ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ - ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ



ΣΤΗ ΣΠΗΛΙΑ

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήταν φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δεν έριχνε. Μονάχα που η ατμόσφαιρα ήταν πολύ θυμωμένη και φυσούσαν σκληροί βοριάδες με χιονόνερο κι αστραπές. Καμιά βδομάδα ο καιρός καλοσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα[1] που αρμενιζόταν[2]. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωί ο ουρανός ήταν μαύρος σαν μολύβι κι έπιασε κι έριχνε βελονιαστό[3] χιονόνερο.
Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκόταν ένα μαντρί με γιδοπρόβατα, πάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγος. Το μέρος αυτό ήταν άγριο κι έρημο, γεμάτο αγριόπρινα[4], σκίνους και κουμαριές, που ήταν κατακόκκινες από τα κούμαρα. Το μαντρί ήταν τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο[5].
Οι τσοπάνηδες κάθονταν μέσα σε μια σπηλιά που βρισκόταν παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά το νοτιά. Μεγάλη σπηλιά με τρία τέσσερα χωρίσματα και ψηλή ως τρία μπόγια[6]. Τα ζωντανά στάλιαζαν[7] κάτω από τις χαμηλές σάγιες[8], που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στέκονταν εδώ κι εκεί και βγάζανε μια σπιρτόζα[9] μυρωδιά. Χάμω το χώμα ήταν σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσοπάνηδες ήταν μερακλήδες και βάζανε τα παιδιά και σκούπιζαν τακτικά με κάτι σκούπες καμωμένες από αστιβιές[10].
Αρχιτσέλιγκας[11] ήταν ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισοάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήταν μαύρος, μαλλιαρός, με γένια μαύρα, κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια[12] κοντά ως το γόνατο, σελάχι[13] στη μέση του, ζωνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια[14] στα ποδάρια του. Το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ’ ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι[15] κι οι μαρχαμάδες[16] κρέμονταν στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!
Είχε δυο παραγιούς[17], τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλικαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά που τους βοηθούσαν στο άρμεγμα και κοίταζαν το μαντρί να ‘ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές ζούσαν σ’ εκείνο το μέρος κρυφά από τον Θεό. Ανάρια[18] βλέπανε άνθρωπο.
Η σπηλιά ήταν καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως πάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχαν τα γιατάκια[19] τους, σαν μιντέρια[20], στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχαν μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου και κρέμονταν καρδάρες[21], τυροβόλια[22], μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κι ήταν λημέρι[23] των ληστών. Απ’ έξω φύλαγαν οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.
Η ακροθαλασσιά βρισκόταν ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήταν έρημη κι άλλο δεν ακουγόταν εκεί πέρα, παρά μονάχα το αγκομαχητό του πελάγους, μέρα νύχτα. Με το βοριά απάγκιαζε[24] και καμιά φορά πόδιζε[25] κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγος ανάμεσα στα δέντρα και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.
Την παραμονή τα Χριστούγεννα είπαμε πως ο καιρός χάλασε κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσοπάνηδες είχαν μαζευτεί στη σπηλιά κι άναψαν μια μεγάλη φωτιά και κουβέντιαζαν. Τα παιδιά είχαν σφάξει δυο αρνιά και τα έγδερναν. Ο Αλέξης έβαλε πάνω σ’ ένα ράφι μυζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι[26] και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη[27] κι επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κι ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακές κι όποτε ήταν γιορτή κανένα τροπάριο και λιγοστά από τον Εξάψαλμο[28]. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήταν να πει.
Θα ‘ταν ώρα Εσπερινού[29]. Εκείνη την ώρα άκουσαν κάτι τουφεκιές. Κατάλαβαν πως θα ‘ταν τίποτα κυνηγοί. Το ένα παιδί, που είχε πάει να φέρει ξύλα με το γάιδαρο, είπε πως το πρωί είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Αγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι έπιασαν και γάβγιζαν όλοι μαζί και πετάχτηκαν έξω από τη μάντρα.
Σε λίγο φανερώθηκαν από πάνω από τη σπηλιά δυο άνθρωποι με τουφέκια και φώναζαν τους τσοπάνηδες να μαζέψουν τα σκυλιά, που χίμηξαν πάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια[30] που ‘χαν οι κυνηγοί και το ξετίναξε να το πνίξει. Ο κυνηγός έριξε πάνω του και τα σκάγια τον πόνεσαν και γύρισε πίσω, μαζί με τ’ άλλα μαντρόσκυλα, που πήγαιναν πισώδρομα[31] όσο κατέβαιναν οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, βγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους κι έπιασαν τον Σκούρη και τον έδεσαν∙ έδιωξαν και τ’ άλλα σκυλιά.
«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φισεκλίκια[32], με το ταγάρι[33] γεμάτο πουλιά. Ο άλλος που ήταν μαζί του, ήταν ο γιος του, ο Δημητρός. «Πολλά τα έτη!» αποκριθήκαν ο Μπαρμπάκος κι η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!».
Τους πήγανε στη σπηλιά. «Μωρέ, τι είν’ εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπαρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυζήθρες που αχνίζανε.
Τους βάλανε να καθίσουν, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκ. Κεράστηκαν.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να το ’λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που γεννήθηκε ο Χριστός! Χτες περάσαμε στην Αγια-Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι[34] με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κι επειδή ξέραμε από άλλη φορά το μαντρί και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε να ’ρθουμε στ’ αρχοντικό σας… Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι[35] και καπλάνι[36]! Μπρε, μπρε, μπρε! Το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το ’κανε!».
Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαψούριζε το σκυλί κι έτρεμε σαν θερμιασμένο[37]. «Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!».
Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιο βαθιά.
Άμα ήπιαν δυο τρία κονιάκ, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:
Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας.
Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».
Εκείνη την ώρα άκουσαν πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουν. Στείλανε τα παιδιά να δουν τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει[38] κι έριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τσουχτερό!
Σε λίγο έπαψαν τα σκυλιά και γυρίσαν πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκαν στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαίνονταν πως ήταν θαλασσινοί, και δυο καλόγεροι, βρεγμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ’ το κρύο. Τους καλωσόρισαν, τους βάλανε και κάθισαν.
Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κι έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήταν ο καπετάν Κωνσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα κι είχαν δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. Οι άλλοι δυο ήταν γεμιτζήδες[39] κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.
Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένια, ομορφάνθρωπος, ήταν ο παπα-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήταν λιγνός, με λίγες ανάριες[40] τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη[41]. Τον έλεγαν Αρσένιο Σγουρή.
Ο καπετάν Κωνσταντής ερχόταν από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον παπα-Σιλβέστρο, που είχε πάει στην Πόλη από το Άγιο Όρος για ελέη κι ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο παπα-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορος[42] στο Άγιο Όρος κι ήταν από τη Θεσσαλία.
Ταξίδεψαν καλά. Μα σαν καβατζάρανε[43] τον Κάβο Μπαμπά[44], ο αγέρας μπουρίνιασε κι όλη τη μέρα αρμένιζαν με μουδαρισμένα πανιά[45] και με τον στάντζο[46], ώσπου φτάσανε κατά το βράδυ απ’ έξω από το Ταλιάνι[47]. Ο καιρός σκύλιασε κι ο καπετάνιος δε μπόρεσε να μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει και πήγε και φουντάρισε στ’ απάγκιο, πίσω από ένα μικρό κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κι επειδή θυμήθηκε το φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματαίους[48] και τράβηξαν για το μαντρί. Στο τσερνίκι[49] είχανε αφήσει τον μπαρμπ’-Απόστολο με το μούτσο[50].
Σαν είδανε πως στη σπηλιά βρισκόταν κι ο κυρ Παναγής με τον κυρ Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.
«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο…», φτάσατε κι εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιτζάνα[51] κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρνα[52], χρυσό και λίβανο! Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάιδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.
Στο μεταξύ ο παπα-Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καημένος κι είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίβοντας τα χέρια του : «Δόξα σοι ο Θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας λύτρωσες εκ του κλύδωνος[53]!» κι έκανε το σταυρό του.
Ο παπα-Σιλβέστρος είπε να σηκωθούν όρθιοι κι είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κι ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε: «Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν».
Ύστερα κάθισαν στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι ευλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε πάνω, από τα μοσχοβολημένα τ’ αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυζήθρες, τις μπεκάτσες και τ’ άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα[54] και τ’ άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσκο[55].
Έξω φυσομανούσε ο χιονιάς και βογκούσαν τα δέντρα κι η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουίσματα ακούγονταν και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε[56]. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ Παναγής έκλεβε κάπου κάπου λίγον ύπνο, ροχάλιζε λιγάκι κι ύστερα ξυπνούσε κι έψελνε μαζί με τη συνοδεία.
Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχαν : το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήταν παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσαν «την βρώσι[57] και την πόσι[58]».

Φώτης Κόντογλου (1895-1965)




Μεταγραφή πρωτότυπου κειμένου – Επιμέλεια σχολίων
© Δημήτρης Φιλελές, 2019


[1] η τραμουντάνα (ιταλικά tramontane) = ο βοριάς. 
[2] αρμενίζομαι = περιπλανιέμαι.
[3] βελονιαστός = διαπεραστικός, τσουχτερός.
[4] τα αγριόπρινα = τα άγρια πουρνάρια.
[5] το ξεροτρόχαλο = η ξερολιθιά, τοίχος χτισμένος μόνο με πέτρες χωρίς άλλο συνδετικό υλικό.
[6] το μπόι (τουρκικά boy) = μονάδα μέτρησης του ύψους με βάση το ανθρώπινο ανάστημα.
[7] σταλιάζω = αναπαύομαι σε σκιερό μέρος.
[8] η σάγια (τουρκικά sayak) = χοντρό μάλλινο ύφασμα.
[9] σπιρτόζος (ιταλικά spirtoso) = ερεθιστικός.
[10] η αστιβιά = το φυτό αφάνα, πυκνός θάμνος με ξερά κλαδιά.
[11] αρχιτσέλιγκας (από το σλαβικό челник – čelnik = αρχηγός) = αυτός που έχει πολλά γιδοπρόβατα.
[12] το σαλβάρι (περσικά šalvâr) = φαρδύ αντρικό παντελόνι.
[13] το σελάχι (τουρκική silâh) = δερμάτινη ζώνη με θήκη για τα όπλα.
[14] τα τζεσμέδια (μάλλον τουρκικής προέλευσης) = μπότες στρατιωτικού τύπου.
[15] το σαρίκι (τουρκική sarık) = λεπτό ύφασμα που τυλίγεται γύρω από το φέσι.
[16] οι μαρχαμάδες = τα κρόσσια.
[17] ο παραγιός = ο βοηθός.
[18] ανάρια = σπανίως.
[19] το γιατάκι (τουρκικά yatak) = το στρώμα, το κρεβάτι.
[20] το μιντέρι (τουρκικά minder) = ο χαμηλός καναπές.
[21] η καρδάρα = ξύλινος κάδος για το άρμεγμα.
[22] το τυροβόλι = μικρό καλάθι για το στράγγισμα του πηγμένου γάλακτος πριν γίνει τυρί.
[23] το λημέρι = το κρησφύγετο, η κρυψώνα.
[24] απαγκιάζω = προφυλάσσομαι σε απάνεμο μέρος.
[25] ποδίζω = σταματώ το θαλάσσιο ταξίδι λόγω κακοκαιρίας.
[26] το αγίζι = το πρωτόγαλα, το πρώτο γάλα των θηλαστικών που εκκρίνεται μετά τη γέννα.
[27] η Σύνοψη = ιερό βιβλίο με προσευχές και ακολουθίες.
[28] ο Εξάψαλμος = σειρά έξι ψαλμών που διαβάζονται στην ακολουθία του Όρθρου.
[29] ο Εσπερινός = η βραδινή εκκλησιαστική ακολουθία.
[30] το ζαγάρι (αραβικά sakar) = το κυνηγόσκυλο.
[31] πισώδρομα = οπισθοχωρώντας.
[32] τα φισεκλίκια (τουρκικά fiek-lik) = η φυσιγγιοθήκη.
[33] το ταγάρι = σάκος από χοντρό μάλλινο ύφασμα που κρεμούν οι χωρικοί στον ώμο.
[34] το μπουγάζι (τουρκικά bogaz) = στενό θαλάσσιο πέρασμα.
[35] το ασλάνι (τουρκικά aslan) = το λιοντάρι.
[36] το καπλάνι (τουρκικά kaplan) = η τίγρη.
[37] θερμιασμένος = αυτός που τρέμει από υψηλό πυρετό (θέρμη).
[38] μπουρινιάζω (από το ιταλικό borin = θυμός) = θυμώνω.
[39] ο γεμιτζής (τουρκικά yemeçi) = ο βαρκάρης, ο έμπειρος ναυτικός.
[40] ανάριος = αραιός.
[41] Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης = άγιος που γεννήθηκε τον 5ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Η μνήμη του γιορτάζεται στις 15 Ιανουαρίου.
[42] Μονή του Παντοκράτορος = παραθαλάσσιο μοναστήρι του Αγίου Όρους με μορφή κάστρου, που χτίστηκε από το 1357 έως το 1362 αιώνα από τους βυζαντινούς αδελφούς Αλέξιο Στρατοπεδάρχη και Ιωάννη Πριμικήριο.
[43] καβατζάρω (από το γενουατικό cavo) = παρακάμπτω ένα ακρωτήριο.
[44] Κάβο Μπαμπά = το ακρωτήριο Λεκτό στα τουρκικά παράλια απέναντι από τη Μυτιλήνη.
[45] μουδαρισμένα πανιά = η ελάττωση των πανιών των ιστιοφόρων όταν φυσά δυνατός άνεμος.
[46] ο στάντζος = σκοινί του καραβιού που στηρίζει το κατάρτι από τη μεριά της πλώρης.
[47] Ταλιάνι (από το τουρκικό dalyan) = όρμος της Μυτιλήνης απέναντι από τα τουρκικά παράλια, που η ονομασία του σημαίνει ιχθυοπαγίδα (ιχθοτροφείο).
[48] οι νοματαίοι = οι άνθρωποι.
[49] το τσερνίκι = σκάφος με κοφτερές άκρες, οξύπλωρο και οξύπρυμο, που κατασκευαζόταν κυρίως στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου(Σάμο, Χίο και Μυτιλήνη).
[50] ο μούτσος (ιταλικά mozzo) = ο μαθητευόμενος ναύτης.
[51] η νταμιτζάνα (βενετικά damegiana) = μεγάλο γυάλινο δοχείο προστατευμένο με πλέγμα καλαμιών. 
[52] η σμύρνα = αρωματικό ρετσίνι που παράγεται από το φυτό βαλσαμόδεντρο.
[53] ο κλύδωνας = η θαλασσοταραχή.
[54] η λακέρδα (λατινικά lacerta) = κομμάτια παλαμίδας (είδος ψαριού) διατηρημένα σε άρμη.
[55] μπρούσκο (ιταλικά brusco) = δυνατό στυφό κόκκινο κρασί.
[56] αναχαράζω = μηρυκάζω, αναμασώ την τροφή.
[57] η βρώσις = το φαγητό, η τροφή. 
[58] η πόσις = η κατανάλωση ποτού.

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ






Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ


Αράχνιασε η φάμπρικα, σωπαίνει η σειρήνα
στην τσέπη μεροκάματο δε μπήκε κι άλλο μήνα
τα χέρια άδεια κι ορφανά στη φτώχεια και στο κρύο
από το στρώμα μας πέτα της πείνας το θηρίο.

Στην καταχνιά και στη βροχή ξυλιάζει το φουγάρο 
πικρός στα χείλη ο καπνός με δανεικό τσιγάρο
και τα παιδιά που μας κοιτούν μένουν με απορία
τι φταίξαμε που η ζωή μας βάζει τιμωρία.

Κι αν τη φωτιά σκαλίζουμε για σπίθα μες στη στάχτη
πάλι απάνω μας ξεσπά η χειμωνιά το άχτι 
κι αν μας φορτώσανε παλτό βαρύ την ανεργία
να σκύβουμε δε μάθαμε στην αγαθοεργία.

Η φόρμα στέκει στο καρφί φρεσκοσιδερωμένη
τα βγάζει όλα στο σφυρί καρδιά τσαλακωμένη 
πλουτίζουν οι σαράφηδες και οι μαυραγορίτες
και γραβατοφορέθηκαν κλέφτες και λωποδύτες.

Πάλι γεμίζουν στο σταθμό στα τρένα τα βαγόνια
η ανθρωπιά μας ξέφτισε και βούλιαξε η συμπόνια 
στην ξενιτιά μας ρίχνουνε την τύχη μας να βρούμε
αυτούς που αγαπήσαμε να μην τους ξαναδούμε.

Τα νιάτα μας ρημάζουνε, κλείνουν τα σπιτικά μας
και πριν ακόμα γεννηθούν, χρωστάνε τα παιδιά μας
με τον ιδρώτα τον πηχτό γυρίζει το γρανάζι 
το δόκανο στόμα ανοιχτό που ό,τι βρει τ’ αρπάζει.

Κι αν πάγωσε η μηχανή κι η ρόδα δε γυρίζει
του εργάτη είναι η δύναμη τον κόσμο που ορίζει
ακόνι θέλει το μυαλό κι ευθύς θα καταλάβει 
πώς παίρνουνε στη μοιρασιά τη λευτεριά οι σκλάβοι.

© Δημήτρης Φιλελές

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

ΤΑΞΙ








ΤΑΞΙ



Ένα ταξί είν’ η ζωή πειρατικό

που κάνει πιάτσα τα μεσάνυχτα λαθραία

το μάτι κλείνει σ' όποιον βρει περαστικό

στου λιμανιού τη σκοτεινή την προκυμαία



Οι επιβάτες δεν κρατούν αποσκευές

με αδειανές τις τσέπες έρχονται και πάνε

Μεγάλες μοιάζουν όλες οι Παρασκευές

και το ταξίμετρο τους γράφει τι χρωστάνε



Είναι γνωστή η διαδρομή απ' την αρχή

πάντα αντίστροφα μετράει η κλεψύδρα

πέρα απ' τα όρια λυγίζει η αντοχή

εννιά κεφάλια έχει η Λερναία Ύδρα



Όποιο κι αν κόψουν, ξεφυτρώνουν άλλα δύο

η μάχη άνιση και άδοξη η πτώση

είναι αθάνατο το άγριο θεριό

από τα δόντια του κανείς δε  θα γλιτώσει



Ρούχο επίσημο το πέτρινο παλτό

φτερό ανοίγει η ψυχή, βουβό το στόμα

ανεμοσκόρπισμα το σώμα το φθαρτό

ο κύκλος κλείνει με μια χούφτα αφράτο χώμα.



Ποίηση © Δημήτρης Φιλελές
Μελοποίηση – Ερμηνεία © Νίκος Βρεττός

Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

ΒΥΘΟΣ




ΒΥΘΟΣ



Μολύβι τ’ ουρανού το πανωσέντονο

σαν του καπνού σταχτί να παίρνει χρώμα

τα κόκαλα να τρίζουνε στο στρώμα

άγρυπνο μάτι, πυρωμένο κάρβουνο.



Αράχνες σύννεφα καλπάζουν στο κενό

μαβιά λουρίδα η στεριά μακραίνει

ζωή σαν χιλιοτρύπητο βαένι

στης μνήμης το βιβλίο σημάδι μελανό.



Φάλτσο απ' αρχής το υλικό, σάπιο σκαρί

αρμύρα χρόνια τρώει την κουβέρτα

πλανεύτρα γόησσα στα λόγια αβέρτα

σαν αλυσίδα στον λαιμό κρίμα βαρύ.



Ψυχή δεμένη με σκοινί στο πουθενά

της μηχανής ο χτύπος σαν λεπίδι

της προσευχής σπασμένο το στασίδι

φίδια της θάλασσας η μάνητα γεννά.



Στη σιγαλιά της λήθης σβήνεται το φως

γυρίζω μοναχός χωρίς πραμάτεια

γυρεύω να ματίσω τα κομμάτια

ως να βρεθεί για με φιλόξενος βυθός.



© Δημήτρης Φιλελές
Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή "Αντι...σώματα"

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΝΑ ΟΡΦΑΝΗ

ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΑΝΑΔΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΓΙΟΡΤΑΣΟΥΝ...

ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΝΑ ΟΡΦΑΝΗ



Πατρίδα, μάνα ορφανή
με χέρια σταυρωμένα
μαύρισε η ανατολή
στο δρόμο για τα ξένα.

Η θάλασσα η σκοτεινή
κατάπιε τ’ όνειρό μας
μας ξέβρασε στην ξένη γη
μαζί με τον καημό μας.

Πατρίδα, μάνα ορφανή
πώς σβήσανε τα γέλια
και μείναμε χωρίς φωνή
ανθρώπινα κουρέλια.

Παράνομοι στον τόπο μας
στην παγωνιά χαμένοι
να κλέβουνε τον κόπο μας
ισόβια δικασμένοι.

Στα βράχια τσακιστήκαμε
στην κόλαση βρεθήκαμε
τ’ αδέλφια μας προδώσανε
πικρό νερό μας δώσανε.

Στη λησμονιά περάσαμε
την προσφυγιά χορτάσαμε
και τ’ όνειρο στεγνώσαμε
στην πέτρα που ριζώσαμε.


© Δημήτρης Φιλελές

Από την ποιητική συλλογή "Μυθ...ιστόρημα",
εκδόσεις Απόπειρα 2017
Ποίημα μελοποιημένο από τον εκλεκτό φίλο Νίκο Βρεττό.




Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

ΘΥΜΗΣΟΥ


ΘΥΜΗΣΟΥ 

Θυμήσου

να βγεις στους ηλιόλουστους αγρούς

να μαζέψεις πολύχρωμα λουλούδια

τα πιο ταπεινά, τα πιο αποξεχασμένα

μ’ αυτά να πλέξεις με τα χέρια σου

στεφάνια, πολλά μικρά ευωδιαστά στεφάνια 

ένα για κάθε περίσταση

για τους αλύγιστους απεργούς του Σικάγου

που τόλμησαν να υψώσουν τη γροθιά τους

για να αφήσουν την τελευταία πνοή στην αγχόνη 

για τους ματωμένους καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης

που σήκωσαν το νεκρό Τάσο στους ώμους

για να τον αποθέσουν σφαχτάρι στα πόδια

της χαροκαμένης μάνας

για τους εκτελεσμένους πατριώτες 

στο θυσιαστήριο της Καισαριανής

που αντίκρισαν το τελευταίο φως του ήλιου

με τα μάτια ανοιχτά και το κεφάλι ψηλά

για τους εξεγερμένους φοιτητές του Παρισιού 

που απαίτησαν την κλεμμένη ευτυχία τους

στα οδοφράγματα του Καρτιέ Λατέν

κι ένα ακόμα μικρό στεφάνι να φτιάξεις

να το κρεμάσεις σ’ ένα καρφί

πάνω από το προσκεφάλι σου

έτοιμο για τη δική σου Πρωτομαγιά

που αναπότρεπτα θα ξημερώσει.

© Δημήτρης Φιλελές


Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

ΠΟΝΤΙΟΙ ΠΙΛΑΤΟΙ




ΠΟΝΤΙΟΙ ΠΙΛΑΤΟΙ

Αφού τα χέρια πλύνανε σαν Πόντιοι Πιλότοι 
στρωθήκανε οι άρχοντες με όρεξη βαρβάτη 

στην τράπεζα τη στρογγυλή τα κέρδη να μετρήσουν 
κι ευθύς ν’ αποφασίσουνε σωστά να επενδύσουν

της πίτας της αφάγωτης το πρώτο το κομμάτι
για έξοδα συντήρησης - κοστίζει το παλάτι

το δεύτερο μπαμπάτσικο για μας ανάγκης ώρα
στον άσο να μη μείνουνε αν πέσει έξω η χώρα

το τρίτο για τα τρέχοντα και για τα μεγαλεία 
χωρίς χλιδή δεν τον κρατά το θρόνο η βασιλεία

το τέταρτο για τα παιδιά και για τους απογόνους
που αδιάκοπα γεννοβολούν κηφήνες επιγόνους 

το πέμπτο για θεάματα που του λαού αρέσουν
κι όλοι τη σκούφια τους πετούν - πού να πρωτοχωρέσουν

για τους παρατρεχάμενους το έκτο το κομμάτι
για των ρουφιάνων τ’ άγρυπνο τ’ ακοίμητο το μάτι

το έβδομο και τυχερό για συγγενείς και φίλους 
αν θέλεις να 'χεις πρόβατα, ταΐζεις και τους σκύλους

το όγδοο στην άμυνα για κάλυψη των νώτων 
γιατί πολλοί ορέγονται την αλλαγή των φώτων

το ένατο ασθενικό, μα κάποιοι θα χορτάσουν
αυτοί που πριν την ώρα τους κοντεύουν να γεράσουν

το δέκατο, το υστερνό, μαζί με ψιχουλάκια 
στους άστεγους φιλάνθρωπα που τρώνε σαν πουλάκια

όσο τον κόσμο κυβερνούν και άδικα μοιράζουν
τόσο βαθαίνουν τα καρφιά που τις ψυχές πληγιάζουν 

κι αν κάποιος κάπου θυμηθεί των τάξεων την πάλη
με του Ιούδα το φιλί θα τον σταυρώσουν πάλι.

© Δημήτρης Φιλελές

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΛΕΥΣΕΙΣ 3 - ΡΕΥΣΤΑ ΟΡΙΑ


Εν τω μεταξύ, συνέβη και αυτό! Μόλις κυκλοφόρησε, χάρη στην άοκνη προσπάθεια του εκλεκτού συναδέλφου και συνοδοιπόρου ποιητή (και όχι μόνο) Βασίλη Γεργατσούλη και του αγαπητού φίλου ποιητή Δημήτρη Παπακωνσταντίνου σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Εντύποις.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΛΕΥΣΕΙΣ 3 - ΡΕΥΣΤΑ ΟΡΙΑ
19 ποιητές συνταξιδεύουμε !!! 

ΜΑΡΙΑ ΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
ΙΩΑΝΝΑ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ
ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΒΕΛΟΝΙΑ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΒΡΟΣΓΟΣ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΡΓΑΤΣΟΥΛΗΣ
ΕΙΡΗΝΗ ΓΕΡΟΝΤΑΡΑ
ΝΤΙΝΟΣ Ι. ΓΛΑΡΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΓΛΟΥ
ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΔΙΣΑΚΙΑ
ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΚΑΝΑΚΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΙΟΥΜΟΥΣΗ
ΣΟΦΙΑ ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΟΥ
ΤΑΣΟΣ Σ. ΜΑΤΖΙΟΣ
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΝΤΟΒΑΣ
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΝΤΑΖΗ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΘΕΜΙΣ ΤΑΤΑΡΗ – ΜΠΙΛΛΗΡΗ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΕΛΕΣ

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

ΞΕΝΙΤΕΜΟΣ




ΞΕΝΙΤΕΜΟΣ

Πού να βρω τον ταχυδρόμο να σου στείλω,  μάνα μου
να μου πλύνεις το μαντίλι με το μαύρο κλάμα μου

στο γιαλό να το διαβάσεις σε σαράντα κύματα
για του γυρισμού τη μέρα όταν βρω τα βήματα.

Πού να βρεις τον ταχυδρόμο να μου στείλεις, μάνα μου
δυο κλαράκια απ' τη γλάστρα με τη μαντζουράνα μου

και μια χούφτα άγιο χώμα να το κάνω φυλαχτό
'δώ στα έρημα τα ξένα όταν νυχτοπερπατώ.

Πού να βρω δεντρί με ίσκιο ν' αποστάσει ο στεναγμός
μες στα στήθια μου σαράκι γίνηκε ο μισεμός

και μου λιώνει το κορμάκι και μου καίει την καρδιά
και μαραίνομαι σαν φύλλο μες στην κοσμοχαλασιά.

Πού να βρει, γλυκιά μου μάνα, δύναμη κι απαντοχή
να παλέψει με τα χρόνια το γερμένο σου κορμί

να προσμένεις στο κατώφλι άσπρη μέρα να φανεί
να γεμίσει η αγκαλιά σου κσι η άδεια σου ψυχή.

Μες στους ξένους είμαι ξένος,  μοναχός κι ορφανεμένος
απ' τον τόπο μου διωγμένος, πρόσφυγας ξεριζωμένος

κι όπου πέφτω να πλαγιάσω λίγον ύπνο να χορτάσω
τούτ' η ξένη γης με σπρώχνει το ξενάκι τ' αποδιώχνει.


Ποίηση : © Δημήτρης Φιλελές
Μελοποίηση – Ερμηνεία : © Φίλιππος Πλακιάς

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

ΧΙΟΝΙ

Χιόνι

Από την ποιητική συλλογή "Θρ...ίαμβοι και απώλειες"




ΧΙΟΝΙ

Νιφάδες κατακόκκινες, φιλιά λευκά από χιόνι
δυο χέρια απλώνουν, προσπερνά η άνοιξη και λιώνει
νεράιδες δένουν το κορμί μ' αόρατο μαντήλι
αράχνης δίχτυ ντύνεται το ματωμένο δείλι.


Σαν ακροβάτης η ψυχή σ' ένα ταγκό του δρόμου
σ' ένα σκοινί ισορροπεί στα βλέμματα του τρόμου
πέφτει, ξανασηκώνεται, παθαίνει και μαθαίνει
το τραύμα επουλώνεται,  μα το σημάδι μένει.


Οι νύχτες θεοσκότεινες, ασφάλειες καμένες
φωνές ερώτων ένοχες, απόμακρες και ξένες
νεράιδες δένουν το κορμί μ' αόρατο μαντήλι
αράχνης δίχτυ ντύνεται το ματωμένο δείλι.


Σαν ακροβάτης η ψυχή σ' ένα ταγκό του δρόμου
σ' ένα σκοινί ισορροπεί στα βλέμματα του τρόμου
πέφτει, ξανασηκώνεται, παθαίνει και μαθαίνει
το τραύμα επουλώνεται,  μα το σημάδι μένει.


Ποίηση : © Δημήτρης Φιλελές
Μελοποίηση – Ερμηνεία : © Φίλιππος Πλακιάς

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

ΠΡΟΣ ΑΓΟΡΑΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ




ΠΡΟΣ ΑΓΟΡΑΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Αν κάτι θέλεις ν’ αγοράσεις, θα το βρεις

σ’ αυτόν που η ανάγκη πνίγει κάνεις χάρη

κι αν κάτι έχεις να πουλήσεις, μη ντραπείς

αλισβερίσι η ζωή σου και παζάρι.



Αν κάποιος σε κατηγορήσει, να του πεις

καθρέφτη αν έχει, την καμπούρα να κοιτάξει

καμιά δουλειά να πάει να βρει της προκοπής

και ας σου πει μετά τον κόσμο πώς θα φτιάξει.



Στο πάρε-δώσε πρέπει να 'χεις μερτικό

μ’ αυτό τον τρόπο όλη η γη στριφογυρίζει

παζάρεψε γερά το τρύπιο ιδανικό

μα την τιμή πάντα η ζήτηση ορίζει.



Η δυσκολία είναι μόνο στην αρχή

για τον πρωτάρη που τα κόλπα δε γνωρίζει

μέχρι που γίνεται το δέρμα του παχύ

μετά τον φτύνουνε και λέει ψιχαλίζει.



Κι αν η ταχύτητα σου σπάσει το κοντέρ

και στον κατήφορο δεν πιάσουνε τα φρένα

φρόντισε να 'χεις στα χαρτιά σου μπαλαντέρ

πριν σε πετάξουν στα λιοντάρια στην αρένα.



Όχι πως έτσι θα γλιτώσεις το χαμό

από τη μέρα που γεννήθηκες χαμένος

μα μια θηλιά να βάλεις μόνος στο λαιμό

και μια ταμπέλα που θα γράφει “πουλημένος”.



Είναι απίστευτα μικρή η διαδρομή

η κορυφή δυο βήματα απ’ τον πάτο

χωρίς κεφάλι ξάφνου μένει το κορμί

αν η Σαλώμη το ζητήσει μες στο πιάτο.


© Δημήτρης Φιλελές

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Επειδή, κατ' έθιμο, οφείλουμε να τα ψάλουμε...




ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ...



Σκεμπέδες σκληροτράχηλοι της μάσας

που τρωγοπίνετε μονάχα στην υγειά σας

σαν στρώσετε το γιορτινό τραπέζι

και γλείφετε στα δάχτυλα το πετιμέζι

προσέχετε μη κόκαλο καθίσει στο λαιμό σας

και το αγριογούρουνο γίνει το σάβανα σας

ποιο τάχα θα ‘ναι τ’ άτυχο γομάρι

να φορτωθεί το σάπιο σας κουφάρι

φτωχός, στο μεροκάματο, και ζορισμένος

για ξεροκόμματα γαϊδουροφορτωμένος

όσο στη γης ν’ αλαφροακουμπήσει

κιβούρι που τη ράχη έχει τσακίσει

για λίγα όβολα θα δώσει την ευχή του

και από μέσα θα γελά με την ψυχή του

κι απέ θα περιμένετε την κρίση

να πιείτε απ’ του παράδεισου τη βρύση

μα όσο εγώ στ’ αστέρια ταξιδέψω

και του παρά τη δύναμη λατρέψω

τόσο και σεις θ’ αγιάσετε στον Άδη

που ξεκληρίσατε τ’ ανθρώπινο κοπάδι

και σ’ όποια σάρκα μπήξατε τα νύχια

κατάρες μόνο θα ξερνά και σκατοψύχια



κι αν τυχερό είναι ν’ αποθάνετε εφέτος

οριζοντίως να σταθείτε αντί καθέτως

όσο χρυσάφι στο πουγκί κι αν κουβαλάτε

με τη σειρά σας στη γραμμή θα προχωράτε

στον άλλο κόσμο δεν περνούν τα μεταλίκια 

και σας και μας θα ροκανίσουν τα σκουλήκια.



Εις έτη πολλά!



© Δημήτρης Φιλελές