«Ο θαυματοποιός» του Brian Friel
σε σκηνοθεσία Θανάση Δόβρη
στο Θέατρο Μπέλλος
Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές
Εισαγωγικά:
Ο
Μπράιαν Φρίελ (1929-2015), στον
οποίο αποδίδεται ο χαρακτηρισμός «Ιρλανδός
Τσέχωφ», υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ιρλανδούς θεατρικούς συγγραφείς
και το έργο του έτυχε παγκόσμιας αναγνώρισης. Η γραφή του διακρίνεται για την
ποιητικότητά της, την ευαισθησία της, αλλά και τον ρεαλισμό της. Ο συνδυασμός
αυτών των στοιχείων είναι υπεύθυνος τόσο για την πρωτοτυπία των έργων του όσο
και για την απήχησή τους στο ευρύ κοινό. Οι ήρωές του θα μπορούσαν να είναι οι
άνθρωποι της διπλανής πόρτας με όλα τα χαρίσματα αλλά και με όλη τη ματαιοδοξία
που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση· ίσως αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που
είναι τόσο προσιτοί και αγαπητοί στο κοινό. Ένας από αυτούς είναι και ο
«Θαυματοποιός» του.
Η υπόθεση:
Ένας παράξενος περιοδεύων θίασος ταξιδεύει στις πιο
απομακρυσμένες επαρχίες της Αγγλίας και με την τέχνη του επιχειρεί να προσελκύσει
το ιδιαίτερα απαιτητικό κοινό του. Όχι, δεν πρόκειται για ένα περιπλανώμενο
θεατρικό μπουλούκι, που ανεβάζει ξεπερασμένα έργα. Πρόκειται για μια
εξεζητημένη ομάδα ανθρώπων της οποίας ηγείται ένας θαυματοποιός (faith healer),
ο Φράνσις, ένας άνθρωπος που πιστεύει -ή είναι πεπεισμένος ή προτρέπει τους
άλλους να πιστέψουν- ότι διαθέτει το χάρισμα να θεραπεύει με τη δύναμη της
πίστης όσους νοσούν και έχουν πλέον χάσει κάθε ελπίδα ίασης. Στο σημείο αυτό
ακριβώς βρίσκεται η ουσία του λειτουργήματος και της παρέμβασής του. Αυτός
είναι η τελευταία τους ελπίδα ή η οριστική απογοήτευσή τους.
Πιστή ακόλουθός του στη ζωή και στις κακουχίες η
Γκρέις, πλήρως υποταγμένη στη σαγήνη του, ανίκανη να αποκολληθεί από την
ευαισθησία αλλά και από τη σκληρότητά του, εμπιστεύεται τυφλά τις δυνάμεις του,
γίνεται έρμαιο του πάθους της και της συνακόλουθης ψυχασθένειας, εκλιπαρεί να
είναι κομμάτι της επιβλητικής παρουσίας του μέχρι τέλους αλλά και πέρα από το
τέλος.
Ο Τέντυ, ο τρίτος της συντροφιάς, ο προπομπός του
συναρπαστικού καλλιτέχνη, μαγνητισμένος από την υποβλητική πειθώ και τη βαθιά
φιλία που τους συνδέει, αποδέχεται αγόγγυστα να υποβάλλεται σε διαρκή
ταλαιπωρία, να μηχανεύεται λύσεις, να βρίσκεται μόνιμα σε δεύτερο πλάνο, όχι
τόσο για την εξασφάλιση του επιούσιου, όσο εξαιτίας της καταστροφικής ενίοτε
αγάπης.
Αυτοί οι τρεις άνθρωποι αφηγούνται με μορφή
μονολόγων επί σκηνής τη δική τους οπτική για όσα συνέβησαν σαν ένα αδιάκοπο «παιχνίδι»
μεταξύ αλήθειας και πίστης. Κάνουν τους θεατές κοινωνούς μιας διαρκούς αμφίρροπης
μάχης μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, μεταξύ λογικής και συναισθήματος,
μεταξύ αισθήσεων και ψευδαισθήσεων με δυσδιάκριτες -αν όχι ανύπαρκτες-
διαχωριστικές γραμμές.
Η δύναμη της πίστης συγκρούεται αμείλικτα με τη
δύναμη της αλήθειας, οι άνθρωποι λυγίζουν κάτω από το βάρος καθεμιάς, αδύναμοι
να επιλέξουν· ίσως και να αδιαφορούν ποια από τις δύο θα υπερισχύσει, αρκεί να
ικανοποιηθεί η προσωπική τους επιθυμία.
Αν ακόμα γίνονται θαύματα, η αλήθεια έρχεται σε
δεύτερη μοίρα. Αν όχι, η αλήθεια είναι μονόδρομος. Υπάρχει άραγε πάντα πειστική
εξήγηση και σαφείς απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα; Μπορούμε απλώς να αφεθούμε
στη γοητεία του ψεύδους που καλλιεργεί την έστω και μάταιη προσδοκία; Ποιος
όμως μπορεί να αμφισβητήσει όσα εμείς είμαστε βέβαιοι ότι συνέβησαν ή ενδέχεται
να συμβούν;
Η παράσταση ως συνολική εικόνα:
Ο Θανάσης
Δόβρης, επιλέγοντας ένα καθ' ομολογία αγαπημένο του κείμενο, βάζει ένα στοίχημα με τον εαυτό του και το
κερδίζει πανηγυρικά. Δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό περιβάλλον που θα
μπορούσε να ανταποκρίνεται σε οποιοδήποτε χώρο και χρόνο και μέσα σε αυτό
τοποθετεί τους ήρωες της ιστορίας. Όμως, αριστοτεχνικά, το περιβάλλον αυτό δεν
περιορίζεται στην περιχαρακωμένη έννοια της σκηνής, αλλά εξαπλώνεται σε όλο τον
διαθέσιμο χώρο, ώστε ηθοποιοί και κοινό να βρίσκονται σε διαρκή ζωντανή
επικοινωνία και αλληλεπίδραση, καθώς η παράσταση απαιτεί την ενεργή συμβολή των
θεατών.
Το σωματικό θέατρο και η υποκριτική τέχνη
συνενώνονται ρεαλιστικά, η δράση εξελίσσεται με απόλυτη φυσικότητα και
αυξανόμενη ένταση. Και καθώς το ψυχολογικό δράμα κορυφώνεται, το φλεγματικό
χιούμορ και η υποδόρια ειρωνεία διατηρούν την ισορροπία, όπως ακριβώς συμβαίνει
και στην πεζή καθημερινότητα. Με χειρουργική ακρίβεια ανατέμνεται το δισυπόστατο
του ανθρώπου και το αν και πόσο μερίδιο ευθύνης του αναλογεί ατομικά αλλά και
ως λειτουργική μονάδα του συνόλου.
Πολύτιμη βοηθός στο σκηνοθετικό εγχείρημα η Ίρις Τσαγρή.
Η δύναμη του λόγου είναι εξαιρετικά συνδυασμένη με
τη δυναμική μουσική «εισβολή» του Panú (Παναγιώτη
Μανουηλίδη), που συνυπάρχει και συνομιλεί με τους τρεις αφηγητές ως
παράλληλος υποκινητής σε όλο το συναισθηματικό τους εύρος.
Η Αλέγια
Παπαγεωργίου, ως σκηνογράφος, δημιουργεί έναν χώρο λειτουργικό με
ευρηματικότητα που εξυπηρετεί πλήρως και με θαυμαστή ακρίβεια τη δράση. Ως
ενδυματολόγος, με σωστές και πρωτότυπες επιλογές, μας μεταφέρει και στον τόπο
και στον χρόνο, αφήνοντας όμως ελεύθερο το πεδίο των νοητικών προεκτάσεων.
Οι φωτισμοί του Χρήστου
Δούρου είναι ένα ακόμα «γερό χαρτί» της παράστασης. Αθόρυβα αλλά με
εξαιρετική ευστοχία φωτίζονται οι σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης και της
υλικής υπόστασης των επί σκηνής δρώντων, συμβάλλοντας στην αισθητική αρτιότητα
του θεάματος.
Οι ερμηνείες (αλφαβητικά):
Ο
Ευάγγελος Βογιατζής, ως Τέντυ, είναι η «καθαρή ματιά» στη σχέση των δύο
συνοδοιπόρων του, αλλά και το μέρος μια φιλίας που καθημερινά υποχωρεί και
δοκιμάζεται. Χαρακτήρας ακατάβλητος και υπομονετικός μέχρις εσχάτων, που θα
μπορούσε να θεωρηθεί και η ψυχή της παρέας, καθώς έχει το χάρισμα να συμβιβάζει
τα ασυμβίβαστα, αλλά και να βλέπει με αισιοδοξία και ενθουσιασμό ακόμα και τις
πιο αντίξοες στιγμές της ζωής.
Η
Νικόλ Δημητρακοπούλου, ως Γκρέις, από την πρώτη στιγμή που εμφανίζεται στη σκηνή, η
τραγικότητα της μορφής μεταφέρεται σε όλο της το σώμα, ο ταραγμένος ψυχικός
κόσμος της ξεχύνεται μέσα από τον παραληρηματικό της λόγο, είναι μια κραυγή
αγωνίας που ξεχειλίζει από όλη της την ύπαρξη και η καταρρακωμένη εικόνα της
-όχι αξιολύπητη- κερδίζει τη συμπάθεια με τη βαθύτερη σημασία της λέξης.
Ο
Γιώργος Τριανταφυλλίδης είναι
ο ιδανικός Φράνσις. Με πληθωρική παρουσία, με αμεσότητα επικοινωνίας, με πηγαίο,
χαρισματικό και ελκυστικό λόγο, με πλήρως ελεγχόμενη ισορροπία μεταξύ σωματικών
χαρισμάτων και υποκριτικού ταλέντου, μαγεύει και μαγνητίζει -χωρίς υπερβολή- το
κοινό, καθώς μεταμορφώνεται σε ένα πλάσμα που, αν και αμφισβητείς τα λόγια και
τα έργα του, θέλεις πολύ να το αγγίξεις και να αφεθείς στη μαγεία της
αυτοπεποίθησής του.
Συνοψίζοντας:
Πρόκειται για μια παράσταση που διαθέτει όλα τα
εχέγγυα για να κερδίσει το κοινό: Υποδειγματική σκηνοθεσία και καλλιτεχνική
αρτιότητα, συναρπαστικές ερμηνείες με άμεσο αντίκτυπο στον θεατή, κινείται
ευφάνταστα στα όρια ή και πέρα από αυτά, συγκινεί και προβληματίζει ουσιαστικά,
αφήνοντας χώρο για προσωπική σκέψη και τοποθέτηση απέναντι σε διαχρονικά
ερωτήματα και αναπάντητες αμφιβολίες.
Η
ταυτότητα της παράστασης:
Κείμενο:
Brian Friel
Μετάφραση:
Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία:
Θανάσης Δόβρης
Σκηνικά/Κοστούμια:
Αλέγια Παπαγεωργίου
Μουσική:
Panú (Παναγιώτης Μανουηλίδης)
Φωτισμοί:
Χρήστος Δούρος
Βοηθός
σκηνοθέτη: Ίρις Τσαγρή
Γραφίστρια:
Αγγελική Κρόκου
Φωτογραφίες:
Ανδρέας Κανελλόπουλος
Υπεύθυνη
Παραγωγής: Κατερίνα Λούβαρη Φασόη
Παραγωγή:
Ομάδα Fail Better
Παίζουν
(αλφαβητικά):
Ευάγγελος Βογιατζής
Νικόλ Δημητρακοπούλου
Γιώργος Τριανταφυλλίδης
Επικοινωνία:
Γιώτα Δημητριάδη
Παραγωγή:
Fail Better ΑΜΚΕ
Πληροφορίες:
Από
10 Οκτωβρίου
Σάββατο
στις 18:00 & Κυριακή στις 21:15
Διάρκεια:
100 λεπτά
Προπώληση:
«Ο Θαυματοποιός» | Εισιτήρια online! | More.com
Θέατρο
Μπέλλος, Κέκροπος 1, Αθήνα
Τηλέφωνο:
210 3229889
Η
παράσταση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο του προγράμματος 2026 του
θεσμού «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού.
Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Ο θαυματοποιός" στο fractal






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου