ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρίτη 1 Μαρτίου 2022

Ο τάφος του κροκόδειλου

 


Ο τάφος του κροκόδειλου

 

Ο γερο-κροκόδειλος, ο απόλυτος άρχοντας του ποταμού, καθώς έκανε τα πρωινά του μακροβούτια για να ξεπλύνει τις τσίμπλες από τα μάτια και να ξεμουδιάσει τα αγουροξυπνημένα μέλη του κορμιού του, ένιωσε μια λιγούρα να του τριβελίζει το στομάχι και ένα επίμονο γαργάλημα να ανεβαίνει από τον οισοφάγο  στον ουρανίσκο του. Κατάλαβε πως το θεριό της πείνας είχε αρχίσει να ζωντανεύει μέσα του και ζητούσε πάλι φρέσκια σάρκα για να ημερέψει. Με ζωηρές τώρα κινήσεις κατευθύνθηκε προς την όχθη, στο καθιερωμένο σημείο συνάντησης με το γεύμα του˙ ένα κοπάδι αγριοβούβαλων που είχαν συμφωνήσει να του εξασφαλίζουν την τροφή όποτε πεινάσει.

***

Τους είχε συναντήσει τυχαία στο φονικό καρτέρι του, τη μέρα που ένα βουβαλάκι ξέφυγε χοροπηδώντας από την επιτήρηση των φυλάκων του κοπαδιού και με μια δυο χαψιές πολτοποιήθηκε ανάμεσα στα αμείλικτα δόντια του ερπετού, για να καταλήξει στην κοιλιά του μπροστά στα τρομαγμένα άβουλα μάτια του πατέρα και της μητέρας του, που με βουβό πόνο παρακολουθούσαν το σπαρακτικό θέαμα.

- Ακούστε, τους είχε πει αμέσως μετά το γεύμα του. Έτσι έφτιαξε την πλάση ο δημιουργός και δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει˙ είναι θέμα τάξης. Εγώ και οι όμοιοί μου τρώμε σάρκες κι εσείς τρώτε χορτάρι. Κάθε φορά, λοιπόν, που θα κατεβαίνετε σε κάποιο σημείο της όχθης, είναι βέβαιο πως θα συναντάτε κάποιον από τους συντρόφους μου -τα έχουμε μοιράσει τα στέκια- που θα τρώει κάποιον από σας. Εγώ, όμως, που είμαι πιο σοφός, πιο μεγαλόκαρδος και πιο δίκαιος από τους άλλους, έχω να σας προτείνω μια πιο τίμια συμφωνία.

Ακούστε˙ αφού έτσι κι αλλιώς κάποιος από σας θα φαγωθεί, γιατί να μην είναι και ο πιο αδύναμος; Αυτός που δεν μπορεί να προστατέψει το υπόλοιπο κοπάδι όταν δεχτεί επίθεση από άλλους εχθρούς - γιατί έχετε κι άλλους εχθρούς-, από λιοντάρια ή τίγρεις, ας πούμε. Έτσι δεν θα χάνεται ποτέ κάποιος σημαντικός για την ομάδα σας. Μάλλον καλό σας κάνω, που δεν θα καθίσετε να περιμένετε κάποιον αργοκίνητο, που μπορεί να σας βάλει όλους σε μεγάλο κίνδυνο.

Και για να δείτε πόσο πολύ σας σκέφτομαι και σας νοιάζομαι, θα σας κάνω ένα ακόμα πολυτιμότερο δώρο. Σας επιτρέπω να έρχεστε όποτε θέλετε στο σημείο αυτό και να πίνετε δωρεάν το νερό μου χωρίς να σας πειράξει κανείς.

Ακούστε˙ η συμφωνία που σας προτείνω είναι η μόνη ωφέλιμη για όλους σας. Εγώ θέλω να είμαι φίλος σας˙ και μην ξεχνάτε πως ένας ισχυρός φίλος είναι πάντα χρήσιμος. Εγώ είμαι έτοιμος να δώσουμε τα χέρια ή τα πόδια˙ ό,τι προτιμάτε. Ειδάλλως, λυπάμαι πολύ, αλλά δεν μπορώ να σας εγγυηθώ τίποτα…

***

Η συμφωνία είχε κλείσει εκείνη τη μέρα με συνοπτικές διαδικασίες, ο κροκόδειλος και ο αρχηγός των αγιοβούβαλων είχαν δώσει τα χέρια και τα πόδια με δάκρυα πρωτόγνωρης χαράς και ανείπωτης συγκίνησης και από τότε είχαν μείνει πιστοί στη συμμαχία τους. Κάθε φορά που ο κροκόδειλος πεινούσε, άραζε στην όχθη, άνοιγε διάπλατα τα τρομερά σαγόνια του, έκλεινε τα μάτια και άρχιζε να κλαψουρίζει, άκουγαν τον συνθηματικό ήχο τα βουβάλια και η νεκρική πομπή ξεκινούσε από το λιβάδι συνοδεύοντας το πιο αδύναμο μέλος της στην τελευταία του κατοικία. Μετά το τέλος του γεύματος, ο κροκόδειλος αποχωρούσε αθόρυβος και χορτάτος, ενώ τα βουβάλια βουτούσαν το κεφάλι με τα δακρυσμένα μάτια μέσα στο νερό που τους είχε παραχωρήσει, έπιναν μερικές γουλιές και μ’ ένα κόμπο στον λαιμό έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού στο λιβάδι τους. Κι όταν έφταναν εκεί, παραδομένα στη μοίρα τους, από την επόμενη κιόλας μέρα άρχιζαν να συλλογίζονται ποιο θα είναι το νέο θύμα, ποιο θα αποφασιστεί ότι είναι το πιο αδύναμο μέλος του κοπαδιού. Βέβαια, η επιλογή δεν ήταν πάντα εύκολη, συχνά υπήρχαν συγκρούσεις μεταξύ τους˙ και δεν ήταν λίγες οι φορές που τα κέρατα και τα χεροπόδαρα διασταυρώθηκαν προκαλώντας αδελφική αιματοχυσία και βαθιές πληγές που πήραν χρόνο να επουλωθούν.

Μέχρι που ένας νεαρός αγριοβούβαλος, με τον αυθορμητισμό της νιότης του,  αποφάσισε να ρίξει μια πρόταση στο λιβάδι. Στάθηκε με περηφάνια μπροστά στον αρχηγό και είπε˙

- Αδελφέ αρχηγέ, από τότε που συμμαχήσαμε με τον κροκόδειλο, τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. Για μια σταλιά νερό, κάθε τόσο θυσιάζουμε ένα από τα αδέλφια μας. Κι όταν έρχεται η ώρα να αντιμετωπίσουμε τους άλλους εχθρούς μας, το θάρρος μας είναι από τα γόνατα κομμένο. Πάντα κάποιος γενναίος χάνεται, για να μένει πίσω και να σώσει τους υπόλοιπους.  Όσο κυλάει ο καιρός, τόσο λιγοστεύουμε. Σκέψου πως τον κροκόδειλο δεν τον ενδιαφέρει αν όποιος γεμίζει την κοιλιά του είναι δυνατός ή αδύναμος. Αυτός όλους μας βλέπει σαν φαγητό, που έχει αποφασίσει από μόνο του να του γεμίζει το πιάτο χωρίς κόπο. Γι’ αυτό έχω να προτείνω ένα σχέδιο που θα μας απαλλάξει μια και καλή από τα δόντια της φιλίας του κροκόδειλου.

Ο αρχηγός άκουγε αμήχανος. Το θράσος του νεαρού είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Όχι μόνο στεκόταν απέναντί του σαν ίσος προς ίσο, αλλά μέσα στο μυαλό του κυκλοφορούσαν ιδέες επικίνδυνες, κόντρα στη μοίρα, κόντρα στην ίδια τη φύση. Τον κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια και ετοιμάστηκε να αστράψει και να βροντήξει, να υπενθυμίσει ποιος αποφασίζει, να υπενθυμίσει  τους όρους της συμμαχίας. Ποιο ήταν αυτό το παιδαρέλι που αμφισβητούσε την εξουσία του; Ένιωσε οι οπλές του να οπλίζονται και τα στριφτά δυνατά του κέρατα να θέλουν να τον κουτουλήσουν με όλη τους την ορμή. Αλλά συγκρατήθηκε όταν παρατήρησε ότι μια ομάδα νεαρών βουβαλιών είχε ήδη συγκεντρωθεί γύρω από τον αντιρρησία και ήταν έτοιμα να πάρουν το μέρος του. Προτίμησε, λοιπόν, να φερθεί διπλωματικά και να πει˙

- Ορίστε, λοιπόν, νεαρέ αδελφέ. Σε ακούμε…

- Προτείνω εγώ και οι φίλοι μου να ανεβούμε ως τον γειτονικό λόφο, με τις δυνατές οπλές μας να ξεκολλήσουμε την πιο μεγάλη και βαριά πέτρα που θα βρούμε, να την κουβαλήσουμε ως την όχθη και όταν έρθει ο κροκόδειλος, να του την ταΐσουμε. Έτσι κι αλλιώς, αυτός μας καταβροχθίζει με το στόμα ορθάνοιχτο και τα μάτια κλειστά. Είμαστε αποφασισμένοι να παίξουμε τη ζωή μας κορόνα γράμματα για όλους μας, για να του τη χώσουμε στο στόμα και να του το βουλώσουμε μια για πάντα. Κι αν το σχέδιό μας πετύχει, ο κροκόδειλος θα βουλιάξει στον πάτο του ποταμού κι εμείς θα είμαστε πια ελεύθεροι.

Ο αρχηγός κατέβασε για λίγο πονηρά το βλέμμα. Το μυαλό του δούλεψε γρήγορα και αποφασιστικά. Αν το σχέδιο πετύχει, θα έχει δώσει την έγκρισή του˙ πράγμα που σημαίνει ότι έχει μερίδιο στη σωστή απόφαση και παραμένει ακλόνητος στη θέση του. Αν το σχέδιο αποτύχει, θα πει ότι υποχρεώθηκε να συμφωνήσει, για να φανεί πόσο δίκαιη ήταν η δική του προηγούμενη απόφαση. Εξάλλου, θα έχει εξασφαλίσει μερικά από τα επόμενα θύματα χωρίς να χρειαστεί καμιά επιλογή.

- Ας είναι, φίλοι μου, ακούστηκε η φωνή του. Τόπο στα νιάτα. Εσείς μπροστάρηδες κι εμείς μαζί σας. Άλλωστε, τι έχουμε να χάσουμε;

***

Εκείνο ήταν το πρωινό που αντάμωσαν τον γερο-κροκόδειλο στην όχθη του ποταμού. Με το στόμα ολάνοιχτο και τα μάτια γεμάτα δάκρυα, πρόσμενε ανυπόμονα το εξασφαλισμένο γεύμα του. Μια ομάδα δυνατών ποδιών ζύγωσε με προσοχή και με μια τελευταία δυνατή κλωτσιά -χλαπ!- έσπρωξε την πέτρα μέσα στα κοφτερά σαγόνια˙ που έκλεισαν με πάταγο και μ’ ένα δυνατό γκλουπ έσπρωξαν αμάσητη την πέτρα στο άδειο στομάχι.

Το μακρόστενο ερπετό οπισθοχώρησε αργά και ετοιμάστηκε να αποτραβηχτεί στη φωλιά του, για να χωνέψει με την ησυχία του. Όμως το βάρος της πέτρας όχι μόνο δεν του επέτρεπε να κινηθεί, αλλά το τραβούσε με δύναμη προς τον πάτο του ποταμού. Πρόλαβε και πήρε μια βαθιά ανάσα, γέμισε τα πνευμόνια του με αέρα και προσπάθησε να κρατηθεί στην επιφάνεια. Κάθε προσπάθεια του κροκόδειλου ήταν μάταιη˙ ο αέρας σωνόταν, το σώμα του βούλιαζε όλο και πιο πολύ, συνέχισε να σπαρταράει, να μαστιγώνει άτσαλα το νερό με την ουρά και τα πόδια, μέχρι που κάποια στιγμή αφέθηκε, ένιωσε το νερό να εισβάλλει από παντού στο σώμα του, παραιτήθηκε, κατακάθισε κι έμεινε για πάντα εκεί, κοκαλωμένος, τροφή πλούσια για τα μικρά άκακα ποταμίσια ψαράκια.

Τα βουβάλια, που όλη αυτή την ώρα παρακολουθούσαν με αγωνία κρυμμένα πίσω από τις πυκνές φυλλωσιές, μόλις βεβαιώθηκαν πως ο άσπονδος φίλος τους ξεψύχησε, ξεχύθηκαν με ποδοβολητά μέσα στα πράσινα νερά και με ιαχές νίκης πανηγύρισαν την επιστροφή τους στην ελεύθερη ζωή.

Εκείνη τη στιγμή της χαράς εκμεταλλεύτηκε ο αρχηγός για να ανακοινώσει επίσημα την απόφασή του να αποσυρθεί από την ηγεσία του κοπαδιού και να παραδώσει τα σκήπτρα της εξουσίας στη νέα γενιά, προλαβαίνοντας τις δυσάρεστες γι’ αυτόν εξελίξεις, που για τόσα χρόνια με την απραξία και τη μοιρολατρία του είχε καταδικάσει τόσα αδέλφια του σε άδοξο και αιματηρό τέλος χωρίς καμιά αντίσταση.

Από τότε, χάρη στην αποφασιστικότητα και τη γενναιότητα των λίγων τολμηρών, τα βουβάλια απόκτησαν τον δικό τους ζωτικό χώρο, αφού κανένας άλλος κροκόδειλος δεν τόλμησε πια να πλησιάσει σ’ εκείνο τον καταραμένο τόπο, τον τάφο του κροκόδειλου.

 

© Δημήτρης Φιλελές

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2022

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2022

Το αυγό

 

Το αυγό



Άκουσε τον ήχο που έσκιζε τον αέρα και τρομαγμένη σήκωσε ασυναίσθητα τα μάτια της στον ουρανό. Είδε το σιδερένιο πουλί που φτερούγιζε από μακριά κι ένας αόρατος φόβος έσφιξε την καρδιά της. Ωστόσο, της ήταν αδύνατο να ξεκολλήσει το βλέμμα της από το γιγάντιο πτηνό που σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκε πάνω από το σπίτι της, άνοιξε την κοιλιά του και έριξε ένα ογκώδες μεταλλικό αυγό που ξεκίνησε να πέφτει με ανατριχιαστικό σφύριγμα και έσκασε με γδούπο πάνω στη διπλανή πολυκατοικία˙ τον διαδέχτηκε ένα συθέμελο τράνταγμα και αλλεπάλληλες εκρήξεις. Με τρόμο ζάρωσε σε μια γωνιά του δωματίου, κουλούριασε τα λεπτά της χέρια γύρω από το γόνατα και έχωσε το κεφάλι ανάμεσά τους, καθώς άκουγε γυαλιά να σπάζουν και  ουρλιαχτά ανθρώπων, ενώ ένας πυκνός καπνός απειλούσε να της κόψει την ανάσα. Ένα χέρι την άρπαξε, την έσυρε έξω από το διαμέρισμα και κουτρουβαλιάζοντας τα σκαλιά του κλιμακοστάσιου την οδήγησε έξω στον δρόμο. Παντού γύρω άμορφα αντικείμενα που φλέγονταν, κορμιά γεμάτα αίματα και μουντζουρωμένα ρούχα, χέρια υψωμένα στο πουθενά και στόματα που ξεστόμιζαν κατάρες και βρισιές. Κι εκείνη, καθισμένη στο πεζοδρόμιο δίπλα σε σωρούς από πέτρες και κομματιασμένα τζάμια, δίχως να ξέρει τι μπορεί να συμβεί την επόμενη στιγμή, με μάτια κατακόκκινα, στυλωμένα σε μια μαύρη τρύπα πάνω στο οδόστρωμα.

Επέζησε, επιβίωσε, έμαθε να συμβιώνει με την απώλεια,  έγλειψε τις πληγές της ψυχής της μέχρι να επουλωθούν και στάθηκε στα πόδια της, αλλά ποτέ στην κατοπινή ζωή της δεν άγγιξε, ούτε έσπασε αυγό. Είχε πάντα την αίσθηση πως κάτι οδυνηρό θα ξεπηδήσει από τα σπλάχνα του.

 

© Δημήτρης Φιλελές




Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022

Ο πηλός των λέξεων

 

Ο πηλός των λέξεων


Οπτικοποιημένο ποίημα

όπως αναρτήθηκε

στο ποιητικό ιστολόγιο 

poetagreco.blogspot.com




Δημήτριος Καμπούρογλου - Το πρώτο ειδύλλιο

 #διαβάζω_για_σένα


Ακούστε με ένα κλικ!

Δημήτριος Καμπούρογλου

Το πρώτο ειδύλλιο



Το πρώτο ειδύλλιο[1]

 

Από το σπίτι του για να πάει στο Γυμνάσιο της Πλάκας[2], ένα μόνο δρόμο είχε ν’ αλλάξει.

Αυτός όμως προτιμούσε ένα στενό σοκάκι, που δεν τον πήγαινε βέβαια συντομότερα, είχε όμως άλλα προτερήματα. Είχε ένα σπιτάκι και το σπιτάκι αυτό ένα παραθυράκι και το παραθυράκι αυτό, κάθε πρωί στις οχτώ παρά τέταρτο που περνούσε, δυο μικρές συμμαθήτριες και πολύ φιλενάδες, που διάβαζαν. Είχαν επαναλήψεις.

Πότε η μια, πότε η άλλη κρατούσε το τετράδιο και άκουγε την άλλη που έλεγε.

Μόλις ο φίλος μου πλησίαζε στο παραθυράκι αυτό, έσκυβε το κεφάλι του κάτω -όλα τ’ αγόρια είναι μπούφοι- και κοίταζε τα βήματά του, που κάθε τόσο τρίκλιζαν. Την ώρα όμως που έστριβε το στενό, γύριζε το κεφάλι του κι έριχνε μια μονάχα βιαστική ματιά στο παραθυράκι.

Μια φορά είδε πως είχαν γυρίσει τα κεφαλάκια τους και τον κοίταζαν. Την άλλη μέρα του χαμογέλασαν. Την τρίτη μέρα του κούνησαν το τετράδιο. Έβγαλε κι αυτός το καπέλο του τότε και χαιρέτησε από μακριά. Την άλλη μέρα, ύστερα απ’ τα πραξικοπήματα[3] αυτά, άμα τον είδαν από μακριά που φάνηκε στο στενό, τσακίστηκαν να μπουν μέσα.

Το πρωί πέρασε δειλά δειλά, ξύνοντας σχεδόν τον τοίχο.

Αυτές όμως ήταν δύο. Έσκυψαν και σαν κάτι να ήθελαν να πουν˙ μα τραβούσε η μια την άλλη και ξεκαρδισμένες στα γέλια μπήκαν μέσα.

Θύμωσε και έκανε τρεις μέρες να περάσει.

Όταν ξεθύμωσε και πέρασε, με αδιαφορία τάχα και απάθεια, ακούει μια φωνίτσα -τι γλυκιά φωνίτσα που ήταν αυτή- να του λέει:

- Γιατί τόσο σοβαρός;

Νέο κρύψιμο και κατρακύλισμα καρέκλας πάλι.

Ήταν Παρασκευή. Το Σάββατο δεν πέρασε.

Τη Δευτέρα το πρωί, μόλις αντίκρισε το στενό, είδε πως τα κορίτσια, αντί να είναι στο παράθυρο, ήταν στην πόρτα.

«Θάρρος», είπε μέσα του, «θα περάσω και θα τις χαιρετήσω˙ και αν μου πουν κανένα δειλό δειλό καλημέρα σας, θα σταθώ και θα τους μιλήσω. Δεν είναι σωστό να φοβάμαι έτσι˙ θα με πάρουν για κανένα κουτό».

Μόλις πλησίασε, η μια απ’ αυτές, η ζωηρότερη -είναι ανάγκη να σας πω πως ήταν μελαχρινή;- κοιτάζοντας και διορθώνοντας τάχα την ποδιά[4] της φιλενάδας της και σαν να μιλούσε σ’ αυτή, του λέει:

- Τι γινήκατε πάλι, τρεις μέρες;…

Κι εξακολούθησε να διορθώνει την ποδίτσα, που δεν είχε τίποτα για διόρθωμα. Τότε λέει κι αυτός, χωρίς να σταθεί, μέσ’ απ’ τα δόντια του :

- Τρεις μέρες δεν θυμάμαι τι έγινα˙ τρεις νύχτες όμως, εγώ το ξέρω!...

Κι εξακολούθησε τον δρόμο του, χωρίς να δει το αποτέλεσμα της έκρηξης.

Ήταν η πρώτη εκ του συστάδην[5] μάχη του προς το ωραίο φύλο. Για μια στιγμή το αίμα του είχε συγκεντρωθεί στο κεφάλι του και χτυπούσαν τα μηλίγγια[6] του. Και τόσο τα ‘χασε, που δεν υπολόγισε καλά τη στροφή που θα έκανε βιαστικά στο τέλος του δρομάκου και χτύπησε στον τοίχο.

Την άλλη μέρα -πώς αργούν να ξημερώσουν μερικές μέρες…- μόλις αντίκρισε το ωραίο σπιτάκι, τις είδε πάλι στο παράθυρο.

Μόλις πλησίαζε, η μελαχρινή μπήκε μέσα -ήταν η σειρά της άλλης, φαίνεται- η άλλη δε, η ξανθιά, έριξε ένα διπλωμένο χαρτάκι και τραβήχτηκε κι αυτή μέσα γλιστερά σαν πετρόψαρο[7].

Ο φίλος μου έκανε πως σκόνταψε˙ σκόρπισε χάμω τα τετράδιά του και, μαζεύοντάς τα, πήρε και το μυρωδάτο χαρτάκι… στρίβει στο στενό, κοιτάζει δεξιά, ζερβά[8], μπρος, πίσω, ψηλά, χαμηλά -ως και χάμω κοίταξε- και άμα βεβαιώθηκε πως δεν τον βλέπει κανείς, άνοιξε το χαρτάκι!

«Ποια απ’ τις δυο αγαπάς;»

Να, τι έλεγε το χαρτάκι.

Το τι έπαθε αυτή τη μέρα δεν λέγεται. Ο καθηγητής της Γεωγραφίας τον ρώτησε που είναι ο Σαρωνικός[9] κόλπος κι αυτός απάντησε: στην Ερυθρά[10].

Τα γέλια των συμμαθητών του νομίζει κανείς πως ακόμα ακούγονται.

- Κρίμα στον πατέρα σου!... περιορίστηκε να πει ο καθηγητής˙ και ρώτησε έναν άλλο. Αλλά με μια φωνή αποκρίθηκε σχεδόν όλη η τάξη!...

«Ποια απ’ τις δυο λοιπόν;»… Τον έβενο[11] ή το χρυσάφι;… Το μυστήριο ή την αποκάλυψη;… Τα λιγωμένα[12] μάτια ή τα λαχταριστά χείλη;… Τις γραμμές ή το χρώμα;… Τα μεσάνυχτα -που από το σκοτάδι δεν βλέπεις τι δρόμο να πάρεις- ή το εκθαμβωτικό μεσημέρι, που απ’ το πολύ φως χάνεις πάλι τον δρόμο σου;…

Ρώτησε τα βιβλία του σχολείου, που είχε διαβάσει φανερά στη λάμψη της μέρας και στο φως της λάμπας, και δεν του είπαν τίποτα. Ρώτησε τα βιβλία που είχε διαβάσει κρυφά τη νύχτα, όταν κοιμόνταν όλοι, με τη γλυκιά βοήθεια του μικρού καντηλιού, και του είπαν πολλά και ανώφελα.

Σαν ρώτησε και την ψυχή του, του είπε με πολλή ειλικρίνεια:

«Και τις δυο!»

Το πρωί που πέρασε και ήταν στο παράθυρο, σκυμμένες πάνω στο βιβλίο τους -να, που ντράπηκαν κι αυτές!...- έριξε κι αυτός το διπλωμένο χαρτάκι του μέσα στην πορτίτσα τους:

«Και τις δυο».

Την άλλη μέρα που ξαναπέρασε, το παράθυρο ήταν κατάκλειστο και ούτε ξανάνοιξε πια στις οχτώ παρά τέταρτο.

 

Δημήτριος Καμπούρογλου

 

 

Μεταγραφή κειμένου, σχολιασμός και ανάγνωση © Δημήτρης Φιλελές

 

 



[1] το ειδύλλιο = η τρυφερή ερωτική σχέση.

[2] η Πλάκα = η πιο παλιά γειτονιά της Αθήνας, στους πρόποδες της Ακρόπολης.

[3] το πραξικόπημα = η αιφνιδιαστική ενέργεια.

[4] η ποδιά = η υποχρεωτική σχολική ενδυμασία για τα κορίτσια μέχρι το 1981.

[5] εκ του συστάδην = από πολύ κοντά, σώμα με σώμα.

[6] τα μηλίγγια = οι κρόταφοι του κρανίου.

[7] το πετρόψαρο = ψάρι που ζει στους βράχους του βυθού.

[8] ζερβά = αριστερά.

[9] Σαρωνικός κόλπος = η θαλάσσια περιοχή στα νοτιοδυτικά του νομού Αττικής.

[10] Ερυθρά θάλασσα = η θαλάσσια περιοχή μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Αιγύπτου.

[11] ο έβενος = πολύ σκληρό ξύλο μαύρου χρώματος από δέντρα των τροπικών περιοχών της Ασίας και της Αφρικής.

[12] λιγωμένος = αυτός που προκαλεί λιποθυμία.



Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2022

Στρατής Γαλανός - Η Σονάτα Waldstein (απόσπασμα)

 #διαβάζω_για_σένα

Αγαπημένες φίλες και φίλοι της ελληνικής λογοτεχνίας,

Ακούστε... ένα απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Στρατή Γαλανού "Η Σονάτα Waldstein" που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τις Εκδόσεις Υδροπλάνο.

Ακούστε με ένα κλικ!

Η Σονάτα Waldstein από το Anchor.fm

ή εναλλακτικά

δείτε στο youtube


Σε κάθε περίπτωση..

Καλή σας ακρόαση!!!



Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Παύλος Νιρβάνας - Η στερνή αγάπη της Δροσούλας

 #διαβάζω_για_σένα


Ακούστε... με ένα κλικ!

Παύλος Νιρβάνας

Η στερνή αγάπη της Δροσούλας



Η στερνή αγάπη της Δροσούλας

 

Τη λέγανε Δροσιά και Δροσούλα. Σιγά σιγά τα νιάτα της στραγγίσανε, τα μάτια της βαθούλωσαν απ’ τα δάκρυα της κακορίζικης ζωής, το πετσί της γέμισε ζαρωματιές, τα μαλλιά της ασπροκιτρίνισαν σαν λερωμένο μπαμπάκι, σκέβρωσε το κορμί της κι η δροσιά της σβήστηκε. Και τη λέγανε ακόμα Δροσιά και Δροσούλα. Και καθώς έβλεπε κανένας τα κρύα γερατειά και καθώς άκουγε τ’ όνομά της, μια διπλή ανατριχίλα περιέχυνε το κορμί του.

Ήταν ογδόντα χρονών η Δροσούλα κι είχε το ένα πόδι της στον τάφο. Μα κι αν της έλεγε κανένας πως θα ξαναγεννηθεί και θα ξαναζήσει την ίδια της ζωή, θα ‘βαζε γρήγορα και το άλλο πόδι της στον λάκκο να μη ξαναδεί τέτοια ζωή. Γιατί μέσα στα ογδόντα χρόνια της η Δροσούλα δεν είδε μια καλή ημέρα. Κι αν είδε καμιά, την ξέχασε.

Δεν γνώρισε ποτέ της καλό, ούτε από αγίους ούτε από ανθρώπους. Γιατί; Κι αυτή δεν μπορούσε να καταλάβει. Με τα τουλούμια[1] έκαψε το λάδι στους αγίους και με τα καντάρια[2] τ’ αγιοκέρια. Και στους ανθρώπους ήτανε πάντα γλυκομίλητη, καλή και πονετικιά. Γι’ αυτό δεν μπορούσε να καταλάβει την έχθρα τους. Μα ούτε ζητούσε να καταλάβει. Έκανε τον σταυρό της κι έλεγε: «Δόξα σοι ο Θεός. Μη χειρότερα». Και κάθε μέρα ήταν χειρότερα και τρις χειρότερα.

Όταν παντρεύτηκε, ορφανή κι έρημη, ένα όμορφο κι άξιο παλικάρι, είπε πρώτη φορά μέσα της με καμάρι: «Ας μου χαρίσει ο Θεός τον καλό μου και να ξεχάσω όλες τις πίκρες μου». Σαν να στραβοάκουσε ο Θεός την προσευχή της, μέσα σε δυο χρόνια της τον πήρε, αφήνοντάς τη χήρα με δυο ανήλικα παιδιά, ένα κοριτσάκι κι ένα αγόρι. «Δόξα σοι ο Θεός˙ και μη χειρότερα», είπε. Κάθε βράδυ, σαν κοίμιζε τα δυο τα ορφανά της, άναβε το καντήλι στους Άγιους Αναργύρους κι έλεγε από μέσα της: «Άγιοί μου Ανάργυροι, χαρίστε μου τα δυο μου αγγελούδια και να ξεχάσω όλες μου τις συμφορές, να ξεχάσω και τον καλό μου, που ‘φυγε και μ’ άφησε δυο χρονών χήρα». Λες και παρακάλεσε τους αγίους όχι να της χαρίσουνε, μα να της χωρίσουνε το αγαπημένο ζευγαράκι. Πέντε χρονών πέφτει στο στρώμα το κορίτσι και δεν ξανασηκώνεται. «Δόξα σοι ο Θεός˙ και μη χειρότερα», είπε πάλι η Δροσούλα. Κι όταν στέγνωσαν τα δάκρυά της, πήρε τον μοναχογιό της στην αγκαλιά και τον πήγε στην εκκλησία, ανήμερα του Αϊ-Στυλιανού, που βαστάει ένα παιδί στην αγκαλιά του και διαφεντεύει[3] όλα τα παιδιά της χριστιανοσύνης. Απίθωσε[4] τον μοναχογιό της κάτω απ' την εικόνα, άναψε ένα κερί ίσα με το μπόι του στον άγιο και παρακάλεσε γονατιστή: «Αϊ-Στυλιανέ μου, σωτήρα των παιδιών του κόσμου, λυπήσου με κι ελέησέ με. Σου παραδίνω το μονάκριβό μου. Βάλε το χεράκι σου απάνω του, να ζήσει και να μεγαλώσει, να μοιάσει του πατέρα του». Αυτά είπε η φτωχή η Δροσούλα, ποτίζοντας με δάκρυα τις πλάκες της εκκλησιάς. Λες και είπε του αγίου να της πάρει και το μονάκριβό της και να την αφήσει έρημη και σκοτεινή στον κόσμο. Μέσα στον χρόνο αρρώστησε ο μοναχογιός της και μέσα στον χρόνο την άφησε και πέταξε απ’ την αγκαλιά της. «Δόξα σοι ο Θεός!», ξαναείπε πάλι η Δροσούλα, τρελή απ’ τον καημό της και τα μάτια της τρέχανε σαν βρύσες. Δεν είπε πια: «Μη χειρότερα!». Γιατί χειρότερη συμφορά δεν ήταν άλλη στον κόσμο.

Σαν έμεινε μόνη στον κόσμο η Δροσούλα, κάθε βράδυ γονάτιζε μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς, έκανε μετάνοιες απάνω σε μετάνοιες και παρακαλούσε κι έλεγε: «Παναγιά μου Παρθένα, πάρε με τώρα να πάω να βρω τ’ αγαπημένα μου. Ο κόσμος έγινε τάφος για μένα και κόσμος μου είναι ο τάφος, που κείτονται τ’ αγαπημένα μου.» Η Παναγία την κοίταξε μ’ ένα γλυκό χαμόγελο απ’ το ψηλό εικονοστάσι, σαν να συμπονούσε τη συμφορά της. Μέρα με τη μέρα η Δροσούλα περίμενε τον θάνατο και κάθε βράδυ, κλείνοντας τα μάτια της, είχε την ελπίδα πως δεν θα τα ξανανοίξει πια. Και κάθε πρωί που ο ήλιος την ξυπνούσε, βαρυγκωμούσε[5] μέσα της κι έλεγε: «Αλίμονο! Εγώ έλεγα πως είμαι πεθαμένη και πάλι στον κόσμο βρίσκομαι». Λες και είχε παρακαλέσει την Παναγιά να την αφήσει κορακοζώητη[6] στον κόσμο. Και κορακοζώητη έμεινε. Ογδόντα χρόνων έφτασε, ποτίζοντας το χώμα με τα δάκρυά της, γεμίζοντας τον αέρα με τους αναστεναγμούς της, ώσπου στέρεψαν κι οι βρύσες των ματιών της κι ώσπου δεν της έμεινε ούτε πνοή ν’ αναστενάξει.

Έτσι γύριζε μέσα στην πολιτεία, σκιάχτρο και σίχαμα, κάτω απ’ την απονιά του ουρανού και μες στην καταφρόνια[7] των ανθρώπων η γρια-Δροσούλα. Μέσα στο καλύβι της ούτε καντήλι είχε να της φέξει -τουλούμια είχε κάψει το λάδι στους αγίους- ούτε φωτιά να πυρωθεί, ούτε ψυχή να την κοιτάξει. Σιγά σιγά, καθώς σκέβρωσε το κορμί της, δεν μπορούσε να σταθεί στα κοκαλιάρικα πόδια της κι όλο έγερνε να πέσει με τα μούτρα στο χώμα. Μα το χώμα δεν την ήθελε. Χίλιες φορές έπεσε μπρούμυτα στη γη και χίλιες φορές τη σηκώσανε πάλι οι διαβάτες. Δεν είχε ούτε ένα ραβδί να ακουμπήσει τα γηρατειά της. Τότε κάποιος τη λυπήθηκε, πήρε ένα χοντρό κλαδί αγριελιά, το πελέκησε[8], το ‘κοψε και της το χάρισε να σέρνει το γέρικο κουφάρι[9] της.

Το φτωχικό ραβδί έγινε τώρα ο μοναχός σύντροφος της γριάς Δροσούλας. Δεν τ’ άφηνε απ’ το χέρι της. Μ’ αυτό σερνόταν πάνω στα καλντερίμια[10] του νησιού, μ’ αυτό χτυπούσε τις πόρτες, γυρεύοντας το ψυχικό των χριστιανών, μ’ αυτό έδιωχνε τα μαντρόσκυλα που χιμούσαν να την ξεσχίσουν. Κι όταν έπεφτε το βράδυ να κοιμηθεί, το ‘βαζε πάντοτε στο πλάι της, συντροφιά και παρηγοριά της, γιατί δίχως αυτό δεν μπορούσε να σηκωθεί απ’ το στρώμα. Σιγά σιγά το αγάπησε σαν άνθρωπο. Σαν άνοιγε τα μάτια της, η πρώτη της ματιά έπεφτε στο ραβδί της, χαϊδευτική και παραπονεμένη. Και το κοκαλιάρικο χέρι της άπλωνε λες μοναχό του κι έπιανε το ξερό ραβδί και το πασπάτευε[11] μέσα στο σκοτάδι, σαν να χάιδευε ανθρώπινο χέρι. Και το ραβδί πάλι, μολονότι ήταν ξύλο, φαινόταν να τη συμπονάει και να τη λυπάται, περισσότερο απ’ τους αγίους και τους ανθρώπους. Σιγά σιγά σκέβρωσε κι αυτό, λύγισε και κουλούριασε, σαν να ήθελε μοναχό του να γίνει πιο περιποιητικό και να στηρίζει πιο βολικά το σακάτικο[12] κορμί της κυράς του. Έτσι, μια ανθρώπινη αγάπη έλεγες πως έδενε το ξύλο με τον άνθρωπο. Η γριά Δροσούλα, μέσα στη δυστυχία της, ξέχασε με τον καιρό όλα τ’ αγαπημένα της που της πήρε ο χάρος κι ο καιρός, κι είχε μόνη παρηγοριά κι ελπίδα το πονετικό ξύλο. Ήτανε η στερνή της αγάπη. Μα τα χείλη της ποτέ δεν είπαν λόγο ή ευχή για τον στερνό σύντροφό της.

Φοβόταν, μήπως η ζηλιάρα η Μοίρα της πάρει και τη στερνή της αγάπη, όπως της πήρε και τις πρώτες.

 

Παύλος Νιρβάνας (1914)

 

Μεταγραφή, σχολιασμός και ανάγνωση © Δημήτρης Φιλελές

 



[1] με τα τουλούμια = (τουρκικά tulum = ασκός) σε μεγάλες ποσότητες.

[2] με τα καντάρια = (τουρκικά kantar < αραβικά qinṭār - μονάδα βάρους ίση με περίπου 60 κιλά) σε μεγάλες ποσότητες.

[3] διαφεντεύω = προστατεύω.

[4] απιθώνω = ακουμπώ.

[5] βαρυγκωμώ = δυσανασχετώ.

[6] κορακοζώητος = αυτός που ζει πολλά χρόνια πέρα από το φυσιολογικό όριο.

[7] η καταφρόνια = η περιφρόνηση.

[8] πελεκώ = κόβω με τσεκούρι.

[9] το κουφάρι = το ανθρώπινο πτώμα.

[10] τα καλντερίμια (τουρκικά kaldirim) = λιθόστρωτα ανώμαλα δρομάκια.

[11] πασπατεύω = ψαχουλεύω.

[12] σακάτικος (τουρκικά sakat)= ανάπηρος.