ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣ - ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΤΣΑΡΟΥΧΙΑ



ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΤΣΑΡΟΥΧΙΑ

Από μικρός είχε μια μανία : να κοιτάζει στο χωριό του τα πόδια των ανθρώπων. Κι όταν ήταν ποδεμένοι[1] – τις πιο πολλές φορές μπορεί να ήταν ξυπόλητοι – να περιεργάζεται τα τσαρούχια τους, ή τα παπούτσια των γυναικών, με κάποιο τρόπο που θα ‘κανε τον άλλο να πιστέψει πως ο μικρός τσοπανάκος ήξερε να κρίνει αν ήταν τάχα καλά ή κακά φτιαγμένα από το μάστορά τους. Αυτός φορούσε γουρνοτσάρουχα – πέδιλα καμωμένα από το πετσί του χριστουγεννιάτικου γουρουνιού. Στα μέρη μας σφάζουνε τα θρεμμένα γουρούνια την παραμονή των Χριστουγέννων. Κι είναι τα μόνα  γουρούνια που γίνονται γδαρτά κι όχι μαδητά. Γιατί είναι μεγάλα και τετράπαχα. Δεν ψήνονται για να ροδοκοκκινίσει η πέτσα τους και να τρώγεται κριτσανιστά[2], που να είναι σαν αμύγδαλο καβουρντισμένο[3]. Τώρα το πετσί τους γδέρνεται, αλατίζεται και απλώνεται στον ήλιο. Απ’ αυτό βγαίνουν τα γουρουνοτσάρουχα της φαμελιάς[4]. Το πάχος γίνεται γλύνα[5], τα χοντρά μέρη γίνονται τσιγαρίδες[6] κι έπειτα μένουν τα κόκαλα για μαγειρευτά, τα εντόσθια για πηχτή[7], το κρέας για λουκάνικα και για παστουρμά[8]. Μ’ ένα καλό γουρούνι περνάει τον υπόλοιπο χειμώνα η φτωχοφαμελιά.
Ο Θανάσης ήθελε από εννιά χρονών να φτιάχνει από μόνος του τα γουρνοτσάρουχά του. Και τα κατάφερνε τόσο περίφημα, που σε λίγα χρόνια αυτός έφτιαχνε και του πατέρα και της μάνας και της γειτονιάς ακόμα. Όμως, την πιο μεγάλη χαρά της μικρής του ζωής είχε δοκιμάσει όταν κάποια παραμονή Χριστουγέννων ήρθε ο πατέρας από τη Χώρα και του έφερε ένα ζευγάρι τσαρούχια. Δικά του! Και δεν είχε ξαναφορέσει ποτέ ως τότε… Τα άρπαξε με λαχτάρα, τους χάιδεψε τις φούντες, τους άγγιξε το λουστρίνι[9] και τα ξεμάκρυνε λίγο για να τους καμαρώσει το ζωηρό κατακόκκινο χρώμα. Μα σαν πέρασε η πρώτη χαρά της απόκτησης, είχε δοκιμάσει μεγάλη λύπη. Καλοκοίταξε τα τσαρούχια του και τα βρήκε άσχημα, κακοφτιαγμένα. Τι άγαρμπο[10] σουλούπι[11] ήταν εκείνο που είχαν! Και τόσο κακοδουλεμένα! Με κάτι άτσαλες[12] φούντες! Με κάτι άνοστα κεντίδια! Ω, αν τα είχε φτιάξει ο ίδιος, πόσο θα ήταν καλύτερα και γερότερα! Το είπε του πατέρα του αυτό. Κι εκείνος του απάντησε :
- Τότε να σε στείλουμε κάτω να γίνεις τσαρουχάς.
- Μακάρι!
- Θέλεις;
- Αν θέλω;
Το μέλλον του είχε κριθεί. Ο μικρός τσοπανάκος με τα γουρνοτσάρουχα θα γινόταν ο μεγαλύτερος τσαρουχάς του τόπου. Θα πόδενε[13] τους πιο ντερτιλήδες[14] λεβέντες και τις πιο ασίκισσες[15] κοπέλες. Στους γάμους και στα πανηγύρια, απάνω στην άψη[16] του χορού, τα δικά του τα τσαρούχια και τα δικά του τα παπούτσια θα κάνανε τη μεγαλύτερη εντύπωση! Ήταν γεννημένος για τσαρουχάς. Πώς αλλιώς θα κοιτούσε με τόση περιέργεια τα παπούτσια των ανθρώπων και θα ‘φτιαχνε με τόση τέχνη τα γουρνοτσάρουχα όλης της γειτονιάς; Κανείς δεν ξεφεύγει το γραφτό[17] του!
Με τι περηφάνια φόρεσε την άλλη μέρα τα καινούρια τσαρούχια! Ήταν σαν να πρωτόβγαινε στον κόσμο. Τα γουρνοτσάρουχα τον κρατούσαν στην αφάνεια και στην ασημότητα. Τώρα έκανε κι αυτός την επίσημη εμφάνισή του. Καθώς περπατούσε κι έτριζαν, το τριζοβόλημά τους έμοιαζε σαν γαμπριάτικο τραγούδι. Ένα ζευγάρι τσαρούχια δίνει πολλές φορές στη ζωή των ανθρώπων τη σημασία της!
- Με γεια, Θανάση!
- Του χρόνου που θα τα φτιάξω μοναχός μου, να δείτε τι λογής τσαρούχια θα ‘χω!
Περνώντας τα Χριστοήμερα[18], τον κατέβασε ο πατέρας του στη Χώρα. Είχε κάποιο σταυραδερφό[19] τσαρουχά, μαγαζάτορα, και σ’ αυτόν πήγαν. Του πήγε δυο λουκάνικα κι ένα τσουκάλι πηχτή. Αυτά ήταν τα δίδακτρα, να πούμε, του Θανάση.
- Κουμπάρε (ήταν ψευτοκουμπάροι), σου παραδίνω το παιδί. Απ’ το Θεό και στα χέρια σου! Έχει μεγάλο ζήλο για την τέχνη σου. Θα δεις!
Ο κουμπάρος τον κράτησε. Και είδε. Όχι άλλο: τεχνίτης από γεννησιμιού του! Πρόωρη μεγαλοφυΐα της τέχνης των τσαρουχιών! Τον είχε δα ο κουμπάρος μη στάξει και μη βρέξει…[20] Ο Θανάσης κι ο κόσμος όλος!... Καμάρωνε ο Θανάσης όταν κατέβαιναν οι χωριανοί να ψωνίσουν και τον παίνευε ο κουμπάρος  κι αγόραζαν εκείνοι τα τσαρούχια που είχε βάλει κι αυτός τον κόπο του και την τέχνη του. Του φαινόταν πως τα ‘στελνε πεσκέσι[21] στο χωριό του. Θα τριζοβολούσε και θα κατακοκκίνιζε το χοροστάσι[22] απ’ τα δικά του τα έργα.
Πέρασε ένας χρόνος. Ζηλευτή τέχνη. Όλο και τον τραβούσε πιο πολύ. Δούλευε όλη μέρα. Έκανε και νυχτέρι[23] – αν ήταν μπορετό να ποδέσει αυτός όλα τα χωριά της Ρούμελης[24] και όλα τα ευζωνικά συντάγματα της Ελλάδας! Όμως, απ’ την πολλή δουλειά είχε κόψει, είχε αδυνατίσει λίγο. Κάποτε που ‘ρθε ο πατέρας του, το πρόσεξε. Μήπως ήταν λιγάκι ζαμπούνης[25]; Μήπως τον είχε πειράξει καμιά κρυφή αρρώστια; Να φωνάξει το γιατρό;
Ο Θανάσης γελούσε – κι ο κουμπάρος του εξήγησε :
- Είναι στη δουλειά του ταμαχιάρης[26]! Πέφτει απάνω καταπάνω! Εγώ τον μαλώνω – δε μ’ ακούει.
- Γιατί, μωρέ, δεν κάνεις νισάφι[27];
- Αφού έχουμε δουλειά!
- Βάλε καλή σειρά, γιατί θα σε πάρω στο χωριό!
- Παραπέρα, τα Χριστοήμερα, ας έρθει, είπε τ’ αφεντικό∙ να ξεκουραστεί.
Τι καλός λόγος! Ναι, τα Χριστούγεννα πρέπει να πάει χωρίς άλλο στο χωριό. Να τους δει και να τον δουν. Κι όλο τ’ ονειρευόταν πια αυτό το ταξίδι. Και το ετοίμαζε μέσα στο μυαλό του. Πώς να πάει; Αυτός καλά, θα είχε καινούρια ρούχα και καινούρια τσαρούχια. Μα να πάει με άδεια χέρια; Δίχως πεσκέσι για τη μάνα και για τον πατέρα; Δε γίνεται. Θυμήθηκε τα τσαρούχια που του είχε πρωτοφέρει ο πατέρας, χωρίς να του τα ζητήσει. Με τι χαρά είχε γιορτάσει φορώντας τα τις άγιες ημέρες! Έτσι πρέπει να του πάει τώρα κι αυτός, χωρίς να του τα ‘χει ζητήσει, ένα ζευγάρι τσαρούχια. Κι ένα ζευγάρι παπούτσια της μάνας! Αυτό είναι. Θα το μάθει όλο το χωριό. Θα χαρούν οι φίλοι και θα σκάσουν οι εχθροί. Α! χωρίς άλλο, καλύτερα να μην πάει καθόλου, παρά να πάει χωρίς τα δώρα των γονέων!... Μα πώς να τα πάρει; Δε μπήκε ακόμα σε μεροδούλι. Λογαριάζεται πως ακόμα μαθαίνει την τέχνη… Τον ταΐζει και τον ντύνει τ’ αφεντικό – μονάχα… Όμως, κάπως πρέπει να τα οικονομήσει… (Όχι, όχι έτσι! Θα πεις, δεν θα τον καταλάβει ο κουμπάρος. Έχουν τόσο πολύ έτοιμο πράμα στο μαγαζί!... Μα δεν κάνει, δεν κάνει!... Ακούς εκεί – να τα κλέψει…, να τα κλέψει!... Πώς του ήρθε τέτοιος πειρασμός στο νου; Και τι αξία θα είχαν τα κλεμμένα τσαρούχια; Καταραμένα θα ήταν, θα γλίστραγε ο πατέρας μ’ αυτά να τσακιστεί. Θεός φυλάξοι! Ή θα ερχόταν το απόσπασμα[28] να τους πιάσει όλους, θα τους κρέμαγε ο νωματάρχης[29] τα κλεμμένα παπούτσια στο λαιμό και θα τους πόμπευε[30] σ’ όλο το χωριό. Φαντάσου ντροπή! Μπα, σε καλό! Τα κάνει αυτός τέτοια πράματα;…)
- Τι λες, Θανάση, θα πας ή όχι;
- Πώς να πάω, αφεντικό;
- Με τα ποδαράκια σου. Παιδί πράμα!
- Όχι αυτό… Δεν έχω αλλιώς τον τρόπο…
- Θα σου δώσω το χαρτζιλίκι σου. Πάρε από πριν το μποναμά[31] εσύ.
Μποναμά; Χαρτζιλίκι;… Κάτι θα γίνει – σώπα!... Να του το πει; Τι θα χάσει;… Το και το!...
Το καλό αφεντικό, ο καλός κουμπάρος, συγκινήθηκε. Τέτοια παιδιά αξίζουν. Του είπε ένα μπράβο και του χρέωσε ένα ζευγάρι τσαρούχια κι ένα ζευγάρι παπούτσια. Τα καλοδιάλεξε ο Θανάσης και την παραμονή των Χριστουγέννων τα ‘βαλε στο σακούλι του μαζί με τα καινούρια τα δικά του, το κρέμασε στον ώμο και τράβηξε για το χωριό, συντροφιά μ’ άλλους χωριανούς και μ’ άλλους γειτονοχωρίτες.
Ήταν μια χαρά στο δρόμο, καθώς περπατούσε γρήγορα και κουβεντιαστά το χαρούμενο ασκέρι[32]. Όλοι πήγαιναν τα ψώνια τους, κι άλλος συλλογιόταν τη νιόπαντρη γυναίκα του, άλλος τη μάνα του κι άλλος την αδελφή του. Έλεγαν ποιος έχει το μεγαλύτερο θρεφτάρι[33] φέτος στο χωριό και ποιος έχει το καλύτερο κρασί. Αλλά τους έπιασε στο δάσος με τις μεγάλες δρυς[34] βροχή, κι αυτό ήταν πολύ κακό. Οι άλλοι είχαν τις κάπες τους και κάτι γλίτωσαν. Ο φτωχός ο Θανάσης έγινε μουσκίδι... Είδαν κι έπαθαν[35] όσο να φτάσουν στο χάνι[36] του Ρουπακιά. Άναψαν εκεί μεγάλη φωτιά και στέγνωσαν. Οι άλλοι κίνησαν σε λίγο να φύγουν. Θα τραβούσαν όλη νύχτα. Είχαν ακόμα τέσσερις ώρες δρόμο. Βγήκαν έξω – σιγόβρεχε… Θεοσκόταδο! Πού να πάει αυτός; Θα μείνει να περάσει η βροχή, να ξαστερώσει κιόλας. Ας δώσουν χαμπέρι[37] πως έρχεται και θα ξημερώσει κι αυτός στο χωριό. Πώς αλλιώς να γίνει;… Γύρισε μέσα και ξανάκατσε να στεγνώσει καλά στο παραγώνι[38]. Ήταν κι άλλοι πέντ’ έξι από κοντινότερα χωριά. Αυτοί δε βιάζονταν κι έκατσαν να πυρωθούν καλά. Δε γνώριζε τα ονόματά τους. Ο ένας τώρα έβγαινε από φυλακή, τέσσερα χρόνια για ζωοκλοπή. Βλαστήμαγε τον αποσπασματάρχη που τον είχε πιάσει και τον πρόεδρο που τον είχε δικάσει. Άλλος ήταν ακόμα τώρα φυγόδικος[39] για όμοια δουλειά. «Όταν τα τρώγατε, ήταν καλά!», τους έλεγε ο χανιτζής. Έβγαλε ο Θανάσης απ’ το σακούλι τα καινούρια τσαρούχια να τα πυρώσει. Είχαν βραχεί κι αυτά πολύ.
- Πούθε τα ‘κλεψες; τον ρώτησε ο φυγόδικος.
- Δεν τα ‘κλεψα. Τα δούλεψα!
- Τίνος είσαι;
- Του πατέρα μου…
- Είναι του Θωμοχρήστου από τα Βαρικά∙ τον γνώρισα! είπε ο χανιτζής.
- Με τον πατέρα σου έχουμε κλέψει μαζί δυο τραγιά[40]! είπε ο κατάδικος.
- Δεν το πιστεύω να λες αλήθεια, είπε ο Θανάσης πειραγμένος. Αν έκλεβε ο πατέρας μου, θα ‘ταν σαν και σένα στη φυλακή!
- Είν’ άξιος και να σκεπάζεται[41].
- Άλλη κουβέντα έχεις;
Η βροχή είχε δυναμώσει. Δείπνησαν με ψωμί κι ελιές. Έπειτα τους πήρε ο ύπνος. Ο Θανάσης πλάγιασε κοντά στον τοίχο. Βεργοπλεχτό ήταν το χάνι, μόνο η σκεπή του ήταν με κεραμίδια. Κι από μέσα το πλέγμα του τοίχου του ήταν αλειμμένο με πηλό. Εκεί που πλάγιασε ο Θανάσης, ένα μεγάλο κομμάτι πηλός είχε φαγωθεί και φαινόταν τρύπιος ο τοίχος. Όμως απ’ έξω ήταν ένα χαμηλό υπόστεγο, σαν μαγειρείο και σαν αποθήκη, κολλημένο στην καλύβα. Έτσι δεν έφτανε να μπει η βροχή απ’ το χάλασμα εκείνο – το πρόσεξε καλά ο Θανάσης κι ασφαλισμένος έγειρε να κοιμηθεί.
Η φωτιά είχε κατακάτσει – μόνο η θράκα, μπόλικη, έκαιγε… Κουκουλώθηκε μ’ ένα βρομερό τσόλι[42] του χανιτζή και τον πήρε ο ύπνος βαριά.
Χίλια όνειρα έβλεπε στον ύπνο του. Το χωριό του, το σπίτι του, τους γονείς του, το γουρούνι τους σφαγμένο. Ακόμα είδε τους καλικάντζαρους, καμιά δεκαριά, να πολεμάνε να κατεβούν από την καμινάδα μέσα στο σπίτι τους. Αυτός ήταν τάχα απ’ έξω και τους έβλεπε. Καμώθηκε να φωνάξει για να τους διώξει, μα πάλι θυμήθηκε πως δεν έκανε. Τώρα λοιπόν, θα κατεβούν στο σπίτι να τους μαγαρίσουν[43] το αμπάρι με τ’ αλεύρι; Όχι!... Δες τους πώς φεύγουν παρασανταλιασμένοι[44]! Η μάνα τα ξέρει αυτά – είχε βάλει ένα παλιοτσάρουχο στο τζάκι. Όπου φύγει, φύγει οι καλικάντζαροι!...
Άξαφνα τον ξύπνησαν κάτι φοβερά σκουξίματα[45]. Τρόμαξε!... Οι καλικάντζαροι, οι καλικάντζαροι χωρίς άλλο!... Θα μπήκαν στο χάνι, θα τους μολύνουν – μπορεί να τους φάνε τ’ αυτιά!... Κουκουλώθηκε στο τσόλι. Τα σκουξίματα βάστηξαν λίγη ώρα κι έπειτα έπαψαν μεμιάς. Θα ‘φευγαν κι από δω… Σκοτάδι στο χάνι… Έβγαλε το κεφάλι του έξω. Κάποιος ροχάλιζε. Μα έφεγγαν ζωηρά οι χαραματιές εκεί στο χάλασμα πλάι του. Από κει είχαν έρθει τα σκουξίματα. Τι φλόγα ήταν αυτή; Μήπως έβαλαν φωτιά στην καλύβα οι καλικάντζαροι;… Κόλλησε το μάτι του στις χαραματιές – και τι να δει! Δυο χωριάτες ντυμένοι με κοντές κάπες, ίδιοι καλικάντζαροι, είχαν σφάξει ένα γουρούνι μικρό. Και τώρα το βουτούσαν σ’ ένα καζανάκι βραστό νερό και το μαδούσαν γρήγορα γρήγορα. Αλήθεια, σαν καλικάντζαροι, σαν παγανά[46] έμοιαζαν την ώρα εκείνη, με τις κοντές κάπες τους γύρω στη φωτιά. Και το γουρουνάκι έμοιαζε σαν ανθρωπάκος, σαν παιδόπουλο που το ‘χαν τα ξωτικά και το βασάνιζαν. Ανατρίχιασε…
- Αμ πώς; Δε θα κάνουμε κι εμείς Πάσχα εδώ στην ερημιά; έλεγε ο ένας χωριάτης.
- Από πού το ‘κλεψες, μωρέ; ρωτούσε ο άλλος, που ήταν ο ίδιος ο χανιτζής.
- Αύριο μεθαύριο θα τ’ ακούσεις… Πρόσεχε μονάχα μη με ζεματίσεις με το καυτό νερό!...
Πετάχτηκε ο Θανάσης να φύγει, να μην κολαστεί[47] κι αυτός εκεί πέρα!... Φτιάχτηκε, απλώνει να πάρει το σακούλι του – πουθενά σακούλι!... Μπήζει τις φωνές.
- Μ’ έκλεψαν!... Το σακούλι μου!
Ξυπνούν οι άλλοι, τρέχει ο χανιτζής.
- Πού το ‘χες ακουμπήσει;
- Το ‘χα κρεμάσει στο καρφί!
- Μην έπεσε κάτω;
Έψαξαν όλο το χάνι, μέσα κι έξω.
- Καλά και σε κουβεντιάζω!... Να μου φέρεις το σακούλι και τα τσαρούχια που είχε μέσα.
Ανοίγει μεγάλος καβγάς.
- Θα το ‘κλεψαν αυτοί που σηκώθηκαν κι έφυγαν τη νύχτα, λέει ο χανιτζής. Τώρα μόλις έφυγαν.
- Θα τους βρούμε – πού θα πάνε!
- Εσύ τα ‘κλεψες, φωνάζει ο Θανάσης. Εσύ, όπως έκλεψες και το γουρουνόπουλο που μαδάτε εκεί έξω!...
- Θα το ‘κλεψαν τα παγανά! είπε κάποιος χωρατατζής[48].
- Ξαναείδες καλικάντζαρους με καινούρια τσαρούχια; ρώτησε άλλος κοροϊδεύοντας.
Έσκασαν στα γέλια όλοι… Ένα βαθύ παράπονο ένιωσε ο Θανάσης. Κοροϊδεύουν; Είναι για κοροϊδία; Είχε μια κρυφή ορμή να τους σκοτώσει όλους. Όλοι τους τέτοιοι είναι. Κακούργοι, κλέφτες! Παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που γεννιέται ο Χριστός στη σπηλιά του, αυτοί κλέβουν τα ξένα γουρουνόπουλα και τα ξένα τσαρούχια. Τι χειρότερο θα ‘καναν οι καλικάντζαροι, τα όργανα του Σατανά;
Ήταν έτοιμος να κλάψει.
- Μην κάθεσαι, παιδί μου, του είπαν οι άλλοι. Αυτός που ‘κανε την πράξη δεν είναι μακριά φτασμένος… Κυνήγησέ τον, σαν παιδάκι που είσαι… Άμα τον φτάσεις, θα ντραπεί και θα το πετάξει το σακούλι.
Τους κοίταξε αμίλητα, κουτά, ντράπηκε να κλάψει, δεν είχε τι άλλο να κάνει και χώθηκε στο σκοτάδι έξω απ’ το χάνι…
Μόλις χώριζε ο δρόμος καταγής. Έτρεξε βιαστικά τον ανήφορο, μια τρομαγμένος και μια αγανακτισμένος. Ο αέρας τίναζε τα δέντρα κι οι βροχοσταλίδες τον χτυπούσαν στα μούτρα… Έτρεξε κάμποσο. Δεν απάντησε[49] ψυχή. Αφουγκράστηκε. Δεν ακουγόταν άλλη περπατησιά. Κοντοστάθηκε. Τον περόνιαζε[50] το κρύο. Είπε να γυρίσει πίσω. Πού να πάει;… Πάλι στο χάνι;… Μπορεί και να τον σκοτώσουν και να τον ζεματίσουν σαν το γουρουνόπουλο!... Προχώρησε… Ανήφορος… Βγήκε στο ψηλό διάσελο[51]… Αγνάντεψε το μεγάλο φαράγγι των βουνών, που ήταν γεμάτο πηχτό σκοτάδι. Είχε ξαστερώσει και τα κορφοβούνια ξεχώριζαν ανάμεσα στα σκόρπια αστεράκια. Τσουχτερό κρύο στάλαζε από γύρω του. Κι από μέσα του ανάβλυζε μυστικός τρόμος. Τα ‘χασε. Κάποια συντέλεια προφήτευε η ψυχή του. Ζούσε ή δε ζούσε εκείνη την ώρα; Όπως και να ‘ναι, δε θα ζήσει άλλο, ποτέ πια…
Κάποτε, μέσα στο κατασκότεινο φαράγγι, πρόσεξε λίγα μακρινά φωτάκια. Κι άλλα πιο κει, κι άλλα πιο πέρα – τρεμόσβηναν, σαν αστέρια τ’ ουρανού, σαν σπίθες από παραγώνι… Τα χωριά είναι! Τα χωριά!... σκέφτηκε. Βέβαια. Ξυπνούν τώρα πια για την εκκλησιά. Χριστούγεννα. Θα είναι οι παπάδες, οι ψάλτες, οι καντηλανάφτες. Οι πρώτοι που ξυπνούν κάθε χρόνο. Σε λίγο ακούστηκε η πρώτη καμπάνα. Έπειτα και δεύτερη. Έπειτα και τρίτη. Ποια να ‘ναι απ’ το δικό του χωριό; Τα φωτάκια πύκνωσαν κι έπειτα όλα, όλα σχεδόν, κουνήθηκαν και πήγαιναν, σε κάθε χωριό, κατά ένα μέρος όλα. Πήγαιναν κατά την εκκλησιά… Ήταν οι χωριανοί με τα κλεφτοφάναρα[52] και με τα δαδιά που βάδιζαν για τη φάτνη του Χριστού!
Ζεστάθηκε η καρδιά του Θανάση. Άλλαξε όλος ο τόπος γύρω. Το σκοτεινό φαράγγι σαν να γιόμισε φως. Σαν να το κατοίκησαν άγγελοι κι όχι πια καλικάντζαροι.
Έτσι… Ας τρέξει κι αυτός στο χωριό του… Να προφτάσει την εκκλησιά. Ν’ ακούσει το «Δόξα εν υψίστοις…».
Προχώρησε δυο βήματα. Και στάθηκε πάλι. Πώς να πάει έτσι, με αδειανά χέρια, χωρίς δώρο για τους γονείς, χωρίς καν δικά του καινούρια τσαρούχια;… Όχι, δεν θα πάει! Καλύτερα να γυρίσει στη Χώρα. Κι ακόμα καλύτερα, να ριζώσει κάπου εκεί, ν’ απαγκιάσει[53], να παρακολουθήσει από μακριά τη λειτουργία των Χριστουγέννων στα τρία χωριά του φαραγγιού. Θ’ ακούσει κι άλλες φορές τις τρεις καμπάνες. Θα ξαναδεί τα φωτάκια να φεύγουν τα ξημερώματα από τις εκκλησιές, όλα μαζί, και να σκορπούν ένα ένα προς τους μαχαλάδες[54]. Θα πει : «Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά!...». Κι έπειτα, ναι, ας γυρίσει στη Χώρα καταμόναχος, αφού ο κόσμος είναι τόσο κακός και δε φοβάται τον Χριστό ούτε όταν σταυρώνεται ούτε όταν γεννιέται.
Έτσι θα κάνει. Αφού μάλιστα ξαναβρέχει… Έτρεξε να κρυφτεί κάπου και, τυχερό του, βρέθηκε μπροστά στη μικρή σπηλιά που αντίκριζε, παραπάνω απ’ το δρόμο, το χωριό του, τα Βαρικά… Μπήκε κι απάγκιασε στον ταπεινό της θόλο… Κοιτάζοντας τις χλωμές σπίθες της απόμακρης εκκλησιάς και προσμένοντας να ξανακούσει τους σβησμένους ήχους της χωριανής καμπάνας αποκοιμήθηκε. Για να δει στον ύπνο του πως βρισκόταν τάχα στην ίδια τη σπηλιά της Βηθλεέμ που γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός. Να η Παναγία!... Να κι ο Ιωσήφ!... Να το άστρο που οδηγεί τους Μάγους!... Έφτασαν οι Μάγοι και προσκυνούν τον Χριστό. Γιομίζουν με δώρα, πολλά δώρα, τη φάτνη των αλόγων! Ούτε μπορεί να ξεχωρίσει κανείς πόσων λογιών δώρα έχουν φέρει οι Μάγοι! Όμως, ανάμεσα στ’ άλλα δώρα, τα πολλά τα δώρα, μπόρεσε ο Θανάσης να ξεχωρίσει ένα ζευγάρι καινούρια κατακόκκινα τσαρούχια!....

Γεώργιος Αθάνας (1893-1987) 



Μεταγραφή πρωτότυπου κειμένου – Επιμέλεια σχολίων
© Δημήτρης Φιλελές, 2019




[1] οι ποδεμένοι = αυτοί που φορούν παπούτσια.
[2] κριτσανιστά = τραγανά, με χαρακτηριστικό τρίξιμο όταν κάτι μασιέται.
[3] καβουρντισμένος (τούρκικα kavurdim) = ξεροψημένος.
[4] η φαμελιά (λατινικά familia) = η οικογένεια.
[5]η γλύνα = το βούτυρο.
[6] οι τσιγαρίδες = κομμάτια λιπαρού κρέατος που ξεροψήνονται.
[7] η πηχτή = φαγητό που παρασκευάζεται από βραστό χοιρινό.
[8] ο παστουρμάς (τούρκικα pastirma) = παστό κρέας που περιβάλλεται με μπαχαρικά.
[9] το λουστρίνι (ιταλικά lustrino) = γυαλιστερό δέρμα πολυτελείας.
[10] άγαρμπος= άκομψος, ακαλαίσθητος.
[11] το σουλούπι (τούρκικα üslûp) το παρουσιαστικό.
[12] άτσαλος = ακατάστατος.
[13] ποδένω = φορώ σε κάποιον παπούτσια.
[14] ο ντερτιλής (τούρκικα dert) = αυτός που υποφέρει από καημούς.
[15] η ασίκισσα (τούρκικα âsik) όμορφη και ερωτεύσιμη κοπέλα.
[16] η άψη = η έξαψη, η μεγάλη ένταση.
[17] το γραφτό = η μοίρα, το πεπρωμένο.
[18] τα Χριστοήμερα = οι μέρες μεταξύ των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.
[19] ο σταυραδερφός = ο αδελφοποιτός, αυτός που έχει ενώσει το αίμα του με κάποιου άλλου, συνήθως με μια σχισμή στην παλάμη με μαχαίρι, για να θεωρούνται αδέλφια.
[20] μη στάξει και μη βρέξει = με ξεχωριστή φροντίδα.
[21] το πεσκέσι (τούρκικα peke) = δώρο πως είναι συνήθως φαγητό.
[22] το χοροστάσι = ο τόπος που γίνεται ο χορός.
[23] το νυχτέρι = η νυχτερινή εργασία.
[24] η Ρούμελη = (τούρκικα Rumili) η Στερεά Ελλάδα.
[25] ζαμπούνης (τούρκικα zabun) = ο αδιάθετος.
[26] ταμαχιάρης (τούρκικα tamahkâr) = ο πλεονέκτης.
[27] (κάνω) νισάφι (τούρκικα insaf) = αρκούμαι σε κάτι.
[28] το απόσπασμα = μικρή στρατιωτική ομάδα.
[29] ο νωματάρχης = υπαξιωματικός της χωροφυλακής που διοικεί ομάδα 10-12 ανδρών (ενωμοτία).
[30] πομπεύω = διαπομπεύω, ρεζιλεύω δημοσίως.
[31] ο μποναμάς (ιταλικά bona-mano) = δώρο για το νέο έτος, συνήθως χρήματα.
[32] το ασκέρι(τούρκικα asker) = μεγάλο πλήθος ανθρώπων.
[33] το θρεφτάρι = ζώο κατάλληλο για σφαγή.
[34] η δρυς = η βελανιδιά.
[35] είδαν κι έπαθαν = ταλαιπωρήθηκαν υπερβολικά.
[36] το χάνι (τούρκικα han) = το πανδοχείο για την προσωρινή διαμονή και ανάπαυση των οδοιπόρων.
[37] το χαμπέρι (τούρκικα haber) = είδηση.
[38] το παραγώνι = ο χώρος κοντά στο τζάκι.
[39] ο φυγόδικος = αυτός που δεν παρουσιάζεται για να δικαστεί.
[40] το τραγί = (ο τράγος) το αρσενικό κατσίκι μεγάλης ηλικίας.
[41] σκεπάζομαι = κρύβομαι, καλύπτω τις παράνομες πράξεις μου.
[42] το τσόλι (τούρκικα cul) = φθαρμένο χαλί ή ρούχο.
[43] μαγαρίζω = μολύνω, λερώνω.
[44] παρασανταλιασμένος = αναστατωμένος, ακατάστατος.
[45] σκούξιμο, το = το στρίγκλισμα.
[46] το παγανό (λατινικά paganus) = το ξωτικό, το στοιχειό.
[47] κολάζομαι = μπαίνω σε πειρασμό.
[48] χωρατατζής = αυτός που συνηθίζει να λέει αστεία.
[49] απαντώ = συναντώ.
[50] περονιάζω = αισθάνομαι το κρύο βαθιά στο σώμα μου σαν τρύπημα πιρουνιού.
[51] το διάσελο = στενό πέρασμα ανάμεσα σε δυο βουνοκορφές.
[52] το κλεφτοφάναρο = μικρό φορητό φανάρι που λειτουργεί με μπαταρία.
[53] απαγκιάζω = προφυλάσσομαι απ’ τον άνεμο, βρίσκω απάνεμο μέρος.
[54] ο μαχαλάς = (τούρκικα mahalle) η γειτονιά.

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ - ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ



ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήταν φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δεν έριχνε. Μονάχα που η ατμόσφαιρα ήταν πολύ θυμωμένη και φυσούσαν σκληροί βοριάδες με χιονόνερο κι αστραπές. Καμιά βδομάδα ο καιρός καλοσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα[1] που αρμενιζόταν[2]. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωί ο ουρανός ήταν μαύρος σαν μολύβι κι έπιασε κι έριχνε βελονιαστό[3] χιονόνερο.
Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκόταν ένα μαντρί με γιδοπρόβατα, πάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγος. Το μέρος αυτό ήταν άγριο κι έρημο, γεμάτο αγριόπρινα[4], σκίνους και κουμαριές, που ήταν κατακόκκινες από τα κούμαρα. Το μαντρί ήταν τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο[5].
Οι τσοπάνηδες κάθονταν μέσα σε μια σπηλιά που βρισκόταν παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά το νοτιά. Μεγάλη σπηλιά με τρία τέσσερα χωρίσματα και ψηλή ως τρία μπόγια[6]. Τα ζωντανά στάλιαζαν[7] κάτω από τις χαμηλές σάγιες[8], που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στέκονταν εδώ κι εκεί και βγάζανε μια σπιρτόζα[9] μυρωδιά. Χάμω το χώμα ήταν σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσοπάνηδες ήταν μερακλήδες και βάζανε τα παιδιά και σκούπιζαν τακτικά με κάτι σκούπες καμωμένες από αστιβιές[10].
Αρχιτσέλιγκας[11] ήταν ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισοάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήταν μαύρος, μαλλιαρός, με γένια μαύρα, κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια[12] κοντά ως το γόνατο, σελάχι[13] στη μέση του, ζωνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια[14] στα ποδάρια του. Το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ’ ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι[15] κι οι μαρχαμάδες[16] κρέμονταν στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!
Είχε δυο παραγιούς[17], τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλικαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά που τους βοηθούσαν στο άρμεγμα και κοίταζαν το μαντρί να ‘ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές ζούσαν σ’ εκείνο το μέρος κρυφά από τον Θεό. Ανάρια[18] βλέπανε άνθρωπο.
Η σπηλιά ήταν καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως πάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχαν τα γιατάκια[19] τους, σαν μιντέρια[20], στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχαν μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου και κρέμονταν καρδάρες[21], τυροβόλια[22], μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κι ήταν λημέρι[23] των ληστών. Απ’ έξω φύλαγαν οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.
Η ακροθαλασσιά βρισκόταν ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήταν έρημη κι άλλο δεν ακουγόταν εκεί πέρα, παρά μονάχα το αγκομαχητό του πελάγους, μέρα νύχτα. Με το βοριά απάγκιαζε[24] και καμιά φορά πόδιζε[25] κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγος ανάμεσα στα δέντρα και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.
Την παραμονή τα Χριστούγεννα είπαμε πως ο καιρός χάλασε κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσοπάνηδες είχαν μαζευτεί στη σπηλιά κι άναψαν μια μεγάλη φωτιά και κουβέντιαζαν. Τα παιδιά είχαν σφάξει δυο αρνιά και τα έγδερναν. Ο Αλέξης έβαλε πάνω σ’ ένα ράφι μυζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι[26] και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη[27] κι επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κι ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακές κι όποτε ήταν γιορτή κανένα τροπάριο και λιγοστά από τον Εξάψαλμο[28]. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήταν να πει.
Θα ‘ταν ώρα Εσπερινού[29]. Εκείνη την ώρα άκουσαν κάτι τουφεκιές. Κατάλαβαν πως θα ‘ταν τίποτα κυνηγοί. Το ένα παιδί, που είχε πάει να φέρει ξύλα με το γάιδαρο, είπε πως το πρωί είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Αγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι έπιασαν και γάβγιζαν όλοι μαζί και πετάχτηκαν έξω από τη μάντρα.
Σε λίγο φανερώθηκαν από πάνω από τη σπηλιά δυο άνθρωποι με τουφέκια και φώναζαν τους τσοπάνηδες να μαζέψουν τα σκυλιά, που χίμηξαν πάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια[30] που ‘χαν οι κυνηγοί και το ξετίναξε να το πνίξει. Ο κυνηγός έριξε πάνω του και τα σκάγια τον πόνεσαν και γύρισε πίσω, μαζί με τ’ άλλα μαντρόσκυλα, που πήγαιναν πισώδρομα[31] όσο κατέβαιναν οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, βγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους κι έπιασαν τον Σκούρη και τον έδεσαν έδιωξαν και τ’ άλλα σκυλιά.
«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φισεκλίκια[32], με το ταγάρι[33] γεμάτο πουλιά. Ο άλλος που ήταν μαζί του, ήταν ο γιος του, ο Δημητρός. «Πολλά τα έτη!» αποκριθήκαν ο Μπαρμπάκος κι η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!».
Τους πήγανε στη σπηλιά. «Μωρέ, τι είν’ εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπαρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυζήθρες που αχνίζανε.
Τους βάλανε να καθίσουν, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκ. Κεράστηκαν.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να το ’λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που γεννήθηκε ο Χριστός! Χτες περάσαμε στην Αγια-Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι[34] με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κι επειδή ξέραμε από άλλη φορά το μαντρί και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε να ’ρθουμε στ’ αρχοντικό σας… Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι[35] και καπλάνι[36]! Μπρε, μπρε, μπρε! Το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το ’κανε!».
Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαψούριζε το σκυλί κι έτρεμε σαν θερμιασμένο[37]. «Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!».
Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιο βαθιά.
Άμα ήπιαν δυο τρία κονιάκ, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας.
Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».
Εκείνη την ώρα άκουσαν πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουν. Στείλανε τα παιδιά να δουν τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει[38] κι έριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τσουχτερό!
Σε λίγο έπαψαν τα σκυλιά και γυρίσαν πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκαν στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαίνονταν πως ήταν θαλασσινοί, και δυο καλόγεροι, βρεγμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ’ το κρύο. Τους καλωσόρισαν, τους βάλανε και κάθισαν.
Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κι έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήταν ο καπετάν Κωνσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα κι είχαν δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. Οι άλλοι δυο ήταν γεμιτζήδες[39] κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.
Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένια, ομορφάνθρωπος, ήταν ο παπα-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήταν λιγνός, με λίγες ανάριες[40] τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη[41]. Τον έλεγαν Αρσένιο Σγουρή.
Ο καπετάν Κωνσταντής ερχόταν από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον παπα-Σιλβέστρο, που είχε πάει στην Πόλη από το Άγιο Όρος για ελέη κι ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο παπα-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορος[42] στο Άγιο Όρος κι ήταν από τη Θεσσαλία.
Ταξίδεψαν καλά. Μα σαν καβατζάρανε[43] τον Κάβο Μπαμπά[44], ο αγέρας μπουρίνιασε κι όλη τη μέρα αρμένιζαν με μουδαρισμένα πανιά[45] και με τον στάντζο[46], ώσπου φτάσανε κατά το βράδυ απ’ έξω από το Ταλιάνι[47]. Ο καιρός σκύλιασε κι ο καπετάνιος δε μπόρεσε να μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει και πήγε και φουντάρισε στ’ απάγκιο, πίσω από ένα μικρό κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κι επειδή θυμήθηκε το φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματαίους[48] και τράβηξαν για το μαντρί. Στο τσερνίκι[49] είχανε αφήσει τον μπαρμπ’-Απόστολο με το μούτσο[50].
Σαν είδανε πως στη σπηλιά βρισκόταν κι ο κυρ Παναγής με τον κυρ Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.
«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο…», φτάσατε κι εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιτζάνα[51] κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρνα[52], χρυσό και λίβανο! Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάιδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.
Στο μεταξύ ο παπα-Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καημένος κι είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίβοντας τα χέρια του : «Δόξα σοι ο Θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας λύτρωσες εκ του κλύδωνος[53] κι έκανε το σταυρό του.
Ο παπα-Σιλβέστρος είπε να σηκωθούν όρθιοι κι είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κι ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε: «Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν».
Ύστερα κάθισαν στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι ευλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε πάνω, από τα μοσχοβολημένα τ’ αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυζήθρες, τις μπεκάτσες και τ’ άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα[54] και τ’ άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσκο[55].
Έξω φυσομανούσε ο χιονιάς και βογκούσαν τα δέντρα κι η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουίσματα ακούγονταν και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε[56]. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ Παναγής έκλεβε κάπου κάπου λίγον ύπνο, ροχάλιζε λιγάκι κι ύστερα ξυπνούσε κι έψελνε μαζί με τη συνοδεία.
Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχαν : το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήταν παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσαν «την βρώσι[57] και την πόσι[58]».

Φώτης Κόντογλου (1895-1965)




Μεταγραφή πρωτότυπου κειμένου – Επιμέλεια σχολίων
© Δημήτρης Φιλελές, 2019


[1] η τραμουντάνα (ιταλικά tramontane) = ο βοριάς. 
[2] αρμενίζομαι = περιπλανιέμαι.
[3] βελονιαστός = διαπεραστικός, τσουχτερός.
[4] τα αγριόπρινα = τα άγρια πουρνάρια.
[5] το ξεροτρόχαλο = η ξερολιθιά, τοίχος χτισμένος μόνο με πέτρες χωρίς άλλο συνδετικό υλικό.
[6] το μπόι (τουρκικά boy) = μονάδα μέτρησης του ύψους με βάση το ανθρώπινο ανάστημα.
[7] σταλιάζω = αναπαύομαι σε σκιερό μέρος.
[8] η σάγια (τουρκικά sayak) = χοντρό μάλλινο ύφασμα.
[9] σπιρτόζος (ιταλικά spirtoso) = ερεθιστικός.
[10] η αστιβιά = το φυτό αφάνα, πυκνός θάμνος με ξερά κλαδιά.
[11] αρχιτσέλιγκας (από το σλαβικό челник – čelnik = αρχηγός) = αυτός που έχει πολλά γιδοπρόβατα.
[12] το σαλβάρι (περσικά šalvâr) = φαρδύ αντρικό παντελόνι.
[13] το σελάχι (τουρκική silâh) = δερμάτινη ζώνη με θήκη για τα όπλα.
[14] τα τζεσμέδια (μάλλον τουρκικής προέλευσης) = μπότες στρατιωτικού τύπου.
[15] το σαρίκι (τουρκική sarık) = λεπτό ύφασμα που τυλίγεται γύρω από το φέσι.
[16] οι μαρχαμάδες = τα κρόσσια.
[17] ο παραγιός = ο βοηθός.
[18] ανάρια = σπανίως.
[19] το γιατάκι (τουρκικά yatak) = το στρώμα, το κρεβάτι.
[20] το μιντέρι (τουρκικά minder) = ο χαμηλός καναπές.
[21] η καρδάρα = ξύλινος κάδος για το άρμεγμα.
[22] το τυροβόλι = μικρό καλάθι για το στράγγισμα του πηγμένου γάλακτος πριν γίνει τυρί.
[23] το λημέρι = το κρησφύγετο, η κρυψώνα.
[24] απαγκιάζω = προφυλάσσομαι σε απάνεμο μέρος.
[25] ποδίζω = σταματώ το θαλάσσιο ταξίδι λόγω κακοκαιρίας.
[26] το αγίζι = το πρωτόγαλα, το πρώτο γάλα των θηλαστικών που εκκρίνεται μετά τη γέννα.
[27] η Σύνοψη = ιερό βιβλίο με προσευχές και ακολουθίες.
[28] ο Εξάψαλμος = σειρά έξι ψαλμών που διαβάζονται στην ακολουθία του Όρθρου.
[29] ο Εσπερινός = η βραδινή εκκλησιαστική ακολουθία.
[30] το ζαγάρι (αραβικά sakar) = το κυνηγόσκυλο.
[31] πισώδρομα = οπισθοχωρώντας.
[32] τα φισεκλίκια (τουρκικά fiek-lik) = η φυσιγγιοθήκη.
[33] το ταγάρι = σάκος από χοντρό μάλλινο ύφασμα που κρεμούν οι χωρικοί στον ώμο.
[34] το μπουγάζι (τουρκικά bogaz) = στενό θαλάσσιο πέρασμα.
[35] το ασλάνι (τουρκικά aslan) = το λιοντάρι.
[36] το καπλάνι (τουρκικά kaplan) = η τίγρη.
[37] θερμιασμένος = αυτός που τρέμει από υψηλό πυρετό (θέρμη).
[38] μπουρινιάζω (από το ιταλικό borin = θυμός) = θυμώνω.
[39] ο γεμιτζής (τουρκικά yemeçi) = ο βαρκάρης, ο έμπειρος ναυτικός.
[40] ανάριος = αραιός.
[41] Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης = άγιος που γεννήθηκε τον 5ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Η μνήμη του γιορτάζεται στις 15 Ιανουαρίου.
[42] Μονή του Παντοκράτορος = παραθαλάσσιο μοναστήρι του Αγίου Όρους με μορφή κάστρου, που χτίστηκε από το 1357 έως το 1362 αιώνα από τους βυζαντινούς αδελφούς Αλέξιο Στρατοπεδάρχη και Ιωάννη Πριμικήριο.
[43] καβατζάρω (από το γενουατικό cavo) = παρακάμπτω ένα ακρωτήριο.
[44] Κάβο Μπαμπά = το ακρωτήριο Λεκτό στα τουρκικά παράλια απέναντι από τη Μυτιλήνη.
[45] μουδαρισμένα πανιά = η ελάττωση των πανιών των ιστιοφόρων όταν φυσά δυνατός άνεμος.
[46] ο στάντζος = σκοινί του καραβιού που στηρίζει το κατάρτι από τη μεριά της πλώρης.
[47] Ταλιάνι (από το τουρκικό dalyan) = όρμος της Μυτιλήνης απέναντι από τα τουρκικά παράλια, που η ονομασία του σημαίνει ιχθυοπαγίδα (ιχθοτροφείο).
[48] οι νοματαίοι = οι άνθρωποι.
[49] το τσερνίκι = σκάφος με κοφτερές άκρες, οξύπλωρο και οξύπρυμο, που κατασκευαζόταν κυρίως στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου(Σάμο, Χίο και Μυτιλήνη).
[50] ο μούτσος (ιταλικά mozzo) = ο μαθητευόμενος ναύτης.
[51] η νταμιτζάνα (βενετικά damegiana) = μεγάλο γυάλινο δοχείο προστατευμένο με πλέγμα καλαμιών. 
[52] η σμύρνα = αρωματικό ρετσίνι που παράγεται από το φυτό βαλσαμόδεντρο.
[53] ο κλύδωνας = η θαλασσοταραχή.
[54] η λακέρδα (λατινικά lacerta) = κομμάτια παλαμίδας (είδος ψαριού) διατηρημένα σε άρμη.
[55] μπρούσκο (ιταλικά brusco) = δυνατό στυφό κόκκινο κρασί.
[56] αναχαράζω = μηρυκάζω, αναμασώ την τροφή.
[57] η βρώσις = το φαγητό, η τροφή. 
[58] η πόσις = η κατανάλωση ποτού.

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ






Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ


Αράχνιασε η φάμπρικα, σωπαίνει η σειρήνα
στην τσέπη μεροκάματο δε μπήκε κι άλλο μήνα
τα χέρια άδεια κι ορφανά στη φτώχεια και στο κρύο
από το στρώμα μας πέτα της πείνας το θηρίο.

Στην καταχνιά και στη βροχή ξυλιάζει το φουγάρο 
πικρός στα χείλη ο καπνός με δανεικό τσιγάρο
και τα παιδιά που μας κοιτούν μένουν με απορία
τι φταίξαμε που η ζωή μας βάζει τιμωρία.

Κι αν τη φωτιά σκαλίζουμε για σπίθα μες στη στάχτη
πάλι απάνω μας ξεσπά η χειμωνιά το άχτι 
κι αν μας φορτώσανε παλτό βαρύ την ανεργία
να σκύβουμε δε μάθαμε στην αγαθοεργία.

Η φόρμα στέκει στο καρφί φρεσκοσιδερωμένη
τα βγάζει όλα στο σφυρί καρδιά τσαλακωμένη 
πλουτίζουν οι σαράφηδες και οι μαυραγορίτες
και γραβατοφορέθηκαν κλέφτες και λωποδύτες.

Πάλι γεμίζουν στο σταθμό στα τρένα τα βαγόνια
η ανθρωπιά μας ξέφτισε και βούλιαξε η συμπόνια 
στην ξενιτιά μας ρίχνουνε την τύχη μας να βρούμε
αυτούς που αγαπήσαμε να μην τους ξαναδούμε.

Τα νιάτα μας ρημάζουνε, κλείνουν τα σπιτικά μας
και πριν ακόμα γεννηθούν, χρωστάνε τα παιδιά μας
με τον ιδρώτα τον πηχτό γυρίζει το γρανάζι 
το δόκανο στόμα ανοιχτό που ό,τι βρει τ’ αρπάζει.

Κι αν πάγωσε η μηχανή κι η ρόδα δε γυρίζει
του εργάτη είναι η δύναμη τον κόσμο που ορίζει
ακόνι θέλει το μυαλό κι ευθύς θα καταλάβει 
πώς παίρνουνε στη μοιρασιά τη λευτεριά οι σκλάβοι.

© Δημήτρης Φιλελές

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

ΤΑΞΙ








ΤΑΞΙ



Ένα ταξί είν’ η ζωή πειρατικό

που κάνει πιάτσα τα μεσάνυχτα λαθραία

το μάτι κλείνει σ' όποιον βρει περαστικό

στου λιμανιού τη σκοτεινή την προκυμαία



Οι επιβάτες δεν κρατούν αποσκευές

με αδειανές τις τσέπες έρχονται και πάνε

Μεγάλες μοιάζουν όλες οι Παρασκευές

και το ταξίμετρο τους γράφει τι χρωστάνε



Είναι γνωστή η διαδρομή απ' την αρχή

πάντα αντίστροφα μετράει η κλεψύδρα

πέρα απ' τα όρια λυγίζει η αντοχή

εννιά κεφάλια έχει η Λερναία Ύδρα



Όποιο κι αν κόψουν, ξεφυτρώνουν άλλα δύο

η μάχη άνιση και άδοξη η πτώση

είναι αθάνατο το άγριο θεριό

από τα δόντια του κανείς δε  θα γλιτώσει



Ρούχο επίσημο το πέτρινο παλτό

φτερό ανοίγει η ψυχή, βουβό το στόμα

ανεμοσκόρπισμα το σώμα το φθαρτό

ο κύκλος κλείνει με μια χούφτα αφράτο χώμα.



Ποίηση © Δημήτρης Φιλελές
Μελοποίηση – Ερμηνεία © Νίκος Βρεττός