ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Κοσμάς Ηλιάδης - Ο φίλος μου


Ο φίλος μου

Ο Βασίλης, ένα τρίχρονο αδύνατο αγοράκι, κλαίει με λυγμούς. Έχει το αριστερό του χέρι κρεμασμένο με ιμάντα από τον λαιμό. Μάταια η μητέρα του προσπαθεί να τον ηρεμήσει.

«Θα σου πάρω πίτα».

«Δεν θέλω πίτα, θέλω παγωτό!»

«Θα σου πάρω παγωτό».

«Θέλω πίτα και παγωτό!»

«Θα σου πάρω πίτα και παγωτό».

«Πονάω, πονάω πολύ, πάμε να φύγουμε!»

«Θα ζητήσω από τη νοσοκόμα λίγο ντεπόν».

«Δεν θέλω, πάμε να φύγουμε!»

«Κάνε λίγη υπομονή, κοντεύει η σειρά μας».

«Δεν μπορώ, εσύ να κάνεις υπομονή, που μ’ έφερες εδώ!»

Η κατάσταση εκτραχύνεται, ψάχνω τρόπο να επέμβω, να τη διορθώσω. Κάποιο τρόπο να τον αποπροσανατολίσω από το πρόβλημά του. 

«Τι ωραία είναι τα παπούτσια σου, Βασίλη. Έχουν και χρατς, είναι πολύ  καλά και καινούργια».

Ξεχνιέται ο Βασίλης, χαμογελάει. Πατάει τα παπούτσια του με δύναμη, αυτά φωσφορίζουν.

«Δεν ήξερα, Βασίλη, πως φωτίζουν. Είναι ωραία για τη νύχτα, να σε βλέπουν και να σε καμαρώνουν οι δικοί σου, να σε ζηλεύουν τα άλλα παιδάκια, που δεν έχουν τέτοια ωραία παπούτσια».

Ο Βασίλης βρίσκεται αλλού, αποπροσανατολίστηκε, χαμογελάει με συγκατάβαση. Συνεχίζω την κουβέντα, μην επανέλθει ο μικρός στο κλάμα.

«Τι ωραία μπλούζα έχεις, Βασίλη! Τι ωραίες εικόνες με αγωνιστικά αυτοκίνητα!»

Χαίρεται ο Βασίλης, καμαρώνει τα ωραία αγωνιστικά του αυτοκίνητά.

Συνεχίζω να έχω τον έλεγχο των σκέψεων του με το λόγια που του απευθύνω.

«Πως έγινε, Βασίλη; Πώς χτύπησες;»

«Ένα κακό παιδί, ο γείτονας μου ο Χρήστος, με έσπρωξε στην παιδική χαρά, που παίζαμε ήσυχα».

Σκέφτηκα στην αρχή μέσα μου: «Α το παλιόπαιδο, να τον μαλώσεις».

Το ξανασκέφτηκα και του λέω:

«Βασίλη, να του πεις ότι αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό. Να μην το ξανακάνει».

«Πήγε η μάνα μου και παραπονέθηκε στη δική του μάνα».

«Κατά κάποιο τρόπο λύθηκε το θέμα. Έχεις αδελφό, αδελφή;»

«Έχω μια αδελφή».

«Μεγαλύτερη, μικρότερη;»

«Μεγαλύτερη».

«Πόσων χρόνων είναι;»

Η μητέρα του τού ψιθυρίζει στο αυτί: «Εννιά».

Επαναλαμβάνει ο Βασίλης:

«Εννιά».

«Σε διαβάζει παραμύθια;»

«Η μαμά μου μού διαβάζει και μου λέει απέξω πολλά παραμύθια».

«Μπράβο, Βασίλη! Ξέρεις πολλά παραμύθια. Όταν μεγαλώσεις, θα λες στα παιδιά σου σαν παραμύθι πώς έσπασες το χέρι σου. Πηγαίνεις στη θάλασσα, Βασίλη;»

«Πηγαίνω, ο μπαμπάς μου έχει βάρκα, ψαρεύουμε».

«Μπράβο, Βασίλη! Είσαι ο πρώτος!»


Ο Βασίλης φεύγει από τον πόνο, ταξιδεύει, είναι αλλού, ψαρεύει με τη βάρκα του μπαμπά. Φεύγω κι εγώ από τον πόνο του Βασίλη, είμαι κι εγώ αλλού, ταξιδεύω. Είμαι σε μια παραλία στις Πόρτες Ποτίδαιας. Βλέπω τον Βασίλη στη βάρκα με την αδελφή του, τη μαμά του· τιμονιέρης ο μπαμπάς. Τον βλέπω να ψαρεύει. Βλέπω μια παρέα δελφινιών να κάνουν παιχνίδια μαζί του. 

«Μπράβο, Βασίλη!» λέω ασυναίσθητα.

Εκείνος χαμογελάει με ικανοποίηση  ευχαριστημένος.

Τους κάλεσε η νοσοκόμα, ήταν η σειρά του να εξεταστεί. Σε δυο λεπτά βγήκαν χαρούμενοι  ο Βασίλης και η μητέρα του. Με χαιρέτησαν.

«Στο καλό, Βασίλη. Περαστικά σου» είπα ανακουφισμένος.

Μάνα και γιος με χαιρέτησαν χαμογελώντας.

Επιστρέφοντας, με τις ακτινογραφίες στο χέρι, για το σπίτι μου, στον διάδρομο  του νοσοκομείου Γεννηματά συναντάω τον Βασίλη. Έτρωγε το παγωτό του. Η μητέρα του διέκοψε το τηλεφώνημά της για να με χαιρετήσει πάλι.

Καλό καλοκαίρι, Βασίλη και μαμά!

 

Κοσμάς Ηλιάδης

αντιγραφέας εξ ιδίων

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Κοσμάς Ηλιάδης - Η αξέχαστη εκδρομή

 #διαβάζω_για_σένα




Η αξέχαστη εκδρομή

 

Κάναμε κάποια γλωσσικά πειράματα στο Γυμνάσιο Κιλκίς. Στη δεκαετία του ’60, το τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη για την «κακούργα μετανάστευση» έκανε θραύση, ακούγονταν παντού, συνέχεια: «Στις φάμπρικες της Γερμανίας/και στου Βελγίου της στοές/πόσα παιδιά σκληρά δουλεύουν/και κλαίνε οι μάνες αχ μοναχές. /Κακούργα μετανάστευση/ κακούργα ξενιτιά/μας πήρες απ’ τον τόπο μας/τα πιο καλά παιδιά». Είχε βγάλει και ένα άλλο τραγούδι ο Στέλιος, όχι τόσο ονομαστό, θέμα του ο θάνατος: «Θέλω να πεθάνω, θέλω να πεθάνω/θέλω να πεθάνω, για να μην πονώ»… Πήραμε, οι «αρχαιοκάπηλοι» συμμαθητές, τους στίχους του Βίρβου να τους μεταφράσουμε στην αρχαία ελληνική γλώσσα: «Βούλομαι τεθνάναι, βούλομαι τεθνάναι/ίνα μην αλγώ/άπαντα τα άλγη εμοί πεπτοκότα»… Κάποιοι άλλοι, πιο απαιτητικοί, πιο προχωρημένοι, δοκίμασαν τη μεταφορά του άσματος στην αρχαία ιταλική, τη Λατινική γλώσσα. «Mole omorivi, mole omorivi/mole omorivi»…

Η προτελευταία χρονιά στο Γυμνάσιο του Κιλκίς. Προς το τέλος της η  πρώτη δεκαετία μετά τον εμφύλιο. Τα τραγούδια του Καζαντζίδη ήταν στην ημερήσια διάταξη. Τώρα μερικοί άσχετοι, τυμβωρύχοι, στην αντίπερα όχθη ιδεολογικά ευρισκόμενοι, κερδοσκοπούν κάνοντας λάβαρο τα τραγούδια του. Ένα σημαίνον πρόσωπο μάλιστα, φίλησε το άγαλμα τού από καιρό νεκρού και  είπε: «Να είσαι γερός, ρε μάγκα».

Το χωριό μας είχε αδειάσει από το κύμα φυγής στις δυτικές χώρες, Γερμανία κυρίως. Μετανάστες κι εμείς, σε ξένο τόπο. Αφήσαμε τα χωριά μας, μακριά από τους δικούς μας, εγκατασταθήκαμε στην μεγάλη πόλη, για να μάθουμε γράμματα. Παίζοντας ο Γιώργος με τη λογική που διδασκόμασταν, έφτιαξε το σχήμα: «Η μετανάστευση είναι αιμορραγία. Η εσωτερική μετανάστευση είναι εσωτερική αιμορραγία».

Στο Γυμνάσιο Κιλκίς είχαμε τις απαιτήσεις μας για εκδρομή. Μόλις βλέπαμε ήλιο στον ουρανό, ζητούσαμε με μια φωνή την εκδρομή που μας χρωστούσαν, μετρούσαμε τις μέρες, βέβαια.  Είδαν και απόειδαν οι καθηγητές, ανταποκρίθηκαν στο καθημερινό αίτημά μας για εκδρομή. Ο  γυμνασιάρχης Θάνος, εξαίρετος άνθρωπος, μας έκανε τη χάρη. Ο μαθηματικός σκληρός, η φιλόλογος αυστηρή, ο γυμναστής μηχανόβιος, είχε βέσπα. Ήταν και η καινούργια, η καθηγήτρια των αγγλικών, σε αντικατάσταση της συνταξιοδοτηθείσας. Άγνωστη ανάμεσα σε αγνώστους, άρα αδιευκρίνιστων προθέσεων. Μικροκαμωμένη, τρυφερή και εύθραυστη, που φαινόταν κατά πολύ νεότερη από την πραγματική της ηλικία.  Παρασκευή με  πολλές ώρες μαθήματος, καλή μέρα για εκδρομή. Στο άλσος του Αγίου Γεωργίου, δίπλα του απλώνεται  ο κάμπος. Ήταν άνοιξη, στραφτάλιζε το πράσινο, ο κάμπος μια απέραντη πράσινη θάλασσα, τα λουλούδια στις δόξες τους, μοσχομύριζε ο τόπος. Τέλη Απριλίου ο καιρός ζέστανε για καλά. Τέτοια μέρα πού όρεξη για σχολείο.

Το κλίμα ζεσταινόταν όλο και πιο πολύ, λίγο η ξενοιασιά και η ανεμελιά της εκδρομής, λίγο ο ανοιξιάτικος ήλιος. Το κέφι καλά κρατούσε, ανηφόριζε στα όρια να διαρρήξει τους τύπους της καθημερινότητας, καθηγητής–μαθητής, ελεγκτής–ελεγχόμενος, μικρός-μεγάλος κλπ.  Η βέσπα του γυμναστή, φορτωμένη  μπύρες και μεζέδες, έσπρωξε τους καθηγητές να συμμετέχουν πιο ενεργά στο γλέντι. Δυο χωράφια παρακάτω από τα όρια του άλσους ήταν ένα ποτιστικό επίπεδο κτήμα,  σπαρμένο με τριφύλλι. Μας άρεσε σαν ένα ωραίο και μαλακό γήπεδο, να τρέχεις, να πέφτεις και να σηκώνεσαι χωρίς γρατσουνιές και μώλωπες. Δεν γνωρίζαμε τότε ούτε το γκαζόν, ούτε τη λέξη. Καμιά δεκαπενταριά ανυπόταχτοι πιονιέροι πήραν τον δρόμο που οδηγεί στο σαν γήπεδο χωράφι, να παίξουνε και να χαρούνε στο γρασίδι του. Μαζί τους ο ακορντεονίστας,   ο γυμναστής, παιδί κι αυτός μαζί με τους άλλους. Χωρίς αποτέλεσμα αντέδρασαν ο μαθηματικός και η φιλόλογος. Ακολουθήσαμε μπουλούκι ατελείωτο τους ταραξίες εχθρούς της κάθε πλήξης. Ήμασταν όλοι εκεί. Οι καθηγητές πιο προσεκτικοί, κατέλαβαν το πράσινο χαλί του δρόμου, το κανάλι που διαχωρίζει το κτήμα, κάνα δυο πιο τολμηροί, ακουμπούσαν τις παρυφές του κτήματος. Ο μουσικός αφού εξάντλησε όλα τα δημοτικά τραγούδια που γνώριζε, το γύρισε στα ευρωπαϊκά, αρχίζοντας με τα κύματα του Δούναβη.

Πώς έγινε ακριβώς,  δεν το θυμάμαι. Βλέπω, σαν να συμβαίνει τώρα, να αρπάζω το χέρι της καθηγήτριας των Αγγλικών, να στροβιλιζόμαστε μέχρι να την οδηγήσω  στο κέντρο του κτήματος, εκεί όπου ο διαιτητής στο γήπεδο τοποθετεί τη μπάλα για το εναρκτήριο λάκτισμα. Ίσως ψάχνοντας για τον πυρήνα των πραγμάτων, ένα ψήγμα, ένα κουκούτσι αληθινής χαράς σε όλα τα καθημερινά, τα περισσότερα μάλλον αρνητικά. Ενώ στροβιλιζόμασταν, έβλεπα το πλήθος να περιστρέφεται ασταμάτητα γύρω μας.  Χάθηκα, δεν ήμουνα εκεί, ήμουνα μέσα στον Δούναβη που δεν γνώριζα. Τα κύματά του πότε με ανέβαζαν ψηλά, πότε με γκρέμιζαν σε βάραθρο υγρό. Παρακάλεσα τότε να γινόταν νύχτα. Αυτά τα βλέμματα, άλλα περίεργα, άλλα μοχθηρά, να γινόντουσαν αστέρια σιωπηρά. Να μπορούσα με πάθος να σφίξω στην αγκαλιά μου αυτό το εξαίσιο πλάσμα.

Ο μουσικός ανέβαζε τους τόνους, δυο τρεις τόλμησαν, μας χειροκρότησαν, ακολούθησαν άλλοι.

Δεν έγινε νύχτα, δεν υπήρχαν αστέρια. Παγερή σιωπή απλώθηκε ξάφνου στο ανθρώπινο δάσος. Κατέφτασε οργίλος σίφουνας, παλιός αντάρτης, καβάλα στο άλογό του, φωνάζοντας: ««Γαμώ τη μουζίκα σου, φύγετε από το χωράφι μου, και εσείς όλοι βγείτε έξω από  το χωράφι μου, πάρτε δρόμο εμπρός». Προσγειώθηκα σε πεζά χειροπιαστά πράγματα από τα κύματα του Δούναβη. Αστραπιαία βρέθηκαν όλοι στο κανάλι και στον δρόμο. Δαρμένο σκυλί ακολούθησα την πανικόβλητη καθηγήτρια. Ειδοποίησε τον αγροφύλακα, η ζημία ήταν πάνω από εκατόν πενήντα δραχμές, ο εκπρόσωπος του νόμου την αποτίμησε σε ογδόντα έξι δραχμές. Ο ιδιοκτήτης του αγρού περιόρισε το ποσό στις ογδόντα δραχμές.

Μαζέψαμε τα χρήματα δραχμή–δραχμή. οι καθηγητές δεν  δέχτηκαν. Πλήρωσαν αυτοί αντί για μας τη ζημιά. Ο φόβος ήταν για την άλλη μέρα. Βγήκε αληθινός, πού είσαι Μέρφι, η Βουτυρά είπε: «Για εκδρομές και για παρανομίες είσαστε πρώτοι. Για μαθήματα πέρα βρέχει», άνοιξε τον κατάλογο, κάλεσε πρώτο εμένα να πω το μάθημα, ακολούθησαν άλλοι ταραξίες ψυχών.     

Μονάδα μέτρησης βάρους την εποχή εκείνη ήταν η οκά. Μια οκά ψωμί στοίχιζε δυο δραχμές, ο χαλβάς τέσσερις, το τυρί έξι, το λάδι δέκα. Αργότερα, από την οκά πήγαμε στο κιλό, μετά το κιλό στο λίτρο. Σήμερα όταν αγοράζω ένα λίτρο νερό, αγοράζω ένα κιλό, όταν αγοράζω ένα λίτρο λάδι, αγοράζω κάτι περισσότερο από εννιακόσια γραμμάρια. Τώρα αγοράζοντας ένα ψωμί, παίρνω ψωμί τριακοσίων πενήντα  γραμμαρίων.

Έμεινα μετεξεταστέος στα  Μαθηματικά και στο μάθημα των Αγγλικών, «για να μάθω καλύτερα τα Αγγλικά», είπε η καθηγήτρια.  

Τέσσερα χρόνια μετά, απολυμένος στρατιώτης, άνεργος και πικραμένος, καθώς πήγαινα με τα πόδια για το χωριό μου, παρεξέκλινα από τον κεντρικό δρόμο  και πήγα στο αγαπημένο από παλιά κτήμα. Να αναπολήσω αν απέμεινε κάτι από εκείνο το φοβερό σκίρτημα της  εφηβείας μου. Ήθελα και κάτι ακόμα, το αδύνατο, να μάθω  πώς ένιωσε τότε η συνοδός μου. Το βρήκα θερισμένο, είχε μπάλες. Όχι από χόρτο, αλλά από άχυρο. Μπορεί ο ιδιοκτήτης του να αγανάκτησε από τις επαναλαμβανόμενες καταπατήσεις του και να προέβη στην αλλαγή χρήσης γης.  Μπορεί να μη ζει, μπορεί να το πούλησε, μπορεί, μπορεί...

   Μετά από χρόνια έμαθα πως η καθηγήτρια, συνταξιούχος πια, ζούσε  με την οικογένεια της μικρότερης αδελφής της. Δεν έκανε δική της. 

 

Κοσμάς Ηλιάδης

Στα παλιά λημέρια (εκδ. Αποστακτήριο, 2022)


Το διήγημα δημοσιεύεται με τη συγκατάθεση του συγγραφέα. Δεν αποτελεί εμπορικό προϊόν και δεν χρησιμοποιείται για εμπορικό όφελος.

 

 

 

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023

Κοσμάς Ηλιάδης - Έγκλημα

 #διαβάζω_για_σένα




Έγκλημα

 

Ο Νίκος Μαγλούπας οδηγεί το αυτοκίνητό του στην περιφερειακή οδό, συνοδηγός του είναι το κορίτσι του η Ρία Ματζίκη. Στο πορτ-μπαγκάζ υπάρχει ένα παράξενο φορτίο, ένας νεκρός. Από το ραδιόφωνο ακούει το τραγούδι Κι αν χιονίζει και αν βρέχει, το αγριολούλουδο αντέχει.

 «Για μένα το λέει. Α ρε Νεόφυτε Μουχλιάρη, πότε θα σε δαγκώσω, κάθαρμα», λέει, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Ρε φίλε Γιώργο, τι σου κάνανε, πώς σε φάγανε έτσι;» Ο φίλος  ο Γιώργος Λαοκράτης, κοντοχωριανός του, γνωστός σε όλη την περιφέρεια του Κιλκίς, παλιά καραβάνα στο ΚΚΕ, πότε στα μπουντρούμια, άλλοτε στη Μακρόνησο, περνούσε τον καιρό του κολλημένος στις ιδέες του και ανυποχώρητος.

Η φίλη του προσπαθεί να τον συγκρατήσει, να του δώσει κουράγιο:

«Μην το βάζεις κάτω, Νίκο, στο τέλος θα λάμψει η αλήθεια».

Προορισμός του είναι μια απόμερη παραλιακή γωνιά, όπου θα ρίξει το πτώμα στη θάλασσα, ώστε να φανεί πνιγμός τού πριν ώρες πεθαμένου. Λέει στη σύντροφό του, χαϊδεύοντας το γόνατό της:

«Όλα θα πάνε καλά», με αδιευκρίνιστο  σκοπό. Να δώσει ή να πάρει κουράγιο; Πριν ξεκινήσει τη μακάβρια πορεία του, τηλεφώνησε στον φίλο του δημοσιογράφο Γιάννη Βλασιάδη, ειδικευόμενο στο αστυνομικό ρεπορτάζ, να μη φύγει από την εφημερίδα, έχει κάτι συνταρακτικό να του ανακοινώσει, σε κάνα δυο ώρες.  Την πορεία του διακόπτει το σκάσιμο του πίσω δεξιά λάστιχου. Στρίβει το όχημα στη λωρίδα κινδύνου, ανοίγει το πορτ-μπαγκάζ, για να πάρει γρύλλο και ρεζέρβα. Βλέπει έναν περίεργο να πλησιάζει, κλείνει απότομα το πορτ-μπαγκάζ, λέει στον άγνωστο πως δεν έχει ρεζέρβα, μήτε γρύλλο. Ο άγνωστος, χωρίς  να πει κουβέντα, απομακρύνεται. Ανοίγει πάλι με προφύλαξη το πορτ-μπαγκάζ, παίρνει τα χρειαζούμενα και το κλείνει. Το χαλασμένο λάστιχο το βάζει στο πίσω κάθισμα. Κατηφορίζοντας  δίπλα από το Καυταντζόγλειο, βλέπει τον δρόμο προς Τούμπα κλειστό από κάποιο τρακάρισμα ή άλλο τυχαίο συμβάν, παρόμοιο με το δικό του.

«Σώθηκα, σήμερα Μέρφι είσαι μαζί μου, όχι με τους δολοφόνους», μονολογεί, στρίβει στην οδό Αγίου Δημητρίου, συνεχίζει την πορεία του προς τον Εύοσμο.

Νύχτωσε για τα καλά. Ξεφορτώνει τον νεκρό στην πρασιά πολυκατοικίας που απέχει γύρω στα πενήντα μέτρα από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Από ένα κάπως απόμακρο περίπτερο τηλεφωνεί πάλι στον δημοσιογράφο:

«Έλα στην οδό Χρυσανθέμων αριθμός 35, το λαβράκι τσίμπησε. Μη ζητάς πολλά, υπάρχει πτώμα, πάρε κανένα συνάδελφο μαζί σου».

Σε είκοσι λεπτά φτάνει ο δημοσιογράφος με έναν ιδιωτικό αστυνομικό. Του εξηγεί πώς του φόρτωσε τον νεκρό ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος, μη γίνει σκάνδαλο και χάσει την προαγωγή του. Τον είχε «γλιτώσει» από δυο τρεις στημένες παραβάσεις και τον εκβίαζε. Ο Νίκος Μαγλούπας, μικροβιοτέχνης, προσπαθούσε να τα έχει καλά με την αστυνομία, αλλά δεν του βγήκε σε καλό.

Ο διοικητής περίμενε σήμα για την προαγωγή του. Αντί αυτής, εμφανίστηκαν μπροστά του την επομένη μέρα, πριν προλάβει να πιει τον καφέ του, το δίδυμο δημοσιογράφου και ντεντέκτιβ. Η πλεκτάνη που σχεδίασε σε βάρος του νεκρού και του βιοτέχνη, αντιστράφηκε εναντίον του απειλητική. Δεν πέρασαν ούτε οι απειλές του, ούτε τα παρακάλια του.

«Δεν θα έχετε από εδώ και πέρα καμία είδηση, για μένα είστε ανεπιθύμητοι σε αυτό το τμήμα». Αλλάζει ύφος˙ «Γι’ αυτό το παλιοκομμούνι να χάσω τη θέση μου, δεν θα είναι κρίμα κι άδικο;»

Τελείωσε το λογύδριο του χωρίς αποτέλεσμα. Μόλις έφυγε το ενοχλητικό δίδυμο από εκεί, έβαλε τον καφέ στην άκρη, άρχισε να πίνει με το αριστερό του χέρι, το δεξί ήταν πάντα για σπουδαιότερες δουλειές, και να τραγουδάει Έχε γεια, καημένε κόσμε. Ο σκοπός υπηρεσίας που τον παραμόνευε, μπήκε στο γραφείο του, προσπάθησε να αρπάξει το πιστόλι από τα χέρια του, το πέτυχε μερικώς. Η σφαίρα πέρασε από την άκρη του δεξιού αυτιού,  έξυσε τον κρόταφο και καρφώθηκε στην κάσα την πόρτας του γραφείου του.

Η απόπειρα τον ωφέλησε, φόρτωσαν τα βασανιστήρια και τον θάνατο που επακολούθησε, σε δυο κατώτερους αστυνομικούς. Όλα  γίνανε, λένε, παρά τις αντίθετες διαταγές του κυρίου διοικητή και εν αγνοία του. Τους τιμώρησαν με μετάθεση στη Μακρόνησο, εκεί θα είχαν πλήθος κομμουνιστών.

Ο Νίκος Μαγλούπας, που δεν άντεχε πλέον αυτή την πνιγηρή κατάσταση, παραχώρησε τη βιοτεχνία στον συνεταίρο αδελφό του, κλέφτηκαν με την Ρία Ματζίκη και φύγανε από τη χώρα. Κάποιοι λένε πως έφυγαν, πως βρίσκονται στη Δυτική Γερμανία, άλλοι λένε πως πήγαν στην Αγγλία, στον θείο του αδελφό της μητέρας του, άλλοι πως βρίσκονται στη Σουηδία ασφαλείς και τακτοποιημένοι από δουλειά, όπου ζήτησαν και πήραν πολιτικό άσυλο.

Ασήμαντες λεπτομέρειες, που τις παρουσιάζει ως αξιοσημείωτες εσκεμμένα ο γραφιάς, προκειμένου να φουσκώσει κάπως το ισχνό γραπτό του. Έγραψε, χωρίς να το διασταυρώσει από κάποια βαρύνουσα πηγή, πως ο διοικητής του τμήματος, μοίραρχος Νεόφυτος Μουχλιάρης, είναι ετεροθαλής αδελφός του Αντώνη Ματζίκη, απλού χωροφύλακα στο ίδιο αστυνομικό τμήμα. Ο Ματζίκης δεν συναίνεσε στον γάμο της κόρης του με τον βιοτέχνη, αλλά  έκανε τα στραβά μάτια στην αναχώρησή της, σε άγνωστη χώρα, με τον αγαπημένο της.

 

Κοσμάς Ηλιάδης

“Στα παλιά λημέρια”, διηγήματα

Εκδόσεις Αποστακτήριο, Οκτώβριος 2022

            

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

Κοσμάς Ηλιάδης - Γερβάσιος Γρύπηλος

 #διαβάζω_για_σένα




Γερβάσιος Γρύπηλος

 

Γόνος φτωχής πολυμελούς οικογένειας ο Γερβάσιος Γρύπηλος, δευτερότοκος γιος του Ευσέβιου Γρύπηλου και της Ευμορφίας Παπαγιάννη. Ένας θεοσεβούμενος, ήρεμος, ήσυχος, αγράμματος ανθρωπάκος. Πολλοί του προσάπτουν και  άλλα προσωνύμια, αγαθός, χαζούλης ή χαζοχαρούμενος. Ας είναι, ο καθένας παίρνει ό,τι θέλει από την εικόνα, ανάλογα με την ωριμότητα ή με τις ιδιοτροπίες του. Αγράμματος και ήσυχος, δίχως να κατέχει από πολιτική ή να ανακατεύεται σε αυτήν, ο ίδιος ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας του. Παρ’ όλα αυτά, τον κατέταξαν στο ελληνικό στράτευμα ημιονηγό, δηλαδή μουλαρά. Ειδικότητα ζηλευτή για γιατρούς, δικηγόρους, καθηγητές, δασκάλους και βάλε, αρκεί να ήσαν κομμουνιστές ή συνοδοιπόροι. 

  Αλλά τον Γερβάσιο Γρύπηλο; Γιατί; Σωστοί φιλήσυχοι νοικοκυραίοι οι γονείς του, το ίδιο κι αυτός. Λες να έγινε κάποιο λάθος; Μπορεί. Μπορεί επίσης λόγω της αγαθοσύνης του, χωριάτης και αγράμματος, μόνο μουλάρια να φροντίζει είναι άξιος, έτσι έκρινε το σύστημα. Έμπλεξε εκεί με ζώα, μουλάρια και ανθρώπους επιστήμονες. Ο καημένος ένοιωθε σαν ξυπόλητος, ανάμεσα σε τόσους σπουδαγμένους – τόσους επιστήμονες. Έτσι προθυμοποιούταν να τους  βοηθάει στα πράγματα που ήταν έξω από το μαθησιακό τους πεδίο, αυτούς τους αγράμματους και αμάθητους σε κτηνοτροφικές εργασίες. Ο ίδιος με τα ζωντανά τα πήγαινα καλά, πολύ καλά δηλαδή. Μάθαινε γρήγορα τα χούγια του κάθε ζώου και του φέρονταν ανάλογα, χαλαρά στα φιλικά ζώα, προσεκτικά και με πρόσθετα μέτρα προσοχής και επιφύλαξης στα άλλα. Δυο τρεις φορές κινδύνεψε, αλλά τον έσωσε την τελευταία στιγμή το χωριάτικο ένστικτο του, αυτό της συνάφειας που είχε στο χωριό του με τα ζώα.

  Στο μήνα επάνω τον κάλεσε ο λοχαγός του Α2, του δευτέρου γραφείου, του γραφείου πληροφοριών του συντάγματος. Εκεί, στην έδρα του συντάγματος συνυπήρχαν και πεζικάριοι. Μπήκε αμήχανος στο γραφείο, με φόβο έκδηλο στο πρόσωπο. Τον είδε ο λοχαγός να περιφέρεται σαν ζαλισμένο κοτόπουλο στους  διαδρόμους, τον κάλεσε να περάσει στο γραφείο του.

«Γερβάσιος Γρύπηλος λοιπόν, να εδώ τον έχω τον φάκελό σου, είναι πεντακάθαρος. Εντάξει, είσαι δικό μας  παιδί, αλλά αυτό δεν μου αρκεί, θέλω κάτι παραπάνω από εσένα».

«Προσπαθώ να κάνω σωστά τη δουλειά μου και με το παραπάνω. Βοηθάω τους ανήμπορους, τους ανήξερους από αυτά, τους καλαμαράδες, όπως τους φωνάζουμε οι άλλοι, σαν και εμένα αγράμματοι. Τα ζώα τα γνωρίζω καλά και εκείνα με γνωρίζουν, με καταλαβαίνουν από  μακριά, προτού να τα πλησιάσω».

«Γρύπηλος λοιπόν, πίλος ή πηλός;»

«Πού να ξέρω από αυτά, κυρ λοχαγέ. Γρί – πηλός, σωστά το είπες. Γρι δεν σκαμπάζω εγώ από αυτά».

«Καλά, καλά. Αλλά πρόσεχε, όχι κυρ Λοχαγέ, κύριε λοχαγέ και στον πληθυντικό θα μου μιλάς, όχι στον ενικό, τι το περάσαμε; Έτσι θα μου απευθύνεις τον λόγο σου».

«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ».

«Είπαμε πως είσαι καλό παιδί, είσαι δικός μας. Ακόμα είπαμε πως αυτό δεν μας αρκεί. Μπορώ να σε φέρω εδώ μέσα, θα σου βρούμε μια θέση σε αυτό εδώ το γραφείο. Θα σε γλιτώσω από τις αγγαρείες και από τις βρωμιές».

«Αγράμματος είμαι, κύριε λοχαγέ, τι μπορώ να κάνω σε αυτό το γραφείο;»

«Όλο και κάτι θα βρούμε να κάνεις, θα σκουπίζεις τα γραφεία, θα καθαρίζεις, θα φτιάχνεις και κανένα καφέ. Αυτά τα πολύ βαριά καθήκοντα σκέφτομαι να σου αναθέσω».

«Δεν μπορώ να κάνω τίποτε στο γραφείο, δεν κάνω για γραφεία, κύριε λοχαγέ. Καλύτερα είναι για μένα, έτσι χωριάτης και αγράμματος που είμαι, τα ζώα με τις τρέλες τους, με τις ιδιοτροπίες τους και με τις  βρωμιές τους. Αυτά τα κατέχω καλά και από το χωριό μου, δεν δυσκολεύομαι ντιπ».

«Μπορείς, μπορείς. Άκου να σου πω, εκεί που είσαι στους στάβλους με τα ζώα, σε  περιτριγυρίζουν αρκετά κακοποιά στοιχεία. Είναι επικίνδυνοι άνθρωποι, τι να σου πω;»

«Αυτοί οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι, κύριε λοχαγέ; Αυτοί είναι  αρνάκια του Θεού. Πιο ήμερους ανθρώπους από αυτούς δεν συνάντησα, είναι ευγενικοί και καλομίλητοι, έχουν τρόπους, τι να σου λέω τώρα».

«Ε, Γρύπηλε, πληθυντικό είπαμε, πληθυντικό. Παρανόησες τι θέλω να σου πω. Δεν είναι δικοί μας, δεν είναι εθνικόφρονες, πώς να στο πω;»

«Είναι από καλά σπίτια και μορφωμένοι, νοικοκυραίοι και όχι κατσαπλιάδες, άλλος είναι παντρεμένος, άλλος αρραβωνιασμένος, επιστήμονες άνθρωποι».

«Ναι, αλλά βρίζουν τη μάνα μας».

«Δεν βρίζουν, ούτε τη μάνα μας, ούτε την αδελφή μας, μήτε το σόι μας ολόκληρο».

«Πώς δεν βρίζουν αφελέστατε, δεν βρίζουν τη μητέρα πατρίδα;» 

«Α, τη μητέρα πατρίδα; Ούτε αυτό το άκουσα».

«Ναι, αλλά κατηγορούν την Εθνική μας Κυβέρνηση».

«Δεν άκουσα καμιά κατηγορία, κύριε λοχαγέ. Αυτοί είναι μια χαρά παιδιά, με το χαμόγελό τους, με τα καλαμπούρια τους. Άλλος παίζει κιθάρα, άλλοι τραγουδάνε, μια χαρά περνάμε».

«Γερβάσιος Γρύπηλος, είπαμε. Πίλος ή πηλός;»

«Τι είναι το πίλος, κύριε λοχαγέ;»

«Ο πίλος, αγράμματε. Ο πίλος είναι το καπέλο».

«Άμα ήμουν γραμματιζούμενος, κύριε λοχαγέ, θα είχα μερικές σαρδέλες ή θα βολευόμαν κάπου αλλού. Τι σόι εθνικόφρονες είμαστε. Πάντως δεν θα ήμαν μουλαράς. Το άλλο που είπατε, το πηλός, τι είναι πάλι ετούτο;»

«Ο πηλός αστοιχείωτε, είναι η λάσπη, το βρεγμένο χώμα».

«Α, αυτού είμαι και εγώ. Δώσε μου χώμα, να σου κάνω λάσπη, δώσε μου λάσπη να γυαλίσω όλο τον στάβλο».

«Κοίταξε Γερβάσιε, από τη μια μεριά δεν με καταλαβαίνεις, από την άλλη το παρατραβάς το σχοινί. Για να τελειώνουμε, επειδή δεν μπορώ να ασχολούμαι άλλο μαζί σου, με περιμένει ο κύριος Διοικητής, για να τελειώνουμε, δέχεσαι να έρθεις εδώ κοντά μας, σε κάποιο γραφείο;»

«Όχι».

«Καλά, θα σου δείξω εγώ, χωριάταρε. Ξέρεις με τι κόπο πήρα αυτά τα τρία αστέρια, ξέρεις τι ανηφόρες έχω να ανέβω για ένα ακόμα γαλόνι; Δεν ξέρεις. Ε, λοιπόν, μάθε πώς πρέπει να φέρεσαι στον λοχαγό του Α2. Λοχία, κλείσε τον στο πειθαρχείο, δεν θα τον βγάλεις από εκεί, μέχρι να σου διατάξω εγώ».

«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ».

«Και που είσαι, θα αφαιρέσεις όλα τα προσωπικά του αντικείμενα, θα τα περιλάβεις στην έκθεση που θα συντάξεις. Σαν λόγο θα αναφέρεις πως φέρθηκε απρεπώς στον Λοχαγό του Άλφα δυο και πως του αντιμίλησε. Την πρώτη μέρα θα του χορηγήσεις μόνο νερό, για αργότερα τα λέμε».

«Μάλιστα κύριε Λοχαγέ, όπως διατάξατε».

«Άκου, το τσογλάνι, να σου λέει πως είναι καλά παιδιά. Πως ο ένας  παίζει κιθάρα και οι άλλοι τραγουδάνε. Μια χαρά περνάνε τα κωλόπαιδα».

 

Κοσμάς Ηλιάδης

“Στα παλιά λημέρια”, διηγήματα

Εκδόσεις Αποστακτήριο, Οκτώβριος 2022


Το διήγημα δημοσιεύεται με τη συγκατάθεση του συγγραφέα. Δεν αποτελεί εμπορικό προϊόν και δεν χρησιμοποιείται για εμπορικό όφελος.

 

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022

Ο αυτοδημιούργητος




 Ο αυτοδημιούργητος

(διήγημα σαρκαστικό)


Καλό παιδί ο Στράτος αλλά άτυχο. Χάθηκε, δηλαδή, να γεννηθεί κι αυτός σ' ένα Λονδίνο, σε μια Νέα Υόρκη από πατέρα εφοπλιστή; Παρά πήγε και γεννήθηκε στον Φράγκο, ένα ορεινό χωριό της Καρδίτσας, από πατέρα γιδοβοσκό και μάνα που 'λιωνε καθημερινά στα χωράφια και στα ζωντανά. Κι όλη αυτή η ταλαιπώρια, ολοχρονίς, για ένα κομμάτι ψωμί.

Είπε κι αυτός να πάρει την τύχη στα χέρια του. Τι στον κόρακα; Τόσοι και τόσοι τα καταφέρανε. Αυτός δεν θα...

Σαν τέλειωσε το δημοτικό, άλλα γράμματα δεν ήθελε -φτάνουν και περισσεύουν- πήρε την ευχή των γονιών του, πήρε και κάτι ψιλά στην τσέπη που χρόνια τα μάζευε σπυρί σπυρί απ' τα μικροθελήματα και με δυο παπούτσια πάνινα, που λέει ο λόγος, βουρ για το Μεγάλο Χωριό, την Αθήνα.

Ξύπνιος ήτανε, καπάτσος ήτανε, σβέλτος στο ξεσήκωμα της κομπίνας ήτανε, το λέγανε όλοι στο χωριό, δε μπορεί, κάτι θα έβρισκε να κάνει, σε κάποια καλή τρύπα θα 'χωνε κι αυτός το κεφάλι του.

Οι πρώτες μέρες κύλησαν γοργά˙ μαζί και τα ψιλά του. Για δουλειά ούτε λόγος. Όλες οι πόρτες κλειστές, θεόκλειστες. Μικρός, χωριατόπαιδο, άσχετος. Ζορίστηκε. Χάλασε κι ο καιρός, αγρίεψε το ξεροβόρι, τον θέρισε η πείνα, του κοπήκανε τα ήπατα. Νυχτώθηκε στο δρόμο, άφραγκος και άστεγος. Βρήκε ένα απόμερο παγκάκι, κούρνιασε και περίμενε καρτερικά να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα του...

Ώρα δωδεκάμισι το βράδυ. Ο κυρ Κώστας, ιδιοκτήτης του ψητοπωλείου «Η Βοσκοπούλα», προς τιμή της μοναχοκόρης του Φανής, κατέβασε ρολά, κλείδωσε τα λουκέτα του μαγαζιού και με την είσπραξη της μέρας στην τσέπη, διόλου ευκαταφρόνητη, πήρε το δρόμο για το σπίτι. Πέντε τετράγωνα πιο κει˙ ένα τσιγάρο δρόμος.

Στο μικρό πάρκο είδε ζουργωμένο τον Στράτο στο ξύλινο παγκάκι. Τον λυπήθηκε. Πλησίασε. Τον σκούντηξε. Ξύπνησε˙ μαύρος ύπνος, αλαφιασμένος. Η ιστορία του με πέντε λόγια˙ δεν είχε και πιο πολλά να πει, τον συγκίνησε. Ξανάνοιξε το μαγαζί. Του 'βαλε να φάει, πάντα κάτι μένει, στυλώθηκε, λίγδωσε τ' άντερό του. Τον πήγε στη σοφίτα. Ένα κρεβάτι ζεστό, σουβλακίλα και των γονέων. 

- Καληνύχτα. Θα τα πούμε αύριο το πρωί. 

Ξανακλείδωσε. Ξαναπήρε τον δρόμο για το σπίτι με ήσυχη συνείδηση.

Η κυρα-Μαρίκα, γυναίκα θεοσεβούμενη, λιγομίλητη και υποτακτική, άκουσε και δάκρυσε.

- Να το συντρέξεις το βαριόμοιρο. Ο Θεός μας το 'στειλε. Απ' τον Θεό θα το 'βρεις! (Θα δείξει...)

- Καλά. Κοιμήσου τώρα, μουρμούρισε ο κυρ Κώστας, ψόφιος απ' την κούραση, και γύρισε πλευρό. Σε λίγο το ροχαλητό του αντανακλούσε αδιάκοπα σ' όλους τους τοίχους της κρεβατοκάμαρας.

Από το άλλο πρωί ο Στράτος βρήκε δουλειά. Βοηθός γενικών καθηκόντων. Σκούπισμα, σφουγγάρισμα, καθάρισμα τραπεζιών και στη λάντζα άμα χρειαστεί. Τζάμπα φαΐ, τζάμπα ύπνος, μεροκάματο και ένσημο στο ΙΚΑ. Μπερεκετλής και τίμιος άνθρωπος ο κυρ Κώστας, από κοντά κι η κυρα-Μαρίκα :

- Μην τ' αδικήσεις το παλληκάρι!

Γιατί ο Στράτος, το πιστό σκυλί του μαγαζιού, έγινε πια παλληκάρι στα τρία χρόνια που κράτησε αυτό το βιολί. Ψηλός, γεροδεμένος, με κάτι μάτια σκέτο σπίρτο, που είχανε αρχίσει να βάζουνε φωτιά στην καρδιά και στο κορμί της Φανής. Ένα χρόνο μικρότερή του ήταν και πρώτη μαθήτρια στο σχολείο και όλο και πιο συχνά μπαινόβγαινε στο ψητοπωλείο δι' ασήμαντον αφορμήν˙ άλλοτε για ένα πεταχτό φιλί στον πατέρα της, άλλοτε για μια δήθεν υπενθύμιση από τη μητέρα της, άλλοτε χωρίς κανένα λόγο. Μα πάντα η τελευταία ματιά της πριν περάσει την εξώπορτα ήταν στον Στράτο, που της είχε πάρει τα μυαλά. 

Στο μεταξύ ο Στράτος πήρε προαγωγή˙ αρχικά σερβιτόρος, λίγο αργότερα αρχισερβιτόρος. Δουλειά πολλή, δόξα τω Θεώ, κι όλη την είχε μάθει απ' την αρχή ως το τέλος, έκοβε και το μάτι και η γκλάβα του. 

Ενθουσιάστηκε ο κυρ Κώστας, ο αγαθός ο άνθρωπος, τον άφηνε και στο πόδι του. Νάτος ο λεβέντης ο καραμπουζουκλής που άρχισε και τις διαταγές. Πρώτα στους σερβιτόρους :

- Πιο σβέλτα τα ψητά στο τρία!

- Τις πατάτες στο εφτά πριν κρυώσουν!

- Πάρ' τα πόδια σου, αλλιώς...

Μετά στη μαγείρισσα, γιατί κάθε σουβλατζίδικο που σέβεται την πελατεία του έχει και το μαγειρευτό του :

- Πιο ψιλή τη φέτα στη σαλάτα! Λιγότερο λάδι! Θα φαλιρίσουμε!

- Λιγότερη σάλτσα στη μακαρονάδα˙ δεν τρώνε στο σπίτι τους!

- Λιγότερο σκόρδο στο τζατζίκι˙ δεν είναι σκορδαλιά!

Τέλος στον ψήστη, που πολύ θα ήθελε να τον διαολοστείλει, αλλά είχε τρία παιδιά να μεγαλώσει και δάγκωνε τη γλώσσα του :

- Τα έκαψες τα παϊδάκια. Κόκαλα μείναμε!

- Αρπάξανε απ' έξω τα μπιφτέκια˙ άψητα είναι από μέσα!

- Παραψήθηκε το κοντοσούβλι. Τράβα το απ' τη φωτιά!

Κι όπως έψηνε τον ψήστη, έψησε... και τη Φανή. Από δω την είχε, από κει την είχε, της καλάρεσε η ιδέα, ήρθε ο έρως. Σφοδρός, έτσι είναι τα νιάτα, κεραυνοβόλος, έτσι συμβαίνει συνήθως, ονειροπόλος, το αλατοπίπερο της ζωής. Αναστενάξανε τα ντουβάρια της «Βοσκοπούλας», καθόσον ο Στράτος ήτανε και ο  κλειδοκράτορας του μαγαζιού εξαιτίας της σοφίτας, που εξακολουθούσε να είναι το νυχτερινό του καταφύγιο. Τώρα, όμως, είχε γίνει και η ερωτική φωλιά του παράνομου ζευγαριού. 

Όλα αυτά βεβαίως κάτω από τη μύτη του κυρ Κώστα.

- Μην το μάθει ο μπαμπάς! 

Ο ενδιαφερόμενος το μαθαίνει πάντα τελευταίος˙ και με τις ευλογίες και τις πλάτες, ως συνήθως, της κυρα-Μαρίκας. 

- Καλό παλληκάρι, δουλευταράς, όμορφος, να προσέχετε όμως...

Πέρασαν ακόμα τρία χρόνια που πρόσεχαν (κάτι περίεργο τρέχει με τις τριετίες), τέλειωσε η Φανή το λύκειο, έδωσε και πανελλαδικές εξετάσεις, βγήκαν τ' αποτελέσματα, πέρασε στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα, όλα καλά και χαρωπά. Μαζί μ' αυτά όμως, βγήκαν και κάποια άλλα αποτελέσματα, ιατρικής φύσης, που βεβαίωναν ότι η Φανή πέρασε μεν, έμεινε έγκυος δε. 

Φωτιά στα μπατζάκια μας! Το έμαθε, αναγκαστικά, και ο κυρ Κώστας, φύσαγε, ξεφύσαγε, το έφαγε αμάσητο. Στο κάτω κάτω, άλλο παιδί δεν είχε, γιο ν' αφήσει την επιχείρηση δεν είχε, στη δούλεψή του τόσα χρόνια τον είχε˙ αλλιώς το φανταζότανε, ας είναι...

Γάμος ενόψει. Προετοιμασίες να προλάβουν πριν τα γεννητούρια - τι θα πει ο κόσμος˙ ο κόσμος πάντα βρίσκει κάτι να πει.

- Πού θα μείνουν τα παιδιά;

- Μαζί μας!

- Δε σφάξανε!

Βαθιά το χέρι στην τσέπη. Τεσσάρι ρετιρέ κοντά στο πατρικό. Για να φροντίζει η γιαγιά το παιδί. Αμάθητη η Φανή - μόνο το «άλλο» ήξερε καλά. Γενναία αύξηση μισθού στον γαμπρό, έχει οικογένεια να θρέψει τώρα πια.

Εκεί απάνω έσκασε η επόμενη βόμβα. Πανεπιστήμιο τέλος, πριν καν ξεκινήσει. Διότι η Φανή έχει και δική της οικογένεια τώρα. Ύψωσε ανάστημα ο «οικογενειάρχης» και πέρασε το δικό του. Όχι, παίζουμε!

Με τούτα και με κείνα κύλησε ο χρόνος κι ούτε που καταλάβανε πως ο γάμος θα γινόταν ίσα ίσα πριν το μαιευτήριο. Ήρθαν και τα συμπεθέρια στην Αθήνα, ο γιδοβοσκός και η Δήμαινα, να γνωρίσουν τη νύφη τους, να δουν και το εγγόνι τους. Πρώτη φορά στην Αθήνα και τελευταία, αφού δεν ξανάφυγαν ποτέ πια. Πάτησε πόδι ο γαμπρός, «όλοι χωράμε, τεράστιο είναι το σπίτι» (μάλλον η σύγκριση έγινε με τη σοφίτα), άλλο ένα χωνεμένο αμάσητο.

Γιος! Και το όνομα αυτού, φυσικά, Δήμος! Έτσι το έχουμε στο χωριό μας. Χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ε, τι να κάνουμε, γιος είναι αυτός, ας περιμένουμε το επόμενο. Ό,τι και να 'ναι, ή Κωστάκης ή Μαρικάκι.

Κάπου εκεί ανάμεσα η μαμά Πατρίδα θυμήθηκε ότι ο Στράτος όφειλε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Ώρα που διάλεξε... καθώς η κοιλιά της Φανής ξαναφούσκωνε και ο πατέρας «μετετέθη εις την παραμεθόριον». Τζάμπα πήγαν τα τραπεζώματα στο βουλευτή και τα κοψίδια στους παρατρεχάμενους. Στο λαιμό να τους καθίσουν!

Κι ο κυρ Κώστας, τώρα στα γεράματα, με πατίνια στα πόδια για να τρέχει να τους ταΐζει όλους, μικρούς και μεγάλους. Με το κεφάλι χαμηλά και την πίεση στα ύψη. Μόνο το βράδυ, που επέστρεφε αποκαμωμένος στο σπίτι, έβριζε τα μυαλά των γυναικών με όσα κοσμητικά επίθετα γνώριζε, την ώρα που η κυρα-Μαρίκα σταυροκοπιόταν και του 'λεγε :

- Μη σεκλετίζεσαι, άντρα μου. Θα 'ρθει το δεύτερο και θα δεις. Όλα θα φτιάξουν...

Ήρθε και το δεύτερο. Ήρθε και ο πατέρας από την παραμεθόριο με 48ωρη άδεια.

- Να σας ζήσει! Κορίτσι!

Και το όνομα αυτής; Γεωργία! Έτσι μάθαμε και το βαφτιστικό όνομα της Δήμαινας. Γιατί έτσι το έχουμε στο χωριό μας. Τα δύο πρώτα παιδιά είναι του άντρα. Είπε και ελάλησε ο πατέρας και κανείς δεν πρόλαβε να ρωτήσει «κι άμα δεν κάνετε άλλο, τι γίνεται;». Γιατί ο Στράτος πήρε το πρώτο αεροπλάνο και επέστρεψε στη μονάδα του.

Ξανά στο γκιζντάνι ο κυρ Κώστας, χαμάλης της οικογένειας, έδωσε τόπο στην οργή -τι άλλο να κάνει- και περίμενε ν' απολυθεί ο μακαντάσης που του ΄τυχε, μπας και πάρει ανάσα. Κι η πίεση ολοένα ν' ανεβαίνει σαν στροφόμετρο αγωνιστικού αυτοκινήτου.

Επέστρεψε ο Στράτος. Δόξα Σοι ο Θεός! Ανέλαβε την επιχείρηση. Στρογγυλοκάθισε στο ταμείο και επέβλεπε τους πάντες και τα πάντα˙ από τα φράγκα μέχρι... τον κυρ Κώστα, που τώρα σερβίριζε τους πελάτες λόγω μείωσης προσωπικού. Έχει έξοδα η οικογένεια, δε χρειάζεται η πολυκοσμία.

Έξοδο μεγάλο είναι και το αυτοκίνητο που πρέπει να χωρέσει τους γονείς, τα δυο παιδιά και τους παππούδες τους. Ο Κώστας και η Μαρίκα πάλι στην απ' έξω˙ ε, δε χωράμε όλοι, νταλίκα θ' αγοράσουμε; Μια άλλη φορά. Αλλά αυτή η άλλη φορά δεν ήρθε ποτέ.

Ήρθε όμως η ώρα των αποφάσεων. Και ο Στράτος είχε πάρει την απόφασή του, όπως πάντα. Γαμπρός και πεθερός μόνοι, μετά το κλείσιμο του μαγαζιού.

- Εγώ, βλέπεις...! (σκόπιμη παύση) Από παιδί σου δουλεύω (και σε δουλεύω)... παντρεύτηκα την κόρη σου (ας όψεται)... της έκανα και δυο παιδιά (σαν χάρη ακούστηκε)... την έχω κυρά κι αρχόντισσα (με τα λεφτά σου).. ενώ εσύ...

- Τι, εγώ; Έχεις παράπονο; πρόλαβε να αρθρώσει.

- Όχι, δε λέω αυτό, ίσα ίσα, και με το παραπάνω (α, νόμιζα), αλλά να... μεγάλος άνθρωπος είσαι... αύριο μεθαύριο, κούφια η ώρα (μπα, που να φας τη γλώσσα σου)... ξέρεις πόσα χρήματα θα μου φάει η εφορία για να περάσω την επιχείρηση στ' όνομά μου; (πες το, χρυσόστομε!)... κι έχω ολόκληρη οικογένεια πίσω μου... γι' αυτό λέω...

- Τι λες;

- Αυτό που κατάλαβες. Τα μιλήσαμε με τη Φανή και είναι απολύτως σύμφωνη! (Κι εσύ, Βρούτε!!!)

- Δε γίνεται. Κι εμένα τι θα μου μείνει;

- Μα όλα δικά σου... δικά μας θα είναι πάλι.

Τώρα προκόψαμε, ήθελε να πει, μα δεν το είπε. Σηκώθηκε, γύρισε την πλάτη, βγήκε έξω, άναψε τσιγάρο. Απαγορεύεται, κύριε Κώστα, του είχε πει ο γιατρός. Άντε να κουρεύεσαι και συ, είπε μέσα του. Βλαστήμησε την τύχη του και την κακιά την ώρα. Αχ, εκείνη η μαύρη ώρα, εκείνο το μαύρο βράδυ. «Ουδείς αγνωμονέστερος του ευεργετηθέντος» είχε διαβάσει κάπου. Τι σημασία είχε πλέον;

Σημασία είχε που δεν έβρισκε πουθενά το δίκιο του και την ησυχία του. Μάνα και κόρη κόμμα. Γαμπρός και πεθερικά, στα μουλωχτά, από κοντά. Πλειοψηφία. Ελάτε έξυπνοι να φάτε του κουτού το βιος. Είδε κι αποείδε˙ συμφώνησε.

Ο λογιστής εργάστηκε πυρετωδώς. Οι εφοριακοί έλεγξαν εξονυχιστικά την επιχείρηση και τα βρήκαν όλα εντάξει˙ τέτοια ατυχία. Μάλλον βοήθησε και λίγο γράσο απ' το γαμπρό, αλλά μέσα στη σκοτούρα του ούτε που το πήρε μυρωδιά ο κυρ Κώστας. Ο συμβολαιογράφος ετοίμασε τα σχετικά έγγραφα της μεταβίβασης του ακίνητου (ιδιόκτητο το μαγαζί). Ο Στράτος περιχαρής. Επιτέλους, αφεντικό! Ο κυρ Κώστας σύρθηκε ως εκεί για την τελευταία υπογραφή. Την έβαλε!

Άφησε κάτω το στυλό, έγειρε ξέπνοος στην πολυθρόνα, έκλεισε τα μάτια και είπε :

- Ησύχασα πια!

Και δεν τα ξανάνοιξε. Ποτέ πια!

Ο Στράτος φρόντισε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Η τελετή στην ενορία της γειτονιάς και με δεσπότη παρακαλώ. Η μεταφορά των φίλων, γνωστών και συγγενών στο κοιμητήριο με δικά του έξοδα. Τα στεφάνια όλα με κόκκινα τριαντάφυλλα και λευκές κορδέλες. Επιστροφή στο κατάστημα για την καθιερωμένη ψαρόσουπα. Όλα άψογα. Θεός σχωρέσ' τον!

Την επόμενη μέρα, πρωί πρωί, ο Στράτος άλλαζε την επιγραφή του ψητοπωλείου : «Ο Ωραίος Φράγκος». Και από κάτω, με μεγάλα γράμματα : Στράτος Δ... & Υιός. Μέρες τώρα την είχε παραγγείλει. Λεπτό δεν άφησε να πάει χαμένο.

Η κυρία Λουκία με τον δεκαπεντάχρονο γιο της, τον Λευτεράκη, πελάτισσα τακτική, έτυχε εκείνη την ώρα να περνά απ' το απέναντι πεζοδρόμιο. Σταμάτησε και τον συλλυπήθηκε μ' ένα νεύμα από μακριά. Της ανταπέδωσε ευγενικά το χαιρετισμό.

Λίγο πιο κάτω, η κυρία Λουκία συμβούλευε τον γιο της :

- Τον βλέπεις τον κύριο Στράτο; Από παιδί στη βιοπάλη! Αυτοδημιούργητος! Έτσι να γίνεις και συ!... 

© Δημήτρης Φιλελές


Το διήγημα δημοσιεύθηκε στον ετήσιο τόμο της "Νέας Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς" για το έτος 2022.


Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Ρωγμή ελπίδας

 






Ρωγμή ελπίδας

 

Τρεις νύχτες τώρα περπατούσαν μέσα από δύσβατα μονοπάτια σαν αγρίμια κυνηγημένα από τον αμείλικτο θηρευτή τους. Και σαν έφτανε το ξημέρωμα, κρύβονταν στις πυκνές φυλλωσιές και πρόσμεναν να πέσει πάλι το σκοτάδι για να κινήσουν. Ήταν η Όλγα, μια τριαντάχρονη γυναίκα με το μερικών μηνών βρέφος της, και η Μυρτώ η παρακόρη της, ένα κορίτσι που κόντευε τα είκοσι. Είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν το σπιτικό τους όταν οι φωτιές είχαν πια φτάσει τόσο κοντά στο χωριό τους, που ο καπνός έκανε τα μάτια τους να τσούζουν και χωνόταν στα ρουθούνια κόβοντάς τους την ανάσα.

Όχι, δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, αλλά ο Αγγελής, ο άντρας της Όλγας, δεν άφησε κανένα περιθώριο συζήτησης.

- Σώθηκαν τα ψέματα, Όλγα, σώθηκαν κι οι ελπίδες μας. Τώρα πρέπει να σώσεις τη ζωή σου και τη ζωή του γιου μας. Μόλις πέσει το σκοτάδι, θα φύγετε μαζί με τη Μυρτώ˙ έχεις και τούτη την ψυχή πάνω σου. Ούτε τούτο το δύστυχο πλάσμα πρέπει να πέσει στα χέρια τους. Ξέρεις... και έκοψε τη φράση, μη τολμώντας να πει φωναχτά την υπόλοιπη σκέψη του.

Η Όλγα έκανε μια ύστατη προσπάθεια να τον μεταπείσει. Κάρφωσε το βουρκωμένο βλέμμα της μέσα στα μάτια του άντρα της και η φωνή της ακούστηκε σαν θρυμματισμένο γυαλί.

- Ορκιστήκαμε μπροστά στον Θεό να είμαστε μαζί ως το τέλος. Μαζί στις χαρές και στις λύπες. Μαζί στη ζωή και στον θάνατο. Κανείς να μη μας χωρίσει ως το τέλος. Μη με αναγκάζεις να πατήσω τον όρκο μου.

- Ο Θεός που ορκιστήκαμε στ' όνομά του, της απάντησε εκείνος, μας ξέχασε. Πρώτα μας ξέχασαν οι άνθρωποι κι ύστερα γύρισε κι εκείνος αλλού τη ματιά του. Μας άφησε στην τύχη μας. Κι αν κάνω λάθος, το κρίμα στον λαιμό μου. Εσύ θα κάνεις αυτό που σου λέω. Μόλις βραδιάσει, θα πάρεις τον γιο μας και τη Μυρτώ και θα τραβήξετε κατά τη θάλασσα. Λίγα πράγματα να πάρετε μαζί σας για τον δρόμο. Φροντίστε το νερό να μη σας λείψει, είναι φόνισσα η δίψα. Τον δρόμο τον ξέρετε καλά. Θα σας πάρει τρεις τέσσερις μέρες, μα θα τα καταφέρετε. Τον νου σας στο παιδί. Να το κρατάτε κοιμισμένο, το κλάμα του μπορεί να σας προδώσει. Κι όταν φτάσετε εκεί, θα μπείτε σε μια βάρκα και θα περάσετε σε κάποιο από τ’ αντικρινά νησιά. Έχω μάθει πως τον τελευταίο καιρό ο καπετάν Στεφανής, παράτολμος από τα νιάτα του και πατριώτης από γεννησιμιού του, είναι εκεί κάθε βράδυ με τη βάρκα του και προσμένει να βοηθήσει άναυλα όσους ξεριζώνονται απ’ τον τόπο μας. Ας είναι καλά ο άνθρωπος… Άντε, τι κάθεστε, βιαστείτε, σουρουπώνει.

Όση ώρα μιλούσε, το βλέμμα του ήταν στραμμένο αλλού. Δεν άντεχε να την κοιτάξει κατάματα. Δεν άντεχε να της πει πόσο την αγαπάει -κι εκείνη και το παιδί τους-, πόσο σκίζεται η καρδιά του που ξέρει πως δεν θα τους ξαναδεί, πόσο έχει χρέος να πολεμήσει ως την τελευταία του πνοή για να κρατήσει όσο πιο μακριά και όσο περισσότερο χρόνο μπορεί τους διώκτες τους. Μιλούσε και η φωνή του ακουγόταν παγερή, ατσαλάκωτη, χωρίς κανένα ίχνος από τα συναισθήματα που ξεχείλιζαν και απειλούσαν να τον πνίξουν κάθε στιγμή.

Η Μυρτώ, κρατώντας στοργικά το βρέφος που κοιμόταν βαθιά στην αγκαλιά της, ήταν βουβός μάρτυρας της σκηνής. Από τα μεγάλα μαύρα μάτια της κυλούσαν ασυγκράτητα καυτά δάκρυα, ενώ το νεανικό στήθος της ανεβοκατέβαινε από τα αδιάκοπα αναφιλητά. Ναι, ήξερε καλά τι την περίμενε αν έπεφτε στα χέρια τους. Τα μαντάτα τους έφταναν πιο γρήγορα από τα ποδοβολητά των αλόγων τους. Δεν την ένοιαζε αν θα την περνούσαν από μαχαίρι, την ατίμωση δεν μπορούσε ν’ αντέξει. Πριν κατρακυλήσει σ’ αυτό το σκαλί, προτιμούσε από μόνη της να βάλει τέρμα στη ζωή της.

- Μυρτώ, έσπασε τη σιωπή η φωνή της Όλγας. Δώσε μου το μωρό και πήγαινε να γεμίσεις όσα φλασκιά με νερό μπορούμε να σηκώσουμε. Άλλα πράγματα δεν θα κουβαλήσουμε μαζί μας. Αν αξιωθούμε να φτάσουμε στον προορισμό μας, τότε έχει ο Θεός, έχει για όλους κι ας λέει ό,τι θέλει ο Αγγελής. Λίγο ψωμί θα πάρουμε μονάχα για τον δρόμο.

Η παρακόρη σκούπισε τα δάκρυά της, σήκωσε το κεφάλι, απόθεσε το βρέφος με προσοχή στην αγκαλιά της μάνα του κι έτρεξε να εκτελέσει την εντολή.

Κάθε λεπτό που κυλούσε, έμοιαζε με αιώνα. Όσο η στιγμή του μοιραίου αποχωρισμού ερχόταν ένα βήμα πιο κοντά, η ατμόσφαιρα βάραινε όλο και πιο πολύ. Τα βλέμματα απέφευγαν να διασταυρωθούν, τα στόματα κρατούσαν σφιχτά τις λέξεις πίσω από τα δόντια, τα κορμιά προσπαθούσαν να μην αγγιχτούν, μη θέλοντας να πιστέψουν πως αυτό θα συνέβαινε για τελευταία φορά.

Η Όλγα μάζευε αμίλητη όσα κομμάτια της ζωής τους μπορούσαν να χωρέσουν στις τσέπες του φουστανιού της μέχρι που στάθηκε μπροστά στο εικονοστάσι, σταυροκοπήθηκε, το άνοιξε, πήρε από μέσα τα στέφανα του γάμου της, τα φίλησε και τα έχωσε στο κόρφο της. Τύλιξε το βρέφος με μερικά ρουχαλάκια και ετοιμάστηκε να αποχαιρετήσει τον άντρα της. Μα δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο, ξέσπασε σε λυγμούς και άφησε το κορμί της να κρυφτεί ολόκληρο μέσα στα στιβαρά μπράτσα του Αγγελή. Εκείνος την έσφιξε πάνω του για στερνή φορά, της χάιδεψε και της φίλησε τα πλούσια σγουρά μαλλιά, ανασήκωσε απαλά με τα δάχτυλά του το πηγούνι της και κόλλησε τα χείλη του πάνω στα δικά της. Η ανάσα της τον έκαιγε ολόκληρο, καθώς ένιωσε τα δάκρυα έτοιμα να γεμίσουν τις κόρες των ματιών του.

- Έχε γεια, αγάπη μου, της είπε. Να προσέχεις εσένα και το παιδί μας. Σύντομα θ’ ανταμώσουμε.

- Θα σε προσμένω, Αγγελή μου, κατάφερε κι εκείνη να ψελλίσει, αν και ήξερε πως σε τούτη τη ζωή ήταν η στερνή φορά που τον έβλεπε.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα στην κάμαρα και η Μυρτώ κρατώντας τρία φλασκιά γεμάτα με νερό.

- Να προσέχεις και τη Μυρτώ. Κι εσύ, Μυρτώ μου, να προσέχεις τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Αδελφωμένες να είσαστε για μια ζωή.

Η Μυρτώ άφησε τα φλασκιά πάνω στο τραπέζι, έτρεξε και χώθηκε ασυναίσθητα κι αυτή στην αγκαλιά του˙ κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ ξανά όσα χρόνια ζούσε μαζί στο σπιτικό τους. Έτσι βρέθηκαν και οι τέσσερις σφιχταγκαλιασμένοι για πρώτη και τελευταία φορά.

Κίνησαν να φύγουν και έφτασαν ως την εξώπορτα. Και τότε ο Αγγελής έκανε κάτι που καμιά τους δεν περίμενε. Στάθηκε ανάμεσά τους, τις κοίταξε με ένα βλέμμα που ως τότε δεν είχαν αντικρίσει, έβγαλε τα δυο μαχαίρια που φορούσε πάντα σταυρωτά στο ζωνάρι του και έδωσε από ένα στην καθεμιά τους. Η φωνή του ακούστηκε απόκοσμη:

- Αν χρειαστεί, ξέρετε τι πρέπει να κάνετε!

Άπλωσαν τα χέρια τους αμίλητες, πήραν τα μαχαίρια και τα έκρυψαν στα φορέματά τους δίχως να δευτερώσουν λέξη. Άνοιξαν την πόρτα και χάθηκαν στο σκοτάδι αποφεύγοντας να κοιτάξουν πίσω τους.

 

Τρία μερόνυχτα περπατούσαν με τη σκιά του θανάτου να βαραίνει στο κατόπι τους. Το πρωί κούρνιαζαν στα σύδεντρα και η καρδιά τους σφιγγόταν καθώς έβλεπαν τους πυκνούς καπνούς να σιμώνουν, πράγμα που σήμαινε πως η ανάσα του φονιά ζύγωνε. Το βρέφος άρπαζε όλο και πιο σφιχτά το ρωγοβύζι της μάνας του, στεγνό πια από γάλα, το δάγκωνε με μανία και το μάτωνε, προσπαθώντας να κρατηθεί στη ζωή. Κι εκείνη άφηνε μικρά βογγητά, μα δεν το απόκοβε, γιατί έτσι το κρατούσε σιωπηλό. Το βράδυ έστρεφαν πίσω το κεφάλι κι έβλεπαν τις φωτιές που έκαιγαν τα χωριά, η μέγγενη του φόβου τους προκαλούσε ρίγη στο κορμί, αλλά η Μυρτώ έκανε κουράγιο και βάδιζε μπροστά -ήξερε τα μονοπάτια σαν την παλάμη της- κι άνοιγε δρόμο προς τη σωτηρία. Τα χείλη τους ήταν κομματιασμένα, η γλώσσα τους ξερή, το νερό είχε πια σωθεί, έπρεπε πάση θυσία να φτάσουν στον προορισμό τους. Τα πρόσωπά τους ήταν γδαρμένα, τα πόδια τους πληγιασμένα, τα φουστάνια τους σκισμένα από τ’ αγκάθια, μα δεν σταματούσαν, μικρή ήταν πια η απόσταση που χώριζε τις τρεις σκιές από το θαύμα της διαφυγής.

Η θαλασσινή αύρα έφτανε τώρα ως τα σκασμένα χείλη τους, ένιωθαν τη γεύση του αλατιού στον ουρανίσκο τους, ένιωθαν χειροπιαστό το όνειρο του λυτρωμού. Είχαν φτάσει στην απότομη πλαγιά που οδηγούσε στον μικρό κόρφο. Κατηφόριζαν γλιστρώντας στα λειασμένα βράχια, σκίζοντας τις παλάμες τους κάθε φορά που προσπαθούσαν να κρατηθούν όρθιες αρπάζοντας όποιο κλαδί βρισκόταν μπροστά τους. Όταν ξαφνικά ακούστηκαν πίσω τους φωνές και ποδοβολητά. Κατάλαβαν πως οι διώκτες τους πλησίαζαν απειλητικά. Τάχυναν το βήμα τους με κίνδυνο να κατρακυλήσουν και να χάσουν τη ζωή τους πάνω στα βράχια. Γιατί ήξεραν πως αν προλάβαιναν να φτάσουν ως την ακτή, οι καβαλάρηδες δεν θα μπορούσαν να τις ακολουθήσουν. Τα άλογα ήταν αδύνατο να κάνουν μια τέτοια κατάβαση και η απόσταση που θα τις χώριζε, θα τους προσέφερε την απόσταση ασφαλείας που χρειάζονταν.

Είχαν σχεδόν φτάσει στην ακτή όταν οι καβαλάρηδες φάνηκαν στην κορυφή του βράχου. Άναψαν πυρσούς και σε λίγο όλο το μέρος φωτίστηκε. Στο βάθος του κόρφου ξεχώρισε η μικρή βάρκα και αμέσως ακούστηκαν πυροβολισμοί, κάτι που απαγόρευε στον τολμηρό βαρκάρη να πλησιάσει πιο κοντά για να σώσει τις δυο γυναίκες και το βρέφος. Κι εκείνες δεν τολμούσαν να εμφανιστούν στην ακτή και να γίνουν εύκολος στόχος. Για μια στιγμή επικράτησε απόλυτη σιγή. Και τότε αντιλάλησε το απρόσμενο κλάμα του μωρού. Οι καβαλάρηδες κατάλαβαν πως υπήρχαν άνθρωποι στην ακτή, κάποιοι ξεπέζεψαν και άρχισαν μεμιάς να κατηφορίζουν. Τα χτυπήματα από τις μπότες τους έρχονταν ορμητικά προς τις δύο γυναίκες.

Η Όλγα και η Μυρτώ κοιτάχτηκαν δίχως να χάσουν την ψυχραιμία τους. Έσφιξαν η μια το χέρι της άλλης και σαν να είχαν συνεννοηθεί από πριν, βγήκαν από την κρυψώνα τους και άρχισαν να τρέχουν προς τη θάλασσα. Τα δαδιά φώτιζαν τον δρόμο τους, αφήνοντάς τις ταυτόχρονα ακάλυπτες στα πυρά που ξεκίνησαν να πυκνώνουν. Κόντευαν να βουτήξουν στη θάλασσα όταν μια σφαίρα πέτυχε την Όλγα στο πόδι και μια δεύτερη σφηνώθηκε στα πλευρά της. Σωριάστηκε αιμόφυρτη, το βρέφος γλίστρησε μέσα από τα χέρια της και κυλίστηκε στην άμμο και μια σπαρακτική κραυγή που βγήκε από τα στήθη της έσκισε τη νύχτα:

- Μυρτώ, σώσε το παιδί μου!

Η Μυρτώ για μια στιγμή σάστισε, μα γρήγορα συνήλθε. Σύρθηκε στην άμμο και άρπαξε το βρέφος πριν ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχό της. Στράφηκε στην Όλγα:

- Κουράγιο! Έρχομαι να σε πάρω! Δεν σ’ αφήνω μόνη σου εδώ!

- Όχι! Μην κάνεις βήμα πίσω, της φώναξε η Όλγα με όση δύναμη της είχε απομείνει. Σώσε το παιδί μου! Για όνομα του Θεού! Πάρ’ το και πέσε στη θάλασσα! Εγώ ξέρω τι πρέπει να κάνω…

Οι διώκτες ήταν πια πολύ κοντά. Έπρεπε να αποφασίσει τώρα, να φύγει, να τρέξει προς τη θάλασσα, μα η καρδιά της άλλα την πρόσταζε να πράξει. Όμως η Όλγα δεν της άφησε περιθώριο επιστροφής. Τράβηξε από το φουστάνι το μαχαίρι της και με μια αποφασιστική κίνηση το έμπηξε χωρίς δισταγμό βαθιά στα σωθικά της. Τώρα η Μυρτώ έπρεπε να φροντίσει μόνο για τη σωτηρία του παιδιού.

Με τη σβελτάδα της νιότης της κράτησε το παιδί σφιχτά την αγκαλιά της, κουλουριάστηκε μαζί του για να το προστατέψει και στροβιλίζοντας το κορμί της βρέθηκε σε λίγο μέσα στο νερό. Κρατώντας το κεφάλι του βρέφους έξω απ’ το νερό, κολυμπούσε με το ένα χέρι προς τη βάρκα βάζοντας όλη της τη δύναμη. Ευτυχώς ο καπετάν Στεφανής, είχε τολμήσει να πλησιάσει αψηφώντας τον κίνδυνο και σε λίγο το αντρίκιο μπράτσο του άρπαξε πρώτα το βρέφος που, κατατρομαγμένο, σπάραζε στο κλάμα και μετά την κοπέλα και τους ανέβασε στη βάρκα. Κάθισε στα κουπιά και με δυνατές χεριές η βάρκα και οι επιβάτες της τυλίχτηκαν στο πέπλο της νύχτας, ενώ πίσω τους ακούγονταν φωνές και βλαστήμιες.

Η Μυρτώ έστρεψε δακρυσμένη το κεφάλι να δει για τελευταία φορά τη φιγούρα του άψυχου σώματος της Όλγας, να κλείσει για πάντα στη μνήμη της την εικόνα της αδικοχαμένης μάνας. Αμέσως μετά κοίταξε το βρέφος που κρατούσε στην αγκαλιά της και έκανε ό,τι μπορούσε να σκεφτεί για να το ζεστάνει. Του έβγαλε τα βρεγμένα ρούχα, το τύλιξε πρόχειρα σε μια κουβέρτα, του έτριβε το τρυφερό κορμάκι και με το χνώτο της προσπαθούσε να το ηρεμήσει. Ώσπου από τα αθώα μάτια του σταμάτησαν να κυλούν δάκρυα, το χτυποκάρδι του βρήκε τον κανονικό του ρυθμό και στα χείλη του σχηματίστηκε ένα πλατύ χαμόγελο. Μια ρωγμή ελπίδας μέσα στη σκοτεινιά.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Πηγή δημοσίευσης : Literature.gr