ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προδοσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προδοσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Απριλίου 2025

«Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ

 


«Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ 

Θεατρική κριτική του Δημήτρη Φιλελέ

 

Η υπόθεση:

Στο Θέατρο της Ημέρας ανεβαίνει η «Προδοσία» του Νομπελίστα Χάρολντ Πίντερ (έργο γραμμένο το 1978), μια ιδιαίτερη θεατρική παράσταση για πολλούς λόγους, αλλά κυρίως επειδή το έργο είναι εμπνευσμένο από αληθινό και μάλιστα προσωπικό συμβάν, την εξωσυζυγική σχέση του συγγραφέα με την Τζόαν Μπέικγουελ. Το κείμενο του έργου στην ελληνική γλώσσα είναι μεταφραστική δημιουργία του Μάριου Πλωρίτη.

Ένα ερωτικό τρίγωνο ιδωμένο μέσα από την πρωτότυπη θεατρική ματιά του Άγγλου συγγραφέα (διαφορετική από εκείνη του Ίψεν), γνωστού για τις ρηξικέλευθες απόψεις του εν γένει, μέσα από μια αναδρομή αναμνήσεων και αποενοχοποιημένο, τελικά, από τα στερεότυπα της μοιχείας, της προδοσίας ή και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Χωρίς κοινωνικές προκαταλήψεις και με πλήρως αποδεκτές τις ανθρώπινες αδυναμίες, οι χαρακτήρες της μυθοπλασίας εμφανίζονται στην πραγματική τους διάσταση, με απουσία εξιδανικεύσεων ή μελοδραματισμών, με όση δραματικότητα ή κωμικότητα (γιατί όχι) ταιριάζει σε παρόμοιες καταστάσεις, σε τέτοιο βαθμό που τα τεκταινόμενα επί σκηνής φαντάζουν όχι αληθοφανή αλλά αληθινά.

Από όσα συμβαίνουν όμως, προκύπτουν ερωτήματα που κάθε ένας θεατής ξεχωριστά καλείται να απαντήσει: Είναι ικανές οι κοινωνικές συμβάσεις να χαλιναγωγήσουν τα ανθρώπινα συναισθήματα; Μήπως ο έρωτας είναι τόσο ακαταμάχητος, ώστε κάθε πιθανή αντίσταση είναι προκαταβολικά μάταιη; Και επειδή πάντα υπάρχει τίμημα για τις αποφάσεις μας: Ποιο είναι άραγε μεγαλύτερο; Το τίμημα του πάθους ή της υποταγής σε μια επιλογή που έχει κλείσει τον κύκλο της, αλλά έχει δημιουργήσει παράπλευρες υποχρεώσεις; Οι απαντήσεις είναι τόσες, όσες και οι άνθρωποι που θα κληθούν να απαντήσουν διαχρονικά.

Τέλος, η διαδοχή των σκηνών με κατεύθυνση από το παρόν προς το παρελθόν σε όλη τη διάρκεια του έργου είναι επίσης μια πρωτοτυπία, μια εξελικτική διαδικασία που απαιτεί ισορροπία χειρισμών, ώστε ο θεατής να παραμείνει προσηλωμένος σε όσα επί σκηνής διαδραματίζονται. Και, πράγματι, ο Πίντερ πετυχαίνει και αυτό, κρατώντας το κοινό εντός θέματος και δράσης μέχρι τέλους.

 

Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Μέσα από την καθαρή και εύστοχη σκηνοθετική ματιά του Βύρωνα Κολάση, με τη συνδρομή της Ελένης Καταλιακού, βλέπουμε να εκτυλίσσεται επί σκηνής μια εντελώς ανθρώπινη ιστορία με όλη την αλήθεια και το ψέμα που της αναλογεί, χωρίς ακρότητες αλλά και με αινιγματικές καταστάσεις, και με τρεις χαρακτήρες που υπηρετούν πιστά το θέμα, την πλοκή, αλλά και το κείμενο.

Η μουσική επένδυση του Κώστα Μπίγαλη είναι υποβλητική και θεματικά συνυφασμένη με την ατμόσφαιρα και την υπόθεση του έργου, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως απαραίτητο ιντερμέδιο μεταξύ των σκηνών.

Ευρηματική η Μπέττυ Λυρίτη, υπεύθυνη τόσο για το στήσιμο του λιτού σκηνικού που επιτρέπει την ελεύθερη μετακίνηση των ηθοποιών κατά μήκος και πλάτος της σκηνής, όσο και στις απαιτούμενες ενδυματολογικές εναλλαγές που παραπέμπουν στην εποχή γραφής του έργου και λειτουργούν καθοριστικά στην αποσαφήνιση του απαραίτητου χρονικού διαχωρισμού των σκηνών.

Αθόρυβα υποβοηθητικοί οι φωτισμοί σε κάθε σκηνή της παράστασης με τη διακριτική επιμέλεια του Γιώργου Σηφάκη.

 

Οι ερμηνείες:

Ο Βύρων Κολάσης (Ρόμπερτ), με διπλή ιδιότητα, δρα και ως ηθοποιός που με την εμπειρία και την απόλυτη φυσικότητα «καταπίνει» τη σκηνή, πείθει τον θεατή ως αινιγματικός, λόγω των απόψεών του, απατημένος αλλά και απατών σύζυγος. Με εκφορά λόγου τέτοια, που ο θεατής εξοικειώνεται μαζί του και στο πρόσωπό του ίσως βλέπει και τον γείτονα της διπλανής πόρτας ή και τον ίδιο του τον εαυτό – πάντα αυτό εξαρτάται από την οπτική γωνία που αντιλαμβανόμαστε ή συμμετέχουμε στα γεγονότα.

Ο Κώστας Μπίγαλης (Τζέρρυ), ως εραστής, προσφέρει στο κοινό μια απροσδόκητη (λόγω της γνωριμίας του με το ευρύ κοινό ως μουσικός) και αξιοθαύμαστη ερμηνεία. Πάσχει πριν εξομολογηθεί τον «απαγορευμένο» έρωτά του, κατά τη διάρκεια της εξωσυζυγικής σχέσης, αλλά και μετά τη διακοπή της. Βρίσκεται σε μία διαρκή παραζάλη, που η έλξη της είναι τόσο δυνατή, ώστε να μη μπορεί να την αποφύγει. Είναι ο προφανής υπαίτιος της αναπότρεπτης δυστυχίας του σε μία εσωτερική παραληρηματική κατάσταση, που μαγνητίζει το βλέμμα και τη σκέψη του θεατή.

Η Έμμυ Δημητρακοπούλου (Έμμα), το μήλον της έριδος, σε διαρκή ένταση και αμφιβολία για όσα συμβαίνουν μέσα και γύρω της, σε αέναη αναζήτηση επιβεβαίωσης της γυναικείας φιλαρέσκειας και ματαιοδοξίας, αδιάκοπα παλινδρομεί και έχει ερωτήματα που δεν πρόκειται ποτέ να απαντηθούν, κινείται σε ατμόσφαιρα συγκρουσιακή με τον εαυτό της και με το περιβάλλον, ισορροπεί –ή έτσι θέλει να πιστεύει– σε ένα τεντωμένο σκοινί που δεν ξέρει πότε θα σπάσει ή αν έχει ήδη κοπεί χωρίς να το αντιληφθεί.

 

Μια απολαυστική παράσταση που συνιστάται ανεπιφύλακτα στους θιασώτες του κλασικού θεατρικού ρεπερτορίου.

 

Συντελεστές
Συγγραφέας: Χάρολντ Πίντερ
Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης
Σκηνοθεσία: Βύρων Κολάσης
Φωτισμοί: Γιώργος Σηφάκης
Κονσόλα ήχου - φώτων: Ciel Κομνηνού
Σκηνικά- Κοστούμια: Μπέττυ Λυρίτη
Μουσική επιμέλεια: Κώστας Μπίγαλης
Φωτογραφίες: Απόστολος Δελάλης
VideoArt: Evangelos Callow
Graphics: Μάνος Σαλούστρος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Καταλιακού
Σύμβουλος επικοινωνίας: Αλίκη Δανάλη
Παραγωγή: Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού

 

Ερμηνεύουν:
Βύρων Κολάσης (Ρόμπερτ)
Κώστας Μπίγαλης (Τζέρρυ)
Έμμυ Δημητρακοπούλου (Έμμα)

 

Θέατρο της Ημέρας
Ημέρες και ώρα παραστάσεων: Δευτέρα 20:30 και Πέμπτη 21:00

Διάρκεια παράστασης: 90΄ λεπτά

Εισιτήρια: Γενική Είσοδος: 12 ευρώ / Μειωμένο (άνω των 65, Φοιτητές): 10 ευρώ / ΑΜΕΑ, ΑΤΕΛΕΙΕΣ, ΑΝΕΡΓΟΙ: 5 ευρώ.
Προπώληση:
https://www.ticketservices.gr/event/theatro-tis-imeras-prodosia-harold-pinter/ 

Κρατήσεις εισιτηρίων: 6944 462456 (11.00 - 14.00), 6937 194058 (14.00 - 16.00) και στο ταμείο του θεάτρου


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: «Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ στο Θέατρο της Ημέρας



 

Πέμπτη 14 Απριλίου 2022

Μαρία Πολυδούρη - Αφιέρωμα


Αφιέρωμα στην ποιήτρια


Μαρία Πολυδούρη



Φαντασία στο τραγούδι μιας νυχτερινής κιθάρας

 

Ο Απρίλης κι η Σελήνη μέσα στο άλσος

σμίξαν. Το μεσονύχτι μεθυσμένοι

περάσαν μ’ ευθυμία.

Και τώρα στη γαλήνη είναι απλωμένη

ρεμβαστική ματιά, η μελαγχολία.

 

Δυο δέντρα αναπολούνε

μια νύχτα καταιγίδας, που οι κορφές τους

ερωτικά μπλεχτήκαν

και στην ανάμνησή τους ξεπετιέται

λυγμός από χορδές που δονηθήκαν.

 

– Στον ύπνο σου κόρη γλυκιά…

 

Έν’ ανοιχτό παράθυρο

στο αγιόκλημα πνιγμένο

κι η κόρη κρίνο, με το φως

του φεγγαριού ντυμένο.

 

– Του τραγουδιού μου η φωνή…

 

Κι αγγίζει στον αμύριστο

κάλυκα της καρδιάς της

σαν όνειρον αθώας χαράς

ο πρώτος έρωτάς της.

 

Και λίγο λίγο σκοτεινιάζει το άλσος.

Στο κυπαρίσσι στάθηκε η Σελήνη

βαθιά συλλογισμένη.

Ο Απρίλης βαρέθηκε να δίνει

φιλιά. Φεύγει κι η Νύχτα κουρασμένη.

Όλα σιγήσαν μόνο για να μείνει

το φλογερό παράπονο:

 

– Γιατί μ’ έχεις σ’ αιώνια τυράννια…

 

το κλάμα της κιθάρας που ανεβαίνει

προς τη χλωμή Σελήνη, προς τα ουράνια…

Μαρία Πολυδούρη



Του Καρυωτάκη

 

«Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα

κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ᾿ ηύραν εσύ να λείπεις.

Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα

ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης.

 

Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, από τη μόνωσή σου

ένα σημείο από φωτιά τους έστελνες, γνωρίζαν

το θλιβερό χαιρέτισμα που φώταε της αβύσσου

τους δρόμους κι᾿ όλοι απόμεναν στον τόπο τους που ορίζαν.

 

Απόμεναν στην ίδια τους πικρία, κρεμασμένοι

έτσι μοιραία και θλιβερά στο «βράχο» του κινδύνου.

Κι᾿ όταν πια τους χαιρέτισες, οι αιώνια απελπισμένοι

ψάλαν μαζί κάποια στροφή καθιερωμένου θρήνου.

 

Μα φτάνουν πάντα στο «νησί» τα νέα παιδιά ολοένα.

Στην άδεια θέση σου ζητούν της ζωής το ελεγείο.

Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα

και της καινούριας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο.

 

Μαρία Πολυδούρη (1929)



Τα λόγια σου

 

Θυμάμαι τώρα... Οι θύμησες πλημμύρες που με πνίγουν,

άνεμος, σκοτεινιά.

Τα λόγια ανθούς τα μάδησες, μα τώρα αυτά μου ανοίγουν

κακές πληγές βαθιά.

 

Ούτε σκιά, ούτε όνειρο έτσι που διαβαίνει

γοργά προς το χαμό.

Καπνός η αγάπη. Σύννεφο, τα λόγια σου, μου ραίνει

σταγόνες τον καημό.

 

Τώρα σαπίζουν μέσα μου πρώιμες οι πληγές μου.

Η θύμηση ασπασμός

προδοτικός, να μου γελούν κρυφά κάποιες στιγμές μου

ν' αυξαίνει ο απελπισμός!

 

Μαρία Πολυδούρη



Προδοσία

 

Ζωή, πώς με παράδωσες μ' ένα φιλί στους δήμιους.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Οι δήμιοι σου, καλόγνωμοι, θάνατο δεν προστάζουν.

Είναι κι αυτοί απ' τους τίμιούς σου και τους ευγενικούς!

Χαμόγελο τα χείλη τους και γλυκό λόγο στάζουν

κ' έχουν κι αγάπη και σκοπούς ωραίους και ιπποτικούς.

 

Ω, εμένα το αίμα μου έλειψεν απ' τη φριχτή αγωνία,

στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σέρνεται η θηλιά

και να μη σφίγγει. Ω, ευγενική των δημίων μου μανία,

έχω μέσα στα στήθη μου σπασμένη την καρδιά.

 

Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ' έχει η ζωή προδώσει

και μου ζητάνε να γελάσω αθώα και τρυφερά

και να ‘ναι μες στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση,

που να γενεί στα ευγενικά σας όνειρα φτερά.

 

Εγώ πρέπει απ' τη λίγη μου σταγόνα να σας θρέψω

του αίματος, που φαρμάκωσε κι αυτή μες στην καρδιά.

Τα φάσματα των πόθων μου λουλούδια να σας δρέψω

και να δεχτώ σα μιαν αυγή την τελευταία βραδιά.

 

Κι αν η σπασμένη μου καρδιά τρίξει στο σαρκασμό μου,

κι αν αντί δάκρυ στάξουνε τα μάτια μου φωτιά,

θα μου ραβδίσετε το χυδαίο κι άπρεπο στοχασμό μου

ευγενικά στυλώνοντας την βλοσυρή ματιά.

 

Όμως η βαριά μοίρα μου δεν είναι ο θάνατός μου.

Μες στην καρδιά βόσκουνε πληγές από φωτιά.

Ποιος από σας, ανύποπτα, τίμιος θα γίνει εχθρός μου

στον ξέσαρκό μου τράχηλο να σφίξει τη θηλιά!

 

Μαρία Πολυδούρη



Θα ‘ρθείς αργά

 

Ως πότε πια θα καρτερώ να ξαναρθείς και πάλι

σαν από χρόνους μακρινούς και ξένες χώρες πέρα;

Λιγόστεψε η ζωούλα μου και μέρα με τη μέρα,

ανήμπορη και τρυφερή, σβήνεται αγάλι αγάλι…

Άκου στα δέντρα πένθιμα πώς τρίζουνε τα φύλλα,

μηνάνε το φθινόπωρο. Δες, τ’ ουρανού το χρώμα

το θόλωσαν τα σύννεφα… Μια κρύα ανατριχίλα

στα λουλουδάκια χύνεται… κι’ αργείς, αργείς ακόμα!

Θα ‘ρθείς αργά, με τη νυχτιά και με τον κρύο χειμώνα,

με το χιονοσαβάνωμα, με του βοριά το θρήνο

και δε θα βρεις ούτ’ ένα ρόδο, ούτ’ ένα αθώο κρίνο

να μου χαρίσεις… ούτε καν μια πένθιμη ανεμώνα.

 

Μαρία Πολυδούρη



Ένα βράδυ στο Σταθμό

 

Τι θλιβερό πράμα ο Σταθμός,

που μόλις να ‘χει φύγει το τραίνο.

Ούτε στιγμή, μόλις που εδώ

στις ράγες του βαριά σταματημένο

και πηγαινοέρχονταν γοργά,

ανίδεα γελώντας ταξιδιώτες.

Κι όσοι που μείνανε κι αυτοί

δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.

Η άδεια θέση κ' η σιωπή

μες στο Σταθμό που του ‘φυγε το τραίνο.

Κι αυτοί που μείνανε σκορπούν

κ' έχουν το βήμα το αποφασισμένο

όσων τη μοίρα ακολουθούν.

Κάθε φορά τους φεύγει κι από κάτι

και κείνοι μένουν στο Σταθμό

λυγίζοντας το θολωμένο μάτι.

Στρέφουν στα ίδια θαρρετοί

δήθεν κ' η πλάτη τους κυρτώνει πίσω.

- Καταραμένε χωρισμέ

όμως και σένα απόψε θ' αγαπήσω.

Γιατί το «χαίρε» ήταν γλυκό

καθώς το χέρι σειόταν στον αέρα

απ' το μαντήλι πιο λευκό

κι απ' τον ανθό, σα φως που έφευγε πέρα,

που δεν το είχα ιδεί ποτέ

τόσο γαλήνια ωραίο τ' όραμά σου,

Καταραμένε χωρισμέ.

Μου τρέμουνε τα χείλη στ’ όνομά σου.

 

Μαρία Πολυδούρη

 

Gare du Nord, Παρίσι 1927

(«Ελληνική επιθεώρηση» 23, 1930)