ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

«NOMSFERATU» σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Johnny O

 

«NOMSFERATU»

σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Johnny O

 


Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Πάνω από εκατό χρόνια πριν, το μακρινό 1922, ο Γερμανός Φρίντριχ Βίλχελμ Μουρνάου σκηνοθετεί την ταινία τρόμου «Νοσφεράτου» (κατά μία εκδοχή το όνομα σημαίνει «αυτός που φέρει τη νόσο»), το εμβληματικό πλέον έργο του βωβού κινηματογράφου, που η σύλληψή του βασίζεται στο αρχετυπικό βαμπίρ του Δράκουλα, όπως αυτό παρουσιάζεται στο βιβλίο του Ιρλανδού συγγραφέα Αβραάμ Στόκερ.

Ο Χούτερ, υπάλληλος κτηματομεσιτικού γραφείου, ταξιδεύει από τη Βρέμη (Γερμανία) στα Καρπάθια όρη (Τρανσυλβανία) για να συναντήσει τον κόμη Ορλόκ. Πριν τον συναντήσει, οι φοβισμένοι κάτοικοι του γειτονικού χωριού δίνουν στον νεαρό υπάλληλο ένα βιβλίο σχετικό με βρικόλακες.

Ο Χούτερ συναντά τον ποντικομούρη κόμη Ορλόκ, ένα πλάσμα εφιαλτικά παραμορφωμένο και απόκοσμο, που υπογράφει αμέσως τα συμβόλαια της αγοράς του σπιτιού στη μακρινή Βρέμη όταν βλέπει τη φωτογραφία της Έλεν, της όμορφης συζύγου του Χούτερ, στο μενταγιόν του υπαλλήλου.

Στο πλοίο με το οποίο ταξιδεύει ο Ορλόκ στη Βρέμη, οι ναύτες αρρωσταίνουν και πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο. Όταν το πλοίο φτάνει στον προορισμό του, φέρνει στην πόλη τη θανατηφόρα ασθένεια με τα θύματα να έχουν όλα τα ίδια σημάδια από πληγές στον λαιμό.

Όταν η Έλεν διαβάζει το βιβλίο των βρικολάκων, ανακαλύπτει την τρομακτική αλήθεια. Μαθαίνει επίσης ότι μόνο η θυσία μιας αθώας γυναίκας θα σταματήσει το κακό και αναλαμβάνει να επωμιστεί αυτόν τον ρόλο.  

Για την ιστορία: Αξίζει να σημειωθεί ότι αν και είναι γνωστό ότι στη ζωή και στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση και  ότι ο Στόκερ είχε επίσης εμπνευσθεί τα έργα του από προϋπάρχοντα με παρόμοια θεματολογία (των Τζέραρντ, Πολιντόρι και Σέρινταν Λε Φάνιου), η σύζυγός του Στόκερ, Φλόρενς, κινήθηκε δικαστικά εναντίον του Μουρνάου και δικαιώθηκε, με αποτέλεσμα να καταστραφούν –ευτυχώς όχι όλα– τα αντίγραφα της ταινίας.

 


Η σύλληψη του Γιάννη Οικονομίδη (Johnny O) δίνει μια νέα πρωτότυπη διάσταση στην αρχική μυθοπλασία τόσο σε επίπεδο σεναρίου και συνοδευτικών μουσικών επιλογών όσο και ως σκηνοθετική άποψη. Ένας συνδυασμός δραστηριοτήτων που αποτυπώνουν τη συνολική εικόνα του καλλιτέχνη–πολυεργαλείου, που αφού τακτοποιήσει τα πάντα, επωμίζεται και την επί σκηνής παρουσία του. Ο λόγος περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα, δίνει την αίσθηση των υπότιτλων του βωβού κινηματογράφου, έχει λόγο ύπαρξης και είναι άκρως βοηθητικός ώστε το κοινό με ελάχιστα λεκτικά δεδομένα να αντιλαμβάνεται πλήρως τη ροή των γεγονότων. Ιδιαίτερη μνεία όμως αξίζει η σκηνοθετική του ματιά, καθώς τολμά και με απόλυτη επιτυχία κατορθώνει να συνταιριάσει το θεατρικό με το κινηματογραφικό στοιχείο. Ουσιαστικά οι θεατές σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της παράστασης παρακολουθούν ταυτόχρονα την πλήρη συγχώνευση των δύο τεχνών που πιασμένες χέρι-χέρι ξετυλίγουν με τρόπο συναρπαστικό το κουβάρι της ιστορίας.

Ο πολυτάλαντος καλλιτέχνης μας παρασύρει ανατριχιαστικά στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της μαύρης κωμωδίας, μας προσφέρει στιγμές αβίαστου γέλιου αλλά και απρόοπτης ανατριχίλας, ενώ παράλληλα μας χαλαρώνει με τρυφερότητα, γλυκύτητα και ευαισθησία.

Ουσιώδης και αξιοθαύμαστη η συνεργασία του Γιάννη Καραπιπερίδη, που ομολογουμένως έχει βάλει το δικό του λιθαράκι και στο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα όσο και στον απαιτούμενο απόλυτο συγχρονισμό. 

Οι υποβλητικοί φωτισμοί του Αποστόλη Τσατσάκου συνομιλούν ανά πάσα στιγμή όχι μόνο με τη ροή της ιστορίας και τη δραματική (ή και κωμική) εξέλιξη των ταχύτατα εναλλασσόμενων σκηνών και συναισθημάτων, φωτίζοντας κάθε σκοτεινή γωνιά ή απλώνοντας παντού σκιές και σκοτάδι όταν πρέπει.

Εξαιρετικές οι ενδυματολογικές επιλογές της Μαρίας Γεωργάτου, που από την πρώτη στιγμή όχι μόνο μας μεταφέρουν νοερά στην εποχή, αλλά μας βάζουν και στο κλίμα που επικρατεί.

Το λιτό και αφαιρετικό σκηνικό του Μιχάλη Ράπτη είναι ιδιαίτερα ευρηματικό, απόλυτα λειτουργικό και προσεγμένο ως την τελευταία λεπτομέρεια, ώστε να εξυπηρετεί κάθε εναλλαγή που προκύπτει από τη γοργή σκηνική δράση.

Τελευταίος –αλλά όχι έσχατος– ο αφανής ήρωας της παράστασης, ο Αλέξης Βιδαλάκης, που υπογράφει την καλλιτεχνική επιμέλεια και φέρει την ευθύνη της τελικής εικόνας που αποδίδεται στο κοινό. Άξιος συγχαρητηρίων χωρίς περισσότερα σχόλια.

 


Οι ερμηνείες:

Ο Γιάννης Οικονομίδης (Johnny O) αναλαμβάνει τον ρόλο του μεσάζοντα, είναι ο ανατριχιαστικός ξεναγός μας στον κόσμο που κινείται στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Ο διαρκώς αινιγματικός τόνος της φωνής του, η διφορούμενη όψη του και οι κοφτές κινήσεις του οδηγούν το κοινό στη γκρίζα ζώνη μεταξύ μύθου και αλήθειας, ορατού και αόρατου, πραγματικού και ονειρικού. Η παρουσία του ανανεώνει διαρκώς το ενδιαφέρον του κοινού που κρέμεται από τα χείλη του, έστω και αν δεν έχει πολλά να πει, αλλά κυρίως από την ένταση των χαρακτηριστικών του, που προϊδεάζουν για το απρόσμενο που όμως πρόκειται να συμβεί.

Ο Γιώργος Ντούσης, ως Τζόναθαν, φίλος του ξεναγού μας και θύμα των επιλογών του, μας εντυπωσιάζει με τη δυναμική σωματική του προσέγγιση. Αεικίνητος και άκρως εκφραστικός, με χαρακτηριστική ευχέρεια και απλότητα εικονοποιεί τις λέξεις, την ψυχική του διάθεση, τις συναισθηματικές τους διακυμάνσεις και μας προσφέρει μια ερμηνεία που μας κρατά σε αδιάκοπη επαφή με τις αλλεπάλληλες εναλλαγές των περιστατικών, μας κάνει συνταξιδιώτες στη μακρά διαδρομή του, τον νιώθουμε, τον συμπονάμε, αλλά και τον θαυμάζουμε.

Η Μαρία Μπαλούτσου, ως κόμης Ορλόκ, είναι απλώς εκπληκτική. Με κίνηση αιλουροειδή εισβάλλει στη σκηνή. Κάθε της βήμα, κάθε της κίνηση αποτυπώνεται ταυτόχρονα στο ανεπανάληπτο βλέμμα της, από το οποίο ο θεατής αδυνατεί να πάρει τα μάτια του. Άλλοτε επιθετική, άλλοτε σκληρή και εκδικητική, άλλοτε κάθετη και αποφασιστική, άλλοτε βαθιά συναισθηματική και φιγούρα τραγική, σκορπίζει ρίγη που διαπερνούν τη ραχοκοκαλιά είτε από ένα άγγιγμα τρόμου είτε από ανείπωτη συγκίνηση.

Η Εύη Κολιούλη, η γλυκιά Μίνα, είναι η ευγενική προσωποποίηση της αθωότητας. Με βλέμμα καθαρό, με κινήσεις απαλές και χαριτωμένες, με χάρη και κομψότητα μας προσεγγίζει και μας προσφέρει μια νότα αισιοδοξίας μέσα στο μαύρο που επικρατεί. Δεν είμαστε βέβαιοι, όμως, ότι είναι πράγματι τόσο αθώα όσο μας δείχνει. Μπορεί όμως σίγουρα να γίνει ο πόλος έλξης που μπορεί με μια γλυκιά αγκαλιά να υποτάξει το κακό.

Η Χριστίνα Δενδρινού, η θελκτική και εξωστρεφής Λούσι, γεμίζει τη σκηνή με τη ζωντάνια της, με έναν αέρα που αποπνέει θηλυκότητα και είναι ό,τι χρειάζεται για να διώχνει λίγο το βάρος των αναστεναγμών. Με το χάρισμα της ομορφιάς ξεδιπλώνει τις κατακτητικές της διαθέσεις και τις ερωτικές της επιθυμίες, αλλά με την ίδια ευκολία μεταμορφώνεται σε βαμπίρ, υποκύπτει αισθησιακά στις ορέξεις του κακού και απολαυστικά ρουφάει αίμα μπροστά στα έκπληκτά μάτια μας. 

Ο Θανάσης Μεγαλόπουλος, ο γιατρός, είναι η προσωποποίηση του ανθρώπου που ζει στον κόσμο του αλλά και του πιστού φίλου που είναι έτοιμος να πράξει το καλό χωρίς να υπολογίζει το κόστος. Φιγούρα γραφική που σκορπίζει άφθονο γέλιο και φευγάτος τόσο που του αξίζει να τον συμπαθήσουμε. Δενόμαστε μαζί του, αγωνιούμε τις αγωνίες του, τρέχουμε μαζί του, καθώς εκμεταλλεύεται στο έπακρο και τις σωματικές του δυνατότητες.  

 


Συνοψίζοντας, πρόκειται για ένα άρτιο καλλιτεχνικά και άριστο αισθητικά εγχείρημα, το οποίο μας προσφέρει επί σκηνής ένα συναρπαστικό θέαμα, με υποδειγματική υποκριτική δεξιοτεχνία. Οι συντελεστές του γνωρίζουν όλες τις διόδους επικοινωνίας με το κοινό, το «χειραγωγούν» και το οδηγούν με ισοσταθμισμένες δόσεις γέλιου και τρόμου στον κόσμο των δεισιδαιμονιών και των μεταθανάτιων ζοφερών υπάρξεων,  αφήνοντας όμως πάντα χώρο μεταμέλειας και τελικής επικράτησης του καλού. Απόλυτα δικαιολογημένο το θερμό χειροκρότημα που συνοδεύει παρατεταμένα την αυλαία.

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

Σκηνοθεσία – Σενάριο: Johnny O

Καλλιτεχνική επιμέλεια: Αλέξης Βιδαλάκης

Σχεδιασμός και δημιουργία προβολών: Γιάννης Καραπιπερίδης

Μουσική επιμέλεια: Johnny O

Φωτισμοί:  Αποστόλης Τσατσάκος

Φωτογραφίες: Eleftheria IKE/Photography www.photosfaira.gr

Κοστούμια: Μαρία Γεωργάτου

Κατασκευή σκηνικού: Μιχάλης Ράπτης

Υπεύθυνη επικοινωνίας παράστασης: Γιώτα Δημητριάδη

Παραγωγή: Μ productions

Παίζουν: Johnny O, Γιώργος Ντούσης, Μαρία Μπαλούτσου, Εύη Κολιούλη, Χριστίνα Δενδρινού και Θανάσης Μεγαλόπουλος.



 

Πληροφορίες:

Πρεμιέρα: Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025Διάρκεια: 7

Παραστάσεις: Τετάρτη & Πέμπτη στις  21:00

Τελευταίες παραστάσεις:

📅26/12 - 📅1, 7 & 8 Ιανουαρίου

Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ κανονικό, 12 ευρώ φοιτητικό και ομαδικό, 7 ευρώ ατέλεια, και ανέργων/ Προσφορά Προπώλησης 10 ευρώ.

Προπώληση: Nomsferatu | Εισιτήρια online! | More.com

Τρέιλερ: (118) Nomsferatu, στο Θέατρο 104 για 2η χρονιά - YouTube

(MusicRowStudio, Αντώνης  Παπαβομβολάκης και Νόρα Ράλλη)

 

Τοποθεσία: Θέατρο 104,  Ευμολπιδών 41 (Γκάζι, Σταθμός Μετρό Κεραμεικός), Τηλ.: 210 3455020


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Nomsferatu" στο fractal




 

Ξημερώνει χωρίς... της Χριστίνας Μούζη

 

Ξημερώνει χωρίς... της Χριστίνας Μούζη

σε σκηνοθεσία Γιώργου Πανόπουλου

στο «Θέατρο της Ημέρας»

 


Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Στο «Θέατρο της Ημέρας» παρακολουθήσαμε τη μουσικοθεατρική performance «Ξημερώνει χωρίς...», μια αφηγηματικής μορφής προσέγγιση των βαθιά ριζωμένων κοινωνικών απόψεων, που μπορούν με τον εξουσιαστικό τους χαρακτήρα να κομματιάσουν ψυχικά και σωματικά όχι μόνο μερικά άτομα, αλλά να δημιουργήσουν βαθιές ρωγμές στον κοινωνικό ιστό.

 

Η υπόθεση:

Με ποιο κριτήριο οι άνθρωποι επιλέγουν να αγαπήσουν βαθιά, να ενώσουν το παρόν και το μέλλον της ύπαρξής τους με ένα ταίρι που θα τους συντροφεύει στο επίπονο ταξίδι της ζωής, να εμπιστευτούν το σώμα και την ψυχή τους σε έναν άλλο άνθρωπο με τη βεβαιότητα ότι θα είναι πάντα εκεί ως ένα χέρι στοργικό, έτοιμο να απαλύνει την τραχύτητα της καθημερινότητας;

Ίσως είναι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Ίσως είναι η γνώση του οικείου. Ίσως είναι η απαλλαγή από το δυσάρεστο παρόν, με την ελπίδα ενός ευοίωνου μέλλοντος. Ίσως είναι η προσωπική ανάγκη καταξίωσης σύμφωνα με τα κρατούντα πρότυπα. Ίσως είναι η τρυφερότητα που δεν έχουμε βιώσει και ονειρευόμαστε να δημιουργήσουμε. Ίσως τίποτα απ’ όλα αυτά, αλλά η τυχαία επιλογή της στιγμής, που όμως θα βάλει τη σφραγίδα της και θα καθορίσει τη μελλοντική μας πορεία.

Τι συμβαίνει άραγε όταν η προσωπική μυθολογία καταρρέει; Πώς αντιμετωπίζεται το «έτερον ήμισυ» όταν μεταμορφώνεται σε ανθρωπόμορφο τέρας; Πώς αντιμετωπίζεται η κάθε λογής βία όταν γύρω ακούγονται φωνές που σε καλούν σε υποταγή και συμμόρφωση, που ψιθυρίζουν πως έτσι έχουν τα πράγματα και αυτά συμβαίνουν λίγο πολύ παντού; Πώς μπορείς να φέρνεις στη ζωή νέους ανθρώπους και να επιτρέπεις να βιώνουν τη στρεβλή πραγματικότητα με την υποχρέωση να την αποδεχτούν και να την αναπαραγάγουν; Ποιο είναι το όριο της ανοχής που πέρα από αυτό όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά;

Τι συμβαίνει όταν σπάσουν οι αλυσίδες του φόβου; Πού οδηγεί η συσσωρευμένη οργή της σιωπής;  Είναι η βία η απάντηση απέναντι στη βία; Πόσο είναι το μέγεθος της ευθύνης εκείνων που γνώριζαν, αλλά προτιμούσαν να κοιτάζουν αλλού και να μην μπλέξουν; Πόσο είναι το μέγεθος της ευθύνης μιας ολόκληρης κοινωνίας, που προτιμά την ωραιοποίηση από την αντιμετώπιση της αλήθειας;

 


Η Χριστίνα Μούζη επιλέγει ανθρώπινες ιστορίες πόνου, περιστατικά που συμβαίνουν πίσω από τη διπλανή πόρτα, κραυγές που πνίγονται στη σιωπή, τραύματα που ξεκινούν από το μακρινό παρελθόν, αλλά δεν φανερώθηκαν, δεν συζητήθηκαν, δεν επουλώθηκαν. Και κάποτε επιστρέφουν χωρίς κανέναν να γνωρίζει πώς θα τα διαχειριστεί, πώς δεν θα τα αφήσει να μολύνουν ακόμα περισσότερους ανθρώπους. Τέσσερις διαφορετικές ιστορίες –τριών γυναικών και ενός άνδρα– συνθέτουν την εικόνα των κακοποιητικών συμπεριφορών, που δεν οφείλονται σε ατυχείς συμπτώσεις, αλλά σε βαθιά ριζωμένα πρότυπα που εξακολουθούν να εκλαμβάνονται ως «φυσιολογικά», ως «συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες», ως «δεν χαλάμε το σπίτι μας για μικροπράγματα», ως «κάνε υπομονή, κι αυτό θα περάσει», ως «τι θα πει ο κόσμος;» (που πάντα κάτι λέει, συνήθως λάθος και ποτέ όταν και όπου πρέπει), διαιωνίζοντας της ψυχοπαθολογία μιας κοινωνίας που αρνείται να βαδίσει προς το μέλλον, αλλά με επιμονή στρέφει το βλέμμα στο καταστροφικό παρελθόν. Θύματα και θύτες στροβιλίζονται στον λαβύρινθο, αναζητώντας διέξοδο στο φως. Κάποιοι θα φτάσουν με πολύ κόπο, μεγάλες απώλειες, αλλά και το μέγιστο όφελος στο ποθητό αποτέλεσμα. Κάποιοι δεν θα τα καταφέρουν και θα εξακολουθήσουν να κινούνται στο σκοτάδι. Ο δρόμος είναι μακρύς μέχρι να «ξημερώσει χωρίς...».

 


Ο Γεώργιος Πανόπουλος αναλαμβάνει την ευθύνη της δραματουργίας και της σκηνοθεσίας, ώστε να δώσει στο κοινό την αλήθεια πικρή και γυμνή. Επιλεγεί, ορθώς, τη λιτότητα τόσο στην ερμηνευτική διαδικασία όσο και στη σκηνική παρουσίαση του θέματος. Οι χαρακτήρες του κοιτάζουν κατάματα το κοινό, του απευθύνονται σε πρώτο πρόσωπο και καταθέτουν την προσωπική τους μαρτυρία σαν να μην έχει συμβεί αποκλειστικά στους ίδιους, αλλά σαν να πρόκειται για κομμάτι της ζωής που θα μπορούσε να έχει συμβεί σε οποιονδήποτε ακούει την ιστορία τους. Στην ουσία μοιράζονται με το κοινό περιστατικά βία και κατάχρηση εξουσίας στα στενά πλαίσια της οικογένειας, που καθημερινά συμβαίνουν, αλλά βυθίζονται στη σιωπή και την απόγνωση.

Η απουσία κάθε στοιχείου εντυπωσιασμού δίνει τη δυνατότητα στην αφήγηση να αγγίξει ακόμα περισσότερο το κοινό, ενώ η προσθήκη των εμβόλιμων μελωδικών ακουσμάτων –με τη μελαγχολία να διαχέεται μέσα στην αίθουσα– είναι ένα συν στη σκηνοθετική προσέγγιση.

Σημαντική επίσης η προσέγγισή του στο θέμα της προσωπικής ευθύνης, καθώς δεν μπορούμε πάντοτε να αποδίδουμε την ευθύνη στο παρελθόν για όσα διαδραματίζονται στο παρόν.

 


Οι ερμηνείες:

Η Νάσια Γαβριήλ, ως θύμα που γίνεται θύτης, μας μεταφέρει στον κόσμο της αστάθειας και των αναπάντητων ερωτημάτων. Διαρκής νευρικότητα, διαρκής αμφιβολία και αναζήτηση. Με το βλέμμα του άγριου ζώου που έχει κατασπαράξει τη λεία του, αλλά φοβάται ότι κάπου εκεί έξω παραμονεύει ο κυνηγός.

Η Μαγδαληνή Παπαδοπούλου, με το τραγικό οικογενειακό υπόβαθρο, μας χαρίζει την εικόνα του ανθρώπου που διαρκώς ακροβατεί και ζει με τον φόβο της απώλειας της ισορροπίας. Διατηρεί τους χαμηλούς τόνους της επιφανειακής ηρεμίας, ενώ οι κινήσεις δείχνουν αποφασιστικότητα. Μια σπαρακτική κραυγή το τραγούδι της.

Η Ιωάννα Σίμου, ως σύζυγος που ακολουθεί το μητρικό της πρότυπο και το οικογενειακό στερεότυπο, μας το προσφέρει με ερμηνεία χαμηλών τόνων και πνιγμένων λυγμών. Ακόμα και όταν η αντίδραση της κορυφώνεται, μας δίνει με πειστικότητα την εικόνα του ανθρώπου που πάντα θα κάνει μετρημένα βήματα.

Ο Βασίλης Τσιάκας, ως ένας διχασμένος άνθρωπος, μας εξομολογείται  ότι έμαθε να είναι αυτό που ήταν χωρίς να του αρέσει και μας παίρνει μαζί του στην ανηφορική διαδρομή της καινούργιας του ταυτότητας και της ειλικρινούς συγνώμης που οφείλει. 

Η Αριστέα Ανύση, με την αφανή αλλά ουσιώδη συμμετοχή της στην παράσταση, μας συντροφεύει με τις μελωδίες και τη ζεστή φωνή της και κάθε της παρεμβολή έρχεται σαν ζεστό χάδι που πάντα θα είναι διαθέσιμο για τα ανεπούλωτα τραύματα.

 

Συνοψίζοντας, πρόκειται για μια παράσταση που τολμά να αγγίζει καυτά και άλυτα κοινωνικά προβλήματα, που έχουν βαθιές ρίζες στο μακρινό παρελθόν που εξακολουθούν να απλώνονται στο παρόν και να προδιαγράφουν ένα δυστοπικό μέλλον, αν δεν πάρουμε ανοιχτά θέση απέναντι στο πρόβλημα. Πρόκειται για μια φωνή αντίστασης απέναντι στην κοινωνία της ωραιποιημένης πλαστής εικόνας, που μάταια επιχειρεί να κρύψει την ασχήμια της. Σίγουρα τροφή για προβληματισμό και για το άνοιγμα μιας πλατιάς και έντιμης –επιτέλους– συζήτησης.

 


Η ταυτότητα της παράστασης:

 

Συγγραφέας: Χριστίνα Μούζη

Σκηνοθεσία / Δραματουργία: Γεώργιος Πανόπουλος

Acting / Vocal / Movement Coaching: Γεώργιος Πανόπουλος

Πρωτότυπη Μουσική / Φωτογραφία: Αριστέα Ανύση

Παραγωγή / Σκην. & Ενδ. / Σχεδιασμός φωτισμού: Γεώργιος Πανόπουλος

Ήχος: Κωστής Σταμούλης

Βίντεο: Φώτης Ωρολογάς

Επικοινωνία: Νατάσα Παππά

 

Πρωταγωνιστούν:

Αριστέα Ανύση (Μουσικός)

Νάσια Γαβριήλ (Ηθοποιός)

Μαγδαληνή Παπαδοπούλου (Ηθοποιός)

Ιωάννα Σίμου (Ηθοποιός)

Βασίλης Τσιάκας (Ηθοποιός)

 

Πληροφορίες:

Ημερομηνίες & ώρα παραστάσεων:

Σάββατο 6, 13 & 20 Δεκεμβρίου 2025 στις 20:30

Διάρκεια παράστασης: 60 λεπτά

Video παράστασης: https://www.youtube.com/watch?v=2w0J-Cnfxps

Τιμές εισιτηρίων:

Κανονικό: 15€

Μειωμένο: 12€ (για ανέργους, ΑμεΑ, φοιτητές & ομαδικό άνω των 5 ατόμων)

 

Χώρος:

Θέατρο της Ημέρας - Νικ. Γεννηματά 20, Αθήνα 11524

[πλησίον σταθμού μετρό «Πανόρμου»] - Τηλ.: 21 0692 9090


Πηγή πρώτης δημοσίευσης: "Ξημερώνει χωρίς..." στο fractal


 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου - Θανάσης Τριαρίδης

 


«Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου»

σε κείμενο Θανάση Τριαρίδη

και σκηνοθεσία Νίκου Μαρνά & Γιώργου Γκιόκα

στο θέατρο OLVIO

 

Βραβείο Δραματουργίας «Κάρολος Κουν» 2025

από την Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής

και τον Δήμο Αθηναίων

 

Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές

 

Εισαγωγικά:

Μπορεί άραγε να θεωρηθεί προφητικό ένα έργο όταν, κατά τη διάρκεια της γραφής του, αυτά που ο συγγραφέας θεωρεί πολύ πιθανά να συμβούν στο μέλλον, συμβαίνουν απροσδόκητα σε πραγματικό χρόνο, ανατρέποντας τις αισιόδοξες προβλέψεις των ιθυνόντων;  Προσωπικά, απαντώ όχι! Όχι, κατηγορηματικά! Επειδή απλώς δεν πρόκειται για συγγραφέα με προφητικές ικανότητες, ούτε και για θαυμαστό προφήτη της Γραφής, αλλά για άνθρωπο ηθικά κάθετο και πολιτικά συνειδητό, που δεν στρέφει την πλάτη του στην αλήθεια, που δεν νοσεί από απώλεια μνήμης, αλλά κοιτάζει τα γεγονότα κατάματα και βλέπει το σαρωτικό μέλλον –επινόηση του ζοφερού παρόντος– να σφυρίζει σαν τρένο που κινείται αδυσώπητα καταπάνω μας.  Η διαφορά είναι ότι το μέλλον είναι ήδη εδώ και έχει μεταμορφωθεί σε αχόρταγο παρόν, έτοιμο να κατασπαράξει ανελέητα τα θύματά του – ακόμα και αυτούς που το δημιούργησαν.

Το ναυάγιο των περίπου εφτακοσίων πενήντα μεταναστών που υπολογίζεται ότι μετέφερε το αλιευτικό σκάφος στα ανοιχτά της Πύλου τα μεσάνυχτα  της 14ης Ιουνίου 2023 (με μόνο εκατόν τέσσερις διασωθέντες και μόνο ογδόντα δύο ανασυρθέντες νεκρούς), μια μάλλον συνηθισμένη σκοτεινή διαδικασία επαναπροώθησης, είναι το περιστατικό που έδωσε το έναυσμα για να ανάψει το φιτίλι που λέγεται «Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου».

 


Η υπόθεση του έργου:

Τα γεγονότα εκτυλίσσονται στο γραφείο 20/4 (χαρακτηρισμός συμβολικός· δεν αποκαλύπτουμε) μιας κρατικής υπηρεσίας, που έργο των υπαλλήλων της είναι η διαμόρφωση της αλήθειας που δίνεται στην κοινωνία ύστερα από επεξεργασία των γεγονότων, απόκρυψη στοιχείων, παραποίηση της αλήθειας, κάτι σαν αλεσμένη και ασφαλώς εύπεπτη τροφή. Το γραφείο, που παλιότερα γνώρισε μέρες δόξας και πολυπληθές υπαλληλικό προσωπικό, αφού εξασφάλισε τη νίκη για τους κρατούντες, αφού κέρδισε τον «πόλεμο» και έγραψε την ιστορία (όπως πάντα συμβαίνει με τους νικητές), τώρα είναι πια σχεδόν σε αδράνεια, αν όχι δυσμένεια. Ο μοναδικός του υπάλληλος, που αριθμεί δεκαετίες προϋπηρεσίας και γνώσης, υποδέχεται τον νέο εκπαιδευόμενο υπάλληλο. Προσπαθώντας να συνεργαστούν, δυο κόσμοι διαφορετικοί έρχονται αντιμέτωποι και συγκρούονται μετωπικά: το παρελθόν που έχτισε το παρόν και το παρόν που αγνοεί επιδεικτικά το παρελθόν. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, ο ένας συμπληρώνει τον άλλο – και οι δύο μαζί φέρουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί για την επερχόμενη ζοφερή πραγματικότητα. Ο ένας γνωρίζει την αλήθεια που διαστρέβλωσε, τον πνίγει και οδηγείται σε αποκαλύψεις – μα είναι αναμφίβολα ένοχος και συνένοχος για όσα έχουν συμβεί. Ο άλλος επιλέγει τη λήθη και την άγνοια, οδηγώντας συνειδητά το μέλλον σε επανάληψη του τραγικού παρελθόντος – είναι εξίσου ένοχος πριν καν οι απόψεις του γίνουν πράξεις. Και ανάμεσά του ο πανούργος ταχυδακτυλουργός και ισορροπιστής διευθυντής, ο άνθρωπος που πάντα –με τον πέλεκυ της δικής του περιορισμένης εξουσίας– ξέρει πώς να βάζει τα πράγματα στη θέση τους, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργίας μιας μόνιμα ακύμαντης επιφάνειας. Ποιος θα αντέξει μέχρι το τέλος; Ποιος θα λυγίσει κάτω από το βάρος της αλήθειας ή του ψέματος; Υπάρχει κάποιος που μπορεί να βάλει τέλος στις δυσώσεις ιδεολογίες που μας πνίγουν σαν θανατηφόρα αέρια;

Παρεμβολή σε αυτή την εκρηκτική ομάδα η παρουσία του βουβού καθαριστή με την αντιασφυξιογόνα μάσκα, που εμφανίζεται σε ένα σχήμα παπαδιαμαντικού κύκλου, θυμίζοντας μας παράλληλα και τους στίχους του Φαίδρου Μπαρλά: 

Οι οδοκαθαρισταί σκουπίζουν, σκουπίζουν

φανατικά ασυμβίβαστοι.

Σηκώνονται, φωνάζουν στους αγγέλους:

«Εμείς, συνάδελφοι, το χρέος μας το κάναμε·

η ευθύνη ανήκει τώρα στον Θεό·

ανήκει στους κυβερνήτες· ανήκει στο Έθνος».

Αποσύρονται· ανεβαίνει ο ήλιος,

ξεκινούν τα λεωφορεία, ξυπνούν οι δημόσιοι υπάλληλοι.

 


Η παράσταση ως συνολική εικόνα:

Ο Θανάσης Τριαρίδης, ανυποχώρητος ανθρωπιστής, γράφει ένα βαθιά πολιτικό και βαθιά ανθρώπινο κείμενο. Συγκλονισμένος από τα τραγικά γεγονότα υψώνει φωνή διαμαρτυρίας, φωνή αντίστασης σε μια κοινωνία που βαθμιαία πέφτει σε λήθαργο, επιλέγει να ζει την προσωπική της μυθολογία και αρνείται να παραδεχτεί όχι μόνο την αλήθεια, αλλά και τη συνευθύνη της. Ο Τριαρίδης παρουσιάζει την αλήθεια γυμνή και αποκρουστική μπροστά στα μάτια όλων μας, μας στερεί –και ορθώς πράττει– το «δικαίωμα» στην άγνοια και επιχειρεί με κάθε μέσο να μας αφυπνίσει. Μας καλεί να γίνουμε άνθρωποι και να πράξουμε το καθήκον μας απέναντι στον συν-άνθρωπο. Αποκαλύπτει το ψευδές αφήγημα των αδηφάγων κύκλων της εξουσίας, την παραχάραξη της ιστορίας και απορρίπτει την επιλογή της λήθης. Μας καλεί να πράξουμε κατά συνείδηση και όχι κατ’ εντολή. Να πάψουμε να είμαστε αλγόριθμοι, να επιστρέψουμε  στην πραγματικότητα σπάζοντας τα δεσμά της τεχνητής απομόνωσης και της υποταγής σε αφανή κέντρα που ελέγχουν το μυαλό και τη ζωή μας. Αλλιώς, το σφύριγμα του τρένου όλο και θα έρχεται πιο κοντά...

Οι Νίκος Μαρνάς και Γιώργος Γκιόκας υλοποιούν το όραμα του συγγραφέα. Με τη νεανική σκηνοθετική τους ματιά, με τη ζωντάνια και την ανησυχία των ανθρώπων που αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον, δημιουργούν το ασφυκτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιλαροτραγωδία μιας ζωής χωρίς διέξοδο. Τοποθετούν τους χαρακτήρες σε θέση μάχης και τους αφήνουν ελεύθερους να αγωνιστούν δίχως έλεος μέχρι την τελική πτώση. Τους επιτρέπουν να είναι απροκάλυπτα χυδαίοι ή απροκάλυπτα γελοίοι. Τους παροτρύνουν υπόγεια να τα πουν όλα, να ομολογήσουν απερίφραστα και τα ένοχα μυστικά και τη συνενοχή τους με τις απάνθρωπες συμπεριφορές τους. Τους προτρέπουν να τραβήξουν την κουρτίνα και να δουν το είδωλό τους στον καθρέφτη. Και γαία πυρί μιχθήτω...

Το σκηνικό που στήνει η Ηρώ Παρδαβέλλα είναι λιτό, υποβλητικό και απολύτως λειτουργικό. Οι ενδυματολογικές της επιλογές είναι σαφώς υπαινικτικές και καθοδηγούν αθόρυβα τον θεατή στο μονοπάτι των συσχετισμών.

Οι μουσικές επιλογές  του Οδυσσέα Τσούβαλη συμπορεύονται με τις δονήσεις και τις εκκωφαντικές εκρήξεις που συμβαίνουν επί σκηνής, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην επιτυχημένη μεταβίβασή τους στο κοινό.

Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαρίας Σαλταούρα παρακολουθούν τη δράση και τις εναλλαγές των συναισθημάτων και των εντάσεων. Συνταξιδεύουν χέρι-χέρι με τους χαρακτήρες και «φωτίζουν» όλες τις πτυχές τους.

 


Οι ερμηνείες (αλφαβητικά):

Και οι τέσσερις νέοι ηθοποιοί είναι συγκλονιστικοί. Καθένας με τον δικό του τρόπο ενσαρκώνει μια διαφορετική οντότητα, μια άλλη όψη των πραγμάτων, που όλες μαζί συνθέτουν το αποκρουστικό πρόσωπο της διαστρέβλωσης της αλήθειας και της απαξίωσης της γνώσης, προκαλώντας την ταχύτερη προσέγγιση του φονικού τρένου – αν δεν έχει ήδη φτάσει μπροστά μας και αρνούμαστε να το δούμε ή να το ακούσουμε.

Ο Γιώργος Γκιόκας είναι ο ανώνυμος και απρόσωπος καθαριστής με τη διακριτική  αλλά επιβλητική παρουσία. Σε κίνηση αργή εμφανίζεται όταν πρέπει και όπου πρέπει, προστατευμένος από τις δολοφονικές αναθυμιάσεις, έτοιμος να εξαλείψει ό,τι εμποδίζει την πλαστογραφημένη πραγματικότητα να κινηθεί στις ράγες που οδηγούν στο μέλλον. Σιωπηλός και ατάραχος, ίσως και τρομακτικός, σβήνει τα ενοχοποιητικά ίχνη του χτες Γιατί η ιστορία μπορεί να γράφεται και με σιωπές...

Ο Νίκος Μαρνάς, ο νέος υπάλληλος, ο «Χίτσκοκ», είναι η προσωποποίηση του χιτλερίσκου. Η μορφή του, που δίνει την αίσθηση καρικατούρας, ξεκινά και τερματίζει στην εσκεμμένη άγνοια, ενώ με λογικοφάνεια μάχεται να επιβάλει την άποψή του και να εδραιώσει τη θέση του. Είναι ένα τρομαγμένο ζώο που αμύνεται με σπασμωδικές επιθετικές κινήσεις. Ατσαλάκωτος λακές, άκαμπτος υποτακτικός, δείγμα τυπικό της ηλιθιότητας, που μπορεί να προκαλέσει την πιο απρόβλεπτη καταστροφή. Εκμεταλλεύεται άριστα τη λεκτική του ευχέρεια και προσφέρει στο κοινό ένα τερατώδες ρομποτικό υποκατάστατο της ανθρώπινης φύσης.

Ο Λεωνίδας Μπακάλης, o διευθυντής «Ρούλης», είναι ο συναρπαστικός και γοητευτικός «μάγος», ο σαγηνευτικός ταχυδακτυλουργός με το υπερτροφικό εγώ, ο άρχοντας της παραπλάνησης, που μπορεί να  μεταμορφωθεί αστραπιαία σε ένα εξουσιαστικό τέρας με σαρδόνιο γέλιο που παγώνει τους πάντες γύρω του. Με χορευτικό ταμπεραμέντο επιβάλλεται σε όσους βρίσκει στον δρόμο του, με το αδίστακτο διαπεραστικό βλέμμα του ισοπεδώνει όποιον εμποδίζει τα σχέδιά του και χωρίς ίχνος μεταμέλειας μαχαιρώνει πισώπλατα φίλους και συνεργάτες αρκεί να μείνει μόνος στην κορυφή.

Ο Νίκος Στεργιώτης είναι ολοκληρωτικά εκρηκτικός στην ενσάρκωση του παλιού υπαλλήλου, του εξωφρενικού «Chubby». Τραγουδάει, χορεύει, βρίζει, εκτονώνεται αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Μέσα στον στενό του χώρο αισθάνεται παντοδύναμος και κάνει ό,τι μπορεί για να παραμείνει εκεί. Γιατί εκεί μόνο μπορεί να βρίσκεται μόνιμα εκτός ορίων, σε αδιάκοπη κίνηση και συναισθηματική εγρήγορση, εναλλάσσοντας με ανατριχιαστική επιδεξιότητα την εύθυμη διάθεση με την επιθετικότητα, την ανυπακοή με την υποταγή, τον ανεξέλεγκτο θυμό με την ελεγχόμενη οργή. Είναι ο χαρακτηριστικός μισάνθρωπος που περισσότερο απ’ όλους φοβάται τον εαυτό του, μέχρι που φτάνει στα άκρα και προσφέρει στο κοινό μια σοκαριστική ερμηνεία.

 


Συνοψίζοντας, πρόκειται για ένα από τα κορυφαία έργα της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας που χωρίς διδακτισμό, αλλά με ευθύβολη σκέψη τοποθετείται απέναντι στην απάνθρωπη πραγματικότητα και μας θέτει ξεκάθαρα το θέμα της προσωπικής μας ευθύνης για ό,τι γύρω μας (και μέσα μας) συμβαίνει. Μια παράσταση που σαφώς αξίζει να ιδωθεί, αλλά πολύ περισσότερο να συζητηθεί σε ευρύτερο πλαίσιο.  

 

Συντελεστές:

Κείμενο: Θανάσης Τριαρίδης 

Σκηνοθεσία: Νίκος Μαρνάς - Γιώργος Γκιόκας  

Σκηνικά - Κοστούμια: Ηρώ Παρδαβέλλα 

Μουσική: Οδυσσέας Τσούβαλης 

Σχεδιασμός φωτισμού: Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα

Φωτογραφίες: Χαράλαμπος Ιωαννόπουλος

Video- trailer: Φίλιππος Μέμος 

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Οπτική ταυτότητα παράστασης: Ιωάννης Τσίγκας 

Παραγωγή: Θέατρο OLVIO

 

Επί σκηνής (αλφαβητικά):

Γιώργος Γκιόκας, Νίκος Μαρνάς, Λεωνίδας Μπακάλης, Νίκος Στεργιώτης

 

Τρέιλερ: Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου - τρίτη χρονιά trailer

 

Πληροφορίες

Θέατρο OLVIO, Φαλαισίας 7, Αθήνα

(5’ λεπτά από τη στάση του Μετρό, Κεραμεικός)

Τηλέφωνο: 210 3414118  (ώρες εξυπηρέτησης 18:00-22:00)

Ημέρες παραστάσεων: Από 8 Οκτωβρίου, κάθε  Τετάρτη στις 21:00 

Τιμές εισιτηρίων: 15 (γενική είσοδος), 12 ευρώ (μειωμένο)

Εισιτήρια: more.gr και τηλεφωνικά στο ταμείο του θεάτρου.

Διάρκεια: 70΄ λεπτά


Πηγή 1ης δημοσίευσης: Το "Σφύριγμα του τρένου" στο fractal