ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Κυριακή 19 Ιουνίου 2022

Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου - Αφιέρωμα

 

#διαβάζω_για_σένα


Αφιέρωμα στην ποιήτρια

Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου

(1898-1977)



Βαρκαρόλα


Στρωτό μετάξι η θάλασσα μακριά φεύγει και πάει

σ΄ αγέρινα βουνά.

Σα συλλογή πανάλαφρη του φεγγαριού η χλωμάδα

ν΄ απλώνεται αρχινά.


Πάρε βαρκάρη τα κουπιά και πήγαινέ με κάπου

στεριά να μη θωρώ,

μόνο λίγα άστρα απάνωθες, ολόγυρα και κάτω

το διάφανο νερό.


Γι΄ άσ΄ τα βαρκάρη τα κουπιά κι ωσάν ισκιά απογύρε

βουβός στην κουπαστή

κ΄ εγώ όπως σκύβω στα νερά μες στη σιγή που λάμνει

ονείρατα μεστή,


Μαργαριτάρι αχνόφωτο ψαρεύω την ψυχή μου

κει που καλεί ο βυθός

κι ως άγιο δισκοπότηρο υψώνω την απάνω

στου φεγγαριού το φως!


Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου

Ο Νουμάς, Τόμος 16, αρ. 647 (1919), σ. 577.



Ένας τάφος στο δάσος


Ανώνυμος σταυρός στο έρμο δάσος,

στο χώμα που το φούσκωσε ο θυμός

φλόγας θαμμένης νου, καρδιάς ανθρώπου

και του κόσμου του που ήταν τόξου φως!


Πουλιά στα πηχτά δέντρα δε λαλούνε

γιατ’ είναι σκοτεινές οι φυλλωσιές

και του διαβάτη η συλλογιά μπλεγμένη

στο πικρό τώρα του νεκρού, στο χτες…


Χρυσή ψυχή του ήλιου που πλανιέσαι;

Της κοινωνίας που είναι η ζεστασιά;

Μοναχικός ο τάφος τούτος μοιάζει

στη σκυθρωπή του δάσους ερημιά,


λίκνο μ’ ένα παιδί παρατημένο

που το πονώ ως να τόχω γεννημένο,-

Φύγε, μου λέει τ’ ολόγυρο μαράζι…

Μείνε! Ικετευτικά το μνήμα κράζει.


Στον τάφο τον ανώνυμον απάνω

χαϊδευτικά το χέρι μου ακουμπώ.

Ζεστό το χώμα σαν ψυχή, σαν σώμα,

κ’ η απαλάμη μου ακούει έναν παλμό…


Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου



Καισαριανή 


Της Κατοχής η φυλακή γκρεμίστηκε!

στ’ ανάθεμα οι λαχτάρες της Σειρήνας!

Φλόγες ζωής στους δρόμους ξεχυθήκανε

οι νέοι κ’ οι κοπέλες της Αθήνας.


Στερνά από αγώνες και τρομάρες δίνονται

ξέγνοιαστοι στα σεργιάνια, στα όνειρά τους.

Είναι το κύμα που το φράγμα αντίσκοβε,

οι σκλάβοι είναι που σπάσαν τα δεσμά τους.


Την ώρα αυτή του δειλινού την ξέχωρη

που ο έρωτας σαν λούλουδο τη δρέπει,

απάνω από τους νιους πού σεργιανίζουνε

στο δάσος της Καισαριανής, δροσάτη η σκέπη.


Κι όπως διαβαίνουν μπρος στο Σκοπευτήριο

το θρυλικό,-η ώρα ανατριχιάζει-

ξάφνου λεβέντης απ’ το χώμα ορθώνεται,

βαθιά η καρδιά των νέων τρεμουλιάζει


Καθώς θωρούν το παλικάρι της Αντίστασης

μ’ ένα τριαντάφυλλο άλικο, βαλμένο

στο στήθος του που ο Γερμανός του κάρφωσε,

στο στήθος το ντουφεκισμένο…


Μπρος στο τρανό της Λεβεντιάς Θυσιαστήριο

το ματωμένο παλικάρι προβοδάει

με κοίταμα γαλήνιο και περήφανο,

τη Λευτεριά που με τους νιους περνάει.


Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου



Λευκάδα


Φορές φορές που με πλανά ο νους μου και στα πίσω

με πάει να σταματήσω,

γλυκοπιθύμητο νησί, μια μια κάθε σου χάρη

αγνό μαργαριτάρι.


Περνώ ως αρμάθα στ’ αργυρό της θύμησης το νήμα,

απ’ το βουνό ως το κύμα,

τους βελουδένιους κάμπους σου, τη χώρα, τ’ ακρογιάλι,

με μπόρα ή μαϊστράλι,

το κάστρο το σπανιόλικο, τις βάρκες, τα καΐκια,

την αμμουδιά ως τα φύκια.


Κι ανιστορώ τις χρυσαυγές, των δειλινών τα θάμπη,

που απαλοσβεί ό,τι λάμπει,

σαν μες στης ώρας βουτηχτό τα μάγια τα μεγάλα

σκυθρώπιαζες μια στάλα,

πνιγμένα αντιβουίζοντας με τη στερνή καμπάνα

καημούς και γέλια πλάνα.


Την ώρα τούτη -ώ θύμηση!- όλα κρυφολαλούσαν

κι αχούς με πλημμυρούσαν.

Την ώρα τούτη ξέχωρα, Λευκάδα, ο νους μου βάνει

που ανέγραφο στεφάνι

στην αγκαλιά σου μ’ έσφιγγε, ψυχήν απ’ την ψυχή σου,

σβώλο θαμπό της γης σου.


Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου



Μαρία Μαγδαληνή 


Χριστέ μου, απαρνήθηκα την πρωτινή ζωή μου.

Κι αν το φτωχό το Είναι μου ήτανε μια φορά

η τάβλα της τρελής γιορτής για γλέντι που καλούσε

κάθε διαβάτη όπου ποθεί την άσεμνη χαρά.


Ήμουν εγώ, η Μαγδαληνή, το ζωντανό μεθύσι,

ένας ωραίος δαίμονας μ’ αχόρταστη καρδιά.

Μα ήρθες ο ξέχωρος εσύ και δάκρυσ’ η καρδιά μου,

σαν κάποιας σφαλιστής πηγής να βρήκες τα κλειδιά.


Της αρετής σου οι οχτροί μυρωδικά μου φέραν

πανάκριβα΄ στα πόδια σου, Χριστέ μου, τα σκορπώ.

Συχώρα με, συχώρα με! τα περασμένα αφήνω

για νάρθω στο γλυκύτατο που τάζεις ουρανό…


….Νάρδου και μύρου αρώματα σκορπίστηκαν τριγύρω

στου ήλιου τα στερνόφωτα που χάϊδευαν δειλά,

του Ναζωραίου το μέτωπο το σκεπτικό κι ωραίο,

και της πικρής αμαρτωλής τα ξέπλεκα μαλλιά.


Στου δειλινού την ιερή τη σιγαλιά γρικιέται

το σχώριο, ουράνιο κάλεσμα μ’ απόκοσμες φωνές.

Ο ήλιος έφυγε, ξανά για νάρθει να φωτίσει

αμαρτωλής γονάτισμα κι αμαρτωλών χαρές…


Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου



Παρακάλια


Τα γόνατά σου αγκάλιασα και σύρθηκα στο χώμα.

Κ ήμουν χλωμή κι ανάτρεμα σαν της ελιάς το φύλλο.

Πονούσα, μα τα χείλη μου ν΄ ανοίξω δεν μπορούσα,

μονάχα αναθωρώντας σε τα μάτια σου ζητούσα.


Τα μάτια σου, τα μάτια σου! αλί, βραχνά τρομάρα

πώς μ΄ έσφιγγε, πώς μ΄ έπνιγε. Τα γύριζες αλλού

κουφός, βουβός κι ασάλευτος κι εγώ σαν το καλάμι

τρεμούλιαζα όταν κοιτάει μέσ΄ το βαθύ ποτάμι.


Ρήγισσα εγώ περήφανη, μπροστά σου ήμουν σκλάβα

με ζητιανιά γυρεύοντας αγάπη απ΄ τη ματιά σου

του κάκου. Μακριά από μένα ως ήταν αραγμένη,

μ΄ αντίφεγγο οχτρικού ηλιού την είδα φλογισμένη!


Κι αμίλητη σωριάστηκα σαν το σπασμένο αστάχι

όταν βοριάς θεότυφλος σαρώνει ό,τι του λάχει.-


Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου

Ο Νουμάς, Τόμος 16, αρ. 632 (1919), σ. 337.



Πώς ήθελα να πέθαινα


Πώς ήθελα να πέθαινα

έτσι απλά κι ωραία…

Νάναι το πάρκο σιωπηρό,

περίλυπη η αλέα,

και πέρα, προς το σβήσιμο

των δέντρων, καβαλάρη

να βλέπω να ‘ρχεται σ’ εμέ

το Χάρο να με πάρει.


Να ξεπεζεύει το κομψό

κορμί με σβελτοσύνη,

να μου προσφέρει τ’ άσαρκα

τα δάχτυλα βοήθεια,

κ’ εγώ να νιώθω πλάγι του

μια τέτοια εμπιστοσύνη!

Κ’ έτσι σαν κύμα ανάπαψης

στα πικραμένα στήθια.

-Πόσο καθάριο της ζωής

το νόημα μπροστά μου.-


Κ’ ενώ θα κάνει μου τιμές

εκείνος σαν ιππότης,

εγώ καθώς τριαντάφυλλο

να βγάλω την καρδιά μου,

 να του τη δώσω με ορμή

μιανής αγάπης πρώτης.


Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου



Στον Ηνίοχο του Μουσείου των Δελφών


Ηνίοχε θριαμβευτή! χαρά μου το χυτό σπαθί

το χάλκινο κορμί σου.

Το χέρι σου το εφηβικό για κάθε αγώνα στιβαρό,

ξεφτέρι στην ορμή σου.


Το μάτι σου το λαμπερό που πάει ολόισια στο σκοπό,

αλύγιστο τρυπάνι,

σα σκλάβα σου με συγκρατεί για κάποια αγάπη να μου πει 

σ’ ώρα που θα σημάνει.


Με βλέπει η σάλα η αυστηρή. Μουσείου σάλα παγερή

στα πόδια σου ν’ απλώνω,       

ώρες και μέρες στη σειρά πότε θλιμμένη μια χαρά

πότε φωτιά να υψώνω!


Σα μιαν αβάσταγη κραυγή τότε μου σκίζει το κορμί

τα σπλάχνα μου θερίζει,

προς την αντρίκεια σου γητειά με πάει μ’ ολάνοιχτα πανιά,

- γολέτα που αρμενίζει.


Θαρρώ πως είσαι ο μοναχός άντρας που εστάθη αληθινός

γόης και δαμαστής μου.

Θαρρώ πως είσαι ο μοναχός που λύγισες το κρύφιο εντός

της ύπαρξής μου.


Κάθε μου σκέψη ή λαγγεμό κρεμώ στο αινιγματικό

το ηδονικό σου στόμα,

και λέω πως ίσως σ’ αγαπώ με τέτοιο αλλιώτικο καημό

γιατί είσαι ωραίος και γιατί

δε μίλησες ακόμα…


Κλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου


Τετάρτη 15 Ιουνίου 2022

Ενθυμήματα

 


Ενθυμήματα

 

Ξεβράζει η θάλασσα ενθυμήματα

μικρά λειασμένα θραύσματα

με ακμές φαγωμένες

από του κύματος την υπόγεια ροή

γραμματόσημα ανεπίδοτων επιστολών

με παραλήπτες δυσανάγνωστους

από της αρμύρας τη σκόνη

φωτογραφίες κηλιδωμένες

με χαμόγελα θολά

από της οξείδωσης τη βεβαιότητα

φορέματα αλλοτινής ήβης 

με δαντέλες κιτρινισμένες

από του χρόνου την τριβή

μαζί τους αναβλύζει αχνό

ένα διακριτικό άρωμα λεβάντας

που διεγείρει την αφή

γιατί αυτή μόνη

ποτέ δεν λησμονεί

των ερώτων τους μυστικούς υποδοχείς.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Πηγή δημοσίευσης ως οπτο-ποίημα: poetagreco.blogspot.com


Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022

Ο αυτοδημιούργητος




 Ο αυτοδημιούργητος

(διήγημα σαρκαστικό)


Καλό παιδί ο Στράτος αλλά άτυχο. Χάθηκε, δηλαδή, να γεννηθεί κι αυτός σ' ένα Λονδίνο, σε μια Νέα Υόρκη από πατέρα εφοπλιστή; Παρά πήγε και γεννήθηκε στον Φράγκο, ένα ορεινό χωριό της Καρδίτσας, από πατέρα γιδοβοσκό και μάνα που 'λιωνε καθημερινά στα χωράφια και στα ζωντανά. Κι όλη αυτή η ταλαιπώρια, ολοχρονίς, για ένα κομμάτι ψωμί.

Είπε κι αυτός να πάρει την τύχη στα χέρια του. Τι στον κόρακα; Τόσοι και τόσοι τα καταφέρανε. Αυτός δεν θα...

Σαν τέλειωσε το δημοτικό, άλλα γράμματα δεν ήθελε -φτάνουν και περισσεύουν- πήρε την ευχή των γονιών του, πήρε και κάτι ψιλά στην τσέπη που χρόνια τα μάζευε σπυρί σπυρί απ' τα μικροθελήματα και με δυο παπούτσια πάνινα, που λέει ο λόγος, βουρ για το Μεγάλο Χωριό, την Αθήνα.

Ξύπνιος ήτανε, καπάτσος ήτανε, σβέλτος στο ξεσήκωμα της κομπίνας ήτανε, το λέγανε όλοι στο χωριό, δε μπορεί, κάτι θα έβρισκε να κάνει, σε κάποια καλή τρύπα θα 'χωνε κι αυτός το κεφάλι του.

Οι πρώτες μέρες κύλησαν γοργά˙ μαζί και τα ψιλά του. Για δουλειά ούτε λόγος. Όλες οι πόρτες κλειστές, θεόκλειστες. Μικρός, χωριατόπαιδο, άσχετος. Ζορίστηκε. Χάλασε κι ο καιρός, αγρίεψε το ξεροβόρι, τον θέρισε η πείνα, του κοπήκανε τα ήπατα. Νυχτώθηκε στο δρόμο, άφραγκος και άστεγος. Βρήκε ένα απόμερο παγκάκι, κούρνιασε και περίμενε καρτερικά να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα του...

Ώρα δωδεκάμισι το βράδυ. Ο κυρ Κώστας, ιδιοκτήτης του ψητοπωλείου «Η Βοσκοπούλα», προς τιμή της μοναχοκόρης του Φανής, κατέβασε ρολά, κλείδωσε τα λουκέτα του μαγαζιού και με την είσπραξη της μέρας στην τσέπη, διόλου ευκαταφρόνητη, πήρε το δρόμο για το σπίτι. Πέντε τετράγωνα πιο κει˙ ένα τσιγάρο δρόμος.

Στο μικρό πάρκο είδε ζουργωμένο τον Στράτο στο ξύλινο παγκάκι. Τον λυπήθηκε. Πλησίασε. Τον σκούντηξε. Ξύπνησε˙ μαύρος ύπνος, αλαφιασμένος. Η ιστορία του με πέντε λόγια˙ δεν είχε και πιο πολλά να πει, τον συγκίνησε. Ξανάνοιξε το μαγαζί. Του 'βαλε να φάει, πάντα κάτι μένει, στυλώθηκε, λίγδωσε τ' άντερό του. Τον πήγε στη σοφίτα. Ένα κρεβάτι ζεστό, σουβλακίλα και των γονέων. 

- Καληνύχτα. Θα τα πούμε αύριο το πρωί. 

Ξανακλείδωσε. Ξαναπήρε τον δρόμο για το σπίτι με ήσυχη συνείδηση.

Η κυρα-Μαρίκα, γυναίκα θεοσεβούμενη, λιγομίλητη και υποτακτική, άκουσε και δάκρυσε.

- Να το συντρέξεις το βαριόμοιρο. Ο Θεός μας το 'στειλε. Απ' τον Θεό θα το 'βρεις! (Θα δείξει...)

- Καλά. Κοιμήσου τώρα, μουρμούρισε ο κυρ Κώστας, ψόφιος απ' την κούραση, και γύρισε πλευρό. Σε λίγο το ροχαλητό του αντανακλούσε αδιάκοπα σ' όλους τους τοίχους της κρεβατοκάμαρας.

Από το άλλο πρωί ο Στράτος βρήκε δουλειά. Βοηθός γενικών καθηκόντων. Σκούπισμα, σφουγγάρισμα, καθάρισμα τραπεζιών και στη λάντζα άμα χρειαστεί. Τζάμπα φαΐ, τζάμπα ύπνος, μεροκάματο και ένσημο στο ΙΚΑ. Μπερεκετλής και τίμιος άνθρωπος ο κυρ Κώστας, από κοντά κι η κυρα-Μαρίκα :

- Μην τ' αδικήσεις το παλληκάρι!

Γιατί ο Στράτος, το πιστό σκυλί του μαγαζιού, έγινε πια παλληκάρι στα τρία χρόνια που κράτησε αυτό το βιολί. Ψηλός, γεροδεμένος, με κάτι μάτια σκέτο σπίρτο, που είχανε αρχίσει να βάζουνε φωτιά στην καρδιά και στο κορμί της Φανής. Ένα χρόνο μικρότερή του ήταν και πρώτη μαθήτρια στο σχολείο και όλο και πιο συχνά μπαινόβγαινε στο ψητοπωλείο δι' ασήμαντον αφορμήν˙ άλλοτε για ένα πεταχτό φιλί στον πατέρα της, άλλοτε για μια δήθεν υπενθύμιση από τη μητέρα της, άλλοτε χωρίς κανένα λόγο. Μα πάντα η τελευταία ματιά της πριν περάσει την εξώπορτα ήταν στον Στράτο, που της είχε πάρει τα μυαλά. 

Στο μεταξύ ο Στράτος πήρε προαγωγή˙ αρχικά σερβιτόρος, λίγο αργότερα αρχισερβιτόρος. Δουλειά πολλή, δόξα τω Θεώ, κι όλη την είχε μάθει απ' την αρχή ως το τέλος, έκοβε και το μάτι και η γκλάβα του. 

Ενθουσιάστηκε ο κυρ Κώστας, ο αγαθός ο άνθρωπος, τον άφηνε και στο πόδι του. Νάτος ο λεβέντης ο καραμπουζουκλής που άρχισε και τις διαταγές. Πρώτα στους σερβιτόρους :

- Πιο σβέλτα τα ψητά στο τρία!

- Τις πατάτες στο εφτά πριν κρυώσουν!

- Πάρ' τα πόδια σου, αλλιώς...

Μετά στη μαγείρισσα, γιατί κάθε σουβλατζίδικο που σέβεται την πελατεία του έχει και το μαγειρευτό του :

- Πιο ψιλή τη φέτα στη σαλάτα! Λιγότερο λάδι! Θα φαλιρίσουμε!

- Λιγότερη σάλτσα στη μακαρονάδα˙ δεν τρώνε στο σπίτι τους!

- Λιγότερο σκόρδο στο τζατζίκι˙ δεν είναι σκορδαλιά!

Τέλος στον ψήστη, που πολύ θα ήθελε να τον διαολοστείλει, αλλά είχε τρία παιδιά να μεγαλώσει και δάγκωνε τη γλώσσα του :

- Τα έκαψες τα παϊδάκια. Κόκαλα μείναμε!

- Αρπάξανε απ' έξω τα μπιφτέκια˙ άψητα είναι από μέσα!

- Παραψήθηκε το κοντοσούβλι. Τράβα το απ' τη φωτιά!

Κι όπως έψηνε τον ψήστη, έψησε... και τη Φανή. Από δω την είχε, από κει την είχε, της καλάρεσε η ιδέα, ήρθε ο έρως. Σφοδρός, έτσι είναι τα νιάτα, κεραυνοβόλος, έτσι συμβαίνει συνήθως, ονειροπόλος, το αλατοπίπερο της ζωής. Αναστενάξανε τα ντουβάρια της «Βοσκοπούλας», καθόσον ο Στράτος ήτανε και ο  κλειδοκράτορας του μαγαζιού εξαιτίας της σοφίτας, που εξακολουθούσε να είναι το νυχτερινό του καταφύγιο. Τώρα, όμως, είχε γίνει και η ερωτική φωλιά του παράνομου ζευγαριού. 

Όλα αυτά βεβαίως κάτω από τη μύτη του κυρ Κώστα.

- Μην το μάθει ο μπαμπάς! 

Ο ενδιαφερόμενος το μαθαίνει πάντα τελευταίος˙ και με τις ευλογίες και τις πλάτες, ως συνήθως, της κυρα-Μαρίκας. 

- Καλό παλληκάρι, δουλευταράς, όμορφος, να προσέχετε όμως...

Πέρασαν ακόμα τρία χρόνια που πρόσεχαν (κάτι περίεργο τρέχει με τις τριετίες), τέλειωσε η Φανή το λύκειο, έδωσε και πανελλαδικές εξετάσεις, βγήκαν τ' αποτελέσματα, πέρασε στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα, όλα καλά και χαρωπά. Μαζί μ' αυτά όμως, βγήκαν και κάποια άλλα αποτελέσματα, ιατρικής φύσης, που βεβαίωναν ότι η Φανή πέρασε μεν, έμεινε έγκυος δε. 

Φωτιά στα μπατζάκια μας! Το έμαθε, αναγκαστικά, και ο κυρ Κώστας, φύσαγε, ξεφύσαγε, το έφαγε αμάσητο. Στο κάτω κάτω, άλλο παιδί δεν είχε, γιο ν' αφήσει την επιχείρηση δεν είχε, στη δούλεψή του τόσα χρόνια τον είχε˙ αλλιώς το φανταζότανε, ας είναι...

Γάμος ενόψει. Προετοιμασίες να προλάβουν πριν τα γεννητούρια - τι θα πει ο κόσμος˙ ο κόσμος πάντα βρίσκει κάτι να πει.

- Πού θα μείνουν τα παιδιά;

- Μαζί μας!

- Δε σφάξανε!

Βαθιά το χέρι στην τσέπη. Τεσσάρι ρετιρέ κοντά στο πατρικό. Για να φροντίζει η γιαγιά το παιδί. Αμάθητη η Φανή - μόνο το «άλλο» ήξερε καλά. Γενναία αύξηση μισθού στον γαμπρό, έχει οικογένεια να θρέψει τώρα πια.

Εκεί απάνω έσκασε η επόμενη βόμβα. Πανεπιστήμιο τέλος, πριν καν ξεκινήσει. Διότι η Φανή έχει και δική της οικογένεια τώρα. Ύψωσε ανάστημα ο «οικογενειάρχης» και πέρασε το δικό του. Όχι, παίζουμε!

Με τούτα και με κείνα κύλησε ο χρόνος κι ούτε που καταλάβανε πως ο γάμος θα γινόταν ίσα ίσα πριν το μαιευτήριο. Ήρθαν και τα συμπεθέρια στην Αθήνα, ο γιδοβοσκός και η Δήμαινα, να γνωρίσουν τη νύφη τους, να δουν και το εγγόνι τους. Πρώτη φορά στην Αθήνα και τελευταία, αφού δεν ξανάφυγαν ποτέ πια. Πάτησε πόδι ο γαμπρός, «όλοι χωράμε, τεράστιο είναι το σπίτι» (μάλλον η σύγκριση έγινε με τη σοφίτα), άλλο ένα χωνεμένο αμάσητο.

Γιος! Και το όνομα αυτού, φυσικά, Δήμος! Έτσι το έχουμε στο χωριό μας. Χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ε, τι να κάνουμε, γιος είναι αυτός, ας περιμένουμε το επόμενο. Ό,τι και να 'ναι, ή Κωστάκης ή Μαρικάκι.

Κάπου εκεί ανάμεσα η μαμά Πατρίδα θυμήθηκε ότι ο Στράτος όφειλε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Ώρα που διάλεξε... καθώς η κοιλιά της Φανής ξαναφούσκωνε και ο πατέρας «μετετέθη εις την παραμεθόριον». Τζάμπα πήγαν τα τραπεζώματα στο βουλευτή και τα κοψίδια στους παρατρεχάμενους. Στο λαιμό να τους καθίσουν!

Κι ο κυρ Κώστας, τώρα στα γεράματα, με πατίνια στα πόδια για να τρέχει να τους ταΐζει όλους, μικρούς και μεγάλους. Με το κεφάλι χαμηλά και την πίεση στα ύψη. Μόνο το βράδυ, που επέστρεφε αποκαμωμένος στο σπίτι, έβριζε τα μυαλά των γυναικών με όσα κοσμητικά επίθετα γνώριζε, την ώρα που η κυρα-Μαρίκα σταυροκοπιόταν και του 'λεγε :

- Μη σεκλετίζεσαι, άντρα μου. Θα 'ρθει το δεύτερο και θα δεις. Όλα θα φτιάξουν...

Ήρθε και το δεύτερο. Ήρθε και ο πατέρας από την παραμεθόριο με 48ωρη άδεια.

- Να σας ζήσει! Κορίτσι!

Και το όνομα αυτής; Γεωργία! Έτσι μάθαμε και το βαφτιστικό όνομα της Δήμαινας. Γιατί έτσι το έχουμε στο χωριό μας. Τα δύο πρώτα παιδιά είναι του άντρα. Είπε και ελάλησε ο πατέρας και κανείς δεν πρόλαβε να ρωτήσει «κι άμα δεν κάνετε άλλο, τι γίνεται;». Γιατί ο Στράτος πήρε το πρώτο αεροπλάνο και επέστρεψε στη μονάδα του.

Ξανά στο γκιζντάνι ο κυρ Κώστας, χαμάλης της οικογένειας, έδωσε τόπο στην οργή -τι άλλο να κάνει- και περίμενε ν' απολυθεί ο μακαντάσης που του ΄τυχε, μπας και πάρει ανάσα. Κι η πίεση ολοένα ν' ανεβαίνει σαν στροφόμετρο αγωνιστικού αυτοκινήτου.

Επέστρεψε ο Στράτος. Δόξα Σοι ο Θεός! Ανέλαβε την επιχείρηση. Στρογγυλοκάθισε στο ταμείο και επέβλεπε τους πάντες και τα πάντα˙ από τα φράγκα μέχρι... τον κυρ Κώστα, που τώρα σερβίριζε τους πελάτες λόγω μείωσης προσωπικού. Έχει έξοδα η οικογένεια, δε χρειάζεται η πολυκοσμία.

Έξοδο μεγάλο είναι και το αυτοκίνητο που πρέπει να χωρέσει τους γονείς, τα δυο παιδιά και τους παππούδες τους. Ο Κώστας και η Μαρίκα πάλι στην απ' έξω˙ ε, δε χωράμε όλοι, νταλίκα θ' αγοράσουμε; Μια άλλη φορά. Αλλά αυτή η άλλη φορά δεν ήρθε ποτέ.

Ήρθε όμως η ώρα των αποφάσεων. Και ο Στράτος είχε πάρει την απόφασή του, όπως πάντα. Γαμπρός και πεθερός μόνοι, μετά το κλείσιμο του μαγαζιού.

- Εγώ, βλέπεις...! (σκόπιμη παύση) Από παιδί σου δουλεύω (και σε δουλεύω)... παντρεύτηκα την κόρη σου (ας όψεται)... της έκανα και δυο παιδιά (σαν χάρη ακούστηκε)... την έχω κυρά κι αρχόντισσα (με τα λεφτά σου).. ενώ εσύ...

- Τι, εγώ; Έχεις παράπονο; πρόλαβε να αρθρώσει.

- Όχι, δε λέω αυτό, ίσα ίσα, και με το παραπάνω (α, νόμιζα), αλλά να... μεγάλος άνθρωπος είσαι... αύριο μεθαύριο, κούφια η ώρα (μπα, που να φας τη γλώσσα σου)... ξέρεις πόσα χρήματα θα μου φάει η εφορία για να περάσω την επιχείρηση στ' όνομά μου; (πες το, χρυσόστομε!)... κι έχω ολόκληρη οικογένεια πίσω μου... γι' αυτό λέω...

- Τι λες;

- Αυτό που κατάλαβες. Τα μιλήσαμε με τη Φανή και είναι απολύτως σύμφωνη! (Κι εσύ, Βρούτε!!!)

- Δε γίνεται. Κι εμένα τι θα μου μείνει;

- Μα όλα δικά σου... δικά μας θα είναι πάλι.

Τώρα προκόψαμε, ήθελε να πει, μα δεν το είπε. Σηκώθηκε, γύρισε την πλάτη, βγήκε έξω, άναψε τσιγάρο. Απαγορεύεται, κύριε Κώστα, του είχε πει ο γιατρός. Άντε να κουρεύεσαι και συ, είπε μέσα του. Βλαστήμησε την τύχη του και την κακιά την ώρα. Αχ, εκείνη η μαύρη ώρα, εκείνο το μαύρο βράδυ. «Ουδείς αγνωμονέστερος του ευεργετηθέντος» είχε διαβάσει κάπου. Τι σημασία είχε πλέον;

Σημασία είχε που δεν έβρισκε πουθενά το δίκιο του και την ησυχία του. Μάνα και κόρη κόμμα. Γαμπρός και πεθερικά, στα μουλωχτά, από κοντά. Πλειοψηφία. Ελάτε έξυπνοι να φάτε του κουτού το βιος. Είδε κι αποείδε˙ συμφώνησε.

Ο λογιστής εργάστηκε πυρετωδώς. Οι εφοριακοί έλεγξαν εξονυχιστικά την επιχείρηση και τα βρήκαν όλα εντάξει˙ τέτοια ατυχία. Μάλλον βοήθησε και λίγο γράσο απ' το γαμπρό, αλλά μέσα στη σκοτούρα του ούτε που το πήρε μυρωδιά ο κυρ Κώστας. Ο συμβολαιογράφος ετοίμασε τα σχετικά έγγραφα της μεταβίβασης του ακίνητου (ιδιόκτητο το μαγαζί). Ο Στράτος περιχαρής. Επιτέλους, αφεντικό! Ο κυρ Κώστας σύρθηκε ως εκεί για την τελευταία υπογραφή. Την έβαλε!

Άφησε κάτω το στυλό, έγειρε ξέπνοος στην πολυθρόνα, έκλεισε τα μάτια και είπε :

- Ησύχασα πια!

Και δεν τα ξανάνοιξε. Ποτέ πια!

Ο Στράτος φρόντισε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Η τελετή στην ενορία της γειτονιάς και με δεσπότη παρακαλώ. Η μεταφορά των φίλων, γνωστών και συγγενών στο κοιμητήριο με δικά του έξοδα. Τα στεφάνια όλα με κόκκινα τριαντάφυλλα και λευκές κορδέλες. Επιστροφή στο κατάστημα για την καθιερωμένη ψαρόσουπα. Όλα άψογα. Θεός σχωρέσ' τον!

Την επόμενη μέρα, πρωί πρωί, ο Στράτος άλλαζε την επιγραφή του ψητοπωλείου : «Ο Ωραίος Φράγκος». Και από κάτω, με μεγάλα γράμματα : Στράτος Δ... & Υιός. Μέρες τώρα την είχε παραγγείλει. Λεπτό δεν άφησε να πάει χαμένο.

Η κυρία Λουκία με τον δεκαπεντάχρονο γιο της, τον Λευτεράκη, πελάτισσα τακτική, έτυχε εκείνη την ώρα να περνά απ' το απέναντι πεζοδρόμιο. Σταμάτησε και τον συλλυπήθηκε μ' ένα νεύμα από μακριά. Της ανταπέδωσε ευγενικά το χαιρετισμό.

Λίγο πιο κάτω, η κυρία Λουκία συμβούλευε τον γιο της :

- Τον βλέπεις τον κύριο Στράτο; Από παιδί στη βιοπάλη! Αυτοδημιούργητος! Έτσι να γίνεις και συ!... 

© Δημήτρης Φιλελές


Το διήγημα δημοσιεύθηκε στον ετήσιο τόμο της "Νέας Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς" για το έτος 2022.


Κυριακή 5 Ιουνίου 2022

Φωνή


Φωνή


Βάλε, ψυχή μου, λίγη δύναμη ακόμα 

να ξεκολλήσει η οργή σου απ’ το χώμα 

πάρε τα πάνω σου, στα πόδια σου κρατήσου 

λεύτερη θέλω να ακούσω τη φωνή σου.


Βγες με τον ήλιο στης φωτιάς το ανηφόρι 

με του ανέμου τα φτερά για πανωφόρι 

της φυλακής σου το παράθυρο να σπάσεις 

μέχρι να βρεις πηγής νερό να ξεδιψάσεις.


Απ’ τα στενά περάσματα ανοίγεις δρόμο 

ποιες αμαρτίες σου βαραίνουνε τον ώμο 

πόσες στροφές μες στον λαβύρινθο ν’ αντέξεις

βουνό το ψέμα, ποια αλήθεια να πιστέψεις;


Παίξε, ψυχή μου, ως το τέλος το παιχνίδι 

ό,τι σου μένει η χαρά απ’ το ταξίδι 

κι αν το πρωί σε ξημερώνει πάλι μόνη 

κράτα σφιχτά στα δυο σου χέρια το τιμόνι.


Διώξ’ τη σκουριά απ’ του καθρέφτη σου το μάτι 

και των φιλιών τη ζωντανή οφθαλμαπάτη 

τη φλόγα κρύψε στο καντήλι να μη σβήσει 

έρχεται πάντα ανατολή μετά τη δύση.


Στου κόσμου τα χαλάσματα σαν περιστέρι 

τρομάζεις τον φονιά που σου ’στησε καρτέρι 

άνιση μάχη, μα στο τέλος θα νικήσεις 

το φίδι πάνω στο κεφάλι θα πατήσεις.

© Δημήτρης Φιλελές


Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή "Ομηρία - 1922 μ.Χ."


Πέμπτη 2 Ιουνίου 2022

Δίχως σκέπη


Δίχως σκέπη

 

Τα όνειρα σαν πρόσφυγες στη γη της ανεργίας

και οι ελπίδες μάταιες σε στάση εργασίας

ζωή μαγγανοπήγαδο δεμένη σε κουβάρι

τα λιγοστά υπάρχοντα πουλάει στο παζάρι.

 

Σε φυλακή αόρατη χωρίς κλειδιά και τοίχους

αθόρυβα τα βήματα που κυνηγούν τους ήχους

σεργιάνι βγαίνει η σιωπή κρατώντας την απόχη

στης εξουσίας τις ριπές ακίνητοι οι στόχοι.

 

Οι μέρες δεσμοφύλακες, οι νύχτες κολαστήριο

σαν του φιδιού δαγκωματιά που χύνει δηλητήριο

σκιές χωρίς ταυτότητα περνούν και ξεμακραίνουν

της λησμονιάς το σάβανο στον αργαλειό υφαίνουν.

 

Τριγύρω σφίγγει ο κλοιός, ζυγώνει το μπουρίνι

σύννεφα μαύρο υψώνεται καπνός απ' το καμίνι

σκορπίζει ο μέγας ουρανός ολόγυρα τη στάχτη

ο κόσμος σβούρα που γυρνά στης απονιάς τ' αδράχτι.

 

Σαράκι ο κήπος της Εδέμ τα σπλάχνα ροκανίζει

φράχτης με συρματόπλεγμα απ' τη χαρά χωρίζει

ψηλώνει ο πύργος της Βαβέλ, θεριό που ρίχνει μπόι

ανοίγει στόμα διάπλατο και τα παιδιά του τρώει.

 

Όταν σκουριάζει το κορμί στον δρόμο δίχως σκέπη

παράταιρη που φαίνεται στο παντελόνι η τσέπη

οι υποσχέσεις μπάλωμα στην τρύπα του καθρέφτη

το χειροκρότημα φτηνό και η  αυλαία πέφτει.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Ρωγμή ελπίδας

 






Ρωγμή ελπίδας

 

Τρεις νύχτες τώρα περπατούσαν μέσα από δύσβατα μονοπάτια σαν αγρίμια κυνηγημένα από τον αμείλικτο θηρευτή τους. Και σαν έφτανε το ξημέρωμα, κρύβονταν στις πυκνές φυλλωσιές και πρόσμεναν να πέσει πάλι το σκοτάδι για να κινήσουν. Ήταν η Όλγα, μια τριαντάχρονη γυναίκα με το μερικών μηνών βρέφος της, και η Μυρτώ η παρακόρη της, ένα κορίτσι που κόντευε τα είκοσι. Είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν το σπιτικό τους όταν οι φωτιές είχαν πια φτάσει τόσο κοντά στο χωριό τους, που ο καπνός έκανε τα μάτια τους να τσούζουν και χωνόταν στα ρουθούνια κόβοντάς τους την ανάσα.

Όχι, δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, αλλά ο Αγγελής, ο άντρας της Όλγας, δεν άφησε κανένα περιθώριο συζήτησης.

- Σώθηκαν τα ψέματα, Όλγα, σώθηκαν κι οι ελπίδες μας. Τώρα πρέπει να σώσεις τη ζωή σου και τη ζωή του γιου μας. Μόλις πέσει το σκοτάδι, θα φύγετε μαζί με τη Μυρτώ˙ έχεις και τούτη την ψυχή πάνω σου. Ούτε τούτο το δύστυχο πλάσμα πρέπει να πέσει στα χέρια τους. Ξέρεις... και έκοψε τη φράση, μη τολμώντας να πει φωναχτά την υπόλοιπη σκέψη του.

Η Όλγα έκανε μια ύστατη προσπάθεια να τον μεταπείσει. Κάρφωσε το βουρκωμένο βλέμμα της μέσα στα μάτια του άντρα της και η φωνή της ακούστηκε σαν θρυμματισμένο γυαλί.

- Ορκιστήκαμε μπροστά στον Θεό να είμαστε μαζί ως το τέλος. Μαζί στις χαρές και στις λύπες. Μαζί στη ζωή και στον θάνατο. Κανείς να μη μας χωρίσει ως το τέλος. Μη με αναγκάζεις να πατήσω τον όρκο μου.

- Ο Θεός που ορκιστήκαμε στ' όνομά του, της απάντησε εκείνος, μας ξέχασε. Πρώτα μας ξέχασαν οι άνθρωποι κι ύστερα γύρισε κι εκείνος αλλού τη ματιά του. Μας άφησε στην τύχη μας. Κι αν κάνω λάθος, το κρίμα στον λαιμό μου. Εσύ θα κάνεις αυτό που σου λέω. Μόλις βραδιάσει, θα πάρεις τον γιο μας και τη Μυρτώ και θα τραβήξετε κατά τη θάλασσα. Λίγα πράγματα να πάρετε μαζί σας για τον δρόμο. Φροντίστε το νερό να μη σας λείψει, είναι φόνισσα η δίψα. Τον δρόμο τον ξέρετε καλά. Θα σας πάρει τρεις τέσσερις μέρες, μα θα τα καταφέρετε. Τον νου σας στο παιδί. Να το κρατάτε κοιμισμένο, το κλάμα του μπορεί να σας προδώσει. Κι όταν φτάσετε εκεί, θα μπείτε σε μια βάρκα και θα περάσετε σε κάποιο από τ’ αντικρινά νησιά. Έχω μάθει πως τον τελευταίο καιρό ο καπετάν Στεφανής, παράτολμος από τα νιάτα του και πατριώτης από γεννησιμιού του, είναι εκεί κάθε βράδυ με τη βάρκα του και προσμένει να βοηθήσει άναυλα όσους ξεριζώνονται απ’ τον τόπο μας. Ας είναι καλά ο άνθρωπος… Άντε, τι κάθεστε, βιαστείτε, σουρουπώνει.

Όση ώρα μιλούσε, το βλέμμα του ήταν στραμμένο αλλού. Δεν άντεχε να την κοιτάξει κατάματα. Δεν άντεχε να της πει πόσο την αγαπάει -κι εκείνη και το παιδί τους-, πόσο σκίζεται η καρδιά του που ξέρει πως δεν θα τους ξαναδεί, πόσο έχει χρέος να πολεμήσει ως την τελευταία του πνοή για να κρατήσει όσο πιο μακριά και όσο περισσότερο χρόνο μπορεί τους διώκτες τους. Μιλούσε και η φωνή του ακουγόταν παγερή, ατσαλάκωτη, χωρίς κανένα ίχνος από τα συναισθήματα που ξεχείλιζαν και απειλούσαν να τον πνίξουν κάθε στιγμή.

Η Μυρτώ, κρατώντας στοργικά το βρέφος που κοιμόταν βαθιά στην αγκαλιά της, ήταν βουβός μάρτυρας της σκηνής. Από τα μεγάλα μαύρα μάτια της κυλούσαν ασυγκράτητα καυτά δάκρυα, ενώ το νεανικό στήθος της ανεβοκατέβαινε από τα αδιάκοπα αναφιλητά. Ναι, ήξερε καλά τι την περίμενε αν έπεφτε στα χέρια τους. Τα μαντάτα τους έφταναν πιο γρήγορα από τα ποδοβολητά των αλόγων τους. Δεν την ένοιαζε αν θα την περνούσαν από μαχαίρι, την ατίμωση δεν μπορούσε ν’ αντέξει. Πριν κατρακυλήσει σ’ αυτό το σκαλί, προτιμούσε από μόνη της να βάλει τέρμα στη ζωή της.

- Μυρτώ, έσπασε τη σιωπή η φωνή της Όλγας. Δώσε μου το μωρό και πήγαινε να γεμίσεις όσα φλασκιά με νερό μπορούμε να σηκώσουμε. Άλλα πράγματα δεν θα κουβαλήσουμε μαζί μας. Αν αξιωθούμε να φτάσουμε στον προορισμό μας, τότε έχει ο Θεός, έχει για όλους κι ας λέει ό,τι θέλει ο Αγγελής. Λίγο ψωμί θα πάρουμε μονάχα για τον δρόμο.

Η παρακόρη σκούπισε τα δάκρυά της, σήκωσε το κεφάλι, απόθεσε το βρέφος με προσοχή στην αγκαλιά της μάνα του κι έτρεξε να εκτελέσει την εντολή.

Κάθε λεπτό που κυλούσε, έμοιαζε με αιώνα. Όσο η στιγμή του μοιραίου αποχωρισμού ερχόταν ένα βήμα πιο κοντά, η ατμόσφαιρα βάραινε όλο και πιο πολύ. Τα βλέμματα απέφευγαν να διασταυρωθούν, τα στόματα κρατούσαν σφιχτά τις λέξεις πίσω από τα δόντια, τα κορμιά προσπαθούσαν να μην αγγιχτούν, μη θέλοντας να πιστέψουν πως αυτό θα συνέβαινε για τελευταία φορά.

Η Όλγα μάζευε αμίλητη όσα κομμάτια της ζωής τους μπορούσαν να χωρέσουν στις τσέπες του φουστανιού της μέχρι που στάθηκε μπροστά στο εικονοστάσι, σταυροκοπήθηκε, το άνοιξε, πήρε από μέσα τα στέφανα του γάμου της, τα φίλησε και τα έχωσε στο κόρφο της. Τύλιξε το βρέφος με μερικά ρουχαλάκια και ετοιμάστηκε να αποχαιρετήσει τον άντρα της. Μα δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο, ξέσπασε σε λυγμούς και άφησε το κορμί της να κρυφτεί ολόκληρο μέσα στα στιβαρά μπράτσα του Αγγελή. Εκείνος την έσφιξε πάνω του για στερνή φορά, της χάιδεψε και της φίλησε τα πλούσια σγουρά μαλλιά, ανασήκωσε απαλά με τα δάχτυλά του το πηγούνι της και κόλλησε τα χείλη του πάνω στα δικά της. Η ανάσα της τον έκαιγε ολόκληρο, καθώς ένιωσε τα δάκρυα έτοιμα να γεμίσουν τις κόρες των ματιών του.

- Έχε γεια, αγάπη μου, της είπε. Να προσέχεις εσένα και το παιδί μας. Σύντομα θ’ ανταμώσουμε.

- Θα σε προσμένω, Αγγελή μου, κατάφερε κι εκείνη να ψελλίσει, αν και ήξερε πως σε τούτη τη ζωή ήταν η στερνή φορά που τον έβλεπε.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα στην κάμαρα και η Μυρτώ κρατώντας τρία φλασκιά γεμάτα με νερό.

- Να προσέχεις και τη Μυρτώ. Κι εσύ, Μυρτώ μου, να προσέχεις τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Αδελφωμένες να είσαστε για μια ζωή.

Η Μυρτώ άφησε τα φλασκιά πάνω στο τραπέζι, έτρεξε και χώθηκε ασυναίσθητα κι αυτή στην αγκαλιά του˙ κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ ξανά όσα χρόνια ζούσε μαζί στο σπιτικό τους. Έτσι βρέθηκαν και οι τέσσερις σφιχταγκαλιασμένοι για πρώτη και τελευταία φορά.

Κίνησαν να φύγουν και έφτασαν ως την εξώπορτα. Και τότε ο Αγγελής έκανε κάτι που καμιά τους δεν περίμενε. Στάθηκε ανάμεσά τους, τις κοίταξε με ένα βλέμμα που ως τότε δεν είχαν αντικρίσει, έβγαλε τα δυο μαχαίρια που φορούσε πάντα σταυρωτά στο ζωνάρι του και έδωσε από ένα στην καθεμιά τους. Η φωνή του ακούστηκε απόκοσμη:

- Αν χρειαστεί, ξέρετε τι πρέπει να κάνετε!

Άπλωσαν τα χέρια τους αμίλητες, πήραν τα μαχαίρια και τα έκρυψαν στα φορέματά τους δίχως να δευτερώσουν λέξη. Άνοιξαν την πόρτα και χάθηκαν στο σκοτάδι αποφεύγοντας να κοιτάξουν πίσω τους.

 

Τρία μερόνυχτα περπατούσαν με τη σκιά του θανάτου να βαραίνει στο κατόπι τους. Το πρωί κούρνιαζαν στα σύδεντρα και η καρδιά τους σφιγγόταν καθώς έβλεπαν τους πυκνούς καπνούς να σιμώνουν, πράγμα που σήμαινε πως η ανάσα του φονιά ζύγωνε. Το βρέφος άρπαζε όλο και πιο σφιχτά το ρωγοβύζι της μάνας του, στεγνό πια από γάλα, το δάγκωνε με μανία και το μάτωνε, προσπαθώντας να κρατηθεί στη ζωή. Κι εκείνη άφηνε μικρά βογγητά, μα δεν το απόκοβε, γιατί έτσι το κρατούσε σιωπηλό. Το βράδυ έστρεφαν πίσω το κεφάλι κι έβλεπαν τις φωτιές που έκαιγαν τα χωριά, η μέγγενη του φόβου τους προκαλούσε ρίγη στο κορμί, αλλά η Μυρτώ έκανε κουράγιο και βάδιζε μπροστά -ήξερε τα μονοπάτια σαν την παλάμη της- κι άνοιγε δρόμο προς τη σωτηρία. Τα χείλη τους ήταν κομματιασμένα, η γλώσσα τους ξερή, το νερό είχε πια σωθεί, έπρεπε πάση θυσία να φτάσουν στον προορισμό τους. Τα πρόσωπά τους ήταν γδαρμένα, τα πόδια τους πληγιασμένα, τα φουστάνια τους σκισμένα από τ’ αγκάθια, μα δεν σταματούσαν, μικρή ήταν πια η απόσταση που χώριζε τις τρεις σκιές από το θαύμα της διαφυγής.

Η θαλασσινή αύρα έφτανε τώρα ως τα σκασμένα χείλη τους, ένιωθαν τη γεύση του αλατιού στον ουρανίσκο τους, ένιωθαν χειροπιαστό το όνειρο του λυτρωμού. Είχαν φτάσει στην απότομη πλαγιά που οδηγούσε στον μικρό κόρφο. Κατηφόριζαν γλιστρώντας στα λειασμένα βράχια, σκίζοντας τις παλάμες τους κάθε φορά που προσπαθούσαν να κρατηθούν όρθιες αρπάζοντας όποιο κλαδί βρισκόταν μπροστά τους. Όταν ξαφνικά ακούστηκαν πίσω τους φωνές και ποδοβολητά. Κατάλαβαν πως οι διώκτες τους πλησίαζαν απειλητικά. Τάχυναν το βήμα τους με κίνδυνο να κατρακυλήσουν και να χάσουν τη ζωή τους πάνω στα βράχια. Γιατί ήξεραν πως αν προλάβαιναν να φτάσουν ως την ακτή, οι καβαλάρηδες δεν θα μπορούσαν να τις ακολουθήσουν. Τα άλογα ήταν αδύνατο να κάνουν μια τέτοια κατάβαση και η απόσταση που θα τις χώριζε, θα τους προσέφερε την απόσταση ασφαλείας που χρειάζονταν.

Είχαν σχεδόν φτάσει στην ακτή όταν οι καβαλάρηδες φάνηκαν στην κορυφή του βράχου. Άναψαν πυρσούς και σε λίγο όλο το μέρος φωτίστηκε. Στο βάθος του κόρφου ξεχώρισε η μικρή βάρκα και αμέσως ακούστηκαν πυροβολισμοί, κάτι που απαγόρευε στον τολμηρό βαρκάρη να πλησιάσει πιο κοντά για να σώσει τις δυο γυναίκες και το βρέφος. Κι εκείνες δεν τολμούσαν να εμφανιστούν στην ακτή και να γίνουν εύκολος στόχος. Για μια στιγμή επικράτησε απόλυτη σιγή. Και τότε αντιλάλησε το απρόσμενο κλάμα του μωρού. Οι καβαλάρηδες κατάλαβαν πως υπήρχαν άνθρωποι στην ακτή, κάποιοι ξεπέζεψαν και άρχισαν μεμιάς να κατηφορίζουν. Τα χτυπήματα από τις μπότες τους έρχονταν ορμητικά προς τις δύο γυναίκες.

Η Όλγα και η Μυρτώ κοιτάχτηκαν δίχως να χάσουν την ψυχραιμία τους. Έσφιξαν η μια το χέρι της άλλης και σαν να είχαν συνεννοηθεί από πριν, βγήκαν από την κρυψώνα τους και άρχισαν να τρέχουν προς τη θάλασσα. Τα δαδιά φώτιζαν τον δρόμο τους, αφήνοντάς τις ταυτόχρονα ακάλυπτες στα πυρά που ξεκίνησαν να πυκνώνουν. Κόντευαν να βουτήξουν στη θάλασσα όταν μια σφαίρα πέτυχε την Όλγα στο πόδι και μια δεύτερη σφηνώθηκε στα πλευρά της. Σωριάστηκε αιμόφυρτη, το βρέφος γλίστρησε μέσα από τα χέρια της και κυλίστηκε στην άμμο και μια σπαρακτική κραυγή που βγήκε από τα στήθη της έσκισε τη νύχτα:

- Μυρτώ, σώσε το παιδί μου!

Η Μυρτώ για μια στιγμή σάστισε, μα γρήγορα συνήλθε. Σύρθηκε στην άμμο και άρπαξε το βρέφος πριν ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχό της. Στράφηκε στην Όλγα:

- Κουράγιο! Έρχομαι να σε πάρω! Δεν σ’ αφήνω μόνη σου εδώ!

- Όχι! Μην κάνεις βήμα πίσω, της φώναξε η Όλγα με όση δύναμη της είχε απομείνει. Σώσε το παιδί μου! Για όνομα του Θεού! Πάρ’ το και πέσε στη θάλασσα! Εγώ ξέρω τι πρέπει να κάνω…

Οι διώκτες ήταν πια πολύ κοντά. Έπρεπε να αποφασίσει τώρα, να φύγει, να τρέξει προς τη θάλασσα, μα η καρδιά της άλλα την πρόσταζε να πράξει. Όμως η Όλγα δεν της άφησε περιθώριο επιστροφής. Τράβηξε από το φουστάνι το μαχαίρι της και με μια αποφασιστική κίνηση το έμπηξε χωρίς δισταγμό βαθιά στα σωθικά της. Τώρα η Μυρτώ έπρεπε να φροντίσει μόνο για τη σωτηρία του παιδιού.

Με τη σβελτάδα της νιότης της κράτησε το παιδί σφιχτά την αγκαλιά της, κουλουριάστηκε μαζί του για να το προστατέψει και στροβιλίζοντας το κορμί της βρέθηκε σε λίγο μέσα στο νερό. Κρατώντας το κεφάλι του βρέφους έξω απ’ το νερό, κολυμπούσε με το ένα χέρι προς τη βάρκα βάζοντας όλη της τη δύναμη. Ευτυχώς ο καπετάν Στεφανής, είχε τολμήσει να πλησιάσει αψηφώντας τον κίνδυνο και σε λίγο το αντρίκιο μπράτσο του άρπαξε πρώτα το βρέφος που, κατατρομαγμένο, σπάραζε στο κλάμα και μετά την κοπέλα και τους ανέβασε στη βάρκα. Κάθισε στα κουπιά και με δυνατές χεριές η βάρκα και οι επιβάτες της τυλίχτηκαν στο πέπλο της νύχτας, ενώ πίσω τους ακούγονταν φωνές και βλαστήμιες.

Η Μυρτώ έστρεψε δακρυσμένη το κεφάλι να δει για τελευταία φορά τη φιγούρα του άψυχου σώματος της Όλγας, να κλείσει για πάντα στη μνήμη της την εικόνα της αδικοχαμένης μάνας. Αμέσως μετά κοίταξε το βρέφος που κρατούσε στην αγκαλιά της και έκανε ό,τι μπορούσε να σκεφτεί για να το ζεστάνει. Του έβγαλε τα βρεγμένα ρούχα, το τύλιξε πρόχειρα σε μια κουβέρτα, του έτριβε το τρυφερό κορμάκι και με το χνώτο της προσπαθούσε να το ηρεμήσει. Ώσπου από τα αθώα μάτια του σταμάτησαν να κυλούν δάκρυα, το χτυποκάρδι του βρήκε τον κανονικό του ρυθμό και στα χείλη του σχηματίστηκε ένα πλατύ χαμόγελο. Μια ρωγμή ελπίδας μέσα στη σκοτεινιά.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Πηγή δημοσίευσης : Literature.gr

 

Τρίτη 24 Μαΐου 2022

Τάσος Λειβαδίτης - Καντάτα (αποσπάσματα)

 #διαβάζω_για_σένα



Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988)





ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ - ΚΑΝΤΑΤΑ (1960)
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ

Σκηνικό: Συνοικιακός δρόμος σύγχρονης πόλης. Αρχίζει να βραδιάζει. Πρόσωπα: Ποιητής. Ο άνθρωπος με το κασκέτο. Διάφοροι περαστικοί. Χορός από γυναίκες και άνδρες (οι γυναίκες μαζεμένες σε μια εξώπορτα· οι άντρες αριστερά, πλάι στη σκαλωσιά μιας οικοδομής). 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ: Και το όνομά του ήταν μεγάλο, σαν οποιοδήποτε ανθρώπινο όνομα.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ (που κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται και πού πάει, κάθεται σ’ ένα σκαλοπάτι κι αρχίζει κάθε φορά κι απ’ ένα παραμύθι… Σήμερα θα διηγηθεί στα παιδιά μια ιστορία παλιά όσο κι ο κόσμος):   

1. Και τις ημέρες εκείνες οι άντρες με τις καπαρντίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες πήραν το έγγραφο της διαταγής
2. Και πήγαν να τον συλλάβουν.
3. Ήταν δε αυτός ο άνθρωπος φτωχός, επιγραφοποιός το επάγγελμα.
4. Κι είχεν απαρνηθεί τη μητέρα του και τα εργαλεία του,
5. κι ό,τι πιο άγιο και βαθύ έχει ο άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο.
6. Και μάζευε, έλεγε η διαταγή, κρυφά τους μεροκαματιάρηδες και τους χερομάχους,
7. και τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον – κι άλλες τέτοιες βλασφημίες.
8. κι οι ταπεινοί χαμογέλαγαν κι οι τυφλοί σκιρτούσαν κι οι φτωχοί πλούτιζαν από φιλία.
9. Οι διψασμένοι βρίσκαν ένα αυλάκι νερό. Κι οι κυνηγημένοι μια πόρτα.
10. Κι οι απελπισμένοι γύριζαν τώρα τραγουδώντας σιγά μέσα στη νύχτα
11. έναν παράξενο σκοπό.
12. Που ενώ μιλούσε για βάσανα, ξαλάφρωνε όλο της ψυχής σου το βάρος. 
13. Και την άλλη μέρα, ώρα λύχνου, οι άνδρες με τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες (για να μη φαίνονται τα τυφλά τους τα μάτια), χτύπησαν τη μικρή ξύλινη πόρτα, δυτικά της πόλης, κοντά στα παλιά βυρσοδεψεία.
14. Κι αυτός άνοιξε. Και τον ερώτησαν: Πώς λέγεσαι;
Κι εκείνος απάντησε
(Μικρή παύση)
15. Και τ’ όνομά του ήταν μεγάλο σαν οποιοδήποτε ανθρώπινο όνομα
16. Και την πρώτη νύχτα μπήκε μες στο κελί ένας άνθρωπος που 'χε χάσει το πρόσωπο του, κι ακούμπησε το φανάρι που κρατούσε κάτω στο πάτωμα.
17. Κι ο ίσκιος του μεγάλωσε πάνω στον τοίχο.
18. Και τον ερώτησε: πού έχεις κρυμμένα τα όπλα;
19. Κι εκείνος, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν' απαντήσει,
20. έβαλε το χέρι πάνω στην καρδιά του.
21. Και τότε τον χτύπησε. Ύστερα μπήκε άλλος άνθρωπος που 'χε χάσει το πρόσωπό του και τον χτύπησε κι αυτός.
22. Κι οι άνθρωποι που 'χαν χάσει το πρόσωπό τους, ήσαν πολλοί.
23. Και ξημέρωσε. Και βράδιασε.
24. Ημέρες σαράντα.
25. Κι ήρθαν στιγμές που φοβήθηκε πως θα χάσει το λογικό του.
26. Και τον έσωσε μια μικρή αράχνη στη γωνιά, που την έβλεπε ακούραστη κι υπομονετική να υφαίνει τον ιστό της.
27. Και κάθε μέρα τής τον χάλαγαν με τις μπότες τους μπαίνοντας.
28. Κι εκείνη τον ξανάρχιζε κάθε μέρα. Και της τον χάλαγαν πάλι. Και τ' άρχιζε ξανά.
29. Εις τους αιώνας των αιώνων.

30. Και κάθε μέρα διάφορα πρόσωπα άνοιγαν το μικρό παράθυρο του κελιού και κοίταζαν μέσα.
31. Και τα μάτια τους ήταν πέτρινα.
32. Μα ήρθαν στιγμές που και αυτά τα πέτρινα μάτια τους παρηγόρησαν τη μεγάλη ανθρώπινη μοναξιά του.
33. Και κάθε νύχτα έμπαιναν κι ακουμπούσαν το φανάρι κάτω στο πάτωμα.
34. Και τον χτυπούσαν.
35. Κι ο ίσκιος τους πάλευε πάνω στο ταβάνι, σαν ένας νικημένος που χτυπιέται και κλαίει.
36. Και τον άφηναν ύστερα μονάχο, με τη σιωπή και το αίμα του που έτρεχε.
37. Και μακριά ακουγόντουσαν να σφυρίζουν τα τρένα, μ’ αυτόν τον απέραντο ήχο που προσκαλεί στη ζωή.
38. Ίσως και να ’χασε το θάρρος του τότε. Ίσως και να ’κλαψε. Ίσως και να ’πεσε σε ακόμα πιο μεγάλο αμάρτημα
39. Και να υπερηφανεύτηκε
40.  Και τη δέκατη τρίτη νύχτα άκουσε κάποιον να βογκάει στο γειτονικό κελί.
41. Κι ένιωσε θλίψη ανείπωτη, ότι δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.
42. Άρχισε λοιπόν, να σέρνεται σιγά- σιγά προς το μέρος του τοίχου.
43. Και πολλές φορές, στο μεγάλο αυτό δρόμο της γης, λιποθύμησε.
44. Κι όταν έφτασε, τέλος, σήκωσε το ανήμπορο χέρι κι άρχισε να χτυπάει τον τοίχο.
45. Όπως, αιώνες, τώρα, συνηθούν μέσα στην ερημιά τους οι τρελοί κι οι φυλακισμένοι.
46. Και μονομιάς το βογκητό έπαψε. Κι ένα σπασμένο χτύπημα ακούστηκε στον τοίχο του άλλου κελιού.
47. Προς δόξαν του ανθρώπου.

48.  Και με συνοδεία μεγάλης φρουράς τον οδήγησαν στο δικαστήριο.
49.  Ήταν δε η φρουρά αμούστακα, φτωχά παιδιά που αισχρολογούσαν και βρίζανε
50. Για να ξεχάσουν πως κάποτε τα φώναζαν: της πλύστρας ο γιος.
51.  Κι εκείνα κρυβόντουσαν πίσω απ’ τα ξεζεμένα κάρα, ή μες στις γκρεμισμένες αποθήκες και κλαίγαν ώρα πολλή.
52.  Κι ήταν στιγμές που μισούσαν τη μάνα τους.
53.  Κι ήταν πάλι στιγμές που πέφταν με δάκρυα στα χέρια της μάνας τους που μύριζαν σαπούνι και ξερό ψωμί
54.  Τα μεγάλα φθαρμένα τους χέρια σα μικρές εκκλησίες που ερειπώθηκαν.
55.  Κι ούτε παπάς πια τώρα τις λειτουργεί, κι ούτε πιστός με βάγια πηγαίνει.
56.  Και κατεβαίνει ο ίδιος ο Θεός και κλαίει
57.  Μέσα στα χέρια τους. 
                                           (Παύση)

58.  Κι οι δικαστές, μόλις εκείνος μπήκε, σκύψαν και κάτι μίλησαν μεταξύ τους
59.  Και τον ερώτησαν: είσαστε πολλοί;
60.  Κι αυτός, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση, ή ίσως για ν’ απαντήσει, έδειξε έξω από το παράθυρο,
61.  το πλήθος.
62.  Κι οι δικαστές φώναξαν: τι χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων;
63.  Και θυμήθηκαν, τότε, πως τούτος ο λόγος είχε, κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ξανά ειπωθεί.
64.  Και τους πήρε φόβος μεγάλος.

65.  Κι οι μέρες πέρασαν γρήγορα Κι ήρθε το τελευταίο απόγεμα που ο φτωχός επιγραφοποιός θα ζούσε πάνω στη γη.
66.  Κι ακούμπησε στο μικρό, καγκελόφραχτο παράθυρο του κελιού και κοίταξε κάτω την πολιτεία.
67.  Κι ύστερα κοίταξε ψηλά, που άρχιζαν ν’ ανάβουν τ’ άστρα ένα-ένα.
68.  Και τότε μια απέραντη γαλήνη τον έλουσε, σα να ’σβησαν όλες μεμιάς οι αγωνίες, που χρόνια τώρα τον βασάνιζαν.
69.  Κι ένιωσε μέσα του τον ίδιο γλυκό λυγμό, όπως όταν ήταν παιδί, και κάποιος του άπλωνε εγκάρδια το χέρι του ή του ’λεγε μια παρήγορη λέξη.
70.  Και ψιθύρισε σιγανά: σύντροφοι…

***

άντρες
α΄ ημιχόριο
Καθώς, λοιπόν, ξεφύγαμε από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, και βγήκαμε στ’ ανοιχτά
γνωρίσαμε άλλους πιο τρομερούς κινδύνους: των συντρόφων τη ξαφνική λιγοψυχιά,
του κουπολάτη την τυφλή υπακοή, ή την κρυφή φιλοδοξία του άλλου,
την εύκολη αναγνώριση, τον έπαινο του ταπεινού και την αδιαφορία του μεγάλου,
τη ζήλεια, την αμφιβολία, τη χίμαιρα, την πανουργία που χαμογελά και την υστεροβουλία που δίνει,
κι απ’ όλα πιο χειρότερο, όταν όχι η ελπίδα πια, μα κι αυτός ο ίδιος ο πόνος σου σ’ αφήνει.

β΄ ημιχόριο
Α, οι ηλίθιοι, που πήγαμε και χαθήκαμε στην ξενιτιά, κάτω απ’ τα τείχη της Ιερουσαλήμ, ή στην παλιά πολυτραγουδημένη Τροία
χωρίς κανένας Όμηρος να πει κάτι για μας. Μα να, που όπως ύστερ’ από καιρό μπαίνει κανείς στο σπίτι που του λήστεψαν, ανοίγουμε δακρύζοντας και μπαίνουμε
στην Ιστορία.

[...]
ποιητής
Τίποτα. Κανείς. Η πόλη κουλουριασμένη σαν ένα μυστηριακό ζώο
με το σκοτεινό του τρίχωμα διάστιχτο απ’ τα φανάρια των δρόμων.
Ένα ζευγάρι βγαίνει αγκαλιασμένο από κάποιο κέντρο,
τα φώτα των αυτοκινήτων τούς δίνουν μια στιγμή
το σπασμένο, ωχρό προσωπείο της Ηλέκτρας και του Ορέστη, λίγο πριν απ’ την αναπότρεπτη πράξη,
ενώ, πελώριες κι αόρατες, σαν Ερινύες, τους παραμονεύουν στο βάθος του δρόμου
η κούραση, η μοιχεία — κι η συνήθεια.

Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός που μένει στο ίδιο σπίτι με σένα,
που τρώει στο ίδιο τραπέζι με σένα, που κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι με σένα; Δεν τον γνώρισες ποτέ.
Κι αυτός εκεί, το πρόσωπο τυλιγμένο με σκοτάδι, που ορθώνεται αντιμέτωπος
σ’ ό,τι πας να λησμονήσεις — ποιος είναι; Κανείς.
Μόνο τα χέρια του τυφλού Οιδίποδα ανοιγμένα να του δείχνουνε το δρόμο, σ’ αγγίζουν καμιά φορά
μες στο συνωστισμό. Στο γειτονικό κακόφημο ξενοδοχείο «Βυζάντιον» μπαινοβγαίνουν οι μαστρωποί κι οι αρσενοκοίτες,
στην πόρτα ο μονόφθαλμος θυρωρός, κατευθείαν απόγονος των Παλαιολόγων, γεμάτος σπυριά, αλκοολικά όνειρα και βαριές κληρονομιές —
με συγχωρείτε, αυτός ο δρόμος πού βγάζει; Όχι, όχι αυτόν, ούτ’ εκείνον,
μη, μη... έτσι να στρίψεις τη γωνιά
γκρεμίζεσαι στο χάος...


***

…Φτωχές γυναίκες, μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες, 
τίμιες ή σπιτωμένες, 
ακόμα κι άλλες εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού, 
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού, 
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά πίσω από την αγνότητα, 
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία πίσω απ’ την υπακοή. 

Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία 
που κρύβεται πίσω απ’ την κακία. 
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε 
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι, 
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε, 
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον, 
γιατί τα χρόνια περνάνε… 
 Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, 
όταν μένουμε μονάχες 
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, 
και κρεμάμε στην κρεμάστρα το πανωφόρι 
κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα 
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο. 

 Αχ, γυναίκες έρημες, κανείς δεν έμαθε ποτέ 
πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’ τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας. 
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο…. 
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες, 
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε; 
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες, 
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους… 
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; 
Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια 
με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία; 

Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, 
απ’ το αίμα και την επανάληψη. 
Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή- 
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία. 

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε, 
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά, 
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες, 
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας. 
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει γρήγορα η ζωή, 
ούτε το καταλαβαίνεις. 

Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, 
δε μας ξέρουν παρά μονάχα σα μητέρες, 
δεν μπόρεσαν να μας δουν ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους- 
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους. 

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες 
μέσα στο εσωτερικό μας πάθος, 
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα της μητρότητάς μας…

***

Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,
ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια»,
πήρε μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,
αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει
να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα»,
οι άλλοι απ’ έξω δώσ’ του χτυπήματα στην πόρτα.
Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές
— ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.
Και μόνο εκείνη η γυναίκα,
θα ‘ρθει η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,
την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

***

..Σχέδια που εγκαταλείπουμε. Αποφάσεις που φοβηθήκαμε να πάρουμε.
Προσδοκίες των άλλων από εμάς που τις τροφοδοτήσαμε κι ας ξέραμε τι επικίνδυνο ήταν.
Δικές μας απαιτήσεις απ’ τους άλλους, ενώ μαντεύαμε κι εκείνων τη μικρότητα και τη δική μας υστεροβουλία.
Άνθρωποι που συναντήσαμε μια νύχτα, μα που το βλέμμα τους όρισε πια για πάντα τη ζωή μας.
Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν ήρθε η ώρα δώσαν τη θέση τους σε μια δειλή σιωπή.
Έρχονται όλα κάποτε μαζεμένα.
Μέσα σε μια στιγμή…εκεί που ανεβαίνεις ανύποπτος μια σκάλα ή απλώνεις το χέρι στο σκοτάδι ψάχνοντας για το φως.
Μονάχος σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο ή μέσα στο πλήθος και τα φώτα.
Πού να πας τότε; Πού να κρυφτείς; Τι την έκανες την ανεπανάληπτη ζωή σου;…

***

Ω αρετή της συγνώμης, αρετή της υπομονής, αρετή
της αυταπάρνησης,
μα πάνω απ’ όλα, υπέρτατη αρετή, σαν τους απλούς ανθρώπους,
να δέχεσαι υπάκουα, κατανυχτικά το πέρασμα του χρόνου,
κατανοώντας αόριστα το βαθύ μυστήριο της αιώνιας κίνησης
κι αλλαγής
και σχεδόν συγκατανεύοντας – σα να ‘σαι λίγο κι εσύ
ο δημιουργός του.
Κι α, ποια άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία
υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,
απ’ το τραγούδι.

Το ποιητικό έργο "Καντάτα" του Τάσου Λειβαδίτη κυκλοφόρησε για πρώτη φορά από τις Εκδόσεις "Κέδρος" το 1960.
Επίσης βρίσκεται και στον συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του "Ποιήματα 1 (1950-1966)" που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις "Μετρονόμος" το 2015.