκάστηκε να κλείσει τελικά το καφενείο του, να πουλήσει τα έπιπλα σε εξευτελιστική τιμή και να ζημιώσει την Αρφανούλα πάνω από χίλιες δραχμές.
Τότε άρχισε η Αρφανούλα να ξυπνάει. Όσα ξόδευε για το φαγητό και το ντύσιμο του αδελφού της, δεν τα λογάριαζε. Αλλά να πετάξει χίλιες διακόσιες δραχμές στο πηγάδι… αυτό την ξύπνησε πια από το λήθαργο[40].
- Έχει δίκιο ο μπαρμπα-Σταυρής, είπε.
Μα αυτή τη φορά ο μπαρμπα-Σταυρής ίσως έφταιγε, γιατί η ιδέα του ήταν αιτία για τη μεγάλη ζημιά της ορφανής κόρης.
- Τι να σου κάνω, Αρφανούλα μου, προσπαθούσε να δικαιολογηθεί ο ξυλοπόδαρος. Πρώτη φορά που γελάστηκα. Αλλά και πάλι δε γελάστηκα. Η θέση εκείνη ήταν ό,τι πρέπει για καφενείο. Αλλά το καφενείο θέλει και καφετζή. Ο Σπύρος νόμιζε ότι ο καφετζής πρέπει να κάθεται˙ και εδώ είναι που την έπαθε. Κανένας δεν πρέπει να κάθεται, Αρφανούλα μου, όταν έχει δουλειά. Θαρρεί ο Σπύρος πως ο επόπτης της σταφίδας κάθεται; Δεν το πιστεύω. Κάτι θα κάνει, κάτι θα σημειώνει, θα κουβαλήσει και κανένα τσουβάλι σταφίδα, θα κουνηθεί, θα δουλέψει. Ήξερα ότι αδελφός σου δεν κάνει για τίποτα, ούτε και για τη σταφίδα, αλλά έλεγα πως σε ένα δυο χρόνια θα μπορέσει να κερδίσει κάτι στη Βάθη, να κάνει μια μαγιά[41]. Αλλά βλέπεις, σήμερα, Αρφανούλα μου, οι άνθρωποι στέκουν με ανοιχτό στόμα να χάψουν τις ιδέες των άλλων. Χρειάζεται πια ταχύτητα. Όποιος πρόφτασε, τον Κύριο είδε. Όλα σήμερα έγιναν «ηλεκτροπαραγωγά», είπε ο ξυλοπόδαρος, χτυπώντας και τα τρία ξύλα του στη γη καθώς έλεγε αυτή τη νέα λέξη του συρμού[42].
- Και τώρα; ρώτησε γεμάτη απορία η Αρφανούλα.
- Τώρα; Σαν τα πολληώρα[43]! απάντησε ο Σταυρής ο ξυλοπόδαρος ξύνοντας το πηγούνι του. Κάνε ό,τι θέλεις. Μόνο μην ξεχάσεις τι προφητεύει ο Χρονογράφος για την Αθήνα. Να έχεις το νου σου. Και κάνε γρήγορα˙ ν’ ανοίξεις το δικό σου εργοστάσιο. Γιατί θα πέσει ακρίβεια στην Αθήνα, θα ‘ρθουν από την Πόλη και από τη Λόνδρα οι ομογενείς και θα φέρουν στην Αθήνα την ακρίβεια και την κακιά αρρώστια, δηλαδή τα λούσα. Έπειτα, δεν θα παντρευτείς κιόλας; Τον Σπύρο θα κάθεσαι να υπηρετείς; Μη τον λυπάσαι. Η ανάγκη θα τον κάνει να κοιτάξει για δουλειά. «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς…»
Ούτε η κυβέρνηση όμως έπεφτε ούτε η Βουλή διαλυόταν. Μόνο τα ρούχα του Σπύρου είχαν γίνει κουρέλια από την ντροπιαστική αεργία[44] του. Η Αρφανούλα, που πείστηκε από τις συμβουλές του γερο-Νίκου απ’ τα Σεπόλια, αποφάσισε πια να τον εγκαταλείψει. Μόνο φαΐ του έδινε. Ούτε για ρούχα του έδινε δραχμή ούτε χαρτζιλίκι για το καφενείο. Στην αρχή εκείνος την απειλούσε και ζητούσε να μοιράσουν την πατρική κληρονομιά, το παμπάλαιο σπιτάκι στα Σεπόλια, που τον περίφημο κήπο του τον είχε μεταβάλει ο Κηφισός σε κοίτη ποταμιού. Συμβιβαζόταν όμως, αν του έδινε ένα μικρό κεφάλαιο για ν’ ανοίξει ένα εμπορικό προς την Αγία Μαρίνα. Υπήρχαν αρκετά μικρά παιδιά σ’ εκείνη την εργατογειτονιά και είχε ο Σπύρος την ελπίδα πως θα κέρδιζε αρκετά από το μαγαζάκι με τα ψευτοπράγματα. Αλλά η Αρφανούλα ήταν βράχος.
- Βάστα γερά! της έλεγε και ο μπαρμπα-Σταυρής.
Βλέποντας ο Σπύρος πως τίποτα δεν πετύχαινε με τις απειλές, αλλά περισσότερο θόρυβο έκανε, αποφάσισε να το ρίξει στα παρακάλια. Σε κάτι τέτοια, παρακάλια και δάκρυα, οι τεμπέληδες είναι θαυμάσιοι˙ μπορούν μέχρι και τον μπαρμπα-Σταυρή να κάνουν ν’ αλλάξει γνώμη, όχι το γυναικείο μυαλό της Αρφανούλας, που ήταν ευκολόπιστη σαν μικρό παιδάκι.
- Μη βλέπεις, της έλεγε σχεδόν κλαίγοντας ο Σπύρος. Μην ακούς κανέναν, Αρφανούλα μου, με κυνηγάει η ατυχία. Ξέρω εγώ τη δουλειά μου. Ας μην άνοιγε το διπλανό καφενείο και θα ‘βλεπες σήμερα τον Σπύρο. Ας έπεφτε η κυβέρνηση, να διαλυθεί η Βουλή, και θα ‘βλεπες τον Σπύρο στην Πάτρα, στη σταφίδα, να γυρίζει πίσω με χρυσά ρολόγια.
Γυναίκα ήταν, αδελφή του ήταν, σπλαχνική ήταν…
Έπεσε τελικά το κάστρο της Αρφανούλας.
Και ο Σπύρος, μετά από λίγες μέρες, εκεί στην Αγία Μαρίνα, χωμένος μέσα στο μικρό εμπορικάκι, γεμάτο με ψιλικά, τετράδια, μολύβια και πένες για γράψιμο, με απομεινάρια από το εργοστάσιο της Αρφανούλας για τα φτωχά κοριτσάκια, που τρελαίνονται για ένα φτερό ή ένα ψεύτικο λουλουδάκι, πουλούσε χωρίς να ξέρει ούτε ίδιος τι κάνει.
- Πήγες καμιά μέρα να δεις τι κάνει ο αδελφός σου; ρώτησε μετά από κάμποσους μήνες την Αρφανούλα ο μπαρμπα-Σταυρής, θυμωμένος που δεν είχε ακούσει τη συμβουλή του.
- Είχα καιρό;… απάντησε η Αρφανούλα.
Ο μπαρμπα-Σταυρής όμως, που γύριζε κάθε μέρα όλες τις γειτονιές της Αθήνας, είχε καιρό. Και έμαθε ότι στην Αγία Μαρίνα άνοιξε ένα εμπορικάκι που πουλάει φτηνά, πάμφθηνα, που δε ζητάει βερεσέδια[45] ο εμποράκος, που δε σημειώνει, που τον γελάνε τα αγοράκια και τα κοριτσάκια˙ που του κλέβουν τα μολύβια και τις γόμες και τις κορδελίτσες μπροστά στα μάτια του και άλλα πολλά.
Η Αρφανούλα τα είπα αυτά στον αδελφό της χωρίς ν’ αναφέρει τον μπαρμπα-Σταυρή, αλλά ο Σπύρος τα διέψευσε. Έλεγε ότι αυτά τα διαδίδει ο παραδιπλανός φούρναρης που αφού είδε ότι το μαγαζάκι είχε δουλειά, παράγγειλε κι αυτός και έφτιαξαν μέσα στο φούρνο μια βιτρίνα και έβαλε κάμποσα ψιλικά και κατέβασε τις τιμές και η αλήθεια είναι ότι έκοψε την πελατεία του Σπύρου. Γιατί αυτός ο φούρναρης είναι κατεργάρης και σε όσους δεν στέλνουν τα παιδιά τους να ψωνίσουν ψιλικά απ’ αυτόν, δεν τους δίνει ούτε και ψωμί με πίστωση. Να, αυτή είναι η αλήθεια. Ότι δηλαδή, Αρφανούλα μου, με κυνηγάει η ατυχία˙ και να πεις χαιρετίσματα στον μπαρμπα-Σταυρή ότι ο Σπύρος είναι άτυχος, τεμπέλης όμως δεν είναι.
Η Αρφανούλα δε βρήκε καιρό να φροντίσει το καινούριο πρόβλημα στην ώρα του, γιατί στο εργοστάσιο υπήρχαν πολλές παραγγελίες˙ έτσι ζημιώθηκε άλλες χίλιες δραχμές από την καινούρια επιχείρηση του αδελφού της.
Πήγε να σκάσει από το θυμό του ο μπαρμπα-Σταυρής. Νόμιζε όμως πως η Αρφανούλα είχε βάλει πια μυαλό. Αλλά όταν πήγε να τη χαιρετήσει την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, τη βρήκε να ετοιμάζει ένα σωρό με παιχνιδάκια και ψιλικά.
Ο Σπύρος έλειπε.
- Τι είναι όλα αυτά, Αρφανούλα; ρώτησε ο θείος. Πολλά δώρα θα κάνεις φέτος. Μήπως αρραβώνιασες τον Σπύρο κρυφά απ’ τον μπαρμπα-Σταυρή; Να σου πω, δεν θα ήταν κακή ιδέα. Ο γάμος είναι σαν το πιεστήριο και μπορεί να στρώσει και ο Σπύρος.
Η Αρφανούλα γέλασε και διηγήθηκε στον θείο της όσα είχαν συμβεί.
- Τι να σου πω, μπαρμπα-Σταυρή. Τον λυπήθηκα. Δεν βαστά η ψυχή μου. Δεν έχει παντελόνι να φορέσει. Έπεσε στα πόδια μου με δάκρυα σαν μωρό και μου είπε: «Απ’ τον Θεό και στα χέρια σου, αδελφούλα μου. Δεν θα σε επιβαρύνω άλλη φορά. Δάνεισέ μου ένα κατοστάρικο να στήσω ένα τραπεζάκι στην Καπνικαρέα να πουλήσω πρωτοχρονιάτικα, να βγάλω τουλάχιστον λεφτά για τα ρούχα μου. Σε λίγες μέρες θα πέσει η κυβέρνηση κι άλλα λεφτά δεν θα ξαναζητήσω. Το βλέπω κι εγώ. Κοτζάμ άντρας ως εκεί πάνω να μένω χωρίς δουλειά. Φταίει κι ο μακαρίτης ο γερο-Λαχανάς. Όταν μου έλεγε, βρε Σπυράκι μου, βρε Σπυρέτο μου, βουτηγμένος μέσα στον ιδρώτα και στα χώματα, έπρεπε να σηκώσει την τσάπα του να μου κάνει μια τρύπα στο ξερό μου, μήπως βάλω μυαλό».
Και έκλαιγε ο καημένος…
Τον λυπήθηκα, μπαρμπα-Σταυρή. Έπειτα, να πούμε και του φτωχού το δίκιο. Τον κυνηγάει η κακοτυχία. Δεν είναι μονάχα η κακομοιριά.
- Μα δεν ξέρεις, κορίτσι μου, πως όπου υπάρχει κακομοιριά, υπάρχει και κακοτυχία;
Έτσι λοιπόν ο Σπύρος του γερο-Λαχανά, με την πονηρία του και με τη φυσική αγαθότητα της Αρφανούλας, τα κατάφερε πάλι˙ και τον είδαμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πρωί πρωί δίπλα στο Ιερό της Καπνικαρέας, μπροστά σ’ ένα πάγκο γεμάτο φτηνά μικροπράγματα, να γυρίζει μια ροκάνα, όπως τον συμβούλεψε ο θείος του, που έσκουζε θλιβερά και σήμαινε εγερτήριο στο μεγάλο εμπορικό δρόμο εκείνη την τρελή μέρα.
Αλλά μόλις εξαφανίστηκε ο μπαρμπα-Σταυρής με τα τρία ξύλα του, πυκνές χοντρές ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν.
Ο άνεμος βορειοδυτικός και μετά από λίγο ξέσπασε το δυνατό ανεμοβρόχι. Θόρυβος και ταραχή επικράτησε στους πάγκους των μικροπωλητών μαζί με φωνές και βλαστήμιες. Άλλοι σκέπαζαν τα τραπεζάκια τους με λευκά σεντόνια σαν σάβανα κι άλλοι τα στρίμωχναν στις στοές των κοντινών εμπορικών καταστημάτων. Οι έμποροι, απελπισμένοι, χτυπούσαν τα χέρια τους σαν σταφιδοπαραγωγοί που τους βράχηκε η σταφίδα, ενώ οι υπάλληλοί τους κρυφογελούσαν.
Τότε ο Σπύρος του γερο-Λαχανά άνοιξε την ομπρέλα του – γιατί με όλη του την ανικανότητα ήταν παμπόνηρος και είχε πάρει τα μέτρα του – περίμενε να σταματήσει η βροχή και συνέχισε να στριφογυρίζει την τεράστια ροκάνα του.
Κανένας περαστικός δεν τόλμησε να εμφανιστεί για ώρες και εκείνη η τελευταία μέρα του χρόνου κινδύνευε να κηδευτεί ασυνόδευτη, μόνο με τα λυπητερά κρωξίματα της ροκάνας του Σπύρου του γερο-Λαχανά.
Γιατί, στ’ αλήθεια, μετά από λίγο ξέσπασε μια ορμητική θύελλα, λες κι έλουσε την πόλη ολόκληρος καταρράκτης. Ο κατακλυσμός άνοιξε ένα βουερό ρεύμα νερού που κατέβαινε από την Πλατεία Συντάγματος παρασύροντας ό,τι έβρισκε στο πέρασμά του. Οι καταστηματάρχες έτρεχαν να μαζέψουν άρον άρον από τις πόρτες τα εμπορεύματά τους. Και το τραπεζάκι του Σπύρου, που δεν προνόησε[46] να το προστατέψει έγκαιρα σε κάποια στοά, αναποδογύρισε! Κι όλα τα παιχνίδια και τα μικροπράγματα παρασύρθηκαν από τον ορμητικό χείμαρρο κι εξαφανίστηκαν στη μεγάλη καταβόθρα[47] της νεροποντής.
Και σώθηκε μονάχα ο Σπύρος του γερο-Λαχανά, όπως ο τελευταίος άγγελος του Ιώβ, για να αναγγείλει τη θλιβερή είδηση στην αδελφή του.
- Πες χαιρετίσματα στον μπαρμπα-Σταυρή, είπε κλαίγοντας ο Σπύρος, πες του που ξέρει να κάνει τον ξυλόσοφο, ότι ο Σπύρος δεν είναι τεμπέλης, αλλά τον κατατρέχει[48] η ατυχία…
Αργότερα, μετά το μεσημέρι, ο ουρανός της Αττικής, ο απατεώνας, ξαστέρωσε και ξεκίνησε η κίνηση στα μαγαζιά. Και οι ουρές του κόσμου στους δρόμους ήταν τέτοιες, που μεταμόρφωσαν την παρέλαση των Αθηναίων εκείνη την τελευταία μέρα του χρόνου σε διονυσιακή γιορτή.
Δεν ξέρω τι να πω, έλεγε ο μπαρμπα-Σταυρής ο ξυλοπόδαρος την επόμενη μέρα που ήρθε να χαιρετήσει την Αρφανούλα, δεν ξέρω ποιος φταίει, ο αδελφός σου ή η ατυχία του. Σου το είπα όμως και άλλες φορές. Όπου κακομοιριά, εκεί και ατυχία. Έπειτα, εσύ διαβάζεις τόσα βιβλία. Δεν ξέρεις ότι «κακομοίρης» θα πει άτυχος; Το βέβαιο όμως είναι, είπε τελειώνοντας ο μπαρμπα-Σταυρής, ότι αν ο Σπύρος πήγαινε από μικρός σε κανένα μοναστήρι, μπορούσε σήμερα να είναι κάτι. Και χτύπησε το ξύλινο πόδι του με δύναμη στο πάτωμα, σαν να χτυπούσε το κεφάλι του, γιατί δεν το είπε αυτό πολλά χρόνια πριν, όταν έπρεπε!

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929)
Το διήγημα γράφτηκε το 1921


Μεταγραφή πρωτότυπου κειμένου – Επιμέλεια σχολίων
© Δημήτρης Φιλελές, 2019




[1] η Καπνικαρέα = βυζαντινή εκκλησία του 11ου αιώνα στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Ερμού.
[2] ασπάζομαι = προσκυνώ, φιλώ.
[3] πλαδαρός = χαλαρός, άτονος, νερουλός.
[4] ο αστρίτης = είδος δηλητηριώδους φιδιού με αστραφτερά μάτια.
[5] η ροκάνα = πλαστικό παιχνίδι που παράγει διαπεραστικό ήχο.
[6] τα κάνω ρόιδο = δημιουργώ μεγάλο μπέρδεμα.
[7] τα Σεπόλια = συνοικία της Αθήνας, που τον προηγούμενο αιώνα ήταν γεμάτη περιβόλια και οι παλιοί Αθηναίοι την θεωρούσαν εξοχή.
[8] άγαρμπος = άξεστος, ασουλούπωτος, άτσαλος.
[9] ο κρεμανταλάς = άνθρωπος ψηλός και άχαρος.
[10] το ρετσινάτο = το κρασί που περιέχει ρετσίνι, η ρετσίνα.
[11] το φιγουρίνι (ιταλικά figurino)= εικονογραφημένο περιοδικό μόδας.
[12] η αφορία = η αδυναμία του εδάφους να καρποφορήσει.
[13] αναπολώ = νοσταλγώ, ονειρεύομαι.
[14] χαμερπής = τιποτένιος.
[15] η Λαμπρή = το Πάσχα.
[16] η Λόντρα ή Λόνδρα = το Λονδίνο.
[17] τα υπέρπυρα = οι λίρες.
[18] τα πτυκτά = αυτά που μπορούν να διπλωθούν, να έχουν πτυχές, τα χαρτιά.
[19] τα λούσα (ιταλικά  lusso) = οι πολυτέλειες.
[20] μπερεκετλής (τουρκικά bereket) = αυτός που ζει πλούσια, με όλα τα καλά.
[21] τα χρεόγραφα = έγγραφο που βεβαιώνει τον δανεισμό και αντιπροσωπεύει χρηματική αξία.
[22] ο νοών νοήτω = όποιος μπορεί, ας καταλάβει.
[23] ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω = όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει.
[24] αποσβολωμένος = έκπληκτος, άναυδος, άφωνος.
[25] ο κομματάρχης = ο κομματικός παράγοντας.
[26] ο τελωνοφύλακας = ο υπάλληλος του τελωνείου που ελέγχει τα εμπορεύματα και έχει ευθύνη για την πάταξη του λαθρεμπορίου.
[27] το Καπνοκοπτήριο = εργοστάσιο επεξεργασία καπνού που αποφασίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων να χτιστεί στην Αθήνα το 1903, στην περιοχή των Σεπολίων.
[28] ο καταποντισμός = η βύθιση, το βούλιαγμα, η ολοκληρωτική καταστροφή.
[29] μαλθακός = μαλακός, απαλός, ασκληραγώγητος.
[30] ο κάνονας= η ποινή που επιβάλλει ο ιερέας στους πιστούς μετά από εξομολόγηση, π.χ. νηστεία για μερικές μέρες.
[31] η κατάχρηση = η παράνομη χρησιμοποίηση χρημάτων που δε μας ανήκουν.
[32] ο μασόνος = ο οπαδός του τεκτονισμού,  (μτφ.) άνθρωπος με ύπουλες διαθέσεις.
[33] φαεινός = φωτεινός, έξυπνος.
[34] η Βάθη= συνοικία της Αθήνας δυτικά της Ομόνοιας.
[35] τα Χαυτεία = η περιοχή γύρω από την Πλατεία της Ομόνοιας στην Αθήνα.
[36] αλαργεύω (ιταλικά alla larga) = απομακρύνομαι.
[37] ο ταμπής (τουρκικά tabi)= ο ψήστης του καφέ.
[38] η αποκατάσταση = εννοείται ο γάμος.
[39] οι μουστερήδες (τουρκικά müteri)= οι πελάτες.
[40] ο λήθαργος = η πλήρης αδράνεια, ο βαθύς ύπνος.
[41] η μαγιά = τα πρώτα χρήματα για το ξεκίνημα μιας επιχείρησης.
[42] του συρμού = μοντέρνος αλλά όχι αξιόλογος.
[43] Τώρα; Σαν τα πολληώρα! = γελαστήκαμε, την πατήσαμε.
[44] η αεργία = η τεμπελιά.
[45] τα βερεσέδια (τουρκικά veresiye) = τα χρωστούμενα.
[46] προνοώ = φροντίζω προκαταβολικά.
[47] η καταβόθρα = η δίνη, η ρουφήχτρα.
[48]κατατρέχω = κυνηγώ.