ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

108 μέρες - Πολυτίμη Παυλίδου-Μαυρόγιαννη

 


Πολυτίμη Παυλίδου–Μαυρόγιαννη

108 μέρες

Εκδόσεις Αγγελάκη, Αθήνα, 2024

 

Κάποτε, χωρίς να έχουμε περιθώριο ή δικαίωμα επιλογής, έρχεται η στιγμή του φυσικού αποχωρισμού από τους γονείς μας. Αν και εξαρχής μας είναι γνωστό ότι θα συμβεί, μας είναι αδύνατο να συμβιβαστούμε με την ιδέα και κυρίως με το ίδιο το γεγονός. Άλλοτε απρόοπτα, άλλοτε αργά και βασανιστικά, σε κάθε περίπτωση αρνούμαστε να το αποδεχτούμε και, πολύ περισσότερο, να το ενστερνιστούμε. Αφού όμως αναπόφευκτα θα το αντιμετωπίσουμε, απαιτείται με τη λογική να εξισορροπήσουμε τα συναισθήματά μας και να το διαχειριστούμε. Γιατί, αν μη τι άλλο, τους αξίζει ο πιο όμορφος αποχαιρετισμός.

Η Πολυτίμη Παυλίδου–Μαυρόγιαννη, μέσα από τις εκατόν είκοσι σελίδες του αφηγήματός της «108 μέρες», τις τελευταίες 108 μέρες της ζωής της μητέρας της, μοιράζεται με το αναγνωστικό κοινό τις ιδιαίτερες σκέψεις της και τον τρόπο που εκείνη στάθηκε απέναντι στο συμβάν.

Πώς είναι να ξέρεις ότι ο άνθρωπος που σε έφερε στον κόσμο έχει επιβιβαστεί στο μοιραίο τρένο για το έσχατο ανεπίστρεπτο ταξίδι;

Πώς είναι να ξέρεις ότι στην κλεψύδρα του χρόνου τής απομένουν ελάχιστοι κόκκοι μέχρι να αδειάσει εντελώς και για πάντα;

Πόσα αισθάνεσαι ότι έχεις να της πεις από όσα δεν πρόλαβες, δεν μπόρεσες, δεν θέλησες ή απέφυγες στη ροή ολόκληρων δεκαετιών;

Άραγε τι νόημα έχει να της εκμυστηρευτείς τις μύχιες σκέψεις σου, να κάνεις παράωρες εξομολογήσεις ή να εκδηλώσεις κοινότοπες  μεταφυσικές αγωνίες όταν πλέον εκείνη δεν διαθέτει αντανακλαστικά αντίδρασης ή επικοινωνίας;

Ίσως όλες αυτές οι σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της συγγραφέως, ίσως κάποιες απ’ αυτές. Το βέβαιο είναι ότι ο ξεχωριστός ψυχισμός της  δεν ακολουθεί την πεπατημένη, αλλά αντίθετα –αντιστρέφοντας αριστοτεχνικά τις συνθήκες– ανασύρει στην επιφάνεια όλες τις μνήμες του παρελθόντος και τις μεταμορφώνει σε μια εγκάρδια συνομιλία –ή και μονόλογο–, δημιουργεί κλίμα ευφορίας ακόμα και σε εξαιρετικά δύσκολες συγκυρίες, επαναφέροντας νοσταλγικά στιγμές ζωής πλημμυρισμένες από αλήθειες και συγκινησιακή φόρτιση.

Με λόγο απλό, λιτό και κατανοητό, με πένα γλαφυρή χωρίς ακρότητες, ρεαλιστική χωρίς υπερβολές –θα τολμούσα να προσθέσω: με την αφηγηματική προσέγγιση του Βιζυηνού– κρατά τις αποστάσεις, ενώ ταυτόχρονα εφάπτεται και εμπεριέχεται στα γεγονότα, αλληλεπιδρώντας με τους ανθρώπους. Πρόσωπα, εικόνες και περιστατικά συμπυκνώνονται μέσα στον γραπτό λόγο της και οπτικοποιούνται στα μάτια του αναγνώστη, που, καθώς διαβάζει, νιώθει ταξιδευτής στον χρόνο και στον χώρο και αισθάνεται μια πρωτόγνωρη οικειότητα με την κοινωνία, τους ανθρώπινους δεσμούς αλλά και με το αξιακό σύστημα μιας άλλης εποχής. Τίποτα δεν μοιάζει ξένο, τίποτα δεν φαίνεται παράξενο.

Κυρίαρχη η μορφή της μητέρας και ολοζώντανη όπως την σκιαγραφεί η συγγραφέας, μας αποδιώχνει την αίσθηση του επερχόμενου θανάτου, καθώς μας εμφανίζεται πάντα δραστήρια, μαχητική, αποφασιστική και συνάμα τρυφερή, προστατευτική και καταπραϋντική, δημιουργώντας ένα αόρατο συμπαγές δίχτυ ασφαλείας και μόνο με την παρουσία της.

Όσο και αν δίπλα της στέκεται ισοϋψής η πατρική φιγούρα, η μητέρα είναι που κινεί τα νήματα του συνεκτικού οικογενειακού ιστού, καθοδηγεί σαν έμπειρη δασκάλα χορού τα παιδικά βήματα στον μεταβαλλόμενο κοινωνικό περίγυρο χωρίς να τα ποδηγετεί και εμφανίζεται ετοιμοπόλεμη για να σηκώσει το βάρος της μάχης της ζωής απέναντι σε κάθε αναποδιά.  

Ούτε λεπτό η αφήγηση δεν προκαλεί αίσθημα θλίψης ή απαισιοδοξίας, συχνά μάλιστα φέρνει το αβίαστο χαμόγελο στα χείλη. Η συγγραφέας, με ευστοχία και από προσωπική στάση ζωής, διανθίζει το γραπτό της με εκείνες τις ιδιαίτερες φυσιογνωμίες που αντάμωσε στο διάβα της και προσέφεραν με τους ιδιόμορφους χαρακτήρες και τις συμπεριφορές τους μια διαφορετική ευχάριστη νότα στη σκληρή καθημερινότητα.

Μια αφήγηση ποταμός, κατάθεση ψυχής από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα, που ολοκληρώνεται με τον επιγραμματικό επίλογο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου με απόλυτη ειλικρίνεια:

«Έχω τόσα που δεν σου ’χω πει, μάνα. Μη μου θυμώνεις. Τόσα ψέματα αντί για αλήθειες, τόσες αλήθειες αντί για ψέματα».

Αν και πρόκειται για αφήγημα βιωματικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ο αναγνώστης συχνά θα συναντήσει στις γραμμές του κομμάτια του εαυτού του και γνώριμες όψεις της δικής του πραγματικότητας.

Γιατί η μάνα μας θα είναι πάντα η μάνα μας κι εμείς, ανεξάρτητα από ηλικία, θα είμαστε πάντα τα παιδιά της.

 

Δημήτρης Φιλελές

 

Σημείωμα για τη συγγραφέα:


Η Πολυτίμη Παυλίδου–Μαυρόγιαννη γεννήθηκε στην Αθήνα. Γονείς της ο Γεώργιος Παυλίδης, από τον Πόντο της Μικράς Ασίας, και η Ειρήνη Παυλίδου, το γένος Ράπτου, από την Ικαρία. Τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στο Γυμνάσιο της Νέας Ιωνίας και εισήχθη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως δικηγόρος και ως βοηθός στη Νομική Σχολή. Έχει δυο παιδιά, δυο υπέροχα εγγόνια και μια δισεγγονή. Οι 108 μέρες είναι το πρώτο πεζό έργο της. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Συλλέκτης λέξεων (2019) και Μοναχική περιπλάνηση (2016).


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Οι "108 μέρες" στο fractal

 

...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς

Τύχη αγαθή μας έφερε στο "Σύγχρονο Θέατρο" ((Ευμολπιδών 45, Κεραμεικός) για τη θέαση της παράστασης "...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς", μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου του Χρόνη Μίσσιου. Σε μια θεατρική αίθουσα που δεν έπεφτε καρφίτσα και όλοι κρατούσαμε την ανάσα μας επί ενενήντα λεπτά, βιώσαμε το πρωτόγνωρο ανελέητο σφυροκόπημα τόσο των επί σκηνής τεκταινομένων όσο και των αλλεπάλληλων δονήσεων που μεταφέρονταν υπό μορφή ωστικού κύματος στο καθηλωμένο κοινό. 

Όχι πως η θεατρική ομάδα GAFF δεν μας έχει ήδη προσφέρει δείγματα της αξιοθαύμαστης σκηνικής παρουσίας της, όχι πως κάθε φορά δεν ανεβάζει όλο και πιο ψηλά τον πήχη με πάντα επιτυχημένα άλματα, όμως αυτή τη φορά οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι υπερέβη κάθε όριο και προσδοκία και του πλέον απαιτητικού θεατρόφιλου. Σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, υποκριτικά, όλα άψογα, άριστα, κορυφαία. 

Το ακατάπαυστο χειροκρότημα των όρθιων θεατών ήταν το ελάχιστο αντίδωρο του κοινού στους τέσσερις εμφανείς ήρωες του έργου, αλλά και σε όλους τους αφανείς συντελεστές που έχτισαν αυτό το αριστουργηματικό θεατρικό οικοδόμημα. 

Είναι μια θεατρική δημιουργία που πρέπει όλοι οι Έλληνες να δούμε, να νιώσουμε και να αναμετρηθούμε με την αλήθεια της και την αλήθεια μας.

Μικρό ευχαριστώ από καρδιάς η γραπτή ματιά μου που ακολουθεί...

«Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος». Μέσα σ’ αυτή τη φράση ο αιρετικός Χρόνης Μίσσιος περικλείει όλη την ιδεολογία του. Έδωσε τον αγώνα διά βίου από το αδιαπραγμάτευτο αριστερό μετερίζι του και τον κέρδισε αντιμετωπίζοντας την κοινωνική αδικία, τους εξευτελισμούς, τα βασανιστήρια και τη θανατική ποινή. Αυτή την άνιση μάχη περιγράφει στο αυτοβιογραφικό του αφήγημα «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1985  από τις εκδόσεις γράμματα. Από τα Ποταμούδια των προσφύγων, των καπνεργατών, των κυνηγημένων κομμουνιστών στη Θεσσαλονίκη της φτωχολογιάς και αντί για το σχολείο, στο λιμάνι αναζητώντας τον επιούσιο με το κασελάκι του. Από τα Γιαννιτσά στις αντάρτικες ομάδες κι από κει στον Δημοκρατικό Στρατό. Μέχρι τη σύλληψή του το 1947 και την καταδίκη του σε θάνατο, τη συμπτωματική σωτηρία του και το μακρύ οδυνηρό ταξίδι του στις φυλακές–κολαστήρια (Βίδος, Γεντί Κουλέ, Αβέρωφ, Μακρόνησος, Άη-Στράτης, Κορυδαλλός...) ως πολιτικός κρατούμενος μέχρι το 1973 με ένα μικρό διάλειμμα από το 1962 ως το 1967. Στη φυλακή ο θανατοποινίτης Μίσσιος περιγελά τον θάνατο και μαθαίνει γράμματα, για να μας παραδώσει ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά κείμενα της σύγχρονης ιστορίας μας. Μια ιδιότυπη συνομιλία με νεκρούς και ζώντες, με απόντες και παρόντες, με παρελθόντες και μελλούμενους.

Η Σοφία Καραγιάννη και η Μυρτώ Αθανασοπούλου αναλαμβάνουν τη μεταφορά του πεζού λόγου επί σκηνής. να εικονοποιήσουν τα συναισθήματα, να ενοποιήσουν το κοινό με τους ερμηνευτές, να μας παρασύρουν στη δίνη των πέτρινων χρόνων με διόφθαλμη όραση, πυροβολώντας ακατάπαυστα με ιαματικές αλήθειες. Το εγχείρημα επικεντρώνεται στην περίοδο του εμφύλιου σπαραγμού, στη μετεμφυλιακή ασυδοσία  των νικητών και στην ακροβασία στο κενό των ηττημένων, το υλικό προσεγγίζεται με απόλυτο σεβασμό και η όλη προσπάθεια στέφεται από απόλυτη επιτυχία. Μια αδιάκοπη άσκηση ισορροπίας με διαδοχικές πτώσεις και κορυφώσεις, που θυμίζει ημιτονοειδές κύμα που σαρώνει στο διάβα του τις ανθρώπινες ψυχές. 

Η Σοφία Καραγιάννη αναλαμβάνει και την ευθύνη της σκηνοθεσίας σε συνεργασία με τη Γεωργία Μπούρδα στον σκηνογραφικό και ενδυματολογικό τομέα. Πώς αυτή η μάχη σωμάτων και ψυχών μπορεί να αποδοθεί στον περιορισμένο ομολογουμένως χώρο μιας θεατρικής σκηνής; Παρακολουθώντας την παράσταση ο θεατής διαπιστώνει ότι η σκηνοθετική ιδέα, η ευρηματικότητα και η σκηνογραφική άποψη συνδυάζονται άψογα, δημιουργώντας ένα αξιοθαύμαστο αποτέλεσμα, που αξίζει να χρησιμοποιηθεί για θεατρική διδασκαλία.  Τίποτα δεν λείπει, τίποτα δεν περισσεύει, όλα βρίσκονται στην κατάλληλη θέση την κατάλληλη στιγμή, όλα λειτουργούν όπως ένα καλοκουρδισμένο ρολόι και συμμετέχουν στην εξέλιξη του δράματος.

Επί σκηνής ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης, στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Χρόνη Μίσσιου, σε ρεσιτάλ ερμηνείας, με τη σωματοποίηση των συναισθημάτων στον υπερθετικό βαθμό, σηκώνει στους ώμους του το βάρος της εξέλιξης και της ροής της παράστασης. Μιλώντας στον σκοτωμένο σύντροφό του, που «γλίτωσε» από τα μαρτύρια που ακολούθησαν στα πέτρινα χρόνια της σιωπής, κατορθώνει παράλληλα να απευθύνεται σε όλους μας, να μεταφέρει με μοναδική παραστατικότητα το παρελθόν στο παρόν, να θέτει ερωτήματα για το μέλλον του ανθρώπου μέσα από την προσωπική εμπειρία ζωής. Μιλώντας με τους βασανιστές και τους δεσμοφύλακες, τους τοποθετεί απέναντι από την αμείλικτη προσωπική τους ευθύνη, απέναντι από το απάνθρωπο εγώ τους, για να αηδιάσουν και να το σιχαθούν.  Μιλώντας με τους συντρόφους του, τους βάζει να σταθούν μπροστά στην ωμή πραγματικότητα, να δουν τον κόσμο όπως είναι, χωρίς παρωπίδες, και να τον μετρήσουν με το ανθρώπινο και όχι το κομματικό ανάστημα. 

Ως σύγχρονος Προμηθέας δεσμώτης, τηρουμένων των αναλογιών, υπομένει αγόγγυστα την παράλογη τιμωρία του, δεν μετανοεί και παραμένει πιστός στο όραμά του μέχρις εσχάτων για μια παγκόσμια κοινότητα με καλύτερους ανθρώπους, την ώρα που από τα χέρια των ανθρώπων στάζει ακόμα το αίμα της σφαγής του δεύτερου μεγάλου πολέμου. Ο πρωταγωνιστής μάς στέλνει το προσωπικό του μήνυμα: Ό,τι συνέβη, ό,τι είμαστε, δεν διαγράφεταιˑ αντίθετα είναι ό,τι μας χρειάζεται για να μάθουμε πώς θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.

Συνοδοιπορούν επί σκηνής ο Δημήτρης Μαμιός, ο Γιάννης Μάνθος και ο Κωνσταντίνος Πασσάς με ισάξιο υποκριτικό κρεσέντο, σε ρόλους εναλλασσόμενουςˑ άλλοτε βασανιστές, ή συγκρατούμενοι, άλλοτε δεσμοφύλακες ή συνοδοιπόροι και καθοδηγητές, με υποδειγματική ευχέρεια έκφρασης και προσαρμογής στην εκφορά του λόγου. Συνυπάρχουν εκρηκτικά ή με τρυφερότητα, συγκρούονται ασυγκράτητα, φτάνουν σε αδιέξοδα, γκρεμίζονται ή αιωρούνται, αλλά πάντα βρίσκουν τρόπο να ισορροπούν. Δίνουν τη μάχη της παράνοιας με τη λογική μέχρι να καταφέρουν να φτάσουν από το πηχτό σκοτάδι στο άπλετο φως. Τέσσερις μαχητές μέχρι τελικής πτώσης, συναγωνιστές ή αντίπαλοι, ενωμένοι σε ένα αόρατο σώμα, σε έναν αόρατο κοινό νου, που κινείται σαν ομάδα συγχρονισμένης κολύμβησης με την υποδειγματική κινησιολογική καθοδήγηση της Μαργαρίτας Τρίκκα. Τέσσερις σχοινοβάτες στα όρια του ακραίου, που όμως κατορθώνουν αριστοτεχνικά να μην υπερβούν ποτέ το εσωτερικό μέτρο, φτάνοντας σε ένα φινάλε που μπορεί να αποτελέσει τροφή για σκέψη για τον θεατή.

Συμπληρωματικά, οι φωτισμοί της Βασιλικής Γώγου είναι αρμονικά συνυφασμένοι με το εξωτερικό και το εσωτερικό τοπίο, ενώ η μουσική συνεισφορά του Μάνου Αντωνιάδη είναι τόση όση απαιτείται. 

Συνοψίζοντας, πρόκειται για μία από τις κορυφαίες παραστάσεις της φετινής θεατρικής χρονιάς που απευθύνεται για διαφορετικούς λόγους σε ευρύ ηλικιακό φάσμα κοινό και που υπάρχει οπωσδήποτε λόγος για να ιδωθεί. 


Τα στοιχεία της παράστασης

Διάρκεια: 85’ λεπτά

Κείμενο: Χρόνης Μίσσιος

Δραματουργική επεξεργασία: Σοφία Καραγιάννη, Μυρτώ Αθανασοπούλου

Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη

Σκηνογραφία – Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα

Φωτισμοί: Βασιλική Γώγου

Μουσική: Μάνος Αντωνιάδης

Κίνηση: Μαργαρίτα Τρίκκα

Ερμηνεύουν: Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Κωνσταντίνος Πασσάς, Δημήτρης Μαμιός, Γιάννης Μάνθος

Παραγωγή της Ομάδας GAFF


Δημήτρης Φιλελές


Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

Τίτος Πατρίκιος - Κατάφατσα στον ουρανό (απόσπασμα)

Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

21 Μαρτίου 2024 



Ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος



Κατάφατσα στον ουρανό

(απόσπασμα)

 

Μέσα στην τραχιά μοναξιά της άρμης, μέσα

στις μυώδεις κινήσεις των ωκεανών

κατοικημένες μόνο από σιωπή,

η ζωή ετοιμαζόταν

όπως σε κάθε θραύσμα φως ετοιμάζονται τα χρώματα.

 

Ζωή στα σπλάχνα του γρανίτη και της ατμόσφαιρας

ζωή στα πληγιασμένα εσώρουχα του ύπνου

ζωή πάνω απ’ την τέφρα ζωή κάτω απ’ το χιόνι

κι εκεί, στη μέση, ορθός, αρσενικός,

με το αξούριστο βυζαντινό του πρόσωπο,

ο θάνατος –

μια παύση που ανασυνδέει την κίνηση

ένα γεροφτιαγμένο άρβυλο που εξαντλεί τα όρια της θαλπωρής

ένα ρούχο που τυλίγει την παγωμένη σκιά του φεγγαριού

ένα τραπέζι που η ζωή στρώνει για το φαΐ της

ένα μέταλλο στο τέλος ενός φύλλου στις αρχές ενός δάσους.

 

Σε πηγές και πηγές, σ’ αγρίμια κι αγρίμια, σε σμιξίματα

και σμιξίματα, σε τάφους και τάφους, σε τσουκάλια και τσουκάλια

περνάει ένα κύμα.

Ένα κύμα φωνάζει, ένα κύμα ψάχνει, ξεγυμνώνει τη σάρκα του

ξεγυμνώνει το κύμα, ξεθάβει κόκαλα από πετρωμένο φως,

αναποδογυρίζει το θάνατο, φαρδαίνει τη ζωή, τη σακατεύει,

τη δυναμώνει – μα τι γυρεύει;

 

Πού πάει το κύμα; πού πάμε; πού πάμε;

 

Προχωρούμε.

 

και συ ουρανέ που είδες μέσα στ’ ατέλειωτο ανακύκλισμα

    ζωής και θανάτου

να μεγαλώνει ο κόσμος να ψηλώνει ο άνθρωπος

εσύ που είδες τους πεινασμένους

όλους τους βασανισμένους

όλους τους κυνηγημένους

μην το ξεχνάς:

Πέρα απ’ το βόγγο

υπάρχει η νίκη.

Και τούτη η ζωή μας η μικρή

δε δέχεται το θάνατο.

 

Τίτος Πατρίκιος

 

Από το ποιητικό έργο Χωματόδρομος, 1954.


Παρασκευή 1 Μαρτίου 2024

Κοινή γνώμη

 


Κοινή γνώμη

 

Άκου της γνώμης της κοινής την άποψη τη σοβαρή

σαν μπότα του κατακτητή είναι το βήμα της βαρύ.

Κράτα το στόμα σου κλειστό και τα αυτιά σου ανοιχτά

ο αδαής εκφωνητής σαν μαύρος σκύλος αλυχτά.

 

Ποιος είσαι συ ο τολμηρός που θέλεις να αντισταθείς

σκέψου πως είσαι τυχερός που βρήκες τόπο να σταθείς.

Άλλος για σένα σκέφτεται το πρέπον και το πρακτικό

μάθε σωστά να φέρεσαι, όργανο εκτελεστικό.

 

Η κρίση και η κριτική επείγον περιστατικό

που προκαλεί επιπλοκές στο πνεύμα το ομαδικό.

Της εξουσίας οι ταγοί γνωρίζουν πάντα το καλό

δήλωσε τώρα υποταγή στο κοφτερό τους το μυαλό.

 

Σταγόνα στον ωκεανό το δάκρυ για τα θύματα

αίμα ζητάει το κοινό και στυγερά εγκλήματα.

Δώσ’ του να φάει και να πιει στου καναπέ τη ζεστασιά

μην του χαλάσεις τη βολή μέσα στην κοσμοχαλασιά.

 

Εμπρός για ύπνο διαρκή σε φάση επαναστατική

εμπρός βαδίζει η πατρίς όσο η νάρκη διαρκεί.

Κι αν είναι θέλημα Θεού, απ' τα μαλλιά της θα πιαστεί

κι αν είν' της μοίρας της γραφτό, απλώς θα εκτροχιαστεί.

 

© Δημήτρης Φιλελές

Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024

Κριτική του Κ. Τραχανά στο Fractal για τον "Θοδωράκη"

Ο άνθρωπος που γονάτισε την Οθωμανική Αυτοκρατορία

Γράφει o Κώστας Α. Τραχανάς //


Δημήτρης Β. Προύσαλης, Δημήτρης Φιλελές «Θοδωράκης, ο “μικρότερος’’ των Κολοκοτρωναίων!» Εκδόσεις Πηγή 2023, σελ. 73

 


Στο μικρό αυτό πόνημα η ιστορία, η λαογραφία, η λογοτεχνία μέσα από την ποιητική έμπνευση και συμβολή και η προφορική αφήγηση με τη μουσική συνοδεία, φέρνουν στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος, τη μορφή μιας καθολικής αποδεκτής εμβληματικής φυσιογνωμίας, όπως ήταν ο Γέρος του Μοριά. Η πείρα του, στην εποχή που λειτούργησε ως κλέφτης στην Πελοπόννησο προεπαναστατικά, η στρατηγική του αντίληψη και η γενικότερη προσωπικότητά του, αποτέλεσαν καταλυτικούς παράγοντες για σχεδιασμούς, δρομολογήσεις και καθοριστικές νίκες, τέτοιες που έφεραν την Επανάσταση σε θετική τοποθέτηση απέναντι στην πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία και τους ξένους αρωγούς της.

Η αναγκαιότητα μιας συνοπτικής παρουσίας επιλεγμένων σημείων της ζωής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ως προσέγγιση μέσω της τέχνης, που θα προβάλει ουσιαστικά, αλλά χωρίς διδακτισμό την μορφή του Μοραΐτη οπλαρχηγού και την εποχή του, οδήγησε αρχικά στην έρευνα για τον εντοπισμό του  κατάλληλου υλικού, την μελέτη του, την αξιολογική επιλογή του και τη συγκρότηση ενός άξονα, ικανού να αποτελέσει τον κορμό για μια παράσταση προφορικής αφήγησης. Το προς αφήγηση -ιστόρηση υλικό στηρίχθηκε στις προφορικές λαογραφικές παραδόσεις, στις ιστορικές αναφορές, τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, τα δημοσιεύματα του Τύπου του 19ου αιώνα, τους μύθους του Αισώπου που αφηγούνταν ο Κολοκοτρώνης, αλλά και μύθους της δικής του επινόησης, με διάθεση ψυχαγωγική, συμβολική, επιδιώκοντας τον αναστοχασμό, την ψυχολογική ενδυνάμωση και την αγωνιστική διαπαιδαγώγηση.

Ουσιαστικά, όλη η ζωή του Κολοκοτρώνη διανθίζεται από αισώπειους μύθους και αφηγήσεις δικών του επινοημένων ιστοριών με διδακτικό χαρακτήρα, με την ευρεία έννοια των φανταστικών αφηγημάτων, καθώς ο όρος «μύθος» ενέχει διττή διάσταση εννοιολογικής ταυτότητας, είτε αυτοί συνδέονται με περιστατικά της ζωής του είτε με γενικότερα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα.

Η ιστορική πένα της απομνημονευτικής ιστοριογραφίας και η λαογραφία σε αφηγηματική μορφή ανταμώνουν με την ποιητική έμπνευση και το ταλέντο του Δημήτρη Φιλελέ, λογοτέχνη και ποιητή. Μετά ακολουθεί η μουσική επένδυση των αφηγήσεων και των ποιητικών δημιουργιών. Τα κείμενα, πεζά αφηγηματικά και ποιητικές συνθέσεις, μεταμορφώνονται σε τραγούδια, αφού ο μουσικός και τραγουδοποιός Φίλιππος Πλακιάς, έχοντας ως στιχουργικό καμβά τα ποιητικά σώματα του Δημήτρη Φιλελέ, ένα ποίημα ανά ιστορία, συνθέτει με μοναδική μαεστρία τις μουσικές ενδύσεις, περπατώντας σε ρυθμούς που πηγάζουν από την παράδοση του λαού μας.

Η αφήγηση γίνεται η βάση, η ποίηση συνομιλεί και αναδεικνύει, η μουσική απογειώνει.

Πρόκειται για την ευτυχή συνύφανση μορφών του λόγου σε μια συνάντηση παράλληλων κόσμων, τεχνών και τεχνικών, που ανασαίνουν αντάμα συνοδοιπορώντας στην κατεύθυνση να προβληθεί η προσωπικότητα του Γέρου του Μοριά.

«Λένε πως η Ζαμπία, η γυναίκα του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, του πρωτοκλέφτη του Μοριά ρώτησε τα παιδιά της: «Πότε, παιδιά μου, θα γενείτε παλικάρια, θα μεγαλώσετε, για να κόψετε με το σπαθί σας Τούρκους που σκότωσαν τον πατέρα σας;»

Ο Χρήστος, ο πιο μικρός της γιος αποκρίνεται: « Μη στενοχωριέσαι, μάνα! Εγώ, σαν μεγαλώσω, όρκο σου δίνω πως θα σου φέρω εφτά κεφάλια τούρκικα στο ταγάρι!»

Μιλά με τη σειρά του, ο γιος της, ο Γιάννης: «Εγώ μάνα, όρκο κάνω πως θα σου φέρω τούρκικα κεφάλια εκατό!».

«Κι εσύ, Θοδωράκη, γιε μου, που είσαι ο μεγαλύτερος, τι θα κάμεις για να εκδικηθείς τον χαμό του πατέρα σου;»

 «Εγώ, μάνα, όρκο σου δίνω πως θα διώξω του Τούρκους από τον Μοριά, να γλιτώσουμε πια από δαύτους μια για πάντα…»

Κι αλήθεια είναι, ο  Θοδωρής Κολοκοτρώνης τον λόγο του τον κράτησε…

Το 1825 πατά το πόδι στον Μοριά ο Ιμπραήμ. Ο Ιμπραήμ στέλνει τον κεχαγιά του στη Μεσσηνία, με διαταγή να κάμει τους ντόπιους να προσκυνήσουν. Αν δεν το κατορθώσει στα λόγια, τότε να το κάμει, όχι με πόλεμο, αλλά με την καταστροφή, βάζοντας παντού φωτιά. Έντεκα μέρες καίγεται όλος ο τόπος:  Εκατό χιλιάδες ρίζες λιόδεντρα, ογδόντα χιλιάδες ρίζες συκιές, μουριές, πορτοκαλιές, λεμονιές, ο καπνός ανεβαίνει στα τρίσβαθα του ουρανού, τα δέντρα γίνονται θυσία και θυμίαμα στον Αγώνα. Τότε ο Κολοκοτρώνης γράφει στον Ιμπραήμ: «Αυτό όπου μας φοβερίζεις, να μας κόψεις και να μας κάψεις τα καρποφόρα δέντρα μας, δεν είναι της πολεμικής έργο. Γιατί τα άψυχα δέντρα δεν εναντιώνονται σε κανέναν. Μόνο οι άνθρωποι που εναντιώνονται έχουν στρατεύματα και τους σκλαβώνεις. Κι έτσι είναι το δίκιο του πολέμου, με τους ανθρώπους να εναντιώνεσαι και όχι με τα άψυχα δέντρα. Γιατί, όχι τα κλαριά να μας κόψεις, όχι τα δέντρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, ακόμα μόνο πέτρες απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνάμε. Γιατί τα δέντρα μας, αν τα κόψεις και τα κάψεις, τη γη την ίδια δεν μπορείς να τη σηκώσεις. Και η ίδια η γης που τα έθρεψε, αυτή η ίδια γη μένει δική μας και τα ματακάνει. Μονάχα ένας Έλληνας να μείνει, πάντα θα πολεμούμε. Και μην ελπίζεις πως τη γη μας θα την κάνεις δική σου, βγάλ’ το από τον νου σου!»

Η επιστολή αυτή του Κολοκοτρώνη εκφράζει μια βαθιά φιλοσοφία για την υπεράσπιση της ζωής της φύσης και στου σεβασμού της, που ταλαιπωρείται μαζί με τα μαρτύρια του ανθρώπινου περίγυρου. Πρόκειται ίσως για ένα από τα πιο μεστά, συγκινητικά και ουσιαστικά νοημάτων κείμενα που αφορούν γεγονότα της Επανάστασης.

1843-2023: Εκατόν ογδόντα χρόνια από τον θάνατο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του στρατηγού ελευθερωτή της Ελλάδας.

 

Δημήτρης Β. Προύσαλης

Ο Δημήτρης Προύσαλης σπούδασε παιδαγωγικά, βιβλιοθηκονομία και μετεκπαιδεύτηκε στην ειδική αγωγή. Έχει μεταπτυχιακό Διδακτορικό δίπλωμα (Master) στην κατεύθυνση Λαογραφία και Πολιτισμός του ΠΤΔΕ του ΕΚΠΑ Αθηνών και είναι υποψήφιος Διδάκτοράς του. Από το 1988 εργάζεται ως δάσκαλος στη Δημόσια Εκπαίδευση. Από το 1999 ασχολείται με την έρευνα, συλλογή, καταγραφή και μελέτη του λαϊκού παραμυθιού. Από το 2003 κουβαλάει με σεβασμό και μοιράζεται, σε αφηγήσεις με ενηλίκους και παιδιά, λαϊκά παραμύθια απ’ τις προφορικές παραδόσεις των λαών, για όλα αυτά που ισορροπούν ανάμεσα στα ψέματα των παραμυθιών και τις αλήθειες της ζωής. Από το 2016 έχει την ευθύνη λειτουργίας της Λέσχης Αφήγησης Αθήνας Μοιράσου κι εσύ μιαν ιστορία. Είναι ιδρυτικό μέλος της Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη και του Σωματείου για την προώθηση της Φιλαναγνωσίας Διαβάζοντας Μεγαλώνω καθώς και τακτικό μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας.

 

Δημήτρης Φιλελές

Ο Δηµήτρης Φιλελές γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Σπούδασε Κοινωνικές Επιστήµες και Παιδαγωγικά. Εργάστηκε ως δάσκαλος επί 35 χρόνια στη δηµόσια πρωτοβάθµια εκπαίδευση. Ασχολείται µε την ποίηση, την πεζογραφία, την αρθρογραφία και τη φωτογραφία. Είναι µέλος της Π.Ε.Λ. και του PEN Greece. Έχει πολλές συµµετοχές µε ποιητικές και πεζογραφικές του δηµιουργίες σε έντυπα συλλογικά έργα και µε δηµοσιεύσεις σε διαδικτυακούς λογοτεχνικούς τόπους. Βιβλιοκριτικές του δηµοσιεύονται στον λογοτεχνικό διαδικτυακό τόπο fractal.


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Ο "Θοδωράκης" στο Fractal


Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

Σκιές

 

Ζωγραφικό έργο του Σωτήρη Σόρογκα
που εκτίθεται σε σταθμό του μετρό της Αθήνας

ΣΚΙΕΣ

 

Οι σκιές περπατούν αμίλητες

στη γέμιση του φεγγαριού

ανεμίζουν λάβαρα διάτρητα

ιδανικών που έφθειρε ο χρόνος

και των επιγόνων η πολτοποιημένη συνείδηση

 

οι σκιές ψηλώνουν, μακραίνουν, καθαγιάζονται

σαν αγιογραφίες βυζαντινές

σε τοίχους βεβηλωμένης εκκλησίας

απιθώνουν την εύγλωττη σιωπή τους

στις ουράνιες μολυβένιες νεροσυρμές

που ποτίζουν τη χέρσα γη

 

οι σκιές ανηφορίζουν τον λόφο του μαρτυρίου

αρνούνται τη ματαιότητα της θυσίας

αντικατοπτρίζονται στη λευκότητα των κορυφών

και στων θαλασσών τη νηνεμία

ζεσταίνουν στον κόρφο ανεκπλήρωτα οράματα

ξαγρυπνούν στην εύκαρπη μήτρα της νύχτας

μέχρι τη γέννηση της νέμεσης.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Αντι...σάματα (εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα, 2020)

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Του Ψαρονίκου

 

Νίκος Ξυλούρης
7 Ιουλίου 1936 - 8 Φεβρουαρίου 1980

Του Ψαρονίκου

 

Κοιμήθηκε ο σταυραϊτός στη γη του Ψηλορείτη

βαριά μαυροφορέθηκες, λεβεντομάνα Κρήτη.

 

Δίπλωσε τις φτερούγες του, απόστασε το σώμα

κι έγειρε ν’ αποκοιμηθεί στης μαύρης γης το στρώμα.

 

Στον ύπνο ανταμώθηκε με τον τυφλό λυράρη

και τράβηξε κατόπι του ως τον ψυχοβαρκάρη.

 

Κι ως σκίζει η βάρκα τα νερά ως την Αχερουσία

φωνή ακούγεται τρανή ως την αθανασία.

 

Αντρίκια απλώνεται λαλιά σ’ όλη την οικουμένη

κι από τα μνήματα νεκρούς σηκώνει κι ανασταίνει.

 

Δακρύζει ο πικροχάροντας, θρήνος βουβός ξεσπάει

του κάτω κόσμου τα σκαλιά ο αρχάγγελος μετράει.

 

Κι ως περπατά στα σκοτεινά, στα τρίσβαθα του Άδη

τον δρόμο του φωτίζει τον δαυλός απ’ το Αρκάδι.

 

Χεροπιαστά ο Γαβριήλ με τον Δασκαλογιάννη

του πλέκουνε στην κεφαλή αμάραντο στεφάνι.

 

Είναι κι αυτός πολεμιστής κι έχει το αίμα δώσει

της λευτεριάς ψηλό δεντρί στην πέτρα να ριζώσει.

 

Το κλάμα σταματήσετε και μη μοιρολογάτε

μονάχα τα τραγούδια του στο πέτο να φοράτε.

 

Πάνω στο μέρος της καρδιάς σαν λούλουδα ν’ ανθίζουν

ν’ αναριγά π’ ακούει τα, δροσιά να του χαρίζουν.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Χρήστος Τουμανίδης - Οι ελεγείες της Ανατολής

 


Χρήστος Τουμανίδης - Οι ελεγείες της Ανατολής

Ποιήματα + CD, Εκδόσεις Κουκκίδα, (γ’ έκδοση, 2023)

 

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ


Λένε ότι οι ποιητές κερδίζουν την αιωνιότητα. Ίσως όχι όλοι, αλλά σίγουρα εκείνοι που τολμούν να καταδυθούν στα πιο απόκρυφα σημεία της ύπαρξής τους και, παράλληλα, της ύπαρξής μας, αλλά και στις πιο σκοτεινές και αποκρουστικές πτυχές της ιστορίας αλλά και της σκληρής πραγματικότητας, ώστε ο ποιητικός λόγος τους να αναδυθεί ως κραυγή αγωνίας για το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας ολόκληρης. Λένε ακόμα ότι τα σημαντικά ποιητικά έργα δεν γράφονται σε περιόδους ευημερίας και προόδου του πολιτισμού, αλλά σε εποχές μαύρες, όταν η απληστία καταβροχθίζει την αυτονόητη ισότητα, όταν η αδικία εξοβελίζει το δίκιο και η αδιαφορία σκεπάζει με το πέπλο της το χρέος όλων μας απέναντι στους επερχόμενους ανθρώπους, όταν ο ανελέητος πόλεμος, κινούμενος από τα μίση και τα πάθη, όπως αναφέρει και ο Θουκυδίδης, ισοπεδώνει κάθε έννοια ανθρωπιάς, σκορπίζοντας σάρκες στο πέρασμά του.  Τότε οι ποιητές επαναστατούν και με το μελάνι της καρδιάς τους υπερασπίζονται το δικαίωμα να λογιζόμαστε και να είμαστε άνθρωποι.

Όλες αυτές οι σκέψεις «φωτογραφίζουν» τον ποιητικό λόγο και τη γραφή του Χρήστου Τουμανίδη μέσα από την ποιητική του συλλογή Οι ελεγείες της Ανατολής, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Μια ποιητική συλλογή που από το 2013 μέχρι σήμερα βρίσκεται στην τρίτη της έκδοση, αποδεικνύοντας έμπρακτα –δυστυχώς– τη διαχρονικότητα αλλά και την αναγκαιότητα αυτής της θεματολογίας και αυτής της γραφής.

Και αν η απώλεια είναι το κυρίαρχο στοιχείο της ποίησης του Τουμανίδη, αυτή τη φορά δεν περιορίζεται στο στενό του περιβάλλον ή στον διευρυμένο κύκλο, αλλά επεκτείνεται στην απώλεια της έννοιας του ανθρώπου κάτω από τα συντρίμμια των βομβαρδισμένων ψυχών, στην απώλεια του ελπιδοφόρου μέλλοντος που έχουμε χρέος να κληροδοτήσουμε στους μελλοντικούς ανθρώπους, στην απώλεια της ανθρωπιάς ολόκληρου του πλανήτη, που θυσιάζει στον βωμό του μίσους και των συμφερόντων κάθε ευγενές ιδανικό. 

Γιατί όμως ο Τουμανίδης γράφει έτσι; Γιατί ολόκαρδος είναι ταμένος στο παγκόσμιο ζητούμενο της ισότητας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης; Ο ίδιος επισημαίνει την ταύτισή του, σε άρθρο του στο περιοδικό Φρέαρ, με ό,τι θεωρεί ο Θανάσης Χατζόπουλος στο βιβλίο του Η στάση του πελαργού (εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2022), πως είναι η ποίηση και ο ποιητής:

«Η ποίηση είναι το αντίπαλο δέος της αγοράς, του εμπορίου, της ψυχικής ισοπέδωσης και της απουσίας πνευματικής ζωής. Η ποίηση: ένας πόλος απέναντι σε αυτό που συμβαίνει σήμερα στην κοινωνία…». (Από τις σελ. 63-67)

«Ο ποιητής γράφει πάντα όρθιος, σαν πελαργός. Κάποτε ανασηκώνει το ένα πόδι. Κι άλλοτε, χωρίς κανείς να τον αντιληφθεί, σε αυτή την περίεργη ορθοστατική χοροστασία αλλάζει πόδι, για να διευκολύνει την κυκλοφορία του αίματος και των λέξεων». (Από τη σελ. 122)

Σε τρεις εφαπτόμενες ενότητες, πλήρεις συναισθήματος, ευαισθησίας και εγρήγορσης κινούνται Οι ελεγείες της Ανατολής, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια του ποιητή να σκίσει το πέπλο του εφησυχασμού, να αφυπνίσει ναρκωμένες συνειδήσεις και να φέρει μπροστά τα μάτια όλων μας την αμείλικτη πραγματικότητα, για να πάψουμε πια να ισχυριζόμαστε ότι δεν γνωρίζουμε, να πάψουμε να αποστρέφουμε το βλέμμα από τον συν-άνθρωπο ή να περιοριζόμαστε σε δήθεν ανθρωπιστική εξωτερική ενδυμασία. 

Από τους πρώτους στίχους ο ποιητής είναι σαφής. Είναι η επίγεια Κόλαση που του κεντρίζει την ψυχή, είναι η Λωρίδα της Γάζας και όσα συμβαίνουν εκεί, που τον οδηγεί σε ένα ποίημα–κραυγή, που τον κάνει να χάσει τον ύπνο του, να στερέψει το δάκρυ του και να βουβαθεί από τον ανείπωτο πόνο. Βασανιστικά ερωτήματα τον προβληματίζουν, δίχως να βρίσκει απάντηση. Γιατί και για ποιο λόγο καίγονται οι πολιτείες και τα όνειρα των παιδιών μας; 

Και ακόμα περισσότερο:

Και τι παραμύθια να πω στα παιδιά; Στα παιδιά που απ’ τα σπάργανα κιόλας, / αγγίζουν σκανδάλες. 

Όμως ο ποιητής πιστεύει και πασχίζει να φέρει ξανά στο στερέωμα τον ζωοδότη ήλιο, τον ούριο άνεμο. Θέλει τα ποιήματά του να γίνουν βόμβες που θα νικήσουν τον φόβο και τη σκοτεινιά των συνειδήσεων. 

Ο ποιητής Χρήστος Τουμανίδης

Έτσι ξεκινά να μας μιλά ο ποιητής γι’ αυτούς τους ανθρώπους, τους ανέστιους, που όμως εξακολουθούν να πιστεύουν στη ζωή, στη δύναμη που θα τους κάνει να νικήσουν τον θάνατο, καθώς παίρνουν τον δύσβατο δρόμο της προσφυγιάς, εγκαταλείποντας την πυρπολημένη Εδέμ, ικέτες που αναζητούν ένα καλύτερο αύριο στον «παράδεισο» της Δύσης. Μαζί τους και ο ποιητής, ικέτης της Αθήνας του φωτός, του πνεύματος και του πολιτισμού, να δεχτεί τους απάτριδες που τούτος ο κόσμος, ο στεγνός από αισθήματα, δεν τους περιέχει. Να τους προσφέρει οδό διαφυγής, καθώς 

Ούτε μέσα στο σώμα τους δεν νιώθουν ασφαλείς. 

Όχι, δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών, όταν, εμείς οι χορτάτοι, δεν ενδιαφερόμαστε να κατανοήσουμε τον πεινασμένο συνάνθρωπο, όταν υποκρινόμαστε και αντί της καλοσύνης και της συμπόνιας προτάσσουμε τη φιλανθρωπία, τη χείριστη μορφή ελεημοσύνης. 

Η φωνή του ποιητή δεν υποστέλλει τη σημαία του αγώνα για τον άνθρωπο. Δεν σκύβει τη ράχη του στους «κραταιούς» που νομοθετούν, ζώντας σε μια δική τους περίκλειστη, και κατά τη γνώμη τους αδιαπέραστη, σφαίρα. Γιατί οι πληγές που ανοίγει η αδιαφορία τους, τα άπειρα «αχ» που προκαλεί η αδιαλλαξία τους, είναι βέβαιο πως μια μέρα θα στραφούν εναντίον τους. Γιατί πώς αλλιώς μπορεί ο κόσμος μας να γίνει πιο ανθρώπινος; Πώς αλλιώς θα γιατρευτεί η αγιάτρευτη πληγή της Ανατολής; 

Κι ως τότε οι πρόσφυγες θα ταξιδεύουν αδιάκοπα, αποζητώντας τη Γη Χαναάν, εγκαταλείποντας Φλεγόμενα παιδικά δωμάτια, κάνοντας Προσευχές και έχοντας Ουράνιες προσδοκίες. Ανάμεσα σε πυρά και ανατριχιαστικές ενδιάμεσες σιωπές. 

Ξεχνάμε ασυγχώρητα, α! πώς ξεχνάμε... 

Μα τούτο το ανθρώπινο κοπάδι, μας θυμίζει ο ποιητής, δεν μας είναι ξένο. Έρχεται από τις κείνες τις στάχτες απ’ όπου ήρθαν κάποτε και τα δικά μας κυνηγημένα πουλιά της Ανατολής και με την ίδια καχυποψία τα αντιμετωπίσαμε και με την ίδια απανθρωπιά τους κλείσαμε την πόρτα και με την ίδια αναλγησία τα εκμεταλλευτήκαμε για ένα κομμάτι ψωμί.

Κι αν για κάθε μας συμπεριφορά υπάρχει κάποια δικαιολογία, ο ποιητής τολμά και μας θέτει ένα αμείλικτο ερώτημα:

Τα πεινασμένα τους παιδιά / δεν είναι και δικά μας; 

Ο ποιητής είναι η φωνή της μνήμης, είναι η φωνή της αλήθειας, είναι η φωνή της γνώσης, που μας οδηγεί να ζήσουμε χωρίς αυταπάτες.

Επτά εκδοχές της σιωπής ανταμώνουν με τη Γεωγραφία της θλίψης, για να ολοκληρωθούν έτσι Οι ελεγείες της Ανατολήςˑ επτά κραυγές, επτά πυροβολισμοί στο σκοτάδι, μέχρι να φτάσουμε –αν ποτέ φτάσουμε– στο ποθητό φως. Δρόμος τραχύς και ανηφορικός που ο ποιητής έχει επιλέξει και με τη γραφίδα του μας καλεί να ακολουθήσουμε, όχι ως πειθήνια όργανα, αλλά ακούγοντας το πρόσταγμα της καρδιάς. 

Η ανθρωπιστική ποίηση του Χρήστου Τουμανίδη είναι ένα ηχηρό εγερτήριο σάλπισμα αντίστασης απέναντι σε όσους προκαλούν, υποκινούν και κερδοσκοπούν από το έγκλημα που ονομάζεται πόλεμοςˑ απέναντι σ’ εκείνους που τον θεωρούν αναγκαίο ή αναπότρεπτοˑ αλλά και απέναντι σ’ εκείνους που εθίζονται στην αποτρόπαιη εικόνα του και αδιαφορούν για τον συνάνθρωπο. 

Συμπληρωτικά, είναι σημαντικό ότι η έντυπη έκδοση συνοδεύεται από ηχητικό CD, στο οποίο ακούγονται όλα τα ποιήματα της συλλογής με τη φωνή της ηθοποιού Ντομένικα Ρέγκου. Γιατί αν και η πλειονότητα των αναγνωστών μπορεί με ευχέρεια να ξεφυλλίζει και να διαβάζει τα βιβλία, υπάρχει μία επίσης ευάριθμη μερίδα ατόμων που δεν διαθέτουν αυτή τη δυνατότητα και πρέπει πάντοτε να τους έχουμε κατά νου, αν πράγματι υπηρετούμε τον πολιτισμό.

Εκλαμβάνω την κίνηση αυτή ως δείγμα ευαισθησίας και υπευθυνότητας τόσο του ποιητή όσο και του εκδοτικού οίκου και αποδίδω σε αμφότερους τα εύσημα, αφού στην εποχή μας είναι απαραίτητο να επαναπροσδιορίσουμε τα αυτονόητα.

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: fractal - Οι ελεγείες της Ανατολής