ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

Γιάννης Καμπύλης - Πέντε νυχτερινοί επισκέπτες ζητάνε εξιλέωση

 


Γιάννης Καμπύλης

πέντε νυχτερινοί επισκέπτες ζητάνε εξιλέωση

εκδόσεις πέρασμα, Πειραιάς 2012

 

Κριτική προσέγγιση του έργου από τον Δημήτρη Φιλελέ

 

η εξιλέωση: ο εξευμενισμός / η καταπράυνση / ο καθαρμός της ψυχής με αυτοτιμωρία (Μείζον Ελληνικό Λεξικό / Τεγόπουλος–Φυτράκης).

 

Μέσα στη νύχτα, μέσα στο σκοτάδι, μέσα στη σιωπή, μέσα στη μόνωση της ψυχής, όλα γίνονται πιο διάφανα, όλα γίνονται πιο ξεκάθαρα. Το έξω και το μέσα τοπίο ηρεμεί, οι αισθήσεις βρίσκουν τρόπο να ψηλαφίσουν τις ανοιχτές πληγές τους, να ανασυνθέσουν τις κατακερματισμένες εικόνες, να βάλουν τα πράγματα σε μια κάποια τάξη, και ο εαυτός μας να αντιμετωπίσει άφοβα την πραγματικότητά του. Μια αναζήτηση δαιδαλώδης, συχνά δίχως εξαρχής προορισμό, επαναλαμβάνοντας και δηλώνοντας αναμφίβολα την υπαρξιακή αγωνία του ποιητή. Ποιητική γραφή δομημένη σε ομοιόμορφα πεντάστιχα, στα οποία ο τελευταίος στίχος λειτουργεί άλλοτε ως κατακλείδα, άλλοτε ως διαπίστωση και άλλοτε ως ρητορικό ερώτημα. Αυτό το ποιητικό έργο, με τίτλο «πέντε νυχτερινοί επισκέπτες ζητάνε εξιλέωση», παραδίδει στην κρίση του αναγνωστικού κοινού ο Γιάννης Καμπύλης, τολμώντας να εξομολογηθεί με ταπεινότητα και να μοιραστεί με παρρησία τις μύχιες σκέψεις του, τους φόβους του, τις απογοητεύσεις του, τις αμφιβολίες του, αλλά και τα όνειρα και τις προσδοκίες του (σελ. 8 – α’).

Μπήκες στους καταλόγους των υπόπτων συνειδήσεων

κι ένα μαχαίρι διαγράφει τις αρνήσεις της ψυχής σου.

τις βλάσφημες τις ενοχές σου δωσίλογοι τις κλέψαν,

ξυπόλητος γυρνάς στα νούφαρα και κλαίει η ψυχή σου.

Νυχτοπερπατάς, μην και ξυπνήσουν των νεκρών οι αναμνήσεις.

Σαφείς οι επιρροές από τις ποιητικές δημιουργίες της α’ μεταπολεμικής γενιάς και ιδιαίτερα από τον Νυχτερινό επισκέπτη του Τάσου Λειβαδίτη.

Ποίηση υπερρεαλιστική, με τη λογική να αφήνει πάντα χώρο στο συναίσθημα και να υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της φαντασίας. Φανερός σε αρκετές περιπτώσεις και ο αυτοματισμός της γραφής, που αποτυπώνεται ανυπόκριτα στο χαρτί.

Και πόσο περισσότερη ένταση απελευθερώνεται μέσα από την ποιητική γραφή όταν η πένα του δημιουργού συνταιριάζει αβίαστα ό,τι αναβλύζει μέσα από την ψυχή του με τον παραδοσιακό ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο (σελ. 43 – α΄):

Νυχτέρεψε και σβήσανε τα χνάρια από το χιόνι,

κρώζουν βατράχια κι η αυγή να φέξει το αρνιέται

κι όσα πουλιά φτερίζουνε, στον Άδη δεν μιλάνε.

μόν’ κλαιν για τ’ αποδέλοιπα και σφίγγετ’ η καρδιά τους.

Αντιμιλούν τα ξάγναντα και κλέβουν υποσχέσεις.

Ο Γιάννης Καμπύλης, συνδυάζοντας γνώση και επιθυμία έκφρασης, πλάθει το δικό του ποιητικό σύμπαν και μας προσφέρει ποιητικό λόγο ιδιαίτερης δυναμικής με στίχους όπως:

Ακροβατούν στα κεραμίδια χιονισμένα τα χαμόγελα. (σελ. 16 – β’)

Οι νύχτες τώρα στέκουνε βουβές, ωσότου να ανθίσουν. (σελ. 17 – α’)

Τραχύς είναι ο θάνατος κι ο ύπνος του λαχτάρα. (σελ.19 – β’)

 

Σκύβοντας με προσοχή και αγάπη στο πόνημα, διαπιστώνουμε ότι η ποίηση του Γιάννη Καμπύλη δεν στερείται αγωνιστικότητας και ο ποιητής δηλώνει παρών στους κοινωνικούς αγώνες (σελ. 14 – β’),

Τραγωδίες ζούμε καθημερινά στα πεζοδρόμια.

και ιδιαίτερα στους αγώνες για δημοκρατία και ελευθερία (σελ. 24 – α’)

Πεθάνανε τριακόσιοι σπάζοντας αγκυλωτούς και σβάστικες.

Όμως η υπονόμευση και οι αποτυχίες είναι κάτι που αναπόφευκτα δημιουργεί και τις εύλογες αμφιβολίες (σελ. 10 – α’)

Στις διαδηλώσεις ξενυχτάς κι ο διάβολος γλεντάει.

αλλά και την απογοήτευση (σελ. 11 – β’)

Τη σημαία της επανάστασης τη ράψανε με βρώμικα παλτά.

που τον οδηγεί σε πικρές διαπιστώσεις, όπως (σελ. 28 – β’):

Ποιος ενδιαφέρεται για τις ζωές των άλλων!

Ωστόσο, δεν παύει να πιστεύει στην αξία της θυσίας (σελ. 45 – α’)

Θα ξαναζήσουν οι νεκροί, για ν’ απλωθεί ειρήνη.

αλλά και στη δύναμη του ανθρώπου να αλλάξει τον κόσμο (σελ. 47 – α’)

Φωτίζουν οι τρελοί της μοναξιάς τα μονοπάτια.

 

Η ποίηση του Γιάννη Καμπύλη είναι πολιτική και δεν διστάζει να κατονομάσει τους υπεύθυνους της ένδειας αξιών, που δεν είναι άλλοι από τους ευφραδείς λαοπλάνους άρχοντες που

Πουλάνε τις ζωές, όσο και τη φτηνή πραμάτεια τους. και

Πίσω από την ανωνυμία τους κρύβουν τη διαφθορά και το συμφέρον.

όπως επισημαίνει ο ποιητής (σελ. 30 – α’ και 33 – α’), που αισθάνεται τη βεβαιότητα της επικράτησης του δίκιου (σελ. 62 – α’)

Οι αλυσίδες των νεκρών σαν κεραυνοί θα πέσουν.

αφού για τις θυσίες τους ως τώρα (σελ. 27 – β’)

Οι ήρωες δεν άκουσαν ποτέ τους μια συγγνώμη.

Και αν από το πλαίσιο αφαιρέσουμε τη μεταφυσική αγωνία, τότε, διαβάζοντας τον στίχο του ποιητή (σελ. 35 – α’)

Τους φονιάδες δεν τους βλέπουν οι νεκροί.

μπορούμε να αντιληφθούμε εύκολα το χρέος των ζωντανών.

 

Σημαντικές είναι οι φωνές που έρχονται από το παρελθόν (σελ.44 – β’)

Τις κρύες νύχτες τις ζεσταίνουν άηχες φωνές.

Σημαντικός όμως είναι και ο ρόλος των ονείρων όχι μόνο με τη μορφή της αναγκαίας αναζήτησης (σελ. 51 – α’),

Δεν ζω, αν δεν μαζέψω τα νεκρά μου όνειρα.

αλλά κυρίως ως στοιχείου που όσο κι αν εγκυμονεί τον φόβο (σελ. 25 – α’),

Πεθαίνουνε τα όνειρα στ’ αστέρια τραγουδώντας.

άλλο τόσο η ύπαρξή τους αποτελεί αιτία ζωής για τον ποιητή (σελ. 13 – α’),

Πότε το όνειρο θα πάψει να ’ναι μύθος!

μέχρι να φτάσει μέσα απ’ αυτά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην επιθυμητή λύτρωση (σελ. 61 – β’).

Μια απεργία των ονείρων θα με σώσει τελικά.

 

Και αν το ποιητικό έργο μάς προϊδεάζει ήδη από το εξώφυλλο με το ζωγραφικό έργο «Φοβάμαι» της Σταματίας Καππέ, η εμπειρία της ζωής οδηγεί τον ποιητή στην αποκάλυψη της προσωπικής του αίσθησης για το άφευκτο κλείσιμο του κύκλου, για την κοινή μοίρα των ανθρώπων, τον θάνατο (σελ. 36 – α’):

Για να τον δαμάσεις, πρέπει να τον κάνεις φίλο.

Γι’ αυτό, για όσο υπάρχουμε, η αισιοδοξία δεν παύει να είναι απαραίτητο συστατικό της ζωής μας και μ’ αυτή πορευόμαστε σε κάθε μας ξύπνημα. Γιατί, όπως πιστεύει ο ποιητής (σελ. 53 – α’):

Αργεί, μα θα ροδίσ’ η μέρα.

 

Συνολικά, πρόκειται για μια συμπαγή σύγχρονη ποιητική δημιουργία όπου ο ποιητής, ως παρατηρητής, συμμέτοχος και στοχαστής ταυτόχρονα, μελετά και απεικονίζει την πραγματικότητα και τη συσχετίζει με τον ψυχικό του κόσμο –επί της ουσίας ως μέρος του όλου–, δηλώνοντας απερίφραστα και τη στάση του και τους προβληματισμούς του και αντιπαραθέτοντας τη διαπεραστική αλήθεια του λόγου απέναντι στη μασκοφόρο «πολιτική ορθότητα» της ψευδολάγνας κοινωνίας μας.

 

Δημήτρης Φιλελές

 

Λίγα λόγια τον ποιητή:


Ο Γιάννης Καμπύλης γεννήθηκε το 1954 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Πέραμα. Τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο και κατέχει πτυχίο εργοδηγού ψυκτικού. Εργάστηκε ως δημοτικός και ιδιωτικός υπάλληλος και στη συνέχεια δραστηριοποιήθηκε στο εμπόριο. Έλαβε μέρος σε θεατρικά ερασιτεχνικά σχήματα και ασχολήθηκε ως βοηθητικός ηθοποιός, με συμμετοχική παρουσία του σε αρκετές κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Ασχολείται με τη συγγραφή από τα εφηβικά του χρόνια και ιδιαίτερα κατατρίβεται με την ποίηση και την πεζογραφία. Δείγματα του έργου του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς στον τοπικό τύπο, καθώς επίσης και στα περιοδικά «Κελαινώ» και «Δευκαλίων ο Θεσσαλός».  Είναι μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών. Το 2010 πήρε το τρίτο βραβείο διηγήματος του 10ου λογοτεχνικού διαγωνισμού (με το διήγημα “Η μάσκα της Αλκμήνης”) και το 2012 το πρώτο βραβείο ποίησης του 12ου λογοτεχνικού διαγωνισμού (με το ποίημα “Ταγκό θανάτου”) της Εταιρείας Τεχνών, Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου. Οι «πέντε νυχτερινοί ταξιδιώτες ζητάνε εξιλέωση» είναι το πρώτο του ολοκληρωμένο ποιητικό έργο.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: ο ποιητής ως παρατηρητής, συμμέτοχος και στοχαστής


Δεν υπάρχουν σχόλια: