ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2024

Νίκος Ζαννής - Στα χρόνια της υπομονής...

 


Νίκος Ζαννής – «Στα χρόνια της υπομονής...»

εκδόσεις red n’ noir, Αθήνα, Ιούνιος 2024

 

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

«Στα χρόνια της υπομονής...» (δεν μας θυμήθηκε κανείς). Με παρακίνηση από τους στίχους του γνωστού λαϊκού τραγουδιού και το άκουσμά του από τον ακόμη πιο γνωστό ερμηνευτή του, ο Νίκος Ζαννής αποφασίζει να γράψει την ομότιτλη νουάρ παραμυθονουβέλα (εκδόσεις red n' noir, Αθήνα, Ιούνιος 2024, isbn: 978-618-5684-20-4).

Κεντρικός ήρωας της ιστορίας, ο Αρίσταρχος, ιδιωτικός ερευνητής που κάποτε υπήρξε αστυνομικός «γιατί έτσι νόμιζε πως θα πολεμάει το κακό», αλλά πολύ σύντομα κατάλαβε ότι «αν είσαι μέρος του συστήματος, είσαι ένοχος άσχετα αν πατάς τη σκανδάλη». Τοποθετημένος από τον συγγραφέα στον δέκατο έκτο όροφο του μοναδικού ουρανοξύστη είκοσι δύο ορόφων σε μια συνοικία με διώροφα κτίσματα, σε μια πόλη που μπορεί να είναι και η πόλη μας, μας μεταφέρει εξαρχής το σαρκαστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρόκειται να εκτυλιχθεί η ιστορία.

Φανατικός καπνιστής, λάτρης του αλκοόλ και των αλκοολικών ποδοσφαιριστών παγκόσμιας κλάσης, υποταγμένος διά βίου στην ακαταμάχητη έλξη του ωραίου φύλου, εξοικονομεί τα προς το ζην από τη λύση υποθέσεων μοιχείας. Ζει κάπου στο ενδιάμεσο μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας, μέχρι που ένας παλιός έρωτας έρχεται να ταράξει τα νερά και από ερευνητής μεταπίπτει σε μυστικό εραστή, από διώκτης σε πιθανό διωκόμενο και θύμα ευρύτερης συνωμοσίας χορτοφάγων εναντίον «χορτοφαγο-φάγων»· για τη ροή των γεγονότων, βέβαια, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει και ένας ρουφιάνος, που προσωποποιείται στη φυσιογνωμία της κουτσομπόλας θυρωρού, που μπορεί και να είναι αχρείαστη.

Αν όμως η μητέρα είναι μια ασήμαντη πληροφοριοδότης, ο γιος της είναι σημαντικός καλλιτέχνης φωτογράφος, απαραίτητος για την απαθανάτιση της εικόνας των παράνομων τρυφερών περιπτύξεων, που αποτελεί τον αδιάψευστο μάρτυρα της τέλεσης του βδελυρού αμαρτήματος της μοιχείας. Σε πόσο δεινή όμως θέση θα βρεθεί και αυτός όταν το «υποκείμενο» βρεθεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια του σε τρυφερό εναγκαλισμό με τον δαιμόνιο -εργοδότη του- ιδιωτικό ερευνητή; Όλα, βέβαια, μπορούν να λησμονηθούν ανώδυνα και να θεωρηθούν παροράματα με ένα ποτήρι ουίσκι και άπειρα ερωτικά χάδια. Εδώ μέχρι και ο μεγάλος δάσκαλος των ερευνητών, ο Μερακλής Πουμαρό, θα σήκωνε τα χέρια ψηλά.

Φαίνεται όμως ότι η μαγνητική έλξη του «υποκειμένου» είναι ακατανίκητη, ενώ ένα σημείωμα με στίχους των Led Zeppelin περιπλέκει ακόμη περισσότερο την υπόθεση και ένα σημείωμα για ένα ραντεβού στα σκοτεινά ίσως φωτίσει επιτέλους τις σκιερές πτυχές της υπόθεσης. Όμως όλος ο κόσμος ξαφνικά σκοτεινιάζει και ο ήρωας βρίσκεται με αδαμιαία περιβολή σε έναν άγνωστο χώρο, όπου η προσφώνηση «αγάπη μου», αντί ψυχικής ανάτασης προκαλεί φόβο. Η βουτιά στο αδιέξοδο βαθαίνει όλο και πιο πολύ, μέχρι που ο Αρίσταρχος φτάνει να αναρωτιέται για το όφελος που προκύπτει για τους ανθρώπους από την προσφορά των υπηρεσιών του, αφού είναι αυτός που τους γνωστοποιεί την απώλεια μιας ουτοπίας και τους βυθίζει στη θλίψη για κάτι ανύπαρκτο. Βέβαια, ο πλανήτης δεν περίμενε εκείνον για να πέσει με τα μούτρα στην κατάθλιψη, αφού οι άνθρωποι, ύστερα από την έξωση από την Εδέμ, κατοικούν μόνιμα στον βυσσινόκηπο των καθημερινών ανατροπών.

Και αν η «αγάπη» του είναι περισσότερες από μία; Μπορεί και δύο, μπορεί και τρεις (αδελφές). Και αν, τελικά, για την ανεπαρκή ανάλυση των δεδομένων ευθύνεται το είδος του φαγητού που καταναλώνει ο ήρωας; Μήπως με την αλλαγή διατροφής οδηγηθεί στη λύση του μυστηρίου;

Τελικά, όπως συμβαίνει σε κάθε αστυνομική ιστορία που σέβεται τον εαυτό της, έτσι και εδώ ο συγγραφέας μάς επιφυλάσσει ένα ξαφνικό ταξίδι στο μυστηριώδες αρχοντικό κάποιου «θείου Βάνια» και στο αναμενόμενο ανατρεπτικό τέλος, δικαιώνοντας την αρχική του θέση ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.

Ο συγγραφέας Νίκος Ζαννής με το βιβλίο ανά χείρας

Ωστόσο, η ιστορία είναι μόνο η αφορμή. Από την αρχή μέχρι το τέλος του κειμένου βιώνουμε μια λεκτική παρωδία, μια ιλαροτραγωδία ικανή να οδηγήσει στη λύτρωση ή την καταστροφή, με τους στίχους των τραγουδιών και τις μουσικές να φυτρώνουν εκεί που δεν τις σπέρνουν και να δίνουν λύση στο πρόβλημα ως από μηχανής θεοί, σε μια εποχή που κανένας πλέον δεν τους εμπιστεύεται.

Γιατί η ζωή είναι τόσο κωμική ή τόσο τραγική όσο εμείς την αντιλαμβανόμαστε. Ως εκ τούτου αναβλύζουν και τα πηγαία ερωτήματα: Υπάρχει τελικά η κοινή για όλους πραγματικότητα ή ο καθένας μας βολεύεται σ' εκείνη που του κάνει τη ζωή πιο εύκολη; Είναι τόσο σκληρή όσο λέγεται ή επιδέχεται μαλάξεις, ώστε να γίνει πιο εύπεπτη; Και όπως ο συγγραφέας πιστεύει, οι ερωτήσεις εμπεριέχουν πάντα τις απαντήσεις; Γρήγορος ρυθμός, δομημένος λόγος σε αντιστοιχία με τη φυσιογνωμία των ηρώων, καυστικό χιούμορ, σαρκασμός και αυτοσαρκασμός, συνεχείς ανατροπές, συγκαλύψεις και αποκαλύψεις, παρερμηνείες και παρανοήσεις, με φανερές τις επιδράσεις από τη θεματολογία και τον τρόπο γραφής του Άντον Τσέχωφ.

Μέσα από τις σελίδες του αφηγήματος παρελαύνουν: η διάψευση ελπίδων και επιθυμιών, η ιλαροτραγωδία ανεκπλήρωτων ερώτων, η αδυναμία των ανθρώπων να κατανοήσουν και να αφομοιώσουν έγκαιρα τις κοινωνικές αλλαγές, αλλά και η αδιανόητη  αμφισβήτηση της ιεραρχίας, με παραπομπή στο παρασκήνιο στις Τρεις αδελφές, τον Θείο Βάνια, τον Βυσσινόκηπο, αλλά και τον Θάνατο ενός δημόσιου υπαλλήλου του μεγάλου συγγραφέα.

Άλλο τόσο, όμως, είναι υπαρκτή και η ιδιαίτερη προσωπικότητα του συγγραφέα μέσα από τα αναπάντητα και βασανιστικά ερωτήματα που τον απασχολούν, χωρίς ή με φιλοσοφικές προεκτάσεις, όπως το ποτό: (Από το τελευταίο μπουκάλι σιβηριανής βότκας) «έβαλε στο ποτήρι του αργά και βασανιστικά δύο δάχτυλα... μεγαλοπόδαρου δράκου της στέππας!» (σελ. 13), η μεταθανάτια ερωτική φήμη: «Θα έρθουν στην κηδεία μου οι γυναίκες που αγάπησα ή θα στείλουν απλώς μια αποχαιρετιστήρια κάρτα;» (σελ. 17), και ασφαλώς η ποιότητα του φαγητού: «Μα γιατί φτιάχνουν τόσο γερές τις ζελατίνες περιτυλίγματος; Λες και προορίζονται για ν' αντέξουν σε πιθανή τρομοκρατική ενέργεια.» (σελ. 27), «(Ο μπουφές) είχε διάφορες σούπες, ποιος τολμούσε όμως να τις αγγίξει, καθώς αδυνατούσε να ρισκάρει αν αυτό που κολυμπούσε μέσα τους ήταν ακόμη ζωντανό.» (σελ. 130).

Μαζί, βέβαια, με την «ελαφρότητα» της καθημερινότητας, ο Νίκος Ζαννής, δεν παραλείπει να δηλώνει ενεργός πολίτης και με την προσωπική του σφραγίδα γραφής να καταθέτει ευθαρσώς τις απόψεις του άλλοτε βάζοντας λόγια στο στόμα των ηρώων, άλλοτε με τη μορφή αόρατης φωνής και άλλοτε ως παρένθετα αποφθέγματα: Οι άνθρωποι «κάθε μέρα κάνουν αυτό που ξέρουν καλά. Ταξιδεύουν με πλοίο την οδύνη και πυξίδα την επιθυμία.» (σελ. 75), «Καμιά φορά, η μικρότερη απόσταση μεταξύ δύο σημείων αποδεικνύεται η μεγαλύτερη διαδρομή.» (σελ. 80), «Έτσι λειτουργεί η δικαιοσύνη στο αστικό κράτος. Σαν τα φίδια. Δαγκώνει μόνο τους ξυπόλητους...» (σελ. 84), «Η γιαγιά του έλεγε πως τα μυστικά είναι σαν τα ζόμπι. Δεν πεθαίνουν ποτέ.» (σελ. 99), «Παράδεισος, κόλαση. Ο κόσμος είναι πολύχρωμος. Γιατί θέλεις να τον κάνεις τόσο ασπρόμαυρο;» (σελ. 113), «Ο φόβος είναι σαν τη ραδιενέργεια. Αν εκτεθείς μακροχρόνια σ' αυτήν, σε αλλάζει γενετικά.» (σελ. 116).

Όπως είπαμε, η ιστορία είναι η αφορμή και η αφήγηση είναι το όχημα· η ανάγνωση πίσω από τις λέξεις επαφίεται στην επάρκεια του αναγνώστη.

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: «νουάρ παραμυθονουβέλα» • Fractal (fractalart.gr)


Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

Βικτώρια Χαλκιά - Η σπηλιά του δράκου - Βιβλιοκριτική

 


Βικτώρια Χαλκιά

Η σπηλιά του δράκου – Παραμύθι για παιδιά

Εκδόσεις της Νέας Διάστασης, 2023

Κριτική προσέγγιση του Δημήτρη Φιλελέ

 

Το παραμύθι, όπως λέει η ίδια η λέξη, βρίσκεται παρά τον μύθο, δηλαδή δίπλα στον μύθο και ένα σκαλί πιο κάτω. Ο ανώνυμος προφορικός λαϊκός αφηγητής –που δεν είναι μόνο ένας, αλλά πολλοί– ζυμώνει την κοινή γνώση και την εμπειρία της ζωής, οφείλει να διατηρείται στο αφηγηματικό του ύψος και να προσφέρει στους ακροατές όλα όσα θέλουν να ακούσουν και όλα όσα πρέπει να μάθουν.

Ο σύγχρονος παραμυθάς ή παραμυθού, όμως, έχει ακόμα δυσκολότερο ρόλο και να αντιμετωπίσει μεγαλύτερες προκλήσεις. Είναι επώνυμος, άρα εκτεθειμένος, καταθέτει μόνο τη δική του εμπειρία ζωής, και μάλιστα γραπτά, και δεν διαθέτει το βάθος του χρόνου της λαϊκής μας παράδοσης. Μ’ αυτό το εγχείρημα έρχεται να αναμετρηθεί η Βικτώρια Χαλκιά μέσα από το παραμύθι της «Η σπηλιά του δράκου», με στόχο να γίνει ελκυστική, ευχάριστη, διδακτική χωρίς διδασκαλία τυπική, κρούοντας με ευαισθησία και απαλότητα την θύρα του συναισθήματος, ενεργοποιώντας τη μνήμη και διεγείροντας την καρδιά.

Στη Χώρα του Χειμωνανθού με τα κίτρινα λουλούδια ο βασιλιάς είναι δίκαιος, οι άνθρωποι ζουν ευτυχισμένοι και, το σημαντικότερο, εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον. Η καλοσύνη δεν μπορεί να αντιληφθεί την κακία που παραμονεύει και φθονεί εκείνους στους οποίους ποτέ δεν μπορεί να μοιάσει. Τα μάγια σπέρνουν τον τρόμο και τον πανικό, η ισορροπία ανατρέπεται, ο τόπος παγώνει, ο χρόνος παγώνει, οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε πλάσματα που το ένα μπορεί άθελά του να βλάψει το άλλο, η λύση –αν υπάρχει και ποια να είναι άραγε– στην αταξία που επικρατεί φαντάζει σαν άπιαστο όνειρο. Η Χώρα του Χειμωνανθού μεταμορφώνεται σε Χώρα της Λησμονιάς και η απελπισία γίνεται ο χειρότερος σύμβουλος.

Όμως, και στις πιο ακραίες και αντίξοες καταστάσεις η πίστη στη μητέρα φύση και η εμπιστοσύνη στα πλάσματά της είναι αρκετή για να δημιουργήσει μια ρωγμή στο δίχτυ της κακίας, να αφήσει χώρο για να φυσήξει μια πνοή ελπίδας, να χτίσει φιλίες δυνατές που μπορεί να φαίνονται παράταιρες στα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, αλλά να διαθέτουν τη δύναμη ψυχής να αποδεχτούν τη διαφορετικότητα και να εργαστούν για το κοινό καλό.

Οι αγριόχηνες, το σμήνος του σοφού αρχηγού Νιλ, που ταξιδεύουν προς τον νότο αναζητώντας τα πιο θερμά μέρη, δεν συνεχίζουν την πορεία τους αδιαφορώντας για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα πλάσματα που συναντούν στο διάβα τους. Κι ας μη βιαστεί κάποιος να θεωρήσει ότι κάπου εδώ υποβόσκει το σύνδρομο του σωτήρα. Είναι κάτι πολύ πιο απλό και αληθινόˑ το ενδιαφέρον που οφείλουμε να εκδηλώνουμε για όσους συν–υπάρχουν μαζί μας στο μεγάλο μας σπίτι, τη γη. Γιατί ζωή χωρίς προβλήματα δεν υπάρχειˑ και πού θα συντύχουμε άραγε αρωγούς και συμπαραστάτες στη δική μας δύσκολη ώρα, όταν πριν έχουμε εγκαταλείψει όσους εμείς αφήσαμε κάποτε αβοήθητους;

Για να λυθεί το πρόβλημα –τα μάγια– χρειάζεται να βρεθεί το αντίδοτο, και το αντίδοτο στον παραλογισμό είναι η λογική, είναι η προσπάθεια που κάνουμε χωρίς να σκεφτόμαστε την αποτυχία ή την επιτυχία, είναι η μάχη που δίνουμε με όλες μας τις δυνάμεις, χωρίς να υπολογίζουμε χρόνο και κόπο, για να είμαστε συνεπείς με τον εαυτό μας ότι δεν παραδοθήκαμε αμαχητί. Και για να θυμηθούμε τα λόγια του ποιητή: Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει, όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει. (Ιάκωβος Καμπανέλλης).

Ένα μικρό μπλε λουλουδάκι, το μη με λησμόνει, είναι ικανό να λύσει τα μάγια. Με τη βοήθεια των αγαθών στοιχείων της φύσης η ισορροπία και η τάξη επιστρέφουν, τα κίτρινα λουλούδια του βορρά μαθαίνουν να συνυπάρχουν με τα μπλε λουλούδια του νότου, η ομορφιά και η αρμονία επανέρχονται στον τόπο και μια νέα δυνατή φιλία χτίζεται χωρίς να υπολογίζει σύνορα και αποστάσεις. Η επισφράγισή της είναι η συμβολική υπόσχεση συνάντησης κάθε άνοιξη, την εποχή της αναγέννησης της φύσης.

 Όσο ζω, μαθαίνω. Δεν είναι όλοι οι δράκοι κακοί, δεν είναι όλες οι αρκούδες τρομακτικές, δεν είναι όλες οι αγριόχηνες άγριες, δεν είναι όλες οι γριούλες καλοσυνάτες, δεν είναι ο κόσμος μας αγγελικά πλασμένος και ούτε θα γίνει ποτέ. Αλλά ούτε και η διδασκαλία από μόνη της είναι ικανή να μας μάθει τα μυστικά της ζωής και να μας προστατέψει από τις κακοτοπιές. Είναι η εμπειρία της ίδιας της ζωής όταν αποφασίσουμε να τη ζήσουμε, να πειραματιστούμε, να κάνουμε λάθη και να μάθουμε απ’ αυτά για να μην τα επαναλάβουμε, να βιώσουμε τις πτώσεις μας ως ευκαιρίες για να σταθούμε πάλι στα πόδια μας.

Ίσως η συγγραφέας, όταν έγραφε το παραμύθι, να είχε στο μυαλό της όλες αυτές τις προεκτάσεις του, ίσως κάποιες απ’ αυτές ή και καμιά απ’ αυτές. Και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της γραφής και ιδιαίτερα των παραμυθιώνˑ να αποκομίζει ο αναγνώστης μηνύματα που δεν του υπαγορεύονται, αλλά οδηγείται σ’ αυτά διαισθητικά και τα αφομοιώνει, χωρίς να του επιβάλλεται η πέψη τους.

Ολοκληρώνοντας, δεν θα παραλείψω τον σχολιασμό της εικονογράφησης του παραμυθιού από την Ανθούλα Π. Βεζύρη. Λιτές αλλά εξίσου στιβαρές εικόνες, με χαρακτηριστική «παιδική» αθωότητα, σε ισορροπία με το κείμενο, με πολυχρωμία και ζωντάνια, που αποτελούν πόλο έλξης για το παιδικό βλέμμα.  Σημαντική επίσης και η καλαίσθητη και ποιοτική έκδοση, που είναι απαραίτητη για κάθε βιβλίο, αλλά πολύ περισσότερο για εκείνα που απευθύνονται στους μικρούς αναγνώστες.

 

Δημήτρης Φιλελές


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η σπηλιά του δράκου στο fractal