ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρίτη 22 Ιουνίου 2021

Αντι...σώματα - Παρουσίαση Ποιητικής Συλλογής



Αγαπημένοι φίλοι και φίλες,

Με ιδιαίτερη χαρά σας προσκαλώ στην παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής "Αντισώματα".

Τη Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021, στις 8:30 το βράδυ, στο stage bar "Θέσις 7", Αγίου Φιλίππου 7, στο Μοναστηράκι.

Κρατήστε εγκαίρως τις θέσεις σας στο 2169000790.

Για την ποιητική συλλογή μιλούν

ο Χρίστος Γ. Ρώμας, φιλόλογος - συγγραφέας

και η Τέσυ Μπάιλα, συγγραφέας

Ποιήματα διαβάζει

η Τζωρτζίνα Κώνστα, ηθοποιός - σκηνοθέτις - δασκάλα θεάτρου

Μελοποιημένα ποιήματα της συλλογής ερμηνεύουν 

ο Νίκος Βρεττός και ο Φίλιππος Πλακιάς. 


Κυριακή 20 Ιουνίου 2021

Ουαρσάν Σάιρ - Πατρίδα

#διαβάζω_για_σένα


20 Ιουνίου

Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων



Πατρίδα

 

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,

εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις

ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη

οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα

με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους

το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου

που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου

κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του

αφήνεις την πατρίδα

μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά

φωτιά κάτω απ’ τα πόδια σου

ζεστό αίμα στην κοιλιά σου

δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες μέχρι

που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου

και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο

ανάμεσα στα δόντια σου

και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων

κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού

δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.

Πρέπει να καταλάβεις

ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα

εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά

κανένας δεν καίει τις παλάμες του

κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια

κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού

τρώγοντας εφημερίδες

εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει

σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.

Κανένας δε σέρνεται

κάτω από φράχτες

κανένας δε θέλει να τον δέρνουν

να τον λυπούνται

κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων

ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία

όπου το σώμα σου πονούσε

ή τη φυλακή,

επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη

από μια πόλη που φλέγεται

και ένας δεσμοφύλακας το βράδι είναι προτιμότερα

από ένα φορτηγό

γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου

κανένας δε θα το μπορούσε

κανένας δε θα το άντεχε

κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό

για να ακούσει τα:

γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι

πρόσφυγες

βρομομετανάστες

ζητιάνοι ασύλου

που ρουφάτε τη χώρα μας

αράπηδες με τα χέρια απλωμένα

μυρίζετε περίεργα

απολίτιστοι

κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε

να κάνετε και τη δική μας

πώς δε δίνουμε σημασία

στα λόγια

στα άγρια βλέμματα

ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά

από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού

ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά

από δεκατέσσερις άντρες

ανάμεσα στα πόδια σου

ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο να καταπιείς

από τα χαλίκια

από τα κόκαλα

από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.

Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,

αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου

και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα

εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές εκτός

αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα

να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου

να συρθείς στην έρημο

να κολυμπήσεις ωκεανούς

να πνιγείς

να σωθείς

να πεινάσεις

να εκλιπαρήσεις

να ξεχάσεις την υπερηφάνεια

η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι

μια ιδρωμένη φωνή στο αυτί σου

που λέει

φύγε,

τρέξε μακριά μου τώρα

δεν ξέρω τι έχω γίνει

αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού

θα είσαι πιο ασφαλής απ’ ό,τι εδώ.

 

Ουαρσάν Σάιρ

 

Η Ουαρσάν Σάιρ (Warsan Shire) γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1988 στην Κένυα από Σομαλούς γονείς και ζει μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι συγγραφέας, ποιήτρια, εκδότρια και δασκάλα. Τα κυριότερα βραβεία που έχει λάβει είναι το Βραβείο Αφρικανικής Ποίησης από το Πανεπιστήμιο Brunel τον Απρίλιο του 2013 και το βραβείο Young Poet Laureate for London τον Οκτώβριο του ίδιου έτους.


Δευτέρα 14 Ιουνίου 2021

Σκελετόβραχος

 

Ο Νίκος Βρεττός
μελοποιεί και ερμηνεύει 
το ποίημά μου "Σκελετόβραχος"



Σκελετόβραχος

 

Τις νύχτες στέκεις σιωπηλός και αρμενίζεις

μα το αλάτι σου κουφώνει τα θεμέλια

ποιας νιότης πεθυμιά στα δόντια μουρμουρίζεις

ποιες θύμησες μες στην παλάμη σου κουρέλια.

 

Γυμνό παγώνει τ' όνειρό στη λαμαρίνα

χτυπά καμπάνα θλιβερή, σήμα κινδύνου

στην άβυσσο σταυρούς καρφώνει η σειρήνα

βουβός ξεσπά λυγμός του επιτάφιου θρήνου.

 

Στοιχειά στήνουν χορό στο μανιασμένο κύμα

του γραίγου τ' άγριο θεριό παραμονεύει

ποιος πρώτος θα σταθεί ορθός μπροστά στο νήμα

ζωή θηλιά σφιχτή σαν φίδι αργοσαλεύει.

 

Όπου σταθείς σε κυνηγά τ' ανεμοβρόχι

νύχτα αφέγγαρη στεγνή η ψυχή σκεβρώνει

το φως βυθίζεται στου χρόνου την απόχη

γι' αλλού τραβάς κι αλλού σε σπρώχνει το τιμόνι.

 

Στο σκελετόβραχο σαπίζει το κουφάρι

ό,τι απομένει απ' τη ζωή μια χούφτα αλάτι

άδειο σαν στόμα πεινασμένο το αμπάρι

το μπάρκο το στερνό μια μαχαιριά στην πλάτη.

 

© Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

Τρία ποιήματα στο περιοδικό "Κλεψύδρα"

κ λ ε ψ ύ δ ρ α

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Τεύχος 18, Μάιος 2021

 

Εκδότης : Παπούλιας Εμμ. - Σκύφας Αθ. & Σία Ο.Ε.

Σόλωνος 101, Αθήνα, 106 78

http://www.enastron.com




ΑΓΡΥΠΝΙΑ


Ξαγρύπνησα

περιμένοντας να φανεί

έστω για μια μόνο νύχτα

το άστρο της σωτηρίας

να φωτίσει το δρόμο

των κατατρεγμένων

που πορεύονται ατέλειωτα

σκοτεινά χιλιόμετρα

δίχως προορισμό

να ρίξει μια δέσμη φωτός

στα αφρισμένα κύματα

που ανυπεράσπιστα κορμιά δέρνονται

δίχως ελπίδα στεριάς

να ρίξει μια αχτίδα ζεστασιάς

στα κουλουριασμένα

απομεινάρια της ζωής

που βρίσκουν καταφύγιο

κάτω από μουχλιασμένα χαρτόνια

 

ξημέρωσα

αντικρίζοντας πάλι μόνο

φανταχτερά πλαστικά λαμπιόνια

κρεμασμένα σε καχεκτικά δέντρα

σε γιορταστικές βιτρίνες

σε σιωπηλούς βρώμικους τοίχους

σε σιδερόφραχτα σκουριασμένα μπαλκόνια

που για λίγες μέρες

μασκαρεύουν την αλήθεια

παραπλανώντας προσωρινά

τα αθώα παιδικά βλέμματα

 

όταν ο φόβος πάψει

να σκεπάζει την πραγματικότητα

θα γιορτάσω μαζί σας.


ΑΠΟΓΝΩΣΗ

 

Οι βαρυσήμαντες δηλώσεις

διά στόματος αρμόδιων

είναι πολλαπλές στρώσεις καλλυντικών

επικαλύπτουν την αγριότητα της αλήθειας

με δηλητηριώδεις τεχνητές ουσίες

παραπλανούν την όραση

αλλοιώνουν τη γεύση

αποτιτανώνουν την όσφρηση

αποπροσανατολίζουν την αφή

γλιστρούν κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα

ερωτοτροπούν χυδαία με τις επιθυμίες

μέχρι το ξημέρωμα

όταν το τσαλακωμένο πια προσωπείο τους

συναντά το γεμάτο απόγνωση βλέμμα

τα αντανακλαστικά αφυπνίζονται

σπρώχνουν ανυπότακτα το πρόσωπο 

στην άβυσσο της φαντασίωσης

για τη συντήρηση της ψευδαίσθησης

με την προσδοκία της προόδου

της πλαστικής χειρουργικής

 

εσύ πού κοιτάζεις

τώρα που σου μιλώ;


ΑΣΥΝΑΙΣΘΗΣΙΑ

 

Δεν ακούτε

τον τριγμό των ψυχών

που υποχωρούν τσακισμένες

στο πέρασμα

της πύρινης λαίλαπας ;

δεν οσμίζεστε

την πικρή αποφορά

της καμένης σάρκας

κάτω απ' τα χαλάσματα ;

δεν ακούτε

τις οιμωγές των παιδιών

και τους επιτάφιους θρήνους

των μανάδων ;

δεν αηδιάζετε

με τον οχετό της απανθρωπιάς

που ντύνεται το μανδύα

της απονομής δικαιοσύνης

με λουτρά αίματος ;

δεν ακούτε

το βρυχηθμό της θάλασσας

που καταπίνει αδιάκοπα

ελπίδες και όνειρα ;

δε βλέπετε

το δάκρυ του ουρανού

που κάθε βράδυ βυθίζεται

στη ματωμένη έρημο ;

τι γεύση νιώθετε στο στόμα

όταν οι οστεοθλάστες θρυμματίζουν

τα υπολείμματα συναισθημάτων

όταν η γλώσσα αναδεύει

τα σωθικά

μέσα στο σάπιο κουφάρι σας ;

πώς επιμένετε να ανήκετε

στο ανθρώπινο είδος

όταν η κινητήρια δύναμή σας

είναι το ένστικτο

του αρπακτικού ;

 

Σας διαγράφω

οριστικά και αμετάκλητα!


© Δημήτρης Φιλελές





Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Θεανώ Παπάζογλου-Μάργαρη - Ένα δάκρυ για τον μπαρμπα-Τζίμη

 #διαβάζω_για_σένα

Αγαπημένοι φίλοι και φίλες,

Μοιράζομαι μαζί σας τη μικρή μου συμβολή στη γιορτή μνήμης της Εργατικής Πρωτομαγιάς με την ανάγνωση ενός αποσπάσματος από το διήγημα "Ένα δάκρυ για τον μπαρμπα-Τζίμη", από το ομότιτλο βιβλίο της Θεανώς Παπάζογλου-Μάργαρη, με υπότιτλο "Δώδεκα ελληνοαμερικάνικα διηγήματα", που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις "Δίφρος" το 1958.





Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Πρόβατα και Λύκοι

 #διαβάζω_για_σένα


Η λογοτεχνική μου συμμετοχή 

στη "Νέα Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2021




Τι ‘ναι η ζωή αλήθεια, αγαπημένη μου,

τι λίγα πράματα χρειάζεται ο άνθρωπος για να ‘ναι ευτυχισμένος!

Και πάει και χάνεται για τα μεγάλα φαντάσματα…

 

Νίκος Καζαντζάκης «Αδερφοφάδες»

 

 

ΠΡΟΒΑΤΑ ΚΑΙ ΛΥΚΟΙ

 

A la manière de Kazantzakis

 

Πρόβατο έρχεται στον κόσμο ο άνθρωπος, πρόβατο κάτασπρο το μέσα του, με καρδιά ξέχειλη καλοσύνη, με ματιά που λαμπυρίζει αθωότητα, έτοιμη ν’ απλωθεί σα θάλασσα αρυτίδιαστη, να δώκουν όλοι γύρω μια γερή βουτιά να δροσερέψουν οι σκουριασμένες κλείδωσες του κορμιού τους, να λαγγέψουν οι ψυχές οι στερεμένες στο γλυκερό της χάδι, χορό λεβέντικο να σύρουνε καμαρωτές στο τρίστρατο της αγάπης, του δίκιου και της αδερφοσύνης.

Μα δεν καλαρέσει της αιμόχαρης αδερφοχτόνας αμάχης τούτη η ειρηνική σύναξη του σύμπαντος κόσμου, τρώγεται να φέρει του νου το ξεστράτισμα, να τον λοξοδρομήσει από της αγαθοσύνης το στρατί, να του ανακατώσει τα χνάρια, να τόνε τυφλώσει με της αμυαλιάς τη φουσκοδεντριά, να τόνε σπρώξει στανικώς στη λυκοφωλιά, όσο που να τόνε κάνει τσιράκι της και να του χεριάσει στην απαλάμη το αδερφοφάδικο μαχαίρι.

Κι ο άνθρωπος, παραντουρισμένος, το πρώτο που θα κόψει είναι της χούφτας του το τροφαντό πετσί, το πρώτο που θα δει ν’ αφανίζεται στης γης την άπατη ρουφήχτρα θἂναι το δικό του άλικο κοχλακιστό γαίμα, την πρώτη δαγκανιά του σουβλερού πόνου με τα ίδια του τα δόντια θα τήνε δώκει στο σουφρωμένο του τ’ αχείλι κι απέ θα σκύψει να πιει τούτο το πιοτό το μεθυστικό, θα το στροφογυρίσει ασάλιωτο με την άμαθη γλώσσα στον στυφό ουρανίσκο και θαρρεύει τότες και του μοιάζει πως λύκος κι ατός του γίνηκε κι ούλα τ’ άκακα πρόβατα απ' το μαχαίρι του το μαυρομάνικο ήρθε καιρός να τα περάσει.

Έτσι χαλνάει του κόσμου η τάξη που σοφά τἂχει μοιρασμένα και μονοιασμένα και ξεχωριστά τους λύκους απ' τα πρόβατα, κι αναμαλλιάζουνται και μπερδεύουνται κουβάρι αξεδιάλυτο ούλα της γης τα ζωντανά, κι ακονίζουνται τα λεπίδια και τροχίζουνται νύχια και δόντια κι όσο το γαίμα τ’ αδικοσκοτωμένο ποτίζει τη μάνα γης, τόσο από τη φύτρα της ξεπετιούνται μπάσταρδα νιόβγαλτα βλαστάρια, πρόβατα και λύκοι ανάμειχτα.

Κι έρχετ’ ο τσομπάνης ο πόλεμος τάξη δικιά του να βάλει στο ανθρωποκοπάδι, από τη μια τα πρόβατα -  για λύκοι τάχατες λογαριάζουνται, από την άλλη οι λύκοι - που κάποτες πρόβατα γεννήθηκαν, κι ανάμεσό τους τα τσομπανόσκυλα, ράτσα φκιασμένη απ' τον δικόνε του τον αναθεματισμένο σπόρο, κι όταν τελέψει το άνομο ξεχώρισμα, τότες βάνει ο τρισκατάρατος τα τσομπανόσκυλα ν’ αλυχτάνε ολημερίς κι ολονυχτίς, τόσο που πρόβατα και λύκοι αγριεύουνται και χιμάνε μανιασμένα να σπαράξουν σάρκα ολόφρεσκια και λιμπιστή, κι ούλοι σφίγγουν τις ατσαλένιες γροθιές και τινάζουνται τα μπράτσα ίδια χοντρόκαρφα που μπήγουνται άκαρδα στ’ ουρανού την αγαθοσύνη, κι ούλοι χτυπούν στο χώμα με μανία τα βασταγερά ποδάρια σα να βιάζουνται ν’ ανοίξουν του Άδη το ολοχάσκωτο στόμα, και το γαίμα κρούει δαιμονισμένο τα μηνίγγια και σκούζει ασυλλόγιστα και βροντοφωνάζει «ομπρός! ομπρός!», όσο που του χάροντα τ’ αστόμωτο δρεπάνι στοιβάζει άταφα τ’ άπνοα κουφάρια δώθε και κείθε.

Κι είν’ ο πόνος άγιατρος της γης από το ψυχομαχητό των λαβωμένων που αποζητούν του θάνατου τη χάρη κι από των αδερφοσφαγμένων τα ξεκοιλιασμένα κουρέλια, που τα σπλάχνα της απομένουν στέρφα κι άκαρπα και το γάλα στ’ αβύζαχτα μαστάρια της πετρώνει κι ακούγεται το βογκητό της ως τ’ ουρανού τα θέμελα και μπλαβίζουν τα σύγνεφα και γίνουντ’ ένα με τ’ αδικοχυμένο γαίμα και σταλάζουν δάκρυ μαύρο να ξεπλύνουν την καταχνιά και σκεπάζουν με το χιονάτο κρουσταλλένιο σάβανο της καπνιάς τ’ απομεινάρια.

Μα στου χρόνου το κύλισμα οι πληγές γιαίνουν κι αφήνουν ξέσκεπες μοναχά τις ουλές μπας και οι ανθρώποι αποξεχαστούν και λησμονήσουν τα ρημαδιασμένα σπιτικά και τις ξεθεμελιωμένες ζωές τους και ξαναριχτούν με τα μούτρα στο αντιπάλαιμα και στην αδερφοχτόνα μάνητα, κι ο ήλιος γυρνά το πύρινο ροδάνι του, λιώνει το νεκροσέντονο της θλίψης και της ορφάνιας και μαντατεύει στους ανθρώπους να ματαγυρίσουν στην αγκαλιά της δόλιας μάνας τους.

Κι αν του ανθρώπου η καρδιά ξεβρωμίζεται και μερεύει και γίνεται σα μπαμπακόμπαλα κάτασπρη και απαλή και σα σταφυλόψιχα ζουμερή, το μυαλό και τα μπράτσα του δεν ξαστοχούν πως είναι πολεμιστάδες θεριακωμένοι κι αδράχνουν τη ζωή σα βόδι τσινιάρικο απ’ τα κέρατα κι ανοίγει ο άνθρωπος αμάχη με την απανθρωπιά και με το άδικο και ζώνεται ο άντρας το αλέτρι σαν ζο πεισματικό και μπήγει βαθιά το υνί στης χέρσας γης τα σωθικά και σπάζει τους σβώλους και ανακατώνει το ξερό χώμα και το ποτίζει με τον ίδρο του και ρίχνει τον σπόρο του ξανά κι η μάνα γης νογάει και συμπονά και αφρατεύει και μπουμπουκιάζει και καρπίζει, έτσι κι η γυναίκα μπουμπουκιάζει μέσα στου αντρός τη στιβαρή αγκαλιά και καρπίζει τον σπόρο του και γεννοβολάει τρυφερούδια, κι όλο τούτο το σμάρι διαφεντεύει λεύτερο το βιος του και πληθαίνει και προκόβει και χαράζει ρότα στα νιόσκαφτα αυλάκια  της πανανθρώπινης ειρήνης.

Τα τσομπανόσκυλα, όλονε τούτο τον καιρό, κάθουνται παράμερα, απέθαντα και μακροζωισμένα, και ξεψαχνίζουν με τα σκυλόδοντά τους το μεράδι τους από τις σαπισμένες σάρκες κι αδιάντροπα λιανίζουν τα γυμνωμένα κόκαλα – ίδια γι’ αυτά όλα τα ψοφίμια – και φθονερά παραμονεύουν να γκρεμοτσακίσουν του  ανθρώπου τ’ ανηφόρισμα, ν’ αρπάξουν της τίμιας δούλεψης τα κόπια π’ αυγαταίνουν, στιμάρουν τις ψυχές τις αφορμισμένες, τις λιγωμένες για της φωτιάς τον σάλαγο, χώνουν τα σιχαμερό μουσούδια τους στη λάσπη και μ’ όση δύναμη έχουν γρουλίζουν «η γης ζητάει γαίμα για το γαίμα» – άμποτες η γης κάρπισε με γαίμα – κι όλο με κούφια λόγια μιλούν για γδικιωμό τυφλό κι αδίσταχτο, κι όλο χουγιάζουν την ανθρωποθάλασσα με συνθήματα πρόστυχα κι όλο με τη βουκέντρα τσιγκλίζουν της μνήμης τα σκελετόβραχα και ξουραφιάζουν τις βαθιές πληγές κι όλο κερνούν μέσα στα καύκαλα των παππούδων μίσος και χολή.

Όσο που οι ανθρώποι παραλοΐζουν, λες και τα τούμπανα τα μανιασμένα τους προσκαλούν σε χαροκόπι, λες κι οι σάλπιγγες που ηχούν ξέφρενες τους κράζουν σε γιορτάσι, Σειρήνες γλυκολάλητες στ’ αυτιά του άσκεφτου αμήχανου Δυσσέα, με μπούσουλα φάλτσο οι άντρες απαρνιούνται της γης το βύζαγμα, μεριάζουν γυναίκες και παιδιά και χύνουνται σα σφαχτάρια στου πόλεμου τη δίνη, με στήθια σαν του διάνου ολοφούσκωτα ορμούν στης Σκύλλας και της Χάρυβδης τις καταβόθρες, χτήνη ξεκαπίστρωτα παραδέρνουν οι σακάτικες συνείδησες στ' όνομα της μελλοντικής ειρήνης κι οι σημαίες οι πλαταγιστές οι ανεμόδαρτες, σαβάνα λερά χρυσοκέντητα, κουλουριάζουνται σαν όχεντρες φαρμακερές γύρω απ' της αστραποκαμένης νιότης τ’ αποκαΐδια.

Σαν ξεμοναχιαστούν απροφύλαχτα και ξενηστικωμένα τα γυναικόπαιδα και τ’ ανήμπορα γερόντια, ξαμολιούνται τα τσομπανόσκυλα – τ’ αληθινά λυκογεννήματα – παίρνουν τον πατριωτισμό εργολαβία, μαζώχνουν το φτωχολόγι στα εργοτάξια του πολέμου, το ταγίζουν με της ψευτιάς τ’ αφιόνι για να φκιάνει αδιάκοπα θεριά μεταλλικά κακομούτσουνα και οβίδες και φουσέκια και κανόνια και ντουφέκια και σπάθες και λόγχες – χαθήκανε μωρέ τα ξινάρια και τα φτυάρια; – για να γρηγορέψει, λένε τα μασκαρεμένα όρνια, το θανατικό και να γυρίσουν τα παλικάρια στον τόπο τους και να γιομίσουν τα σπίτια τους χαρά.

Κι αγκομαχούν οι βαριόμοιροι δουλευτάδες να ξορκίσουν το κακό και ψηλώνουν βουνά τα σύνεργα της σφαγής και φουσκώνουν τα κεμέρια των τσομπανόσκυλων, ανάφτει το πολεμόχαρο το γλέντι τους, κι αντίς για τα παλικάρια γράμματα συλλυπητήρια έρχουνται με το ταχυδρομείο μαζί με τα παράσημα της αντρειοσύνης για τους ηρώους της πατρίδας, οικτρά απονιφάδια της αμετάνιωτης ανθρωποθυσίας στον κάλπικο βωμό της αχρειότητας – ανάγκη της πατρίδας οι ζωντανοί κι όχι οι αποθαμένοι για τα όρνια και τα σκουλήκια θροφή.

Μασουλάνε δίχως σταματημό του χάροντα τα σιδερένια σαγόνια όσο τα πρόβατα κι οι λύκοι αδερφοσφάζουνται, τα δέντρα μαραζιάρικα και ζαρωμένα σωριάζουνται και τούτα καταγής μες στου πολέμου τον ολολυγμό, και τα ποτάμια στερεύουν κι οι νερομάνες μαρμαρώνουν κι η θάλασσα ανταριάζει, νεκρώνει η ζωή ολάκερη κι ο θάνατος βασιλιάς ορίζει τη μοίρα των ανθρώπων.

Κι όσοι λαχαίνει πίσω να γυρίσουν κάποτες με το σακατιλίκι στο κορμί και στο μυαλό και ηρώοι ονοματίζουνται και γράφουνται στης ιστορίας τα χοντρά βιβλία, τα βράδια πετάγουνται στου ύπνου τον εφιάλτη με τα γυαλωμένα μάτια των σκοτωμένων που τους κοιτούν απορεμένα και χαμόγελο ποτές δεν ανθεί στα χείλη τους – ποιος άνθρωπος φαγωμένος από της θανατίλας το σαράκι μπορεί στ’ αληθινά να περηφανεύεται πως ξεκεφάλιασε τον αδερφό του;

Και τούτο το ματοκύλισμα καλά κρατεί και κύκλους κάνει αρίφνητους απ' του ανθρώπου τα γεννοφάσκια. Και τούτος ο αλευρόμυλος γοργά γυρνά τη φτερωτή κι όλο αλέθει τ’ ανθρώπινα ονείρατα, και τούτο το καμίνι άσβηστο καίει μερόνυχτα και στάχτη σκορπάει στον άνεμο του ανθρώπου την ξόδεψη.

Σκλαβιά ο πόλεμος, αδέρφια, σα νυχτερίδα σκοταδερή ζυγιάζει πάνωθέ μας τα μαύρα του φτερά και ξερνά στις καρδιές τις σμπαραλιασμένες του φόβου το περιπλοκάδι, «μην πισωπατάς, μη δειλιάζεις», «σκότωσε πριν σε σκοτώσουν» μας κράζει – δουλειά του μοναχή να διαμετρά και να ξεδιαλέγει τα θρεφτάρια μες στα ξέσκεπα μνημούρια – ρίχνει τις σάρκες στα σκυλιά, τους πιστούς κι ανερώτητους υπηρέτες, και στο παζάρι του φονιά κρεμάζει τις γδαρμένες προβιές και διαλαλούν οι σταυρωτήδες τα τσομπανόσκυλα τη συμφερτική  πραμάτειά τους και συναμεταξύ τους μοιράζουνται τα ορφανεμένα ολόδροσα φυντάνια.

Κι εγώ καταμεσής, αδέρφια, με χέρια αδειανά στέκουμαι, τούτα τα γυμνά χέρια βάνω, άλλο δεν έχω, κόντρα στο ρέμα του ποταμιού τον αδερφοσκοτωμό να προκάμω, της λευτεριάς σας φέρνω το δώρο, ένα για ούλους, κι εσείς θρύψαλα τ’ ονειρευόσαστε κι απάνου στα κομμάτια του να ματώνετε – σε ποιανού τη μεριά να προστρέξω; ποιανής μάνας το σπλάχνο να ντουφεκίσω; δεν είναι δείλιασμα μήτε αφιλοπατρία η ανθρωπιά, αδέρφια.

Κι αν ξένος λογίζουμαι από τα χολιασμένα αδέρφια μου, ξένος άραγες κι αποπαίδι λογίζουμαι κι απ’ τον Θεό; Από την άκρια τ’ ουρανού ως της θάλασσας την άβυσσο γυρεύω του Θεού το μάτι, του Θεού που βλογάει τ’ άρματα του μιανού φονιά σάμπως και του οχτρού η μάνα δεν κοιλοπόνεσε, δε σφάδαξε σύγκορμη για του δώκει την πρώτη μεταλαβιά της ζωής ανάμεσα απ’ τα ορθάνοιχτα ματοβαμμένα σκέλια της, του Θεού εκεινού που καυκιέται πως τον άνθρωπο αγαπάει πιότερο απ' τ’ άλλα πλάσματά του, πως τον έπλασε από χώμα και νερό για να του μοιάζει, νἂναι σπλαχνικός και συμπονετικός – ποὔναι τούτος ο θεός αποξεχασμένος; ποιο θυμιατήρι με λιβάνι αιθέριο του βαραίνει τα βλέφαρα; – δεν τόνε θέλω πολέμαρχο ούτε τιμωρό, συντρέχτη μωρέ τόνε θέλω στου κατατρεγμού το φευγιό και στης μάνας της χαροκαμένης το μοιρολόγι, μια φωτιά να ρίξει, ν’ ανάψει και να κορώσει, να λαμπαδιάσει σαν αγιοκέρι πασχαλινό, να λιώσει μέσα στη χάψη της ούλα τ’ άρματα, να σωπάσει παντοτινά η κλαγγή τους η θανατερή στα ματοκυλισμένα χαρακώματα, και με τ’ ατσάλι τους να φκιάσει με τα χέρια του τ’ αφρόπλαστα ένα μαντρί, να φυλακώσει ούλα τα τσομπανόσκυλα να μη μαγαρίσουν ποτές πια τ’ ανθρώπινο το φύτρο, και τον χάροντα να τον αντροκαλέσει, και με ίδιο του το δρεπάνι να του πάρει το μαύρο του κεφάλι, κλάμα ανθρώπινο να μην ξανακουστεί στη γης.

Μ’ αγάπη θρέφεται τ’ ανθρώπινο σκαρί κι όλες τις φουρτουνιασμένες θάλασσες τις κουλαντρίζει και τους δαιμόνους γαληνεύει, αγάπη να ρίξει σα βροχή θέλω τούτος ο Θεός ο παντοδύναμος, ο αφανέρωτος, να σβαρνίσω τις πόρτες και τα παραθύρια του ντουνιά, να το φωνάξω να τ’ ακούσουν στα πέρατα του κόσμου : «Συναχτείτε, συνάνθρωποι, να μαζώξετε αγάπη, για όλους έχει δίχως σωσμό, για σας, τα παιδιά σας, τ’ αγγόνια και τα δισέγγονά σας, και πάλι άσωστη θἂναι. Τρεχάτε γυμνοί στους δρόμους με της καρδιάς τα φύλλα ορθάνοιχτα κι όλα τ’ αγαθά και τα πλούτια θἂμπουν στο σπιτικό σας».

Κι αν πάλι τόσο πια μας απαρνήθηκε που αλλού το βλέμμα του έστρεψε απ’ τα κρίματά μας, στα πόδια του να προσπέσω ικέτης ταπεινός, να τον παρακαλέσω να πάψει νἂναι πατέρας αυστηρός, γιατί ο γιος ο ξεπεσμένος ο άσωτος που τη συμβουλή του πατέρα ξαστόχησε για της επιείκειας τον λόγο και της στοργής το χέρι  και για του μόσχου του σιτευτού το τραπέζωμα είναι αναγκεμένος.

Κι αν αμαρταίνω, μες στη μεγαλοθυμία και τη μακάρια αιωνιότητά του ας με σχωρνάει, γιατ’ είμαι άνθρωπος κι ο χρόνος μου στη γης είναι ορισμένος και μικρός, κι αν διακονεύω, σωσμένη από γεννησιμιού των ανθρώπων η ελεημοσύνη, και δανεικό όσο κι αν ζητώ, κανείς δεν έχει περίσσεμα να μου χαρίσει – να τον ξεπλερώσω και με διάφορο αν είναι βολετό – και σε τούτο το τόσο λίγο και τόσο πολύ σύγκαιρα για την αγάπη και το δίκιο μονάχα νοιάζουμαι κι όσο λεύτερος, άλλο τόσο αχόρταστος φτάνω στο τέλος.

 

© Δημήτρης Φιλελές

 

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Ρέκβιεμ

Ρέκβιεμ

Ένα τραγούδι για τα Πάθη του Λαού



Άδειες οι μέρες και οι νύχτες

στους κολλημένους λεπτοδείχτες

ώρα μηδέν

σταυρώνουν τους μαντατοφόρους

μάχη χωρίς σημαιοφόρους

εκτός τερέν.

 

Πολιτικάντηδες προφήτες

όλες οι νίκες μοιάζουν ήττες

στη φυλακή μας

αλισβερίσι και παζάρι

πάλι ασσόδυο στο ζάρι

μες στο κελί μας.

 

Κι όλο θυμάμαι τους εργάτες

που πάνω στις φαρδιές τους πλάτες

τη γη σηκώνουν

πίσω απ' της ντροπής τους φράχτες

του κάτω κόσμου μετανάστες

το φως ζυμώνουν.

 

Πέφτει του τέλους η αυλαία

λύση δειλή, λευκή σημαία

παύσατε πυρ

αίμα του ταύρου στην αρένα

τα κόκαλα βαθιά θαμμένα

Εσκί Σεχίρ.

 

Τα φίδια χύνουν δηλητήριο

κρότος ξερός στο σκοπευτήριο

ζωή εν τάφω

σάπιος καιρός τρυπάει τ' ατσάλι

με κατακόκκινο κοράλλι

τη μνήμη βάφω.

 

Κι όλο θυμάμαι τους εργάτες

που πάνω στις φαρδιές τους πλάτες

τη γη σηκώνουν

πίσω απ' της ντροπής τους φράχτες

του κάτω κόσμου μετανάστες

το φως ζυμώνουν.


Ποίηση : Δημήτρης Φιλελές

Μελοποίηση - Ερμηνεία : Νίκος Βρεττός

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Η Ανθολογία Πασχαλινού Διηγήματος στο e-musa.gr

#διαβάζω_για_σένα

Η Ανθολογία Πασχαλινού Διηγήματος
στο e-musa.gr


Η Ευμορφία Καλύβα γράφει ένα εκτενές αφιέρωμα
για την Ανθολογία Πασχαλινού διηγήματος
που ανθολόγησα και επιμελήθηκα
και κυκλοφορεί από σήμερα 22 Απριλίου 2021
από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή.

Μπορείτε να παραγγείλετε το βιβλίο
που διαβάζεται και ακούγεται
και είναι κατάλληλο για όλες τις ηλικίες
στον σύνδεσμο του εκδότη

Καλή σας ανάγνωση και καλή σας ακρόαση!