ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ



ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ

Γλυκόλαλη σαν με ξυπνά φλογέρα τα χαράματα
σταλάζει γύρω μου δροσιά απ’ τ’ ουρανού τα κλάματα
είναι τ’ αγέρι χαρωπό, τα σύννεφα τρομάζουνε
κι οι ηλιαχτίδες φωτεινές σαν άτια που καλπάζουνε.

Απ’ τις ραχούλες τα νερά στους κάμπους κελαρύζουνε
οι καλαμιές στις ρεματιές τραγούδι ψιθυρίζουνε
βοτάνια που μοσχοβολούν στολίδια μοιάζουν πλουμιστά
ποτάμια σέρνουν το χορό και χαιρετιούνται αντικριστά.

Απλώνει ο γερο-πλάτανος τη φυλλωσιά σαν αγκαλιά
αντιβουίζουν οι φωνές απ’ τα χαρούμενα πουλιά
χορεύουν οι γριές ελιές στου μελτεμιού το χάιδεμα
κάθε πρωί χαράς γιορτή απ’ της κορφής τ’ αγνάντεμα.

Στο πέλαγο αρμενίζουνε βάρκες με κάτασπρο πανί
που μια γοργόνα Παναγιά προσεύχονται για να φανεί
αντιφεγγίζουν στον αφρό ζαφείρια και μαλάματα
δελφίνια π’ αλαργεύουνε μ’ ονείρατα κι οράματα.

Ευλογημένα κόκαλα στα χώματα για λίπασμα
στον ουρανό χαράζουνε της λευτεριάς το σάλπισμα
κλήματα στάζουν κόκκινο σαν αίμα στο ποτήρι μας
κρασί από τον Όλυμπο, σπονδή στο πανηγύρι μας.


© Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ



ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Οι μοίρες ρίχνουν τα χαρτιά και το γραφτό ορίζουν
βοτάνια πίνουν μαγικά, πικρά το μουρμουρίζουν
στην κάμαρα π’ αντιλαλεί το πρώτο σου το κλάμα
δαίμονες και αερικά χορεύουνε αντάμα.

Ψυχή μου πρωτοτάξιδη στη γης τα περιβόλια
καρτέρι στήνουν ύπουλο οι λύκοι με τα βόλια
να σου θερίσουν τον ανθό τη δίψα να μερώσουν
της νιότης σου τ’ αρώματα να πιούν να ξεφαντώσουν.

Κυλά στις γάργαρες πηγές νερό φαρμακωμένο
μη σκύψεις για να δροσιστείς κι άδικα σε προσμένω
ουράνιο τόξο να φανείς, στα σύννεφα να γείρεις
χρυσή βροχή να σκορπιστείς, την ομορφιά να σπείρεις.

Κόκκινα ρόδα της αυγής στη στράτα αν συναντήσεις
να τα μυρίσεις μοναχά, δάχτυλο μην τρυπήσεις.
Κι αν η πλανεύτρα θάλασσα λυσίκομη σε κράζει
σκέψου το φυλλοκάρδι μου πώς βαριαναστενάζει.



© Δημήτρης Φιλελές

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ - Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ



Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,                 
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.                 

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.
Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη                       
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!                 

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!


K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,                 
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),                 

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:           
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!


Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.                 

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου                 
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.


Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.                 

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσα, άλλη γη".


ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

ΕΣΤΕΜΜΕΝΟΙ



ΕΣΤΕΜΜΕΝΟΙ

Ελέω αμνήμονος λαού
συνωμότες υφαρπαγής οραμάτων
εστεμμένοι κυβερνήτες
αμέριμνοι ερωτιδείς δυσώδους εξουσίας
μωροί λάτρεις ανύπαρκτης αθανασίας
επίγονοι άδοξων βασιλέων
θεματοφύλακες κενών λόγων
εκούσιοι κληρούχοι χέρσων γαιών
αυτόκλητοι νομοθέτες επί ματαίω
ανεπίδεκτοι μαθήσεως
σφαλεροί διερμηνείς διφορούμενων χρησμών
συνένοχοι διά της πλήρους αποχής
και της αδιαλείπτου απουσίας
στην οδό της απωλείας
αργυραμοιβοί κίβδηλων νομισμάτων
επάρατοι οχετοί δεινών
νεκροπομποί της άσαρκης Κοιμωμένης του Αιγαίου
σας απευθύνω το ύστατο «χαίρε!».


© Δημήτρης Φιλελές

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ - ΕΝΑΣ ΕΡΩΣ

,
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1863-1933)

ΑΚΟΥΣΤΕ...
ένα αριστουργηματικό λυρικό ποίημα
του διαχρονικού Έλληνα ποιητή

ΕΝΑΣ ΕΡΩΣ

Δεν λιγοστεύ' η συμφορά όσω και αν την λέγης.
Αλλ' είναι πόνοι που ήσυχα μες στην καρδιά δεν μένουν.
Διψούν με το παράπονο να βγουν να ξεθυμάνουν.
Ο Αντώνης με αγάπησε κ' εγώ τον αγαπούσα.
Και μ' έδωκε τον λόγο του πως άλλην δεν θα πάρη!
Αλλ' ήτανε πτωχός πολύ κ' είχεν υπερηφάνεια.
Γι' αυτό σηκώθη κ' έφυγε μ' έν' άτυχο καράβι
με τον σκοπό να βρη δουλειά, μια τέχνη ν' αποκτήση.
Να γίνη ναύτης ήθελε, και πλοίαρχος μια μέρα,
κ' έπειτα να στεφανωθή μ' ήσυχη την καρδιά του.
Αχ, μια χρονιά δεν σώθηκε· και πέφτει ο πατέρας
και σπάνει το ποδάρι του και το δεξί του χέρι.
Αρρώστησεν η μάνα μου. Ό,τι μας είχε μείνει,
λίγο μπακίρι παλαιό, ασημικό ολίγο,
κάτι μικρά διαμαντικά που φύλαγ' η μητέρα,
πουλήθηκαν για τίποτε.
Έγιν' η συμφορά μας
η ομιλία του χωριού. Εις τα μεγάλα σπίτια
την είδησί της έδωκαν, κι από τ' αρχοντικό του
συχνά ο Σταύρος ήρχονταν σαν φίλος και προστάτης
στο σπίτι μας... και μ' έβλεπε μ' αγάπη μες στα μάτια.
Δεν δούλεβ' ο πατέρας μου· η μάνα δεν κεντούσε.
Μέρα και νύχτα δούλεβα και έχυνα το φως μου
κι' ωστόσο δεν κατόρθωνα να βγάλω το ψωμί των.
Ο Σταύρος ήταν πλούσιος και με καρδιά μεγάλη.
Απλά - χωρίς καυχήματα, χωρίς κομποφανία -
και μυστικά, τους έδιδε τα μέσα και τους ζούσε.
Και η ψυχή μου χαίρονταν για τους φτωχούς γονείς μου -
και η ψυχή μου έκλαιε για την φτωχή εμένα.
Πολύ καιρό δεν άργησεν η άτυχη ημέρα
που μες στον κάμπο στάθηκε κοντά μου, και με πήρε
το χέρι και με κύτταζε... Έτρεμα σαν το φύλλο
γιατ' ήξευρα τι ήθελε, και δεν τον αγαπούσα...
Εδίσταζαν στα χείλη του τα λόγια - ως που είπε·
«Φρόσω, για το χατίρι τους δεν στέργεις να με πάρης;»
Όχι, μ' εφώναζ' η καρδιά ζητώντας τον Αντώνη.
Αλλά βαρυά σηκώθηκε Βοριάς αγριεμένος,
κ' έλεγαν το καράβι του πως χάθηκε στα ξένα.
Αχ, πώς εβγήκε το σκληρό, φαρμακευμένο ψέμα!...
Αχ, πώς να ζω η δύστυχη να κλαίω νύχτα, μέρα!...
Μ' έλεγε ο πατέρας μου πολλά για να με πείση.
Αλλ' η καλή μητέρα μου δεν μ' έλεγε μια λέξι,
μόνο στα μάτια μ' έβλεπε, κ' η λύπη και η φτώχεια
έτρεχαν από πάνω της. Έχασα κάθε θάρρος.
Δεν βάσταξα. Τον έδωκα το χέρι μου. Θαμμένη
βαθυά μέσα στην θάλασσα ήτανε η καρδιά μου.
Όλαις η κόραις του χωριού την τύχην μου φθονούσαν
που έπαιρν' άνδρα πλούσιο και άρχοντα μεγάλο,
εγώ μια κόρη χωρική, εγώ φτωχειά μια κόρη.
Δεν είδε μεγαλύτερο γάμο απ' τον δικό μας
ποτέ του το χωριό. Μικροί, μεγάλοι μαζωχθήκαν
για να ιδούν του άρχοντα την τυχερή την νύφη.
Με πασχαλιαίς τον δρόμο μας έρραναν και με ρόδα.
Παντού χοροί και μουσικαίς, τραγούδια και τραπέζια.
Για μένα νύχτα ήτανε. Μαύρα φορούσαν όλα.
Τέσσαρες μήνες πέρασαν μονάχα που τον πήρα,
και μια βραδυά που έρημη στην πόρτα του σπιτιού μου
στέκουμουν, βλέπω την σκια εμπρός μου του Αντώνη.
Με φάνηκε σαν όνειρο, δεν πίστευα το φως μου·
έως που μ' είπ' «Αγάπη μου, γιατ' είσαι λυπημένη;
Τα βάσανά μας τέλεψαν, ήλθα για να σε πάρω.»
Πικρά, πικρά τον δέχθηκα και του τα είπα όλα.
Και έσφιξα τα χέρια του σαν πριν μες στα δικά μου,
και τον εφίλησα σαν πριν, κ' έκλαψα στον λαιμό του.
Είπα πως δεν αγάπησα άλλον από εκείνον...
Τον είπα πως με 'γέλασαν, πως μες στην τρικυμία
επίστεψα που πνίχθηκε... Πως μόνο για χατίρι
της μάνας, του πατέρα μου πανδρεύθηκα... Μαζύ του
πως προτιμούσα βάσανα, φτώχεια, και καταφρόνια,
απ' όσα πλούτη έχ' η γη που να τα φέρνη άλλος...
Τον είπα πως τον αγαπώ σαν πρώτα, μόνον τώρα
ο έρως μου είναι φωτιά άσβεστη που με καίει,
τώρα που ξέρω πως ποτέ, ποτέ, ποτέ δικός μου
δεν θε να γίνη και εγώ δική του... Και τον είπα,
απ' την παληά αγάπη του αν έμεινε ολίγη,
να ορκισθή να μη με διη ποτέ πια στην ζωή του...
Και άλλα, άλλα έλεγα· άλλα που δεν θυμούμαι.
Έκαιε το κεφάλι μου. Με έφευγε ο νους μου.
Τώρα πια όλα τέλεψαν. Εμαύρισ' η ζωή μου.
Δεν θάχη πια ποτέ χαρά για μέν' αυτός ο κόσμος.
Ας μ' έπαιρνε ο θάνατος!... Αλλά πώς να πεθάνω-
έχω πληγή μες στην καρδιά, μα είμ' ακόμη νέα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

ΕΚΠΤΩΤΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ



ΕΚΠΤΩΤΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Οι έκπτωτοι άγγελοι μεταμορφώνονται
σε ετοιμοθάνατους στρατιώτες που εκλιπαρούν
για την ύστατη γεύση ενός τσιγάρου
σε μελλοθάνατα βρέφη που θάβονται
κάτω από τα συντρίμμια του ανελέητου πολέμου
σε πεισματικούς γέροντες που αρνούνται
να εγκαταλείψουν τα προγονικά χώματα
και υπομένουν καρτερικά το πεπρωμένο.
Οι έκπτωτοι άγγελοι επωμίζονται αγόγγυστα
την επίγεια κόλαση,
διανύουν αναρίθμητα άνυδρα χιλιόμετρα
ως άλλοι αίροντες τις αμαρτίες του κόσμου
επαιτούν την σύμπνοια του ανέμου
και την εισακοή του έναστρου ουρανού
προσκυνούν τη μαινάδα θάλασσα
με βουβό ολοφυρμό.
Οι έκπτωτοι άγγελοι ολισθαίνουν ανυπεράσπιστοι
σε απόκρημνες κλιτύες
και σε λόγχες ευτελών άναρθρων κραυγών
με το αίμα τους ιχνηλατούν
τις ρωγμές των άφωτων ψυχών
εφοδεύουν στην πενία
των λιπόσαρκων αισθημάτων
και κραυγάζουν ανέλπιδα «Έλεος!»


© Δημήτρης Φιλελές

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ - ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)




ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Αναζητώ μίαν ακτή να μπορέσω να φράξω
με δέντρα ή καλάμια ένα μέρος
του ορίζοντα. Συμμαζεύοντας το άπειρο, νάχω
την αίσθηση : ή πως δεν υπάρχουνε μηχανές
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγες ∙ ή πως δεν υπάρχουν στρατιώτες
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγοι ∙ ή πως δεν υπάρχουνε όπλα
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγα, στραμμένα κι αυτά προς την έξοδο
των δασών με τους λύκους ∙ ή πως δεν υπάρχουνε έμποροι
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγοι σε απόκεντρα
σημεία της γης όπου ακόμη δεν έγιναν αμαξωτοί δρόμοι.
Το ελπίζει ο Θεός
πως τουλάχιστο μες στους λυγμούς των ποιητών
δεν θα πάψει να υπάρχει ποτές ο παράδεισος.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

ΒΡΑΔΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ



ΒΡΑΔΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Τα βράδια
οι δρόμοι και οι πλατείες ερημώνουν
οι φωνές των παιδιών κουκουλώνονται
κάτω από ζεστά σκεπάσματα
τα σχόλια της καθημερινότητας
υφαίνουν τον ιστό τους
για το επόμενο πρωινό ξύπνημα
οι χειρώνακτες ονειροπολούν
προσδοκώντας την άσπρη μέρα
μέσα στη μαύρη μιζέρια τους
οι επιχειρηματίες συναλλάσσονται
με τα έρποντα αρπακτικά
για να εκτοξεύσουν τον ευδαιμονισμό τους
στο άπειρο
οι μαστροποί σπαταλούν
σε βρωμερά καταγώγια τα άνομα κέρδη
από την εκπόρνευση της άβουλης σάρκας
οι πολιτικοί μηχανορραφούν
με απτόητη ανηθικότητα
συνεπαρμένοι από την ηδονή της εξουσίας
και οι λιγοστοί μοναχικοί διαβάτες
μετρούν τις ώρες χτυπώντας
μια μια τις χάντρες
στο κομπολόι της σιωπής.


© Δημήτρης Φιλελές

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ

Μνήμη Γιώργου Σεφέρη

Σαν σήμερα, 20 Σεπτεμβρίου 1971, έφυγε  ο παγκόσμιος, δικός μας, Γιώργος Σεφέρης. Στη μνήμη του, αφιερώνω με σεμνότητα αυτό το ποιητικό μου πόνημα.

Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ

Βαριά χτυπάνε τα μεσάνυχτα
καμπάνες συμπληγάδες
άγρυπνα μάτια, στήθια ορθάνοιχτα
όλες του κόσμου οι μανάδες.

Στου μαύρου ήλιου το ξημέρωμα
σέρνουν κραυγή οι φονιάδες
του λύκου μάταιο το ημέρωμα
σειρήνες γύρω και μαινάδες.

Δρόμοι νεκροί, κλειστά περάσματα
στου χρόνου τις σπηλιάδες
φωτιά, συντρίμμια και χαλάσματα
κόκκινο δάκρυ στις χαράδρες.

Σταυρούς ανώνυμους σε μνήμα υγρό
ματίζουν οι ψαράδες
απομεινάρια σκόρπια στον αφρό
τροφή στους άγριους βοριάδες.

Στης μοίρας το συρμό στερνή βαρκάδα
καράβι που σε βάφτισαν Ελλάδα
από τον Όλυμπο στη λίμνη Αχερουσία
ψυχή βαθιά μέχρι να βρεις αθανασία.

© Δημήτρης Φιλελές




Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ - Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)

ΑΚΟΥΣΤΕ...



Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Ανάσκαψα όλη τη γη να σε βρω.
Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο· ήξερα
πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες
του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα, κοιτάζοντας
μες από τόση διαύγεια τον κόσμο,
μες από σένα - πλησιάζουν τα πράγματα,
γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα - 
τώρα μπορώ
ν' αρθρώσω την τάξη μου σ' ένα μου ποίημα.

Παίρνοντας μία σελίδα θα βάλω
σ' ευθείες το φως.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
,

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΑΛΗΜΕΡΑ



ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Ο ήλιος ανηφόρισε γελαστός
στάθηκε να ξαποστάσει πάνω στις κροκάλες
έλυσε το χρυσό ζωνάρι του
και το κρέμασε στα φύλλα μιας ιτιάς
στην ακροποταμιά
βούτηξε στα διάφανα τρεχούμενα νερά
να ξεπλύνει το πρωινό θάμπος
κι ύστερα τίναξε τις φτερούγες του
σκαρφάλωσε στις βουνοκορφές
άγγελος χαράς ολόφωτος
και φώναξε στον κόσμο
“ Καλημέρα! “
Κι αντιλάλησε ο λόγος του
στις χαράδρες, στις ρεματιές, στις ρούγες
έκρουσε τα κλειστά παραθυρόφυλλα
ακούστηκε το γέλιο των μωρών στην κούνια
κι έτρεξαν οι νιες μανάδες να τα βυζάξουν στον κόρφο τους
ξύπνησαν οι ζευγολάτες, ρούφηξαν το πρώτο τσιγάρο
και μια γουλιά καφέ
γέμισαν το δισάκι τους ζεστό ψωμί, ελιές κι ένα ξερό κρεμμύδι
και κίνησαν για τα χωράφια τους
Ξύπνησαν οι εργάτες, τύλιξαν σε μια πετσέτα το κολατσιό τους,
ανέβηκαν στο πρώτο λεωφορείο της γραμμής
για τα γιαπιά, τα καρνάγια και τις φάμπρικες
και τα παιδιά με μια σάκα φορτωμένη γράμματα
πήραν το δρόμο για το σχολειό τους
κι όλοι μαζί δουλεύουν, κοπιάζουν, ιδροκοπάνε
για σηκώσουν τον ήλιο μια σπιθαμή πιο ψηλά
κάθε μέρα μια σπιθαμή πιο ψηλά.

© Δημήτρης Φιλελέs

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

ΜΑΥΡΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ



ΜΑΥΡΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ

Φουντάραμε την άγκυρα της μνήμης μεσοπέλαγα
πάνω στο φεγγαρόδρομο που ‘σκιζε το σκοτάδι
και με ιστορίες λέγαμε πως θα ‘βγαινε το βράδυ
κι αν η ψυχή μου ήταν βαριά, σε άκουγα και γέλαγα.

Μου ‘δειχνες τους αστερισμούς που λάμπουν στο στερέωμα
και στη ματιά σου αντίφεγγε η θλίψη η μεγάλη
για τη ζωή που πέρασε κι αλλού σε είχε βγάλει
κι απ’ της χαράς τη μοιρασιά έχασες το δικαίωμα.

Κι ως έλεγες και ύφαινες του λόγου τα καμώματα
στης θάλασσας την αγκαλιά το κύμα μ’ αποκοίμισε
κι ό,τι όμορφο που έσβησε μες στ’ όνειρο μου θύμισε
ώσπου το φως με ξύπνησε κατά τα ξημερώματα.

Στο δρόμο της επιστροφής ήλιος γυμνός λυγμός τυφλός
και τη στεριά αγνάντευες, που πια δε σε προσμένει
μαντίλι άσπρο στο γιαλό, γυναίκα ή ερωμένη
στην πέτρα της υπομονής ο χρόνος μαύρος αδελφός.


© Δημήτρης Φιλελές