ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Ξημερώνει χωρίς... της Χριστίνας Μούζη

 

Ξημερώνει χωρίς... της Χριστίνας Μούζη

σε σκηνοθεσία Γιώργου Πανόπουλου

στο «Θέατρο της Ημέρας»

 


Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Στο «Θέατρο της Ημέρας» παρακολουθήσαμε τη μουσικοθεατρική performance «Ξημερώνει χωρίς...», μια αφηγηματικής μορφής προσέγγιση των βαθιά ριζωμένων κοινωνικών απόψεων, που μπορούν με τον εξουσιαστικό τους χαρακτήρα να κομματιάσουν ψυχικά και σωματικά όχι μόνο μερικά άτομα, αλλά να δημιουργήσουν βαθιές ρωγμές στον κοινωνικό ιστό.

 

Η υπόθεση:

Με ποιο κριτήριο οι άνθρωποι επιλέγουν να αγαπήσουν βαθιά, να ενώσουν το παρόν και το μέλλον της ύπαρξής τους με ένα ταίρι που θα τους συντροφεύει στο επίπονο ταξίδι της ζωής, να εμπιστευτούν το σώμα και την ψυχή τους σε έναν άλλο άνθρωπο με τη βεβαιότητα ότι θα είναι πάντα εκεί ως ένα χέρι στοργικό, έτοιμο να απαλύνει την τραχύτητα της καθημερινότητας;

Ίσως είναι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Ίσως είναι η γνώση του οικείου. Ίσως είναι η απαλλαγή από το δυσάρεστο παρόν, με την ελπίδα ενός ευοίωνου μέλλοντος. Ίσως είναι η προσωπική ανάγκη καταξίωσης σύμφωνα με τα κρατούντα πρότυπα. Ίσως είναι η τρυφερότητα που δεν έχουμε βιώσει και ονειρευόμαστε να δημιουργήσουμε. Ίσως τίποτα απ’ όλα αυτά, αλλά η τυχαία επιλογή της στιγμής, που όμως θα βάλει τη σφραγίδα της και θα καθορίσει τη μελλοντική μας πορεία.

Τι συμβαίνει άραγε όταν η προσωπική μυθολογία καταρρέει; Πώς αντιμετωπίζεται το «έτερον ήμισυ» όταν μεταμορφώνεται σε ανθρωπόμορφο τέρας; Πώς αντιμετωπίζεται η κάθε λογής βία όταν γύρω ακούγονται φωνές που σε καλούν σε υποταγή και συμμόρφωση, που ψιθυρίζουν πως έτσι έχουν τα πράγματα και αυτά συμβαίνουν λίγο πολύ παντού; Πώς μπορείς να φέρνεις στη ζωή νέους ανθρώπους και να επιτρέπεις να βιώνουν τη στρεβλή πραγματικότητα με την υποχρέωση να την αποδεχτούν και να την αναπαραγάγουν; Ποιο είναι το όριο της ανοχής που πέρα από αυτό όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά;

Τι συμβαίνει όταν σπάσουν οι αλυσίδες του φόβου; Πού οδηγεί η συσσωρευμένη οργή της σιωπής;  Είναι η βία η απάντηση απέναντι στη βία; Πόσο είναι το μέγεθος της ευθύνης εκείνων που γνώριζαν, αλλά προτιμούσαν να κοιτάζουν αλλού και να μην μπλέξουν; Πόσο είναι το μέγεθος της ευθύνης μιας ολόκληρης κοινωνίας, που προτιμά την ωραιοποίηση από την αντιμετώπιση της αλήθειας;

 


Η Χριστίνα Μούζη επιλέγει ανθρώπινες ιστορίες πόνου, περιστατικά που συμβαίνουν πίσω από τη διπλανή πόρτα, κραυγές που πνίγονται στη σιωπή, τραύματα που ξεκινούν από το μακρινό παρελθόν, αλλά δεν φανερώθηκαν, δεν συζητήθηκαν, δεν επουλώθηκαν. Και κάποτε επιστρέφουν χωρίς κανέναν να γνωρίζει πώς θα τα διαχειριστεί, πώς δεν θα τα αφήσει να μολύνουν ακόμα περισσότερους ανθρώπους. Τέσσερις διαφορετικές ιστορίες –τριών γυναικών και ενός άνδρα– συνθέτουν την εικόνα των κακοποιητικών συμπεριφορών, που δεν οφείλονται σε ατυχείς συμπτώσεις, αλλά σε βαθιά ριζωμένα πρότυπα που εξακολουθούν να εκλαμβάνονται ως «φυσιολογικά», ως «συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες», ως «δεν χαλάμε το σπίτι μας για μικροπράγματα», ως «κάνε υπομονή, κι αυτό θα περάσει», ως «τι θα πει ο κόσμος;» (που πάντα κάτι λέει, συνήθως λάθος και ποτέ όταν και όπου πρέπει), διαιωνίζοντας της ψυχοπαθολογία μιας κοινωνίας που αρνείται να βαδίσει προς το μέλλον, αλλά με επιμονή στρέφει το βλέμμα στο καταστροφικό παρελθόν. Θύματα και θύτες στροβιλίζονται στον λαβύρινθο, αναζητώντας διέξοδο στο φως. Κάποιοι θα φτάσουν με πολύ κόπο, μεγάλες απώλειες, αλλά και το μέγιστο όφελος στο ποθητό αποτέλεσμα. Κάποιοι δεν θα τα καταφέρουν και θα εξακολουθήσουν να κινούνται στο σκοτάδι. Ο δρόμος είναι μακρύς μέχρι να «ξημερώσει χωρίς...».

 


Ο Γεώργιος Πανόπουλος αναλαμβάνει την ευθύνη της δραματουργίας και της σκηνοθεσίας, ώστε να δώσει στο κοινό την αλήθεια πικρή και γυμνή. Επιλεγεί, ορθώς, τη λιτότητα τόσο στην ερμηνευτική διαδικασία όσο και στη σκηνική παρουσίαση του θέματος. Οι χαρακτήρες του κοιτάζουν κατάματα το κοινό, του απευθύνονται σε πρώτο πρόσωπο και καταθέτουν την προσωπική τους μαρτυρία σαν να μην έχει συμβεί αποκλειστικά στους ίδιους, αλλά σαν να πρόκειται για κομμάτι της ζωής που θα μπορούσε να έχει συμβεί σε οποιονδήποτε ακούει την ιστορία τους. Στην ουσία μοιράζονται με το κοινό περιστατικά βία και κατάχρηση εξουσίας στα στενά πλαίσια της οικογένειας, που καθημερινά συμβαίνουν, αλλά βυθίζονται στη σιωπή και την απόγνωση.

Η απουσία κάθε στοιχείου εντυπωσιασμού δίνει τη δυνατότητα στην αφήγηση να αγγίξει ακόμα περισσότερο το κοινό, ενώ η προσθήκη των εμβόλιμων μελωδικών ακουσμάτων –με τη μελαγχολία να διαχέεται μέσα στην αίθουσα– είναι ένα συν στη σκηνοθετική προσέγγιση.

Σημαντική επίσης η προσέγγισή του στο θέμα της προσωπικής ευθύνης, καθώς δεν μπορούμε πάντοτε να αποδίδουμε την ευθύνη στο παρελθόν για όσα διαδραματίζονται στο παρόν.

 


Οι ερμηνείες:

Η Νάσια Γαβριήλ, ως θύμα που γίνεται θύτης, μας μεταφέρει στον κόσμο της αστάθειας και των αναπάντητων ερωτημάτων. Διαρκής νευρικότητα, διαρκής αμφιβολία και αναζήτηση. Με το βλέμμα του άγριου ζώου που έχει κατασπαράξει τη λεία του, αλλά φοβάται ότι κάπου εκεί έξω παραμονεύει ο κυνηγός.

Η Μαγδαληνή Παπαδοπούλου, με το τραγικό οικογενειακό υπόβαθρο, μας χαρίζει την εικόνα του ανθρώπου που διαρκώς ακροβατεί και ζει με τον φόβο της απώλειας της ισορροπίας. Διατηρεί τους χαμηλούς τόνους της επιφανειακής ηρεμίας, ενώ οι κινήσεις δείχνουν αποφασιστικότητα. Μια σπαρακτική κραυγή το τραγούδι της.

Η Ιωάννα Σίμου, ως σύζυγος που ακολουθεί το μητρικό της πρότυπο και το οικογενειακό στερεότυπο, μας το προσφέρει με ερμηνεία χαμηλών τόνων και πνιγμένων λυγμών. Ακόμα και όταν η αντίδραση της κορυφώνεται, μας δίνει με πειστικότητα την εικόνα του ανθρώπου που πάντα θα κάνει μετρημένα βήματα.

Ο Βασίλης Τσιάκας, ως ένας διχασμένος άνθρωπος, μας εξομολογείται  ότι έμαθε να είναι αυτό που ήταν χωρίς να του αρέσει και μας παίρνει μαζί του στην ανηφορική διαδρομή της καινούργιας του ταυτότητας και της ειλικρινούς συγνώμης που οφείλει. 

Η Αριστέα Ανύση, με την αφανή αλλά ουσιώδη συμμετοχή της στην παράσταση, μας συντροφεύει με τις μελωδίες και τη ζεστή φωνή της και κάθε της παρεμβολή έρχεται σαν ζεστό χάδι που πάντα θα είναι διαθέσιμο για τα ανεπούλωτα τραύματα.

 

Συνοψίζοντας, πρόκειται για μια παράσταση που τολμά να αγγίζει καυτά και άλυτα κοινωνικά προβλήματα, που έχουν βαθιές ρίζες στο μακρινό παρελθόν που εξακολουθούν να απλώνονται στο παρόν και να προδιαγράφουν ένα δυστοπικό μέλλον, αν δεν πάρουμε ανοιχτά θέση απέναντι στο πρόβλημα. Πρόκειται για μια φωνή αντίστασης απέναντι στην κοινωνία της ωραιποιημένης πλαστής εικόνας, που μάταια επιχειρεί να κρύψει την ασχήμια της. Σίγουρα τροφή για προβληματισμό και για το άνοιγμα μιας πλατιάς και έντιμης –επιτέλους– συζήτησης.

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

 

Συγγραφέας: Χριστίνα Μούζη

Σκηνοθεσία / Δραματουργία: Γεώργιος Πανόπουλος

Acting / Vocal / Movement Coaching: Γεώργιος Πανόπουλος

Πρωτότυπη Μουσική / Φωτογραφία: Αριστέα Ανύση

Παραγωγή / Σκην. & Ενδ. / Σχεδιασμός φωτισμού: Γεώργιος Πανόπουλος

Ήχος: Κωστής Σταμούλης

Βίντεο: Φώτης Ωρολογάς

Επικοινωνία: Νατάσα Παππά

 

Πρωταγωνιστούν:

Αριστέα Ανύση (Μουσικός)

Νάσια Γαβριήλ (Ηθοποιός)

Μαγδαληνή Παπαδοπούλου (Ηθοποιός)

Ιωάννα Σίμου (Ηθοποιός)

Βασίλης Τσιάκας (Ηθοποιός)

 

Πληροφορίες:

Ημερομηνίες & ώρα παραστάσεων:

Σάββατο 6, 13 & 20 Δεκεμβρίου 2025 στις 20:30

Διάρκεια παράστασης: 60 λεπτά

Video παράστασης: https://www.youtube.com/watch?v=2w0J-Cnfxps

Τιμές εισιτηρίων:

Κανονικό: 15€

Μειωμένο: 12€ (για ανέργους, ΑμεΑ, φοιτητές & ομαδικό άνω των 5 ατόμων)

 

Χώρος:

Θέατρο της Ημέρας - Νικ. Γεννηματά 20, Αθήνα 11524

[πλησίον σταθμού μετρό «Πανόρμου»] - Τηλ.: 21 0692 9090


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Ξημερώνει χωρίς..." στο fractal


 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου - Θανάσης Τριαρίδης

 


«Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου»

σε κείμενο Θανάση Τριαρίδη

και σκηνοθεσία Νίκου Μαρνά & Γιώργου Γκιόκα

στο θέατρο OLVIO

 

Βραβείο Δραματουργίας «Κάρολος Κουν» 2025

από την Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής

και τον Δήμο Αθηναίων

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Μπορεί άραγε να θεωρηθεί προφητικό ένα έργο όταν, κατά τη διάρκεια της γραφής του, αυτά που ο συγγραφέας θεωρεί πολύ πιθανά να συμβούν στο μέλλον, συμβαίνουν απροσδόκητα σε πραγματικό χρόνο, ανατρέποντας τις αισιόδοξες προβλέψεις των ιθυνόντων;  Προσωπικά, απαντώ όχι! Όχι, κατηγορηματικά! Επειδή απλώς δεν πρόκειται για συγγραφέα με προφητικές ικανότητες, ούτε και για θαυμαστό προφήτη της Γραφής, αλλά για άνθρωπο ηθικά κάθετο και πολιτικά συνειδητό, που δεν στρέφει την πλάτη του στην αλήθεια, που δεν νοσεί από απώλεια μνήμης, αλλά κοιτάζει τα γεγονότα κατάματα και βλέπει το σαρωτικό μέλλον –επινόηση του ζοφερού παρόντος– να σφυρίζει σαν τρένο που κινείται αδυσώπητα καταπάνω μας.  Η διαφορά είναι ότι το μέλλον είναι ήδη εδώ και έχει μεταμορφωθεί σε αχόρταγο παρόν, έτοιμο να κατασπαράξει ανελέητα τα θύματά του – ακόμα και αυτούς που το δημιούργησαν.

Το ναυάγιο των περίπου εφτακοσίων πενήντα μεταναστών που υπολογίζεται ότι μετέφερε το αλιευτικό σκάφος στα ανοιχτά της Πύλου τα μεσάνυχτα  της 14ης Ιουνίου 2023 (με μόνο εκατόν τέσσερις διασωθέντες και μόνο ογδόντα δύο ανασυρθέντες νεκρούς), μια μάλλον συνηθισμένη σκοτεινή διαδικασία επαναπροώθησης, είναι το περιστατικό που έδωσε το έναυσμα για να ανάψει το φιτίλι που λέγεται «Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου».

 


Η υπόθεση του έργου:

Τα γεγονότα εκτυλίσσονται στο γραφείο 20/4 (χαρακτηρισμός συμβολικός· δεν αποκαλύπτουμε) μιας κρατικής υπηρεσίας, που έργο των υπαλλήλων της είναι η διαμόρφωση της αλήθειας που δίνεται στην κοινωνία ύστερα από επεξεργασία των γεγονότων, απόκρυψη στοιχείων, παραποίηση της αλήθειας, κάτι σαν αλεσμένη και ασφαλώς εύπεπτη τροφή. Το γραφείο, που παλιότερα γνώρισε μέρες δόξας και πολυπληθές υπαλληλικό προσωπικό, αφού εξασφάλισε τη νίκη για τους κρατούντες, αφού κέρδισε τον «πόλεμο» και έγραψε την ιστορία (όπως πάντα συμβαίνει με τους νικητές), τώρα είναι πια σχεδόν σε αδράνεια, αν όχι δυσμένεια. Ο μοναδικός του υπάλληλος, που αριθμεί δεκαετίες προϋπηρεσίας και γνώσης, υποδέχεται τον νέο εκπαιδευόμενο υπάλληλο. Προσπαθώντας να συνεργαστούν, δυο κόσμοι διαφορετικοί έρχονται αντιμέτωποι και συγκρούονται μετωπικά: το παρελθόν που έχτισε το παρόν και το παρόν που αγνοεί επιδεικτικά το παρελθόν. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, ο ένας συμπληρώνει τον άλλο – και οι δύο μαζί φέρουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί για την επερχόμενη ζοφερή πραγματικότητα. Ο ένας γνωρίζει την αλήθεια που διαστρέβλωσε, τον πνίγει και οδηγείται σε αποκαλύψεις – μα είναι αναμφίβολα ένοχος και συνένοχος για όσα έχουν συμβεί. Ο άλλος επιλέγει τη λήθη και την άγνοια, οδηγώντας συνειδητά το μέλλον σε επανάληψη του τραγικού παρελθόντος – είναι εξίσου ένοχος πριν καν οι απόψεις του γίνουν πράξεις. Και ανάμεσά του ο πανούργος ταχυδακτυλουργός και ισορροπιστής διευθυντής, ο άνθρωπος που πάντα –με τον πέλεκυ της δικής του περιορισμένης εξουσίας– ξέρει πώς να βάζει τα πράγματα στη θέση τους, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργίας μιας μόνιμα ακύμαντης επιφάνειας. Ποιος θα αντέξει μέχρι το τέλος; Ποιος θα λυγίσει κάτω από το βάρος της αλήθειας ή του ψέματος; Υπάρχει κάποιος που μπορεί να βάλει τέλος στις δυσώσεις ιδεολογίες που μας πνίγουν σαν θανατηφόρα αέρια;

Παρεμβολή σε αυτή την εκρηκτική ομάδα η παρουσία του βουβού καθαριστή με την αντιασφυξιογόνα μάσκα, που εμφανίζεται σε ένα σχήμα παπαδιαμαντικού κύκλου, θυμίζοντας μας παράλληλα και τους στίχους του Φαίδρου Μπαρλά: 

Οι οδοκαθαρισταί σκουπίζουν, σκουπίζουν

φανατικά ασυμβίβαστοι.

Σηκώνονται, φωνάζουν στους αγγέλους:

«Εμείς, συνάδελφοι, το χρέος μας το κάναμε·

η ευθύνη ανήκει τώρα στον Θεό·

ανήκει στους κυβερνήτες· ανήκει στο Έθνος».

Αποσύρονται· ανεβαίνει ο ήλιος,

ξεκινούν τα λεωφορεία, ξυπνούν οι δημόσιοι υπάλληλοι.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Θανάσης Τριαρίδης, ανυποχώρητος ανθρωπιστής, γράφει ένα βαθιά πολιτικό και βαθιά ανθρώπινο κείμενο. Συγκλονισμένος από τα τραγικά γεγονότα υψώνει φωνή διαμαρτυρίας, φωνή αντίστασης σε μια κοινωνία που βαθμιαία πέφτει σε λήθαργο, επιλέγει να ζει την προσωπική της μυθολογία και αρνείται να παραδεχτεί όχι μόνο την αλήθεια, αλλά και τη συνευθύνη της. Ο Τριαρίδης παρουσιάζει την αλήθεια γυμνή και αποκρουστική μπροστά στα μάτια όλων μας, μας στερεί –και ορθώς πράττει– το «δικαίωμα» στην άγνοια και επιχειρεί με κάθε μέσο να μας αφυπνίσει. Μας καλεί να γίνουμε άνθρωποι και να πράξουμε το καθήκον μας απέναντι στον συν-άνθρωπο. Αποκαλύπτει το ψευδές αφήγημα των αδηφάγων κύκλων της εξουσίας, την παραχάραξη της ιστορίας και απορρίπτει την επιλογή της λήθης. Μας καλεί να πράξουμε κατά συνείδηση και όχι κατ’ εντολή. Να πάψουμε να είμαστε αλγόριθμοι, να επιστρέψουμε  στην πραγματικότητα σπάζοντας τα δεσμά της τεχνητής απομόνωσης και της υποταγής σε αφανή κέντρα που ελέγχουν το μυαλό και τη ζωή μας. Αλλιώς, το σφύριγμα του τρένου όλο και θα έρχεται πιο κοντά...

Οι Νίκος Μαρνάς και Γιώργος Γκιόκας υλοποιούν το όραμα του συγγραφέα. Με τη νεανική σκηνοθετική τους ματιά, με τη ζωντάνια και την ανησυχία των ανθρώπων που αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον, δημιουργούν το ασφυκτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιλαροτραγωδία μιας ζωής χωρίς διέξοδο. Τοποθετούν τους χαρακτήρες σε θέση μάχης και τους αφήνουν ελεύθερους να αγωνιστούν δίχως έλεος μέχρι την τελική πτώση. Τους επιτρέπουν να είναι απροκάλυπτα χυδαίοι ή απροκάλυπτα γελοίοι. Τους παροτρύνουν υπόγεια να τα πουν όλα, να ομολογήσουν απερίφραστα και τα ένοχα μυστικά και τη συνενοχή τους με τις απάνθρωπες συμπεριφορές τους. Τους προτρέπουν να τραβήξουν την κουρτίνα και να δουν το είδωλό τους στον καθρέφτη. Και γαία πυρί μιχθήτω...

Το σκηνικό που στήνει η Ηρώ Παρδαβέλλα είναι λιτό, υποβλητικό και απολύτως λειτουργικό. Οι ενδυματολογικές της επιλογές είναι σαφώς υπαινικτικές και καθοδηγούν αθόρυβα τον θεατή στο μονοπάτι των συσχετισμών.

Οι μουσικές επιλογές  του Οδυσσέα Τσούβαλη συμπορεύονται με τις δονήσεις και τις εκκωφαντικές εκρήξεις που συμβαίνουν επί σκηνής, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην επιτυχημένη μεταβίβασή τους στο κοινό.

Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαρίας Σαλταούρα παρακολουθούν τη δράση και τις εναλλαγές των συναισθημάτων και των εντάσεων. Συνταξιδεύουν χέρι-χέρι με τους χαρακτήρες και «φωτίζουν» όλες τις πτυχές τους.

 


Οι ερμηνείες (αλφαβητικά):

Και οι τέσσερις νέοι ηθοποιοί είναι συγκλονιστικοί. Καθένας με τον δικό του τρόπο ενσαρκώνει μια διαφορετική οντότητα, μια άλλη όψη των πραγμάτων, που όλες μαζί συνθέτουν το αποκρουστικό πρόσωπο της διαστρέβλωσης της αλήθειας και της απαξίωσης της γνώσης, προκαλώντας την ταχύτερη προσέγγιση του φονικού τρένου – αν δεν έχει ήδη φτάσει μπροστά μας και αρνούμαστε να το δούμε ή να το ακούσουμε.

Ο Γιώργος Γκιόκας είναι ο ανώνυμος και απρόσωπος καθαριστής με τη διακριτική  αλλά επιβλητική παρουσία. Σε κίνηση αργή εμφανίζεται όταν πρέπει και όπου πρέπει, προστατευμένος από τις δολοφονικές αναθυμιάσεις, έτοιμος να εξαλείψει ό,τι εμποδίζει την πλαστογραφημένη πραγματικότητα να κινηθεί στις ράγες που οδηγούν στο μέλλον. Σιωπηλός και ατάραχος, ίσως και τρομακτικός, σβήνει τα ενοχοποιητικά ίχνη του χτες Γιατί η ιστορία μπορεί να γράφεται και με σιωπές...

Ο Νίκος Μαρνάς, ο νέος υπάλληλος, ο «Χίτσκοκ», είναι η προσωποποίηση του χιτλερίσκου. Η μορφή του, που δίνει την αίσθηση καρικατούρας, ξεκινά και τερματίζει στην εσκεμμένη άγνοια, ενώ με λογικοφάνεια μάχεται να επιβάλει την άποψή του και να εδραιώσει τη θέση του. Είναι ένα τρομαγμένο ζώο που αμύνεται με σπασμωδικές επιθετικές κινήσεις. Ατσαλάκωτος λακές, άκαμπτος υποτακτικός, δείγμα τυπικό της ηλιθιότητας, που μπορεί να προκαλέσει την πιο απρόβλεπτη καταστροφή. Εκμεταλλεύεται άριστα τη λεκτική του ευχέρεια και προσφέρει στο κοινό ένα τερατώδες ρομποτικό υποκατάστατο της ανθρώπινης φύσης.

Ο Λεωνίδας Μπακάλης, o διευθυντής «Ρούλης», είναι ο συναρπαστικός και γοητευτικός «μάγος», ο σαγηνευτικός ταχυδακτυλουργός με το υπερτροφικό εγώ, ο άρχοντας της παραπλάνησης, που μπορεί να  μεταμορφωθεί αστραπιαία σε ένα εξουσιαστικό τέρας με σαρδόνιο γέλιο που παγώνει τους πάντες γύρω του. Με χορευτικό ταμπεραμέντο επιβάλλεται σε όσους βρίσκει στον δρόμο του, με το αδίστακτο διαπεραστικό βλέμμα του ισοπεδώνει όποιον εμποδίζει τα σχέδιά του και χωρίς ίχνος μεταμέλειας μαχαιρώνει πισώπλατα φίλους και συνεργάτες αρκεί να μείνει μόνος στην κορυφή.

Ο Νίκος Στεργιώτης είναι ολοκληρωτικά εκρηκτικός στην ενσάρκωση του παλιού υπαλλήλου, του εξωφρενικού «Chubby». Τραγουδάει, χορεύει, βρίζει, εκτονώνεται αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Μέσα στον στενό του χώρο αισθάνεται παντοδύναμος και κάνει ό,τι μπορεί για να παραμείνει εκεί. Γιατί εκεί μόνο μπορεί να βρίσκεται μόνιμα εκτός ορίων, σε αδιάκοπη κίνηση και συναισθηματική εγρήγορση, εναλλάσσοντας με ανατριχιαστική επιδεξιότητα την εύθυμη διάθεση με την επιθετικότητα, την ανυπακοή με την υποταγή, τον ανεξέλεγκτο θυμό με την ελεγχόμενη οργή. Είναι ο χαρακτηριστικός μισάνθρωπος που περισσότερο απ’ όλους φοβάται τον εαυτό του, μέχρι που φτάνει στα άκρα και προσφέρει στο κοινό μια σοκαριστική ερμηνεία.

 


Συνοψίζοντας, πρόκειται για ένα από τα κορυφαία έργα της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας που χωρίς διδακτισμό, αλλά με ευθύβολη σκέψη τοποθετείται απέναντι στην απάνθρωπη πραγματικότητα και μας θέτει ξεκάθαρα το θέμα της προσωπικής μας ευθύνης για ό,τι γύρω μας (και μέσα μας) συμβαίνει. Μια παράσταση που σαφώς αξίζει να ιδωθεί, αλλά πολύ περισσότερο να συζητηθεί σε ευρύτερο πλαίσιο.  

 

Συντελεστές:

Κείμενο: Θανάσης Τριαρίδης 

Σκηνοθεσία: Νίκος Μαρνάς - Γιώργος Γκιόκας  

Σκηνικά - Κοστούμια: Ηρώ Παρδαβέλλα 

Μουσική: Οδυσσέας Τσούβαλης 

Σχεδιασμός φωτισμού: Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα

Φωτογραφίες: Χαράλαμπος Ιωαννόπουλος

Video- trailer: Φίλιππος Μέμος 

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Οπτική ταυτότητα παράστασης: Ιωάννης Τσίγκας 

Παραγωγή: Θέατρο OLVIO

 

Επί σκηνής (αλφαβητικά):

Γιώργος Γκιόκας, Νίκος Μαρνάς, Λεωνίδας Μπακάλης, Νίκος Στεργιώτης

 

Τρέιλερ: Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου - τρίτη χρονιά trailer

 

Πληροφορίες

Θέατρο OLVIO, Φαλαισίας 7, Αθήνα

(5’ λεπτά από τη στάση του Μετρό, Κεραμεικός)

Τηλέφωνο: 210 3414118  (ώρες εξυπηρέτησης 18:00-22:00)

Ημέρες παραστάσεων: Από 8 Οκτωβρίου, κάθε  Τετάρτη στις 21:00 

Τιμές εισιτηρίων: 15 (γενική είσοδος), 12 ευρώ (μειωμένο)

Εισιτήρια: more.gr και τηλεφωνικά στο ταμείο του θεάτρου.

Διάρκεια: 70΄ λεπτά


Πηγή 1ης δημοσίευσης: Το "Σφύριγμα του τρένου" στο fractal


Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

«Πες της» - του Χρήστου Οικονόμου

 


«Πες της» - του Χρήστου Οικονόμου

Σκηνοθεσία: Αλέξη Βιδαλάκη – Ερμηνεία: Νικολίτσας Ντρίζη

στο «Θέατρο 104» (2η σεζόν)

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα του θεατρικού μονολόγου «Πες της» στο «Θέατρο 104» στο Γκάζι. Το ομότιτλο βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου (Εκδόσεις Πόλις, 2023), γεμάτο με τα θραύσματα της ζωής των ανθρώπων της διπλανής πόρτας, παίρνει τρισδιάστατη μορφή μέσα από τη σκηνοθετική οπτική του Αλέξη Βιδαλάκη και ενσαρκώνεται επί σκηνής από τη βαθιά ανθρώπινη παρουσία της Νικολίτσας Ντρίζη.

 

Εισαγωγικά:

Μερικές δεκαετίες πριν, οι πλανόδιοι πωλητές διαφόρων βασικών ειδών διατροφής (γάλα, αυγά, λαχανικά, ψάρια κ.λπ.) ή εδεσμάτων (τυρόπιτες, παγωτά κ.λπ.) ξεποδαριάζονταν για ώρες στους δρόμους και τα σοκάκια των συνοικιών της Αθήνας. Διαλαλούσαν ασταμάτητα την πραμάτεια τους, σε μια προσπάθεια να αποκτήσουν πελατεία, με την οποία αναπτύσσονταν σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης ή και προσωπικής φιλίας. Γιατί οι άνθρωποι επεδίωκαν να επικοινωνήσουν, να ανταμώσουν, να γνωριστούν και να έρθουν σε άμεση επαφή με τους άλλους.

Για να φτάσουμε σε μια κοινωνία που προσδιορίζεται από τη μόνωση και την αποξένωση, σε ανθρώπους που έχουν αποκηρύξει την προσωπική επαφή και ενδόμυχα αναζητούν ένα εξιλαστήριο θύμα, στο οποίο θα μπορούν να διοχετεύσουν ανενόχλητα και αδίστακτα τα απόβλητα των ψυχικών τους νοσημάτων – ενίοτε και χωρίς να έχουν συνείδηση των πράξεών τους, βιώνοντας και καθιερώνοντας τη σύγχρονη –μη κανονική– κανονικότητα.

Η/ο κούριερ –επάγγελμα χωρίς ειδίκευση– αποτελεί την ιδανική περίπτωση. Δεν είναι άνθρωπος, είναι εργαλείο. Είναι ο «εκπρόσωπος» της απρόσωπης πλέον εταιρείας (ούτε αυτή επιθυμεί την προσωπική επικοινωνία), που πάνω της/του μπορούμε –ή και δικαιούμαστε(;)– να ξεσπάσουμε, να εκτονώσουμε τη συμπυκνωμένη οργή μας. Αυτή είναι η ηρωίδα της δικής μας ιστορίας.

 


Η υπόθεση:

Σε μια κοινωνία βαριά τραυματισμένη που καθημερινά αιμορραγεί, ποιος μπορεί να ορίσει με ευκρίνεια και βεβαιότητα τι είναι λογικό και τι παράλογο; Πώς μπορούμε να επικαλεστούμε την «κοινή λογική» ως βασική παράμετρο της καθημερινότητας όταν κάθε ένας μας ταλανίζεται από βαθιά ανεπούλωτα τραύματα;

Η ανώνυμη πρωταγωνίστρια της πρωτοπρόσωπης ιστορίας, μια κατ' επάγγελμα κούριερ, εισδύει αθέλητα στις ζωές των ανθρώπων, κινείται σαν ένα έντομο υποχρεωμένο να έρχεται σε επαφή με έναν θανατηφόρο ιστό στον οποίο δεν πρέπει να πιαστεί. Τριγυρίζει αδιάκοπα στους δρόμους της Αθήνας, στα δυσπρόσιτα χωριά, είναι αποφασισμένη να πράξει το καθήκον της. Παράλληλα όμως ακούει και καταγράφει, γεμίζει, ξεχειλίζει, αδειάζει και ξαναγεμίζει με εικόνες, με τραυματικές αφηγήσεις, με ανεκδιήγητες συμπεριφορές, με ισχυρές δονήσεις που προκαλούν αιφνιδιαστικές εκρήξεις, επιχειρώντας διαρκώς να ξεφύγει χωρίς να πληγωθεί ανεπανόρθωτα. Πάντα όμως απομένει ένα κατακάθι, ένα αγκάθι που γδέρνει την ψυχή της.

Άνθρωποι κάθε λογής μπαίνουν και βγαίνουν από τη ζωή της, δίνει και παίρνουν ασταμάτητα, ο πόνος είναι πανταχού παρών, παραμονεύει σε κάθε σκοτεινή γωνιά, έτοιμος να κατασπαράξει την ευάλωτη λεία του.

Το παρελθόν και το μέλλον συγκρούονται με το παρόν, τα ερωτήματα εκπέμπονται, αλλά επιστρέφουν αναπάντητα στον αποστολέα, σαν γράμματα χωρίς παραλήπτη.

Οι ιλαροτραγικές καταστάσεις δεν είναι μέρος ενός θεατρικού παιχνιδιού, αλλά ή αποτύπωση της σύγχρονης πραγματικότητας. Όμως η ζωή είναι τόσο τραγική ή τόσο κωμική όσο εμείς την αντιλαμβανόμαστε. Και η συνομιλία, έστω και δίχως ειρμό ή αιτία, με χιούμορ, έστω και μαύρο, μόνο ιαματική επίδραση μπορεί να έχει για έναν άνθρωπο που κινδυνεύει να χάσει εντελώς τη δυνατότητα να μιλάει για τον εαυτό του στους άλλους.

Και καθώς τα περιστατικά διαδέχονται με καταιγιστική ροή το ένα το άλλο, μια φράση βγαίνει από το βάθος της ψυχής της και τη στιγματίζει: «Πες της σ’ αγαπώ και δεν θα το ξανακάνω»· το δικό της ακριβό μυστικό, η δική της εξομολόγηση στον θεατή όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, όταν πια μπορέσει να γίνει ένα με τη θάλασσα «που κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να της αφήσει σημάδι».

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Χρήστος Οικονόμου γράφει ένα εκτενές αφήγημα που αποτελείται από καθημερινές ιστορίες ανθρώπων, σχολιάζοντας τη σύγχρονη κοινωνία, τη λογικοφάνεια, τις στρεβλώσεις και τις παραμορφώσεις της, την αποξένωση, τη μάταιη αναζήτηση αληθινής επικοινωνίας, το κλείσιμο στο αόρατο καβούκι που πρέπει επιτέλους να σπάσει, για να αφεθεί ο συσσωρευμένος πόνος να κυλήσει μέχρι τη θάλασσα· για να ζήσουμε τη ζωή όπως είναι και όχι όπως νομίζουμε ότι είναι.

Ο Αλέξης Βιδαλάκης επωμίζεται τη σκηνοθετική ευθύνη της μεταφοράς των έντονων στιγμιότυπων της αφήγησης, με στόχο να «φωτίσει» ιδιαίτερες ανθρώπινες στιγμές, όπως αυτές γίνονται αντιληπτές από την κούριερ που χτυπά τα κουδούνια των συνειδήσεων και των συναισθημάτων. Η ματιά του εστιάζει στην αντιφατικότητα των καταστάσεων και στον παραλογισμό, ενώ επιδιώκει και κατορθώνει να κάνει τον θεατή συμμέτοχο στον  γρήγορο ρυθμό εναλλαγής χώρων αλλά και συναισθημάτων. Σε ένα υπαινικτικό σκηνικό που εξαρχής μας προειδοποιεί για το «εύθραυστο» του πράγματος εκτυλίσσεται η θεατρική πράξη, η οποία, εκ του αποτελέσματος, δικαιώνει τη σκηνοθετική άποψη ολοκληρωτικά. Συνεργάτης στο σκηνοθετικό έργο η Μαρία Μακρή.

Η Άννα Παπαϊωάννου επιμελείται τη μουσική, που κυλάει απαλά και συνοδευτικά, ακολουθώντας τον ρυθμό της αφήγησης.

Η Νατάσα Πετροπούλου, με τους ευαίσθητους και τρυφερούς φωτισμούς, αγκαλιάζει ζεστά την ηρωίδα και συμπορεύεται μαζί της στις γειτονιές της Αθήνας, στις επαρχιακές της εξορμήσεις, αλλά κυρίως στα δύσβατα μονοπάτια των εσωτερικών της διαδρομών.

 


Η ερμηνεία:

Η συναρπαστική Νικολίτσα Ντρίζη μας προσφέρει μια ερμηνεία καθηλωτική, συνδυάζοντας μοναδικά την εξωστρέφεια με την εσωτερικότητα. Με απλότητα και φυσικότητα ενδύεται τον ρόλο. Είναι μια ολοζώντανη δρομέας κούριερ που γυρίζει από πόρτα σε πόρτα, που βιώνει και μεταφέρει κάθε λεπτό των σουρρεαλιστικών αφηγήσεών της με αθωότητα και ειλικρίνεια. Δεν έχει τίποτα να κρύψει ή να αποδείξει. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους, μας κοιτάζει κατάματα – διαπεραστικό, συγκινησιακά φορτισμένο βλέμμα– και μας καταθέτει την αλήθεια με πηγαίο χιούμορ και χωρίς περιστροφές. Την αλήθεια των άλλων αλλά και τη δική της. Ενώνει μεθοδικά τα κομμάτια του παζλ, για να μας δώσει τη μεγάλη εικόνα μέσα από μικρές ιστορίες. Αναμετριέται με τα φαινομενικά ασήμαντα με κάθε της φράση, για να  μας αποκαλύψει τα σημαντικά. Συνομιλεί διαρκώς με το κοινό με αυθορμητισμό, αυθεντικότητα, ευγένεια ψυχής, αλλά και εκρηκτικότητα, με αποκορύφωμα την εξωτερίκευση της προσωπικής της ιστορίας, που είναι και η ποθητή έξοδος στο φως.

 

Συνοψίζοντας, τα θραύσματα των ανθρώπων και των ιστοριών τους συνταιριάζονται και σχηματίζουν μια συνεκτική εικόνα μέσα από την αφήγηση που μας ελκύει και μας κάνει να νιώσουμε μέρος της, να κατανοήσουμε πού βρισκόμαστε και πού βαδίζουμε. Η ζωή ενός ανθρώπου μας αγγίζει και μας προ(σ)καλεί να την αγγίξουμε. Ένα «μάθημα» για την αρμονική συνύπαρξη, για την ανθρωπιά και την ευθύνη, που καλό θα είναι να μην πάρουμε απουσία. Δείτε την παράσταση με ανοιχτά μάτια και καρδιά.

 

Η ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο: Χρήστος Οικονόμου

Σκηνοθεσία: Αλέξης Βιδαλάκης

Ερμηνεία: Νικολίτσα Ντρίζη

Μουσική: Άννα Παπαϊωάννου (Anna VS June)

Φωτισμοί: Νατάσα Πετροπούλου

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Μακρή

Φωτογραφίες: Στάμος Σέμσης

Φωνή μικρής: Βασιλική Γουρδούπη

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Γιώτα Δημητριάδη

 

Από 24 Νοεμβρίου στο Θέατρο 104

Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 – Διάρκεια: 70΄

Τιμές: 15 γενική είσοδος/ 12 μειωμένο

 

Θέατρο 104 – Ευμολπιδών 41 (Γκάζι, Σταθμός Μετρό: Κεραμεικός)

Τηλέφωνο: 695 126 9828


Πηγή 1ης δημοσίευσης: "Πες της" στο Θέατρο 104