Βαγγέλης Αλεξόπουλος
«Το παιχνίδι της στάχτης»
(Εκδόσεις Οδός Πανός, 2026 - ISBN: 978-960-477-758-7)
“Η ποίηση
ακονίζει, δε θεραπεύει το πένθος”
Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές
Το ποιητικό έργο «Το παιχνίδι της
στάχτης» του Βαγγέλη Αλεξόπουλου, ένα ακόμα σταθερό επόμενο βήμα στην ποιητική
του διαδρομή και συλλογιστική, είναι ένα οικοδόμημα που αποτελείται από τις απολύτως
απαραίτητες λεκτικές ψηφίδες και τα αποκρυσταλλώματα σκέψεων, χωρίς κάτι να
χρειάζεται να προστεθεί, να αφαιρεθεί ή να μετακινηθεί.
Ένα λεκτικό και ιδεολογικό jenga, που όμως αρνείται πεισματικά να κατεδαφιστεί υπό
το βάρος των διαρκών εσωτερικών μεταβολών. Ως αντίβαρο στην ελαχιστοποίηση των
εκφραστικών μέσων αναδεικνύεται η ίδια η δύναμη του λόγου, που εξασφαλίζει όχι
μόνο την ευσταθή ισορροπία αλλά και την αρραγή στατικότητα του πνευματικού
δημιουργήματος.
Εκ προοιμίου και εξαρχής προσδιορίζεται
ο λόγος γραφής του έργου, που δεν είναι άλλος από τη διαλεκτική του πένθους,
ξεκινώντας με τον χορό των δαιμόνων και
την πτώση ενός αγγέλου, που ακολουθείται από την επίγνωση της αναπότρεπτης ισχύος
του θανάτου.
Μέχρι όμως να φτάσουμε στο τέλος αυτής
της διαδρομής, μεσολαβούν στιγμιότυπα στα οποία ο ποιητής αποτυπώνει σκέψεις
χωρίς περιστροφές, σαν να σκιαγραφεί σκηνές από ταινία ή δίνοντας ένα spoiler
(όπως συνηθίζεται να λέγεται στις μέρες μας), που όμως ούτε καταστρέφει ούτε
υποβαθμίζει την αίσθηση του τέλους, αλλά δημιουργεί ενδιαφέροντα εσωτερικά ερωτήματα
για το πώς φτάσαμε ως εκεί. Υπό τον τίτλο «Game over», ο ποιητής, ως
οξυδερκής παρατηρητής διατυπώνει τις διαπιστώσεις του τόσο από τον περιβάλλοντα
χώρο όσο και από τις διεργασίες στον εσωτερικό του κόσμο, απευθυνόμενος επί της
ουσίας προς πάσα κατεύθυνση, καθώς οι επισημάνσεις του είναι τόπος μας κοινός.
Η πραγματικότητα δίνεται από τον ποιητή με σκληρό ρεαλισμό, με πικρό χιούμορ
και με ειρωνεία, όπως δηλαδή ακριβώς συμβαίνει στην πεζή αλλά όχι και αδιάφορη
καθημερινότητα. Όταν «Μια μικρή αράχνη (σημ: τόσο μικρή όσο και εμείς μέσα στο
σύμπαν) φλερτάρει με τον θάνατο» και χώνεται κάτω από την ψωμιέρα, αναθαρρεύει.
Όμως ο ποιητής βλέπει τη γυμνή αλήθεια: Ο
Θεός βαριέται να σηκώσει την ψωμιέρα / Η μικρή αράχνη νομίζει ότι γλίτωσε...
Και όταν κοιτάζει τον καθρέφτη, αντιλαμβάνεται όσα και κάθε νοήμων άνθρωπος
«Περί λάθους σποράς»: Οι ενοχές που
φυτεύονται / Στην παιδική ηλικία / Ανθίζουν τότε που δεν πρέπει. Πληγώνεται
με τους αδικαιολόγητους θανάτους, με «Τα τραίνα που πήγαν στον παράδεισο», μιας
και: Ποτέ δεν φαντάστηκε ότι περιγράφει /
Μια πομπή από φέρετρα, αλλά και με τη «Δυστυχία σε άμαξα χωρίς άλογα»: Πάνω σε ένα αναπηρικό αμαξίδιο / Που το
σπρώχνει η μάνα του.
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και το χρέος των
ποιητών που: κάθονται σε κάτι ξύλινες /
άβολες καρέκλες μόνο και μόνο / για να μπορούν να σηκώνονται (Σημείωση,
σελ. 21).
Και ενώ τα πάντα κυλούν προς το μέλλον ή
προς το τέλος, ανάλογα με την οπτική καθενός, ο ποιητής μας προσκαλεί στην
ανατροπή του «Rewind», που, ιδιαίτερα για
τους 60+, αναζωπυρώνει προσωπικές μνήμες. Σκέψεις που ξεκινούν
ορμητικά: Ο ποιητής και ο χασάπης / Η
ποδιά τους πάντα ματωμένη. Για να φτάσουμε και πάλι στο πένθος, που αυτή τη
φορά συνδέεται με το ερωτικό στοιχείο, μέρος αναπόσπαστο της ανθρώπινης φύσης.
Και καθώς είναι αδύνατο να ξεφύγουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό, γνωρίζοντας: ότι ψυχή και σώμα είναι / ένα κουβάρι
(Ποιμένας μελισσών, σελ. 34), πέφτουμε σε μια φωτιά που είναι καταδικασμένη να
σβήσει από μόνη της: Όταν εξαντληθεί η
καύσιμη ύλη / Πάνω κάτω όπως συμβαίνει και με τους έρωτες δηλαδή (Πυρκαγιά
ηλεκτρικής μπαταρίας, σελ. 35). Εμπλεκόμαστε σε ιστούς ανύπαρκτους, αποκυήματα
της φαντασίας, βλέπουμε μέχρι το τέλος «ταινίες» που προκαταβολικά γνωρίζουμε
τι θα συμβεί, κάνουμε ταξίδια σε ασήμαντους προορισμούς· και ύστερα μας φταίει
ο διάβολος, που τόσο συχνά σπάζει το ποδάρι του. Μέχρι που: Μια πλάτη ακουμπά στον τοίχο / Γλιστράει και
προσγειώνεται / Σε πόδια λυγισμένα (Πτώσεις, σελ. 43). Και ο ποιητής μέσα
στην εκκωφαντική σιωπή δεν παύει να δηλώνει παρών με: Λέξεις που σπαράζουν εντός μου (Σιωπή ενυδρείου, σελ. 39).
Και, όπως συνήθως συμβαίνει, όταν το
πένθος φέρει τον άνθρωπο στο έσχατο σημείο εξουθένωσης, όταν αισθανθεί ότι έχει
βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο, μόνο ένας τρόπος ανάδυσης υπάρχει: η
επανεκκίνηση, το γνωστό σε όλους «Restart».
Όχι πως ο κύκλος δεν θα επαναληφθεί· όμως η ζωή δεν προχωρεί με αναμνήσεις,
αλλά με νέες αναζητήσεις, όσο και αν η προοπτική είναι κοινή στο βάθος του
ορίζοντα. Γι’ αυτό: Είναι ώρα ο πίνων να
σηκωθεί / να τις μαζέψει από κάτω, να τις τσαλακώσει / και να τις πετάξει στα
σκουπίδια (Ανακύκλωση, σελ. 47). Ο ποιητής, εν μέσω αδέσποτων πυρών,
μαζεύουμε τα κομμάτια του (και τα κομμάτια μας), γιορτάζει τις ήττες του (και
τις ήττες μας), επιβιώνει άλλοτε αμολώντας πίσω του μελάνι και άλλοτε πίνοντας
από το αίμα του, στραγγίζοντας τον ίδιο του τον εαυτό, μπήγοντάς του ένα καρφί,
που το στρίβει συνεχώς για να νιώθει ζωντανός.
Είναι άραγε ο ποιητής που μιλάει ή,
καθώς διαβάζουμε τον λόγο του, βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα του; Είμαστε τα
τζιτζίκια που πεθαίνουν τραγουδώντας ή τα μυρμήγκια δίνουν τη μάχη της
επιβίωσης σαν να έχουν άγνοια για το άφευκτο τέλος;
Ωστόσο, είναι προφανές ότι ο ποιητής επ’
ουδενί αντιμετωπίζει το πένθος με διάθεση πεσιμιστική. Με υποδόρια αισιοδοξία
και ισορροπία λογικής και συναισθήματος, «παίζοντας» με την αιωρούμενη στάχτη, το
θεωρεί ως φυσική συνέπεια των πραγμάτων, όπως ακριβώς και το πεπερασμένο της ανθρώπινης
φύσης, το ζει και το απολαμβάνει με τον δικό του τρόπο. Αυτός είναι ο λόγος που
μας αποκαλύπτει με παρρησία το μυστικό του: Η
ποίηση ακονίζει / δε θεραπεύει το πένθος (σελ. 62), ως επιδόρπιο και
επίγευση της δημιουργίας που μοιράζεται μαζί μας.
Λίγα
λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Βαγγέλης
Αλεξόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969, όπου συνεχίζει να ζει και να
εργάζεται. Είναι Διπλωματούχος Μηχανολόγος Μηχανικός ΕΜΠ, με μεταπτυχιακές
σπουδές στην Παραγωγή και Διαχείριση Ενέργειας. Εργογραφία: «Αγχέμαχες λέξεις (εκδόσεις
Άγκυρα, 2015), «Η πλατεία των ταύρων» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2017), «Ο Αρχίλοχος
έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2018), «Σκηνές
καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2019), «Οδηγίες
χρήσης ιπτάμενης ραπτομηχανής» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2020), «Οι ψιθυρισμοί του
πένθους πάνω από την πόλη» (εκδόσεις Οδός Πανός, 2022). Έχει επίσης συμμετοχή
σε πολλά συλλογικά έργα. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά από τον José Antonio
Moreno Jurado. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών.
Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Το παιχνίδι της στάχτης στο fractal


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου