ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Νίκος Γούσης - Τάσεις αυτοκαταστροφής - Κριτική βιβλίου

 


«Τάσεις αυτοκαταστροφής»

Το πρώτο μυθιστόρημα του Νικόλα Γούση

κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Όταν»

ISBN: 978-618-5930-69-1

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Ο Νικόλας Γούσης κάνει την πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα «Τάσεις αυτοκαταστροφής», που πρόσφατα κυκλοφόρησε με τη μορφή ενός καλαίσθητου και ευανάγνωστου βιβλίου από τις εκδόσεις «Όταν».

Ο συγγραφέας στήνει το σκηνικό του σε ένα ορεινό χωριό, το Δρακολιμνιό, ξεχασμένο από τον Θεό όπως είθισται να λέγεται, απομονωμένο από τον σύγχρονο τρόπο ζωής και ζωσμένο από παντού με τους θρύλους του παρελθόντος, τις δεισιδαιμονίες, την κακεντρέχεια των ανθρώπων που ζουν ως θεατές της ίδιας τους της ζωής, αλλά και ανατριχιαστικά μυστικά που κατά συρροή σκεπάζονται από το χώμα στις κλειστές επαρχιακές κοινωνίες.

Σε ένα σχετικά μικρό εύρος, περίπου διακοσίων είκοσι σελίδων, ο Νικόλας Γούσης μας αφηγείται μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία δύο εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων, που η συμπαντική τυχαιότητα τους έφερε κοντά, για να εξυφανθεί ο ιστός της ποθητής εκδίκησης και να δοθεί με μια σειρά απρόσμενων γεγονότων ακραία λύση σε ένα τραγικό συμβάν του παρελθόντος, χωρίς όμως να αποφευχθούν και τα αναπάντεχα επακόλουθα στο παρόν.

Οι βασικοί του ήρωες, ο Αλέξανδρος Σαράντης, ένας πενηντάχρονος εύπορος κοσμοπολίτης, και η Δέσποινα Χαρίση, ένα δεκαεφτάχρονο πλάσμα που η ζωή του έδειξε την πιο αποκρουστική της όψη από την εύθραυστη εφηβική ηλικία, εμπλέκονται σε μια δίνη πλατωνικών ερωτικών συναισθημάτων και περιστατικών που υποκινούνται από τη λεκτική και σωματική κακοποίησή της, για να οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια στην ψυχική ταλαιπωρία και την εξάντληση, μέχρι την τελική αναπότρεπτη και ανεπίστρεπτη  αυτοκαταστροφή.

Πώς μπορούν αυτοί οι δύο κόσμοι να συνυπάρξουν ή να αλληλοεξουδετερωθούν; Ποιες μάχες θα χρειαστεί να δοθούν και ποια θα είναι η έκβασή τους; Είναι το θύμα και ο θύτης ρόλοι μη αναστρέψιμοι; Πόσο αντιπροσωπευτικοί της πραγματικής τους αξίας είναι οι όροι νικητής και νικημένος; Πόσο ασήμαντες είναι οι παράπλευρες απώλειες; Είναι βέβαιο ότι όλοι οι άντρες είναι γουρούνια της αυτής συνομοταξίας που ενδιαφέρονται μόνο για την ικανοποίηση των ερωτικών τους ορμών με κάθε μέσο; Είναι όλες οι γυναίκες απόγονοι της Κίρκης και γι’ αυτό τους αξίζει να είναι αποκλειστικά ανδράποδα και σκεύη ηδονής; Μια ειλικρινής συγνώμη και ένα ανυστερόβουλο σ’ αγαπώ είναι αρκετά για να επουλώσουν κάθε λογής τραύματα; Πόσο τελικά απέχουν οι ασκήσεις επί χάρτου από την εφαρμογή τους στο πεδίο δράσης;

Αυτά και πολλά ακόμα βαθύτερα -συχνά φιλοσοφικά- ερωτήματα με τις προσεγγίσεις τους και τις ενδεχόμενες απαντήσεις τους θα συναντήσει ο αναγνώστης μέσα στις σελίδες του βιβλίου, ενώ με ρυθμό ταχύ, νοήματα πυκνά και ροή αδιάκοπη οι ζωές των ηρώων θα διασταυρώνονται σαν ποτάμια ορμητικά συμπαρασύροντας στο διάβα τους αθέλητους συνταξιδιώτες, είτε ένοχους είτε άμοιρους ευθυνών.

Οι δύο τόσοι διαφορετικοί κόσμοι γίνονται κατ’ ανάγκη συγκοινωνούντα δοχεία σκέψεων και ενεργειών, με τις οποίες έρχεται σε επαφή ο αναγνώστης μέσα από την ευρηματική και αληθοφανή πλοκή από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου.

Η εναλλασσόμενη πρωτοπρόσωπη εκφορά του λόγου των δύο ηρώων δημιουργεί στο αφήγημα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα, καθώς ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι του απευθύνονται, του ανοίγονται, του εξομολογούνται, με αποτέλεσμα να βλέπει με τα μάτια τους, ενώ παράλληλα μεταξύ εκείνων παραμένει η μαγεία της κάθε στιγμής και η επικινδυνότητα του άγνωστου, καθώς με κάθε τους φράση και κάθε τους κίνηση προσπαθούν να ερμηνεύσουν ό,τι βλέπουν και να ανταποκριθούν σε ό,τι αισθάνονται ή διαισθάνονται,  αναλαμβάνοντας την αποκλειστική ευθύνη για όσα πρόκειται να συμβούν.

Παρά, λοιπόν, τον ηθογραφικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος (με βάση τη θεωρία της λογοτεχνίας), τον διαπεραστικό σκληρό ρεαλισμό των συγκρούσεων που πηγάζουν από τα ζωώδη ένστικτα που κατ’ επανάληψη αναδύονται ανεξέλεγκτα στην επιφάνεια και τα πρόσθετα -απολύτως απαραίτητα- νατουραλιστικά στοιχεία που συμβάλλουν ουσιαστικά στην ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα, το αφήγημα είναι ένα συναρπαστικό και συγκινητικό ψυχογράφημα, που δεν υστερεί ούτε σε τρυφερότητα, ούτε σε λυρισμό, ούτε σε ποιητικότητα.

Οι «Τάσεις αυτοκαταστροφής» εδράζονται στην ηθογραφία για να μας φέρουν αντιμέτωπους με την αναπόφευκτη εκδικητικότητα της ανθρώπινης φύσης, αλλά και με την αδυναμία του απρόσωπου και στείρου νομικού συστήματος να συνυπολογίσει το ηθικό υπόβαθρο που ωθεί τους ανθρώπους να γίνουν τιμωροί όταν η ισορροπία διασαλεύεται από όσους εκμεταλλεύονται τη θέση ισχύος που ευκαιριακά κατέχουν.

Επιπλέον, παρά την εναρκτήρια λογοτεχνική παρουσία του, το ύφος, ο τρόπος γραφής και η γλωσσική εκφορά του Νικόλα Γούση φέρουν ήδη προσωπική υπογραφή. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο συνταιριάζει τον αφηγηματικό λόγο με την εμβόλιμη δοκιμιακή γραφή, ο συνδυασμός και η ταύτιση της δράσης στο προσκήνιο με τις νοητικές διεργασίες στο παρασκήνιο, όπως και η λόγια φραστική διατύπωση, που ανασύρει αβίαστα στην επιφάνεια τη λησμονημένη -αν όχι επιτηδευμένα απαξιωμένη- αίγλη της ελληνικής γλώσσας.

Η συνολική εικόνα του πρώτου πεζογραφικού του εγχειρήματος διακρίνεται για την άψογη δομή, την επιμέλεια στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, την αρτιότητα στην πλοκή χωρίς τεχνητές εκπλήξεις ή από μηχανής λύσεις και τη διαρκή υποκίνηση του ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να έχει έντονη την επιθυμία όχι μόνο να διαβάσει το αφήγημα, αλλά και να καταδυθεί σε όσες σκοτεινές γωνιές της ανθρώπινης ψυχής επιχειρεί ο συγγραφέας να προσεγγίσει και να φωτίσει, με απώτερη προοπτική την επιστροφή -κάποτε- στο φως.

 


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Νικόλας Χ. Γούσης γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και κατοικεί. Σπούδασε στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Διοίκηση Επιχειρήσεων (Business Administration) στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Για πολλά χρόνια εργάστηκε σε φαρμακευτικές εταιρείες , ως στέλεχος στους τομείς των πωλήσεων και του marketing.

Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία και τη συγγραφή προέκυψε από την αγάπη του για την κλασική παιδεία, αποτελώντας παράλληλα έναν τρόπο εξωτερίκευσης της σκέψης και της φιλοσοφικής του αναζήτησης.

Οι «Τάσεις αυτοκαταστροφής» αποτελούν την πρώτη του συγγραφική απόπειρα, με την οποία συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Νίκος Γούσης: Τάσεις αυτοκαταστροφής - στο fractal


Τρίτη 26 Μαΐου 2020

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - ΑΣΤΥΑΝΑΞ

#διαβάζω_για_σένα




Αστυάναξ

Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι,
μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες και έλαμπαν όπλα
και τ’ άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια.
Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα
ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.
Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιον θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.

Γιώργος Σεφέρης
Από το Μυθιστόρημα (ΙΖ’)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ

#διαβάζω_για_σένα




Μποτίλια στο πέλαγο

Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.

Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια.
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.

Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.

Γιώργος Σεφέρης

Από το Μυθιστόρημα (ΙΒ’)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΓΝΩΡΙΣΑΜΕ

#διαβάζω_για_σένα




Δεν τους γνωρίσαμε

Δεν τους γνωρίσαμε
ήταν η ελπίδα στο βάθος που έλεγε
πως τους είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.
Τους είδαμε ίσως δυο φορές κι έπειτα πήραν τα καράβια,
φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας
χαμένοι πίσω από τον ωκεανό παντοτινά.
Η αυγή μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα
να γράφουμε αδέξια και με προσπάθεια στο χαρτί
πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια
το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι
γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,
και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν κατράμι.
Οι φίλοι μας έφυγαν
ίσως να μην τους είδαμε ποτές, ίσως
να τους συναπαντήσαμε όταν ακόμη ο ύπνος
μας έφερνε πολύ κοντά στο κύμα που ανασαίνει
ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή,
πέρα από τ’ αγάλματα.

Γιώργος Σεφέρης

Από το Μυθιστόρημα (Ε’)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΤΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ ΠΡΟΣΗΛΩΜΕΝΟΙ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

#διαβάζω_για_σένα



Τον άγγελο τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια

Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ’ άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ’ αλετριού ή του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ’ ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας.
Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ’ άσπιλα φτερά των
κύκνων που μας πληγώναν.

Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας
της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας
που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αυτά τ’ ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής.

Γιώργος Σεφέρης

Από το Μυθιστόρημα (Α’)