ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Δευτέρα 18 Απριλίου 2022

Μελισσάνθη - Αφιέρωμα

 

#διαβάζω_για_σένα


Αφιέρωμα στην ποιήτρια


Μελισσάνθη

(Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη)



Ας…


Σε τούτο το μεταξύ,

ας παίζουμε με τις λέξεις,

ας παίζουμε της ομιλίας το θείο παιγνίδι

ανύποπτοι ποιητές

που κλέψανε το μυστικό

να βλέπουνε και ν᾿ ακούνε,

ν᾿ αγγίζουνε και να γνωρίζουνε τα πράγματα,

την εικόνα του Κόσμου ξαναπλάθοντας

μ᾿ αστραφτερές λέξεις ας παίζουμε

καθώς παιδιά μ’ αθώα χοχλάδια

που ξεβράστηκαν στ᾿ ακροθαλάσσι

μόλις αγγίζοντας τη μυστική φωτιά 

μόλις μαντεύοντας

τον κρύφιο κεραυνό,

με χώμα ας σκεπάζουμε και στάχτη

τη φλόγα που οι θνητοί ν᾿ αγγίσουν δεν τολμούν

δέσμιοι στο θάνατο

ας ξανοίγουμε τις χάρτινες βαρκούλες μας

μες στον αστραποβόλο ωκεανό...


Μελισσάνθη



Ηρωική φυγή


Ξοπίσω μου δαιμονικό φυσομανούσε, του Άδη,

πύρινο ανασασμό

κι έτρεχα, σ᾿ άφεγγες νυχτιές, μες στο βαθύ σκοτάδι,

μ᾿ έν᾿ άγριο καλπασμό.


Και τον μαντύα τον ταπεινό ξεδίπλωνα του επαίτη

σ᾿ ηρωική φυγή

κι έσερνα ατίθασα λυτή της κόμης μου τη χαίτη

και σάρωνα τη γη.


Του ανέμου το καμτσίκωμα που αφάνιζε τα δάση

με λύγαε, καλαμιά

και στέγνωνε στα χείλια μου, τη φούχτα μου, άδειο τάσι

στην άνυδρη ερημιά.


Κι απ᾿ την αρμύρα θέριευε της φλογισμένης άμμου

της δίψας το ουρλιαχτό,

μα έφευγα, ενώ, σε σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου

τ᾿ ανήμπορο ερπετό.


Η γη κάτω απ᾿ τη φτέρνα μου προδοτικά βογκούσε

καφτή ως λαβωματιά,

μα βέλος ξέφευγα γοργό και πίσω μου αστοχούσε

η εχθρική σαϊτιά.


Με παραμόνευε γαμψά το νύχι στα σκοτάδια

του πειναλέου βραχνά 

κι ως γλύτωνα, οι φοβέρες του, μαύρων όρνιων κοπάδια

πίσω έκραζαν βραχνά.


Κι η νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,

τον έναστρο ουρανό 

και την οργή του κεραυνό σε νέφη καταιγίδας

σπαθί έκρυβε γυμνό.


Στο πέρασμά μου σφύριζε της έχθρητας το φίδι

μες στα ξερά κλαδιά,

μα της φυγής μου η αστραπή περνούσε όπως λεπίδι,

της νύχτας την καρδιά.


Και του θριάμβου μου η κραυγή βόλι καφτό τρυπούσε

τα σπλάγχνα της σιγής

κι αντίλαλους η φόρμιγγα του στήθους μου ξυπνούσε,

στις εσχατιές της γης.


Μελισσάνθη



Μεταμέλεια


Απόψε είπα πως μ’ είχες πια κερδίσει,

που ρόδισαν οι πόθοι μου όλοι ανθοί.

«Μα πριν ή ο αλέκτωρ τρις φωνήσει»

Κύριέ μου, σε είχα πάλι απαρνηθεί.

Με κρυφοκαίνε ακόμα πάθη, μίση,

− δεν έχουν οι αμαρτίες μου πια σωθεί −

Της χάρης σου αν ανοίξει μόνο η βρύση

τότε κι η υδρία μου ίσως πληρωθεί.

Το τι μαρτύρησα απ’ τη νύχτα εκείνη,

που άδεια άφησα τη νυφική μας κλίνη

κι αρνήθηκα στα μάτια να σε δω!

Κοίταξε, αν δεν πιστεύεις, τις πληγές μου

δος μου το χέρι σου· να, εδώ, κι εδώ.

Λοιπόν, μ’ αναγνωρίζεις τώρα; πες μου!


Μελισσάνθη



Πιστεύω


Η Αγάπη, μόνο, βαστάζει όλα τα φορτία.

Μπορώ να βαστάζω όλα τα φορτία.

Γιατί η Αγάπη είναι το μέγα φορτίο!

Η Αγάπη σηκώνει το βάρος τ’ ουρανού.

Μπορώ να σηκώσω το βάρος τ’ ουρανού.

Η Αγάπη υπομένει τα μαρτύρια της πυράς.

Μπορώ να υπομένω τα μαρτύρια της πυράς.

Γιατί η Αγάπη είναι ο ουρανός και η πυρά!

Η Αγάπη πιστεύει στη ζωή και στο θάνατο

η Αγάπη πιστεύει στο θαύμα.

Μπορώ να πιστεύω στη ζωή και στο θάνατο

μπορώ να πιστεύω στο θαύμα.

Γιατί η Αγάπη είναι το θαύμα.

Η Αγάπη προσεύχεται κ’ ενεργεί

η αγάπη αγρυπνεί.

Μπορώ να προσεύχομαι και να ενεργώ

μπορώ να αγρυπνώ.

Γιατί η Αγάπη είναι προσευχή και πράξη!

Γιατί η Αγάπη είναι η μυστική αγρυπνία!

Η Αγάπη κρατάει όλα τα χαμόγελα και όλα τα δάκρυα.

Μπορώ να χαμογελώ και να κλαίω όλα τα δάκρυα -

γιατί η Αγάπη είναι η χαρούμενη θλίψη!

Η Αγάπη δίνει τον άρτο και τον οίνο

εγγύηση για την αιωνιότητα.

Γιατί η Αγάπη είναι ο Μυστικός Δείπνος!

Κ’ η μεγάλη υπόσχεση!

Η Αγάπη έπλασε τον άνθρωπο

η Αγάπη εδώρισε το φως.

Πιστεύω στον άνθρωπο

πιστεύω στην Αγάπη.

Γιατί η Αγάπη είναι το φως και η δωρεά!

Γιατί η Αγάπη είναι ο Άνθρωπος!


Μελισσάνθη



Σατυρικόν οξύμωρον


Σκοτείνιασε όταν έπεσε το φως τυφλωτικό 

Λιγόστεψε όταν ο αριθμός έγινε πολλαπλάσιος

Οι λύσεις γίναν κόμπος άλυτος

κι όταν η Αριάδνη έτρεξε λυσίκομη

κύλησε ανάποδα το κουφάρι της

Τότε ὁ κάβουρας έγινε ωκύποδας

κι ο Αχιλλέας χελώνα. Πήδηξε

έξω απ᾿ την έξωση του Ελεάτη

αδιαφορώντας για το πρόβλημα του χωροχρόνου

αδιαφορώντας για το αγώνισμα στον Ιππόδρομο

και τα χαμένα στοιχήματα

την ανατίμηση του πετρελαίου

τον πυρετό του χρυσού

την παγκόσμια κρίση

ενώ γύρω του ξεφώνιζαν υστερικά:

Rent a car... Rent a car...


Ορυμαγδός από εκσκαφείς κι αριθμομηχανές 

ανοίγουν σ᾿ όλα τα τοιχώματα ρωγμές

Οι δρόμοι με τα μεγαθήρια κτίρια κυματίζουν

-σχηματίζονται, αποσχηματίζονται

υψώνονται κυκλώπεια τείχη

κι αντιστοιχίες στίχων-


Βραδινό τοπίο με τριζόνι

Η νύχτα αναποδογυρισμένη ομπρέλα

μαζεύει σκόρπιο κεχριμπάρι

Ρομαντισμός και φεγγάρι

κυλάει αποκεφαλισμένο στην άσφαλτο

ενώ από ένα σφάλμα computer 

ο κόσμος τινάζεται στον αέρα.


Μελισσάνθη



Το έξω και το μέσα


Αόριστα βλεπόταν στο γυαλί καθώς

το φως άναβε μιαν αντανάκλαση

μέσα στο τζάμι

κι άξαφνα, είχε μεταφερθεί μαζί με το πολύφωτο

και τα έπιπλα έξω στη βροχή

Έμπλεκαν τα μαλλιά της στα πυράκανθα

που τυραννούσε η θύελλα

κι έμεναν ανέπαφα

Άχνιζε το φλιτζάνι του τσαγιού

σκαρφαλωμένο στο κλαδί που λικνιζόταν

κι ισορροπούσε

Τα δέντρα είχαν ξετρελαθεί απ’ τον άνεμο

ενώ στα ράφια αραδιασμένα τα βιβλία

έδιναν την εικόνα

της τάξης και της θαλπωρής

μιας κάμαρας φανταστικής μεταφερμένης

στη νύχτα και το ρίγος της βροχής.


Μελισσάνθη



Τραγούδι στον ήλιο


Μέσα στο φως σου γίνομαι πουλί

και τραγουδώ όλη μέρα σαν το σπίνο.

Μιας πεταλούδας παίρνω τα φτερά

τα θεία και ολόασπρα σαν το νέο το κρίνο.

Σφαλώ τα βλέφαρα μου, εντός μου φως.

Τ’ ανοίγω· φως παντού, όλο φως τριγύρα·

και λέω: Ήλιε τι θάνατος λαμπρός

μες σε μια τέτοια, θεία φωτοπλημμύρα!


Μελισσάνθη


Σάββατο 16 Απριλίου 2022

Μαριονέτα... μετά μουσικής!

 

Μαριονέτα


Ο Νίκος Βρεττός

μελοποιεί με ευαισθησία

και ερμηνεύει με τρόπο μοναδικό

το ποίημα.


Καλή σας ακρόαση!




Μυρτιώτισσα - Αφιέρωμα

 

#διαβάζω_για_σένα 


Αφιέρωμα στην ποιήτρια

Μυρτιώτισσα

(Θεώνη Δρακοπούλου)



Voluptas


Ελάτε, ο κόσμος όλος είμαι εγώ!

μες απ’ τα χρυσοκόκκινα μαλλιά μου,

απ’ τη ματιά κι από τα δάχτυλά μου

της ηδονής πετιέται το στοιχειό.

Ελάτε ο κόσμος όλος είμαι εγώ.


Όμως αγάπη μη γυρεύετ’ από μένα

Δε θα με ιδήτε μπρος σας να λυγίσω

και πάνε τα τραγούδια σας χαμένα


Μέσα μου άγριες νιώθω επιθυμιές!

και τις ερωτευμένες σας καρδιές

πως θα `θελα να μπόρεια να μασήσω


με τα λευκά μου δόντια τα γερά,

σα φρέσκα μυγδαλάκια τραγανά,

και τον αιμάτινο χυμό τους να ρουφήξω!


Δάκρυα δε θέλω, δάκρυα δε θέλω δε ζητώ

παρά φωτιά για τη φωτιά μου,

τα σαρκικά φιλιά μου,

στόμα που στάζει φλόγα να γευτεί


Ω! τι με νοιάζει τότες κι αν κοπεί

το νήμα απ’ της Μοίρας μου τ’ αδράχτι,

αφού θα νιώθω πως από Ηδονή

θα σκορπιστεί το είναι μου σε στάχτη...


Μυρτιώτισσα



Δεν βάσταξες, αγάπη μου


Δεν βάσταξες, αγάπη μου, στο δύσκολο ανηφόρι 

 κουράστηκες, παραπατάς,

 παλεύεις με την παγωνιά και με το ξεροβόρι, 

ωσότου, τέλος, σταματάς.

 Γυναίκα εγώ, και σύρθηκα ψηλότερα από σένα, 

κι ακόμα βλέπεις, προχωρώ, 

σαν τα πουλιά που επίμονα τραβάνε για τα ξένα, 

 και με σπασμένο το φτερό...


Μυρτιώτισσα



Έρωτας τάχα


Έρωτας τάχα να ‘ν’ αυτό

που έτσι με κάνει να ποθώ

τη συντροφιά σου,

που σαν βραδιάζει, τριγυρνώ

τα φωτισμένα για να δω

παράθυρά σου;


Έρωτας να ‘ναι η σιωπή

που όταν σε βλέπω, μου το κλείνεις

σφιχτά το στόμα,

που κι όταν μείνω μοναχή,

στέκω βουβή κι εκστατική

ώρες ακόμα;


Έρωτας να ‘ναι ή συμφορά,

με κάποιου αγγέλου τα φτερά

που έχει φορέσει,

κι έρχετ’ ακόμη μια φορά

με τέτοια δώρα τρυφερά

να με πλανέσει;


Μα ό,τι και να ‘ναι, το ποθώ,

και καλώς να ‘ρθει το κακό

που είν’ από σένα·

θα γίνει υπέρτατο αγαθό,

στα πόδια σου αν θα σωριαστώ

τ’ αγαπημένα.


Μυρτιώτισσα



Θα ξεχάσω ποτέ…


Θα ξεχάσω ποτέ της σκλαβιάς το χειμώνα

με το τζάκι που πάγωσ’ εκεί στη γωνιά του,

με του λύχνου το φως που όσο πάει και χλωμιάζει

κι η ψυχή σε πηγμένο σκοτάδι βουλιάζει;


Θα ξεχάσω ποτέ της σκλαβιάς τον Απρίλη

που σερνόταν μουγγά μες στις άχαρες στράτες,

των πουλιών τις φωνές όπου ηχούσαν το δείλι

σάμπως κλάμα πνιχτό απ’ ανθρώπινα χείλη;


Θα ξεχάσω ποτέ τη γυναίκα που εβόγγα

με το βρέφος απάνω στον άδειο μαστό της

και κοιτώντας μακριά με μιαν έκφραση τρόμου

εξεψύχαγε αργά σε μιαν άκρη του δρόμου;


Θα ξεχάσω ποτέ τ’ αμολόγητο δράμα,

τα κορμιά που στο κάρο τα σώριαζε η πείνα,

τα σκυλιά που απ’ το σπίτι τα διώχναν με βία,

και σε βλέπαν με μάτια γεμάτα απορία;


Για μια στάλα ψωμί πού είχε απλώσει να πάρει,

νηστικό καθώς ήταν το δόλιο παιδάκι

του το σπάσαν το χέρι οι οχτροί· τέτοιο κρίμα

θα το πλύνει ποτέ των αιώνων το κύμα;


Κι όλα κείνα τα νιάτα που πήρε το ρέμα

τόση φλόγα που εσβήστη απ’ του πόλεμου τ’ άχτι,

τις καρδιές που’ ναι στόχος, θροφή του θανάτου,

κι απομένουν στη γης, λίγες στάλες αιμάτου,


Θα μπορέσω ποτέ, βλογημένη όταν φτάσει

κολυμπώντας στο φως η ελεύτερη  μέρα,

θα μπορέσω τις φρίκες που ζω να ξεχάσω,

να γευτώ τη χαρά και Λαμπρή να γιορτάσω;


Μυρτιώτισσα

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 5 (Α’ περίοδος) του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (9.6.1945) 

Αφιέρωμα στην απελευθέρωση της Αθήναςναπό τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στις 12 Οκτωβρίου 1944.



Μήδ΄ ο πόνος μου


Μήδ’ ο πόνος μου δε σε κρατά

μηδέ πια τα δάκριά μου,

κάθε μέρα φεύγεις μακριά

κι όλο πιο μακριά μου.


Τυλιγμένον μες στη συγνεφιά

και στη καταχνιάν, αλλοιά μου

δε σε ξεχωρίζει καθαρά

η θαμπή ματιά μου.


Κι αν χαθείς για με παντοτινά

θλιβερέ Έρωτά μου,

πάνε της ψυχής μου τα φτερά,

πάει και το χρυσάφι της καρδιάς μου.


Μυρτιώτισσα



Πάθος


Ω! τα μάτια, τα μάτια σου

που όλο χρώματ’ αλλάζουν,

με γητεύουν τα μάτια σου

και βαθιά με σπαράζουν.


Μες στα χέρια - τα χέρια σου -

τα γερά, τ’ ατσαλένια,

τρεμουλιάζουν τα χέρια μου

σαν πουλιά λαβωμένα!


Και το σώμα, το σώμα σου,

νευρικό κι ανδρειωμένο,

πώς το λιώνει το σώμα μου

το βαριά κουρασμένο.

Μυρτιώτισσα



Ποιος είσαι συ;


Ποιος είσαι συ που στάθηκες πεισματικά μπροστά μου,

και των ματιών σου τα πετράδια

σαν πυρωμένα κάρβουνα ξεσκίζουν και τρυπούν

τα τρίδιπλά μου τα σκοτάδια;


Ποιος είσαι συ που τάραξες βαθιά τη μοναξιά μου;

Δε βλέπεις απ’ τον κόσμο αυτό πως είμαι πια φευγάτη;

Μήτε γυρεύω τίποτα, μήτε μπορώ να δώσω.

Τα φλογισμένα μάτια σου του κάκου με πονούν.


Και μοναχά το χέρι να σ’ απλώσω,

θα ’ναι κι αυτό μια βδελυρή, που δε μου στέκει, απάτη.

Το ντύμα μου το σάρκινο μου το' λιωσε η ψυχή μου,

κι έπεσε απάνω του βαρύς της λησμονιάς ο λίθος.

Τα γήινα τα στολίδια μου ξεφτίσανε κι αυτά.

κι είν’ η καρδιά σε τέτοιο βύθος!


Φύγε, το δρόμο τώρα πια θα πάρω μοναχή μου.

Είμαι του ίδιου μου εαυτού μια ανάλαφρη σκιά,

νεράκι π' αργοσώνουμαι μακριά από την πηγή μου.

Γύρισε πίσω, εγώ τραβώ για τ' άυλα τα νησιά.

Κι αν μου τρυπάει τα σπλάχνα μου του πόθου σου η ματιά,

του κάκου! στάλα αιμάτινη δεν τρέχει απ’ την πληγή μου.


Μυρτιώτισσα

(Ανέκδοτο)



Σ’ αγαπώ

(γραμμένο για τον Λορέντζο Μαβίλη, 

τον οποίο ερωτεύθηκε με πάθος 

και του οποίου τον χαμό δεν ξεπέρασε ποτέ)


Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ

Τίποτ’ άλλο να πω

Πιο βαθύ, πιο απλό

Πιο μεγάλο!


Μπρος στα πόδια σου εδώ

Με λαχτάρα σκορπώ

Τον πολύφυλλο ανθό

Της ζωής μου


Τα δυο χέρια μου, να…

Στα προσφέρω δετά

Για να γείρεις γλυκά

Το κεφάλι


Κι η καρδιά μου σκιρτά

Κι όλη ζήλια ζητά

Να σου γίνει ως αυτά

Προσκεφάλι


Ω μελίσσι μου, πιες

Απ’ αυτόν τις γλυκές

Τις αγνές ευωδιές

Της ψυχής μου!


Σ’ αγαπώ τι μπορώ

Ακριβέ να σου πω

Πιο βαθύ, πιο απλό

Πιο μεγάλο;


Μυρτιώτισσα



Στο γιο μου


Τα πλοία που λαχτάριζες μακριά για να σε φέρουν

στις χώρες που `ν’ σαν όνειρο, στις χώρες που μαγεύουν

κάθε παιδιού τη νια καρδιά π’ όλο ποθεί και θέλει

να δει, ν’ αγγίξει, να γευτεί της γης όλο το μέλι!


Την άγια θύρα της ζωής τρεμάμενη σ’ ανοίγω

και κρύβω τη λαχτάρα μου και τον καημό μου πνίγω.

Μα είναι μεγάλος μου καημός κι είναι πικρή η ψυχή μου...

Ω! διάφανο αγριολούλουδο βγαλμένο απ’ τη πνοή μου.


Μονάχα συ, φωτίζοντας βαθιά τη σκοτεινιά μου,

το νεκρωμένο ξύπναγες, παλμό μες στην καρδιά μου.

Τώρα σε χάνω. Αμίλητη, αδάκρυτη και μόνη,

βλέπω τη νύχτα να `ρχεται βαριά και να με ζώνει...


Μυρτιώτισσα

(Ο γιος της ήταν ο Γιώργος Παππάς , διάσημος ηθοποιός της εποχής, ο οποίος απεβίωσε δέκα χρόνια πριν το θάνατό της)



Τα βήματα


Τα βήματα, τα βήματά σου

τα γνώριμα τ’ αγαπημένα που είναι χαμένα.

Έχω ποθήσει τη μιλιά σου,

τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.


Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου

και πια με σφάζουνε μαχαίρια.

Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,

καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.

Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.

Τα βήματα, τα βήματά σου.


Τα βήματα, τα βήματά σου,

μες τα όνειρά μου τρομαγμένα,

φτάνουν σε μένα.

Έχω ξεχάσει τη μιλιά σου,

τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.


Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου

και πια με σφάζουνε μαχαίρια.

Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,

καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.

Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.

Τα βήματα, τα βήματά σου.


Μυρτιώτισσα

Από την ποιητική συλλογή «Κίτρινες φλόγες», 1925



Τι άλλο, καλέ μου


Τι άλλο, καλέ μου, ζητάς από μένα

και στέκεις θλιμμένος μπροστά στη μορφή μου,

αφού κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου,

–κι ας είσαι νεκρός– πλημμυρούν από Σένα;


Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα

τα ζει κάθε νύχτα η ψάλτρα φωνή μου,

γενήκαν αυτά μοναχή προσευχή μου,

αγνή προσευχή, γεννημένη από Σένα!


Γιατί με κοιτάζεις με μάτια θλιμμένα;

Λαμπάδα σου ανάβω την ίδια ψυχή μου

και μέρα τη μέρα σκορπά κι η ζωή μου

για Σένα, τα ρόδα της τα χλωμιασμένα.


Μυρτιώτισσα



Ω, ναι, το ξέρω


Ω, ναι, το ξέρω

Ω, ναι, το ξέρω, ο θάνατος για μένανε

θε να `ρθει ωραίος!

Σαν τη ζωή μου, έτσι κι αυτός δε γίνεται

να είναι τυχαίος.


Θα ξεκινήσει μιαν αυγούλα ρόδινη

τ’ Απριλομάη,

τ’ αηδόνι από του κήπου μέσα τ’ άνθισμα

θα κελαηδάει.

Θα στήνουνε χορό τ’ ασημοπράσινα

φύλλα στη λεύκα,

και θα με ραίνουν μύρο απ’ το ρετσίνι τους,

πλήθος τα πεύκα.


Θα ρέει το αίμα μου ως χυμός ολόδροσος

κάτω απ’ τη φλούδα,

ήρεμη θα `ναι μου η καρδιά κι ανάλαφρη

σαν πεταλούδα.

«Κύριε», θα ειπώ, «στη ζήση μου αν επόνεσα,

έφτασ’ η ώρα

το μέτωπό μου να! το θείο το χνώτο Σου

μ’ αγγίζει τώρα!».


Θα πέφτει αργά το βράδυ απ’ το παράθυρο

διάπλατο εμπρός μου,

θα μπουν κλαριά και φύλλα, δάσος ολάκερο,

κόσμος δικός μου.

Κι ενώ το «χαίρε» τους γαλήνιο, απίκραντο,

θα ηχεί βαθιά μου

γλυκά θα σβήνω, σαν το ηλιοβασίλεμα

στην κάμαρά μου...


Μυρτιώτισσα



Πέμπτη 14 Απριλίου 2022

Μαρία Πολυδούρη - Αφιέρωμα


Αφιέρωμα στην ποιήτρια


Μαρία Πολυδούρη



Φαντασία στο τραγούδι μιας νυχτερινής κιθάρας

 

Ο Απρίλης κι η Σελήνη μέσα στο άλσος

σμίξαν. Το μεσονύχτι μεθυσμένοι

περάσαν μ’ ευθυμία.

Και τώρα στη γαλήνη είναι απλωμένη

ρεμβαστική ματιά, η μελαγχολία.

 

Δυο δέντρα αναπολούνε

μια νύχτα καταιγίδας, που οι κορφές τους

ερωτικά μπλεχτήκαν

και στην ανάμνησή τους ξεπετιέται

λυγμός από χορδές που δονηθήκαν.

 

– Στον ύπνο σου κόρη γλυκιά…

 

Έν’ ανοιχτό παράθυρο

στο αγιόκλημα πνιγμένο

κι η κόρη κρίνο, με το φως

του φεγγαριού ντυμένο.

 

– Του τραγουδιού μου η φωνή…

 

Κι αγγίζει στον αμύριστο

κάλυκα της καρδιάς της

σαν όνειρον αθώας χαράς

ο πρώτος έρωτάς της.

 

Και λίγο λίγο σκοτεινιάζει το άλσος.

Στο κυπαρίσσι στάθηκε η Σελήνη

βαθιά συλλογισμένη.

Ο Απρίλης βαρέθηκε να δίνει

φιλιά. Φεύγει κι η Νύχτα κουρασμένη.

Όλα σιγήσαν μόνο για να μείνει

το φλογερό παράπονο:

 

– Γιατί μ’ έχεις σ’ αιώνια τυράννια…

 

το κλάμα της κιθάρας που ανεβαίνει

προς τη χλωμή Σελήνη, προς τα ουράνια…

Μαρία Πολυδούρη



Του Καρυωτάκη

 

«Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα

κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ᾿ ηύραν εσύ να λείπεις.

Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα

ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης.

 

Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, από τη μόνωσή σου

ένα σημείο από φωτιά τους έστελνες, γνωρίζαν

το θλιβερό χαιρέτισμα που φώταε της αβύσσου

τους δρόμους κι᾿ όλοι απόμεναν στον τόπο τους που ορίζαν.

 

Απόμεναν στην ίδια τους πικρία, κρεμασμένοι

έτσι μοιραία και θλιβερά στο «βράχο» του κινδύνου.

Κι᾿ όταν πια τους χαιρέτισες, οι αιώνια απελπισμένοι

ψάλαν μαζί κάποια στροφή καθιερωμένου θρήνου.

 

Μα φτάνουν πάντα στο «νησί» τα νέα παιδιά ολοένα.

Στην άδεια θέση σου ζητούν της ζωής το ελεγείο.

Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα

και της καινούριας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο.

 

Μαρία Πολυδούρη (1929)



Τα λόγια σου

 

Θυμάμαι τώρα... Οι θύμησες πλημμύρες που με πνίγουν,

άνεμος, σκοτεινιά.

Τα λόγια ανθούς τα μάδησες, μα τώρα αυτά μου ανοίγουν

κακές πληγές βαθιά.

 

Ούτε σκιά, ούτε όνειρο έτσι που διαβαίνει

γοργά προς το χαμό.

Καπνός η αγάπη. Σύννεφο, τα λόγια σου, μου ραίνει

σταγόνες τον καημό.

 

Τώρα σαπίζουν μέσα μου πρώιμες οι πληγές μου.

Η θύμηση ασπασμός

προδοτικός, να μου γελούν κρυφά κάποιες στιγμές μου

ν' αυξαίνει ο απελπισμός!

 

Μαρία Πολυδούρη



Προδοσία

 

Ζωή, πώς με παράδωσες μ' ένα φιλί στους δήμιους.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Οι δήμιοι σου, καλόγνωμοι, θάνατο δεν προστάζουν.

Είναι κι αυτοί απ' τους τίμιούς σου και τους ευγενικούς!

Χαμόγελο τα χείλη τους και γλυκό λόγο στάζουν

κ' έχουν κι αγάπη και σκοπούς ωραίους και ιπποτικούς.

 

Ω, εμένα το αίμα μου έλειψεν απ' τη φριχτή αγωνία,

στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σέρνεται η θηλιά

και να μη σφίγγει. Ω, ευγενική των δημίων μου μανία,

έχω μέσα στα στήθη μου σπασμένη την καρδιά.

 

Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ' έχει η ζωή προδώσει

και μου ζητάνε να γελάσω αθώα και τρυφερά

και να ‘ναι μες στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση,

που να γενεί στα ευγενικά σας όνειρα φτερά.

 

Εγώ πρέπει απ' τη λίγη μου σταγόνα να σας θρέψω

του αίματος, που φαρμάκωσε κι αυτή μες στην καρδιά.

Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω

και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά.

 

Κι αν η σπασμένη μου καρδιά τρίξει στο σαρκασμό μου,

κι αν αντί δάκρυ στάξουνε τα μάτια μου φωτιά,

θα μου ραβδίσετε το χυδαίο κι άπρεπο στοχασμό μου

ευγενικά στυλώνοντας την βλοσυρή ματιά.

 

Όμως η βαριά μοίρα μου δεν είναι ο θάνατός μου.

Μες στην καρδιά βόσκουνε πληγές από φωτιά.

Ποιος από σας, ανύποπτα, τίμιος θα γίνει εχθρός μου

στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σφίξει τη θηλιά!

 

Μαρία Πολυδούρη



Θα ‘ρθείς αργά

 

Ως πότε πια θα καρτερώ να ξαναρθείς και πάλι

σαν από χρόνους μακρινούς και ξένες χώρες πέρα;

Λιγόστεψε η ζωούλα μου και μέρα με τη μέρα,

ανήμπορη και τρυφερή, σβήνεται αγάλι αγάλι…

Άκου στα δέντρα πένθιμα πώς τρίζουνε τα φύλλα,

μηνάνε το φθινόπωρο. Δες, τ’ ουρανού το χρώμα

το θόλωσαν τα σύννεφα… Μια κρύα ανατριχίλα

στα λουλουδάκια χύνεται… κι’ αργείς, αργείς ακόμα!

Θα ‘ρθείς αργά, με τη νυχτιά και με τον κρύο χειμώνα,

με το χιονοσαβάνωμα, με του βοριά το θρήνο

και δε θα βρεις ούτ’ ένα ρόδο, ούτ’ ένα αθώο κρίνο

να μου χαρίσεις… ούτε καν μια πένθιμη ανεμώνα.

 

Μαρία Πολυδούρη



Ένα βράδυ στο Σταθμό

 

Τι θλιβερό πράμα ο Σταθμός,

που μόλις να ‘χει φύγει το τραίνο.

Ούτε στιγμή, μόλις που εδώ

στις ράγες του βαριά σταματημένο

και πηγαινοέρχονταν γοργά,

ανίδεα γελώντας ταξιδιώτες.

Κι όσοι που μείνανε κι αυτοί

δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.

Η άδεια θέση κ' η σιωπή

μες στο Σταθμό που του ‘φυγε το τραίνο.

Κι αυτοί που μείνανε σκορπούν

κ' έχουν το βήμα το αποφασισμένο

όσων τη μοίρα ακολουθούν.

Κάθε φορά τους φεύγει κι από κάτι

και κείνοι μένουν στο Σταθμό

λυγίζοντας το θολωμένο μάτι.

Στρέφουν στα ίδια θαρρετοί

δήθεν κ' η πλάτη τους κυρτώνει πίσω.

- Καταραμένε χωρισμέ

όμως και σένα απόψε θ' αγαπήσω.

Γιατί το «χαίρε» ήταν γλυκό

καθώς το χέρι σειόταν στον αέρα

απ' το μαντήλι πιο λευκό

κι απ' τον ανθό, σα φως που έφευγε πέρα,

που δεν το είχα ιδεί ποτέ

τόσο γαλήνια ωραίο τ' όραμά σου,

Καταραμένε χωρισμέ.

Μου τρέμουνε τα χείλη στ’ όνομά σου.

 

Μαρία Πολυδούρη

 

Gare du Nord, Παρίσι 1927

(«Ελληνική επιθεώρηση» 23, 1930)


Μαριονέτα

 


Μαριονέτα


Σήκω και χόρεψε του δρόμου μαριονέτα

είναι σειρά σου τη σκηνή να κατακτήσεις

τώρα σου λένε να πετάξεις, τώρα πέτα

αν θες εσύ τις εντυπώσεις να κερδίσεις.


Παίξε τον ρόλο σου και σκύψε το κεφάλι

τις εντολές πρέπει πιστά να υπακούσεις

αν θέλεις κάποτε να βγεις απ' το τσουβάλι

το χειροκρότημα στ' αυτιά σου να ακούσεις.


Πάρε τα πάνω σου με μια βαθιά ανάσα 

παίξε τα ρέστα σου να πάρεις το βραβείο

βρες την κατάλληλη στιγμή να δώσεις πάσα 

αλλιώς, να ξέρεις, θα σε πάρουν με φορείο.


Στάσου στα πόδια κι απ' τα σκοινιά τεντώσου

δώσε παράσταση στη μέση της πλατείας

απόψε παίξε μόνο για τον εαυτό σου

για να γευτείς μία σταγόνα ελευθερίας.


Σφίξε τα δόντια και ροκάνισε τον χρόνο

ηθοποιός σημαίνει φως, ποιος δεν το ξέρει

όποιος τα νήματα κινεί, μοιράζει πόνο

βαρύ το τίμημα να λάμπεις σαν αστέρι.


Πάρε τα πάνω σου αν θες να χαιρετήσεις

πριν χαμηλώσουνε τα φώτα στην αυλαία

αν δεν χορτάσεις το κοινό με υποκλίσεις

ίσως η πράξη αυτή να είναι η τελευταία.


© Δημήτρης Φιλελές


Τετάρτη 6 Απριλίου 2022

Στόχος

 






Στόχος

 

Κάθε φορά που ένα όπλο σημαδεύει

με αίμα κόκκινο ραντίζει το χορτάρι

η άβυσσος ένα κορμί βαθιά χωνεύει

ανοίγει μνήμα για της μάνας το βλαστάρι.

 

Όταν το δάχτυλο πιέζει τη σκανδάλη

μια σφαίρα γράφει ένα όνομα μοιραία

γέρνει της άνοιξης τ' ολάνθιστο κεφάλι

μαύρος βαρκάρης καρτερεί στην προκυμαία.

 

Δεν είν' ο στόχος η καρδιά, μα το μυαλό μας

να συνηθίσει στην απανθρωπιά, στη φρίκη

κάποιοι γνωρίζουν πιο καλά για το καλό μας

και η ζωή μας τελικά δεν μας ανήκει.

 

Κάθε φορά που ξεφωνίζουν οι σειρήνες

καμένη σάρκα τον αέρα θα ποτίσει

της ευτυχίας χίλια κομμάτια οι βιτρίνες

θολό το βλέμμα, οι αισθήσεις και η κρίση.

 

Όταν το χέρι τη ζωή μπορεί να πάρει

του αδελφού με το μαχαίρι απ' τα στήθια

άβουλα θύματα και θύτες οι φαντάροι

στον τοίχο στήνουν και σκοτώνουν την αλήθεια.

 

Δεν είν' ο στόχος η καρδιά, αλλά η σκέψη

του πόνου η κραυγή να βυθιστεί στη λήθη

θεριό ο άνθρωπος, και τούτο θα τ' αντέξει

η πιο φτηνή τροφή το ψέμα για τα πλήθη.

 

© Δημήτρης Φιλελές