ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

Λύκοι

 


ΛΥΚΟΙ

 

Είναι οι λύκοι

που αγρυπνούν τις νύχτες

παραμονεύουν στο απόλυτο σκοτάδι

τα ανυποψίαστα θύματά τους

οσμίζονται την επιθυμητή σάρκα

από τη ροή του φρέσκου αίματος

αρέσκονται να σπαράζουν

όχι τόσο από το αδάμαστο ένστικτο της πείνας

όσο για την ικανοποίηση της αιμοβόρας διάθεσης

είναι οι λύκοι

που χορεύουν ακατάπαυστα

σαν μαινάδες διονυσιακών οργίων

σεληνιάζονται ανεξέλεγκτα

κάτω από το φως της γέμισης του φεγγαριού

εφευρίσκουν φανταστικούς αντιπάλους

όχι τόσο από αγάπη για τη μάχη

όσο για την απόλαυση των επιθανάτιων σπασμών

είναι οι λύκοι

που όταν δεν έχει μείνει πια τίποτα

βυθίζονται στην άβυσσο της αυτοέξωσης

και κατατρώγουν τον εαυτό τους.


© Δημήτρης Φιλελές


Από την ποιητική συλλογή «Μυθ…ιστόρημα»

Εκδόσεις «Απόπειρα», Αθήνα 2017


Το ποίημα αναδημοσιεύθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 2022

στο ποιητικό ιστολόγιο POETAGRECO.BLOGSPOT.COM


Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Μενέλαος Λουντέμης - Βραδινή Νοσταλγία

 #διαβάζω_για_σένα


Μενέλαος Λουντέμης - Βραδινή Νοσταλγία

Ακούστε... με ένα κλικ!!!



Βραδινή νοσταλγία

 

Απόψε ήρθε η νύχτα αντάμα με τη βροχή

– χειροπιασμένες στρίγκλες –

και μας σύναξε στο τσαντίρι μας νωρίς.

Κουρνιάζουμε άλαλοι, κι αφήνουμε

– μόνη τη βροχή –

να μας μιλάει – ιστορία ψιχαλιστή –

για κάμπους κι ασημένιες αυλακιές,

για τα σπαρτά και για τις παπαρούνες.

Ο μύλος στη ρεματιά – άσπρο τραγούδι,

ν’ αλέθει, ν’ αλέθει τον καρπό.

 

Ο Βαγγέλης, ο βουνίσιος αδερφός μας, σωπαίνει.

Ακουμπάει στη διχάλα του χεριού του.

Κι ο νους του δρασκελά τη θάλασσα…

Ήταν ξωμάχος, ένας ηλιοκαμένος ποιητής.

Που έσπερνε με το ξινάρι του

Καταπράσινες σελίδες.

 

Μα τώρα η γη η αγάπη του, τώρα η γη η ψυχή του,

που τη χτένιζε σα μονάκριβη θυγατέρα.

Τώρα η γη ξενυχτάει κάτ’ απ’ τον ουρανό,

απότιστη κι ανάλλαγη σαν έρημη εκκλησιά,

που περιμένει τη λειτουργία των χεριών του.

Τώρα εκεί όλα είναι ένα λείψανο.

Τώρα ο μύλος αλέθει μόνο ερημιά.

Και τ’ αχούρια γεμίζουνε μούχλα.

 

Τα γράμματα πηγαινόρχονται ογρά.

«Ακριβέ μας, νοικοκύρη μου… ρημάξαμε..»

Κι ο νους τρέχει, τρέχει, τρέχει…

Λαβωμένο πούπουλο, μαζί με το Νοτιά.

Αγγίζει σαν εικόνισμα το κατώφλι.

Σκύβει πάνω απ’ τον ύπνο των παιδιών.

Και το πρωί ξαναγυρίζει στο τσαντίρι.

 

Απόψε ήρθε η νύχτα μαζί με τη βροχή.

Και στα τσαντίρια κοιμηθήκανε τα φώτα.

Νύχτωσε στη θάλασσα, νύχτωσε κι εδώ.

Νύχτωσε κι έξω από τα μάτια.

Και μοναχά στο μαξιλάρι μας

αγρυπνά ένα ό ν ε ι ρ ο,

που κοιμάται και ξυπνά μαζί μας.

 

Μενέλαος Λουντέμης

 

Από τη συλλογή: «Κραυγή στα πέρατα...» Μέρος Γ΄: 1947 - 1954 Μακρονήσι


Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

Εμείς και οι άλλοι

 


Εμείς και οι άλλοι

 

Εμείς φτιαχτήκαμε από χώμα και νερό

κι οι άλλοι γίναν από σίδερο και πέτρα

εμείς πετάμε τα παπούτσια στο χορό

κι αυτοί μετράνε με της λογικής τα μέτρα.

 

Εμείς θα καίμε τα φτερά μας στη φωτιά

κι αυτοί θα φτιάχνουνε υπόγεια καταφύγια

εμείς θα παίζουμε στα ζάρια την καρδιά

κι αυτοί θα ρίχνουν τη ζωή τους στα σκουπίδια.

 

Εμείς χορταίνουμε με αλάτι και ψωμί

κι αυτοί τα χρήματα μετράνε σε δεσμίδες

εμείς ποτίζουμε ιδρώτα το κορμί

κι αυτοί φορτώνουν την ψυχή με αλυσίδες.

 

Εμείς ανοίγουμε στο πέλαγο πανιά

κι αυτοί στη μαύρη αγορά τους να δουλεύουν

εμείς σπουργίτια νηστικά στην παγωνιά

κι αυτοί τα ρούχα του Χριστού να παζαρεύουν.

 

Ίδιο κομμάτι μας ανήκει από τη γη

πίσω αφήνει ο καθένας ό,τι παίρνει

για το ταξίδι όλοι φεύγουμε γυμνοί

κι ο κάθε άνθρωπος θερίζει ό,τι σπέρνει.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ποιητική μου συλλογή "Μυθ...ιστόρημα", Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2021

Το ποίημα αναδημοσιεύθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2022, στο ποιητικό ιστολόγιο poetagreco.blogspot.com


 

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Ναπολέων Λαπαθιώτης - Ο πιερότος

 #διαβάζω_για_σένα



Ναπολέων Λαπαθιώτης - Ο πιερότος

Ακούστε με ένα κλικ...


Ο πιερότος

 

Είμαστε καθισμένοι στον μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Ήταν η ώρα που αρχίζει και βραδιάζει, ώρα τρυφερή των αναμνήσεων.    

Είχα καιρό να πάω να τη δω. Κι ένιωθα ένα είδος τύψης γι’ αυτή μου την αμέλεια, επειδή ήξερα πως μ’ αγαπούσε εξαιρετικά και πως ευχαριστιόταν πραγματικά τη συντροφιά μου - αν κι εγώ δεν ήμουν απέναντί της, παρά ένα παιδί κάπως υπερβολικά ζωηρό, που αποτελούσε μια φανταχτερή αντίθεση με τη γεροντική της σοβαρότητα, με τη λεπτή αξιοπρέπεια των τρόπων της, με το επίσημο και τυπικό της φέρσιμο. Μια ερωτική περιπέτεια, που βάσταξε δεν ξέρω πόσους μήνες, με είχε απομακρύνει. Για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, δικαιολογίες δεν χωρούσαν. Της είπα, ωστόσο, αρκετά ψέματα˙ ένα μικρό ταξίδι στην Ευρώπη, κάποιες ασχολίες ιδιαίτερες, έπειτα μια αρρώστια ξαφνική…

Με κοίταζε χαμογελώντας, με το λεπτό ειρωνικό εκείνο βλέμμα, το γεμάτο καλοσύνη και επιείκεια, των ανθρώπων που μας αγαπούν και που προσπαθούν να μας πιστέψουν. Κι έτσι στα τελευταία, αναγκάστηκα να της φανερώσω την αλήθεια. Της διηγήθηκα όλη μου την ιστορία, απ’ την αρχή ως το τέλος. Δεν παρέλειψα παρά μια μικρή λεπτομέρεια, που ήταν ολόκληρη εις βάρος μου και που φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να μειώσει κάπως την εκτίμησή της προς εμένα. Με άκουσε χωρίς διακοπή.

Έπειτα άλλαξα κουβέντα. Της είπα νέα που δεν ήξερε, μερικά κοινωνικά μικροσκανδαλάκια που τη διασκέδαζαν πολύ.

Εκείνη, όμως, τώρα, δεν μιλούσε. Είχε τα μάτια γυρισμένα στο παράθυρο και κοίταζε τον ουρανό με τα χλωμά, τα λυπημένα χρώματα. Ο ήλιος ήταν τώρα δίχως φως, ακουμπισμένος σ’ ένα κυπαρίσσι, σαν μια μεγάλη σφαίρα πεθαμένη.

Έπειτα γύρισε τα μάτια και με κοίταξε. Μου φάνηκε πως ήθελε κάτι να πει και δίσταζε. Έπειτα πάλι κοίταξε τη μελαγχολική εικόνα του παραθυριού.

Έξαφνα με ρώτησε:

- Και γιατρευτήκατε τελείως απ’ το αίσθημα;…

Της είπα: ναι, χωρίς περιστροφές.

Κοίταξε πάλι τον θλιμμένο ουρανό. Κι έπειτα, σαν να νικούσε τον κρυφό της δισταγμό, είπε σιγά, σαν να μονολογούσε:

- Κι όμως, εγώ δεν έχω γιατρευτεί ακόμα…

Περίμενα να μου εξηγηθεί. Η φράση εκείνη, στα γεροντικά εκείνα χείλη -γιατί να το κρύψω;- μου φάνηκε λιγάκι κωμική… Αλλά ο σεβασμός μου προς τη γυναίκα, που φάνταζε για μένα σαν ένα σύμβολο, σχεδόν ιερό, του παρελθόντος, μου εξαφάνισε αμέσως από το μυαλό το ιλαρό[1] συναίσθημα που πήγε μια στιγμή να γεννηθεί…

Και τότε πάλι, ξαφνικά, σαν να της είχα αγγίξει, δίχως να το θέλω, κάποια βαθιά και μυστική πληγή -ίσως σ’ αυτό να συντελούσε και η γοητεία, η λεπτή και ακουσία νοσταλγία της υποβλητικής[2] εκείνης ώρας- άρχισε, με τη σειρά της, να μου διηγείται:

- Δεν είχα παντρευτεί ακόμα. Ο πατέρας ζούσε. Το σπίτι μας ήταν πάντα, καθώς ξέρετε, ανοιχτό˙ ο πατέρας, ακόμα και στα γερατειά του, αγαπούσε πολύ τις διασκεδάσεις. Η μητέρα, όχι και τόσο. Εντούτοις, για να μη χαλάσει το χατίρι του πατέρα, πήγαινε κι εκείνη μαζί του, στους χορούς. Η κοινωνική μας θέση, άλλωστε, ήταν τέτοια, που οι διασκεδάσεις αυτές έπαιρναν τον χαρακτήρα καθημερινών υποχρεώσεων. Γι’ αυτό και το δικό μας σπίτι, καθώς σας είπα, ήταν πάντα ανοιχτό. Δεν υπήρχε ξένος, περαστικός στην πόλη, που να μην το θεωρούσε απαραίτητο να ‘ρθει να πάρει το τσάι σπίτι και να μας επισκεφθεί. Η μητέρα μου είχε μια φανερή προτίμηση στον αδελφό μου. Και, όπως συμβαίνει πάντα -για να έρθει ίσως η ισορροπία- ο πατέρας είχε ρίξει όλη τη συμπάθειά του σε μένα. Μ’ έπαιρνε διαρκώς μαζί και κάθε φορά που πηγαίναμε σε καμιά διασκέδαση, με κρατούσε επιδεικτικά στο πλευρό του. Ήμουν η αγαπημένη του. Κι όμως δεν ήμουν παρά μια κοπελίτσα δεκαεφτά χρονών, άμυαλη και ξένοιαστη για όλα, μια πεταλουδίτσα, έτοιμη να καεί στο πρώτο φως, που θα την τραβούσε με τη λάμψη του… Την ημέρα εκείνη, θυμάμαι, είχα ξυπνήσει δίχως κέφι. Και το βράδυ επρόκειτο να πάμε σ’ ένα χορό. Ήταν η προτελευταία Κυριακή της Αποκριάς[3]. Και παρ’ όλο τον ενθουσιασμό της ηλικίας, ένιωθα πως θα μου ήταν αδύνατο να πάω μαζί τους. Είχα έναν πονοκέφαλο ανυπόφορο - κι ένας πονοκέφαλος, στην ηλικία εκείνη, είναι ήδη μια μεγάλη τραγωδία. Κι έπειτα, η μοδίστρα δεν είχε έτοιμη τη φορεσιά μου - αυτή που λογάριαζα να βάλω εκείνο το βράδυ. Κι αυτό ήταν η μεγάλη συμφορά. Αργότερα έμαθα καλύτερα τι θα πει «μεγάλη συμφορά»… Ας είναι. Ο πατέρας ήθελε, σώνει και καλά, να με πάρει. Η μητέρα συμφωνούσε μαζί μου, επειδή κι εκείνη, όπως συνήθως, έτυχε να μην έχει και μεγάλη διάθεση. Ο Νίκος μόνο χαλούσε τον κόσμο˙ αυτός ήθελε να πάει στον χορό οπωσδήποτε και ήξερε ότι η δική μου αδιαθεσία ήταν ικανή να κάμει τον πατέρα ν’ αλλάξει απόφαση. Στο τέλος, όμως, ο πατέρας δεν επέμεινε. Όταν ήρθε η ώρα που θα πήγαιναν, για πρώτη φορά στη ζωή του πήγε χωρίς εμένα, μόνο με τη μητέρα και τον Νίκο.

Η βραδιά ήταν αρκετά ζεστή˙ είχα μισανοιγμένο το παράθυρο (κοιμόμουν μαζί με τη μητέρα) και πλάγιασα νωρίτερα. Θα με είχε πάρει, υποθέτω, ο ύπνος όταν ξύπνησα λιγάκι τρομαγμένη. Ένιωσα, μες στο σκοτάδι, σαν κάτι να ’πεσε στην κάμαρά μου, δίπλα στο κεφάλι μου… Τινάχτηκα όπως ήμουν. Παρά λίγο να βάλω τις φωνές. Μου φάνηκε σαν να ’πεσε ξαφνικά δίπλα μου ένα μικρό πουλάκι πεθαμένο… Άναψα το φως. Ήταν ένα μπουκέτο μενεξέδες… Από πού να έπεσε στην κάμαρά μου; Ο νους μου πήγε αμέσως στο παράθυρο. Πήγα με περιέργεια και κοίταξα. Έξω ήταν ησυχία. Η ώρα ήταν περασμένη. Από μακριά, πολύ μακριά -ξέρετε το πατρικό μου σπίτι; ήταν πολύ μακριά απ’ την πόλη- ακουγόταν μόλις η φασαρία της τρελής Αποκριάς˙ ο ουρανός ήταν γεμάτος φως από τη λάμψη των ηλεκτρικών. Θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Δεν φαινόταν τίποτα στον κήπο. Μια παρέα με μασκαράδες περνούσε με τ’ αμάξι -τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα- αλλά αυτή τώρα μόλις έφτανε μπροστά στη σιδερένια πόρτα˙ κι εξάλλου, η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη… Δεν ήξερα τι να βάλω με τον νου μου. Ποιος να είχε ρίξει το μπουκετάκι αυτό; Κανένα ειδύλλιο[4] νεανικό, κάπως τολμηρότερο, δεν είχε πλεχτεί ακόμη γύρω στη ζωή μου. Ήμουν σε μεγάλη απορία. Επειδή όμως η ώρα ήταν περασμένη κι από στιγμή σε στιγμή μπορούσε να προβάλουν οι δικοί μου, ανέβαλα τη λύση του αινίγματος - αν και με είχε τρομερά βάλει σε πειρασμό… Πλάγιασα πάλι, αλλά χωρίς να κλείσω μάτι όλη νύχτα. Φαίνεται, όμως, να κοιμήθηκα στο τέλος. Οι δικοί μου ήρθαν τα χαράματα. Όλη εκείνη τη βδομάδα δεν έφυγε απ’ το μυαλό μου αυτό το περιστατικό. Βρήκα μια λύση πρόχειρη - αλλά που δεν με ικανοποιούσε εντελώς˙ είπα ότι κάποιος θα είδε το ανοιχτό παράθυρο και πέταξε, απλούστατα, στην τύχη το μπουκέτο…

Μετά μια βδομάδα, την άλλη Κυριακή, ήμαστε πάλι καλεσμένοι σ’ ένα σπίτι που θα δεχόταν μασκαράδες. Εκείνο το βράδυ τελείωναν οι Αποκριές. Δεν είχα πονοκέφαλο και η τουαλέτα μου ήταν επιτέλους έτοιμη. Πήγα με τον Νίκο. Ο πατέρας είχε λείψει λίγες μέρες για μια επείγουσα δουλειά. Δεν θέλησα να βάλω μάσκα. Φορούσα, θυμάμαι, την καινούρια φορεσιά μου - ένα φόρεμα σαξ[5] μεταξωτό, με δαντέλες μαύρες γύρω γύρω, το φόρεμα αυτό υπάρχει ακόμα - καμιά μέρα θα σας το δείξω˙ το ’χω κλειδωμένο στην παλιά μου την κασέλα, μαζί με χίλια άλλα μπιχλιμπίδια του καιρού εκείνου˙ είναι φαγωμένο απ’ τον σκόρο[6], οι δαντέλες έγιναν κουρέλι - αλλά δεν θέλησα ποτέ να το πετάξω…

Το βράδυ εκείνο είχα, ίσα ίσα, ένα κέφι εξαιρετικό. Και ήμουν, φαίνεται, εξαιρετικά όμορφη. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια, μπορεί κανένας να έχει την ειλικρίνεια ν’ αναφέρει μερικά πράματα χωρίς να έχει φόβο να παρεξηγηθεί - τι λέτε; Ήμουν τρομερά ευχαριστημένη από τον εαυτό μου. Η φορεσιά μου μού ταίριαζε περίφημα. Κάποιος, εκείνο το βράδυ, μου είχε πει πως έμοιαζα με «γαλανό λουλούδι του αγρού»… Ας είναι! Διασκέδαζα πολύ με τις παρέες που είχαν πλημμυρίσει τις δύο σάλες. Η μουσική έπαιζε τους πιο τρελούς χορούς της εποχής εκείνης - τρελούς, όχι σαν τους δικούς σας, βέβαια, τους τωρινούς, αλλά αρκετά, για κείνο τον καιρό… Λουλούδια, σερπαντίνες[7], κομφετί[8] - σωστός πανζουρλισμός! Ο Νίκος χόρευε χωρίς διακοπή. Εγώ ήμουν ακουμπισμένη στο πιάνο. Είχα παίξει μάλιστα κι ένα κομμάτι -έπαιζα στα νιάτα μου καλούτσικα- και τα λουλούδια και τα κομπλιμέντα[9] έπεφταν απάνω μου βροχή. Οι μάσκες με πειράζανε πολύ κι είχα αρχίσει, πράγματι, να ντρέπομαι λιγάκι. Ήμουν ξαναμμένη απ’ το παίξιμο -ο χορός δεν με τραβούσε και πολύ- κι έκανα αέρα, θυμάμαι, με μια βεντάλια -χρυσή και κόκκινη, κι αυτό το θυμάμαι- που βρήκα εκεί δίπλα αφημένη.

Έξαφνα, μου παρουσιάστηκε ένας πιερότος[10], που δεν τον είχα δει ως τότε μες στη σάλα. Φορούσε μισή μαύρη μάσκα. Είχα πάντα φοβερή αδυναμία για τα ρούχα του πιερότου. Ήρθε κοντά μου και με κοίταξε στα μάτια. Ένα χνούδι μαύρο, απαλό, έσκαζε μόλις απάνω από δυο χείλη λεπτά και ντροπαλά. Δεν μου μιλούσε. Όταν το κοίταγμά του το επίμονο άρχισε να με στενοχωρεί, θέλησα να φύγω, αλλά μου έκανε ένα κίνημα τόσο ικετευτικό, ένα μικρό κίνημα απλό και συμπαθητικό, κι αυτό το κίνημα με κάρφωσε στη θέση μου… Τον ρώτησα, με νόημα, τι θέλει. Τα δυο του χείλη τα ένιωθα να τρέμουν ελαφρά. Δεν μου ’δωσε απάντηση. Εξακολουθούσε μονάχα να με κοιτάζει. Έβλεπα δυο μάτια φλογερά, που έριχναν μεγάλες αστραπές. Μου θύμιζαν δεν ξέρω ποιες φωτιές - κάποιες πυρκαγιές που δεν υπάρχουν…

Η στάση του αυτή, η σιωπηλή, με στενοχωρούσε πιο πολύ. Έκανα να τραβηχτώ και πάλι - και τότε άπλωσε δειλά το χέρι και με κράτησε. Αυτή η τόλμη του με ξάφνιασε -στον καιρό μου, όλα αυτά τα θεωρούσαμε απρέπειες ακόμη- αλλά, συγχρόνως, μ’ άρεσε στο βάθος… Έμεινα καρφωμένη και τον κοίταζα. Και τότε, δίχως να το περιμένω, μου άπλωσε ένα μικρό χαρτάκι διπλωμένο. Τραβήχτηκα δίχως να το πάρω. Έκαμα ένα «όχι» με τα μάτια. Και τότε τα δικά του πήραν μια έκφραση λύπης - τόσης, τόσης λύπης, που δεν μπορώ να την ξεχάσω στη ζωή μου… Άμα είδε την επιμονή μου και την κάπως πειραγμένη -έτσι αυτός θα είπε- κίνησή μου, δεν επέμεινε˙ άπλωσε μόνο τρεμουλιαστά το διπλωμένο γράμμα στο κερί του πιάνου. Το χαρτί πήρε φωτιά. Μια φλόγα έπαιξε για μια στιγμή κι έπειτα έσβησε. Αυτό ποτέ μου δεν θα το ξεχάσω… Και χάθηκε από μπροστά μου, σαν σκιά…

Δεν τον ξαναείδα τη βραδιά εκείνη. Η εικόνα του έμεινε, όμως, καρφωμένη στο μυαλό μου. Σε λίγη ώρα μπήκαν νέες μάσκες. Ήμουν ταραγμένη, σαστισμένη. Είχα μια ακράτητη επιθυμία να τον ξαναδώ από μακριά.

Την ώρα που φύγαμε -κόντευε σχεδόν να ξημερώσει- τράβηξα τον Νίκο απ’ το χέρι και φύγαμε, χωρίς να πούμε καληνύχτα σε κανένα. Όταν πήγα σπίτι, όλα αυτά ξαναπέρασαν απ’ τον νου μου, σαν όνειρο γλυκό της φαντασίας, με μια πολύ μεγάλη νοσταλγία…

Αυτή η περιπέτεια της χρονιάς εκείνης -όσο μικρή κι ασήμαντη κι αν φαίνεται- έμεινε για καιρό μες στο μυαλό μου. Έπειτα, σιγά σιγά, με την ευκολία που ξεχνούν τα νιάτα, άρχισα κι εγώ να την ξεχνώ.

Μετά πέντε μήνες, ακριβώς, ήμουν αρραβωνιασμένη. Δεν θέλω να σας κουράσω, με το να σας διηγηθώ εκείνη την ιστορία˙ τα περιστατικά εκείνα δεν σας ενδιαφέρουν. Κι εμένα, τώρα, δεν μ’ ενδιαφέρουν. Ένας νέος, πολύ καλός, πολύ συμπαθητικός -αυτός που ύστερα έγινε άντρας μου, τον ξέρετε- με ζήτησε απ’ τον πατέρα. Ο πατέρας τον αγαπούσε - κι εγώ αγαπούσα τον πατέρα. Είπα «ναι» χωρίς να το πολυσκεφτώ. Δεν έχω λόγο, άλλωστε, να παραπονεθώ. Κι έτσι, ένα καλό πρωί βρέθηκα αρραβωνιασμένη… Το καλοκαίρι πήγαμε ταξίδι σ’ ένα νησί. Δεν θα ξεχάσω το καλοκαίρι εκείνο. Ήταν το πιο χαριτωμένο, ίσως, καλοκαίρι της ζωής μου: βαρκάδες, ιππασία, εκδρομές. Ένιωθα τον εαυτό μου περισσότερο ελεύθερο από πάντα - ίσως επειδή επρόκειτο να σκλαβωθώ για πάντα… Αυτό μπορεί να σας φανεί παράξενο, αλλά έτσι είναι. Τέτοια ήταν η ψυχολογία της στιγμής…

Είχαμε ορίσει τον γάμο πολύ σύντομα. Και ο γάμος έγινε λίγο πριν απ’ τις Αποκριές. Επρόκειτο να φύγουμε για την Ευρώπη, αλλά αναβάλαμε το ταξίδι, για να περάσουμε το καρναβάλι[11] μαζί με τους δικούς μας.

Το καρναβάλι αυτό ήταν πολύ πιο σοβαρό για μένα. Ήμουν κυρία και είχα πολύ διαφορετικότερες υποχρεώσεις. Ο άντρας μου μ’ αγαπούσε φοβερά. Εννοούσε, σώνει και καλά, να διασκεδάσω. Πηγαίναμε παντού.

Μια βραδιά -πάλι τελευταία Κυριακή της Αποκριάς- (γιατί τα θυμάμαι τώρα, Θεέ μου, όλα αυτά;) πήγαμε στο σπίτι ενός μακρινού μου συγγενούς. Επρόκειτο, όπως συνήθως, να χορέψουμε. Πήγαμε οι δυο μας - οι άλλοι ήταν καλεσμένοι σε άλλο σπίτι. Χόρεψα με πολύ λίγους καβαλιέρους[12]. Κατά τα μεσάνυχτα, μες στην παραζάλη του χορού, είχα καθίσει πάλι στο πιάνο κι έπαιξα ένα εύθυμο κομμάτι. Κι ενώ στεκόμουν και μιλούσα με μια φίλη μου, παρουσιάστηκε ο ίδιος ο πιερότος. Μόλις τον είδα, τον θυμήθηκα αμέσως. Έμεινα άφωνη και εκστατική[13]. Στάθηκε κοντά μου με τον ίδιο τρόπο. Το πρόσωπό του, όμως, ήταν αλλαγμένο - σαν να είχε σηκωθεί από αρρώστια. Και τα μάτια του ήταν, τώρα, ακόμα πιο λυπημένα˙ έμοιαζαν, τώρα, σαν φωτιές που πρόκειται να σβήσουν. Δεν έχω δει ποτέ μου, στη ζωή μου -και ξέρετε τα χρόνια μου, πιστεύω- μάτια πιο πικρά κι απελπισμένα…

Με κοίταξε και πάλι πολλή ώρα μ’ ένα βαθύτατο ερωτηματικό. Έτρεμα όλη. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν ξέρω, έτσι, πόση ώρα πέρασε…

Οι άλλοι χόρευαν, κανένας δεν μας πρόσεχε. Δεν έβλεπα τη φίλη μου. Θαρρώ πως είχε φύγει για μια στιγμή.

Ήμουν έτοιμη να μιλήσω πρώτη όταν άπλωσε το χέρι ξαφνικά και μου ‘δωσε και πάλι ένα γράμμα, αλλά με τρόπο τόσο σοβαρό, τόσο σοβαρό και λυπημένο… Κι αυτή τη φορά, το πήρα. Και χάθηκε, προτού να του μιλήσω… Δεν τον ξαναείδα ποτέ πια.

Το πρωί που φύγαμε, είχα το γράμμα του κρυμμένο μες στο στήθος. Το είχα βάλει, βιαστικά, σε μια μικρή τρυπίτσα, δεξιά. Όταν φτάσαμε στο σπίτι κι έμεινα μόνη, έτρεξα γρήγορα στο φως να το διαβάσω. Έψαξα παντού και δεν το βρήκα˙ μου είχε πέσει, φαίνεται, στο δρόμο…

Αυτό είν’ όλο.

Πρέπει τώρα να σας πω, αγαπητέ μου, ότι αυτή η περιπέτεια -όσο κοινή και τιποτένια κι αν τη βρίσκετε- έχει σημαδεμένη τη ζωή μου… Ένα σωρό ερωτήσεις είναι ακόμα μέσα μου. Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Γιατί δεν φάνηκε ποτέ τις άλλες μέρες; Γιατί δεν θέλησε να μου φανερωθεί;… Αυτές οι ερωτήσεις με τυράννησαν πολύ, πολύ καιρό. Αν επιμένετε, με τυραννούν ακόμα…

Πολλές φορές είπα με τον νου μου, πως η σκιά εκείνη δεν υπήρξε, πως ήταν η μορφή ενός ονείρου…

Δεν τον ξαναείδα ποτέ πια. Δεν έμαθα ποτέ μου τίποτ’ άλλο. Δεν τόλμησα να υποθέσω τίποτε. Έπειτ’ από κάμποσο καιρό, έμεινα χήρα. Ο πατέρας πέθανε κι εκείνος, στην Ευρώπη. Σε λίγο, έχασα και τη μητέρα. Εσείς, ακόμα, τότε, ήσαστε παιδί. Έμεινα μόνη. Απ’ την οικογένειά μου, δεν έμεινε παρά ο αδελφός μου.

Κι από τότε, που λέτε, φίλτατέ μου, μήτε που ξαναγάπησα ποτέ μου…

Σταμάτησε να λέει. Η κάμαρα, τώρα, είχε μισοσκοτεινιάσει.

Σήκωσα τα μάτια και την κοίταξα.

Είπε ακόμα, με φωνή πιο σιγανή:

- Πέρασαν πόσα χρόνια από τότε; Σαράντα πέντε χρόνια, ακριβώς…

Έκαμα μια κίνηση μικρής αδημονίας[14]. Εκείνη δεν με κοίταζε διόλου. Είχε τα μάτια στυλωμένα στο παράθυρο.

Έπειτα τα γύρισε με μιας, με κοίταξε κατάματα και πάλι, και με φωνή βαθιά, φανατική, φωνή που δεν την ήξερα ως τώρα, φωνή γριάς τρελής ξεμωραμένης, που μου ‘δωσε ένα ρίγος στην καρδιά, αν και με κόπο βάσταξα τότε, θαρρώ, τα γέλια, (τώρα που τα θυμάμαι όλα αυτά και που εκείνη είναι πεθαμένη, νιώθω μια βαθύτατη μεταμέλεια[15]), με μάτια που δεν μ’ έβλεπαν διόλου, πρόσθεσε ακόμα πιο σιγά:

— Και να το δείτε˙ μια μέρα θα γυρίσει…

 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

9 Μαΐου 1929 (Περιοδικό «Μπουκέτο»)

 

Μεταγραφή, σχολιασμός και ανάγνωση © Δημήτρης Φιλελές

 



[1] ιλαρός = χαρωπός, εύθυμος.

[2] υποβλητικός = αυτός που προκαλεί υψηλά συναισθήματα.

[3] η Αποκριά = οι τρεις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή.

[4] το ειδύλλιο = η ερωτική σχέση.

[5] σαξ (γαλλικά blue de Sax) = ο γαλαζοπράσινος.

[6] ο σκόρος = ζωύφιο που καταστρέφει τα αποθηκευμένα ρούχα και ιδιαίτερα τα μάλλινα.

[7] η σερπαντίνα (γαλλικά serpentin) = χρωματιστή χάρτινη κορδέλα τυλιγμένη σε κουλούρα.

[8] το κομφετί (ιταλικά confetti) = μικρά χρωματιστά χαρτάκια, ο χαρτοπόλεμος.

[9] το κομπλιμέντο (ιταλικά compliment) = ο κολακευτικός λόγος, η φιλοφρόνηση.

[10] ο πιερότος (γαλλικά pierrot) = μασκαράς της Αποκριάς με χαρακτηριστικό κουστούμι.

[11] το καρναβάλι (γαλλικά carnaval < ιταλικά carne-vale) = η γιορταστική περίοδος της Αποκριάς.

[12] ο καβαλιέρος (βενετικά cavalier) = συνοδός κυρίας σε περίπατο ή σε χορό.

[13] εκστατικός = έκπληκτος.

[14] η αδημονία = η ανυπομονησία.

[15] η μεταμέλεια = η αναγνώριση ενός σφάλματος που μας προκαλεί θλίψη για τη στάση μας.


Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Αρένα



Αρένα

 

Τα δόντια δείχνει ο καιρός και φοβερίζει

χιονιάς σαν φίδι δίχως οίκτο φαρμακώνει

του δρόμου άστεγο κορμί, σκαρί που τρίζει

η πείνα σφίγγει τον κλοιό, μαύρο μπαλόνι.

 

Η θλίψη βγαίνει στο σεργιάνι στολισμένη

όνειρο μάταιο, άδεια ρούχο στο μπαλκόνι

θηλιά που σφίγγει σιωπηλά τον κόμπο δένει

χέρι απλωμένο μες στο κρύο κοκαλώνει.

 

Πόλη αχόρταγη που τα παιδιά της τρώει

αλάτι σπέρνει και το χιόνι της θερίζει

πάντα το τίμημα πληρώνουν οι αθώοι

κλαριά στο δέντρο που απ' τη ρίζα του σαπίζει.

 

Κι αν δεν ακούγονται σειρήνες του πολέμου

εντός μας μαίνεται χωρίς φωνές η μάχη

πνοή θανάτου κάθε ρίπισμα του ανέμου

στα δυο λυγίζει και τσακίζεται το στάχυ.

 

Μια νύχτα μόνο η συμπόνια πώς να φτάσει

τόση ψευτιά μες στο σκοτάδι να ξεπλύνει

ποτάμι ο κόσμος που ποτέ δεν κάνει στάση

τους ναυαγούς καταβροχθίζει στο καμίνι.

 

Μια νύχτα μόνο δεν αλλάζει δεδομένα

ούτε στο πρόβλημα θα δώσει κάποια λύση

φρέσκο το αίμα θα ποτίσει την αρένα

κι η ρόδα πάλι στον ρυθμό της θα κυλήσει.

 

© Δημήτρης Φιλελές


Ανδρέας Καρκαβίτσας - Το πάλεμα

 #διαβάζω_για_σένα






Το πάλεμα

 

Κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι[1] του Νάση Νούσα, το πάλεμα είχαν για ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες[2]. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη[3], όταν μπορούσαν ν’ αφήσουν τη δουλειά, να παραδώσουν το κορμί τους στην ανάπαυση και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονταν[4] όλοι, νιοι και νιες, γέροι και γριές, παιδιά[5] και κορίτσια, μπροστά στο πυργωτό κονάκι[6] του αφέντη κι έτσι διαλαλούσε ο κήρυκας:

- Ακούστε, χωριανοί, κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλεύει ο Μήτρος Μπούρας με τον γιο του τάδε!... Κερνάει τ’ αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!...

Μια φορά όμως δεν είπε τον γιο του τάδε. Είπε τον Διονύση Χάλη.

Ο Μήτρος Μπούρας ήταν χωριανός και τον ήξεραν όλοι. Όλοι γνώριζαν της χήρας τον ακριβογιό[7] και τον αρραβωνιαστικό της Σμάλτως, της λεβεντονιάς. Ήταν πρώτος στο πάλεμα και κανείς δεν αποτολμούσε να βγει στ’ αλώνι μαζί του. Κι ήταν για τούτο καύχημα του χωριού και ζωντανή ντροπή όλων των άλλων περίγυρα.

Μα ο Διονύσης Χάλης ήταν απ’ άλλο σύνορο, από τους Σοφάδες[8] πέρα και κανείς δεν τον ήξερε. Ακουστά είχαν μόνο πως είναι φοβερός παλαιστής και ταίρι δεν έχει στον κάμπο τον Λαρισινό και της Καρδίτσας τον κάμπο. Τον είδαν οι φρόνιμοι γέροντες κι ανατρίχιασαν. Τον είδαν τα παλικάρια και λύθηκαν τα γόνατά τους. Πάει το χωριό τους˙ την πήρε τη ντροπή!

- Μάνα μου! ψιθύρισε η Σμάλτω η λεβεντονιά.

Και χλώμιασε σαν το κερί!

Χτυπούν τα τούμπανα και φυσούν οι καραμούζες. Αναταράζεται η γη κι ο αέρας πασίχαρος διαλαλεί τον λαμπρό αγώνα. Κι εμπρός, ανάμεσα στ’ αλώνι που σχημάτισε στρογγυλοκαθισμένος ο λαός, φαίνονται οι δυο παλαιστές γυμνοί, ολόγυμνοι. Μονάχα το κοντό πέτσινο βρακί, στη μέση δεμένο κομποθηλιά, σκεπάζει τ’ αμελέτητα[9]. Μα χύνονται από κάτω λαχταριστοί οι μηροί κι οι στρογγυλοί αρμοί των γονάτων κι οι άντζες[10] μεστωμένες κι οι τορνευτοί[11] αστράγαλοι και τα καμαρωτά ποδάρια τους. Κι απάνω φαίνονται τα στήθη μάρμαρο κι οι ρώγες των βυζιών χαλκοκόκκινες κάθονται στα γλυπτά στέρνα κι απλώνονται ζερβόδεξα καμαρωτοί οι ώμοι και τα χυτά λαιμοτράχηλα[12]˙ εκεί πυργώνεται το κεφάλι σμιλευτό, με τα κατσαρά μαλλιά και το μουστάκι στριμμένο. Τα μπράτσα σιγοτρεμάμενα φανερώνουν τα χαλύβδινα μούσκουλα[13] και τα νεύρα τ’ αλύγιστα.

Έρχονται στ’ αλώνι και χαιρετούν ευγενικά τον λαό οι δυο παλαιστές. Κάποιος χύνει λάδι από τη στάμνα στη χούφτα τους. Κι εκείνοι αλείφουν με το λάδι τα στήθη, τα μπράτσα, τα λαιμοτράχηλα, τους μηρούς, ως κάτω στους αστράγαλους. Αλείφουν ακόμα και το πέτσινο βρακί τους. Έπειτα, με τα χέρια ριγμένα κάτω, σκάνε τα δάχτυλά τους τρανταχτά:

- Κράπ!... Κραπ κραπ!...

Και προβάλλουν, ένας από τη μια μεριά κι άλλος από την άλλη, αργοκίνητοι, βεργολυγεροί[14], με βήμα ελαφρύ και μεγαλόπρεπο, με το σώμα τεντωμένο, που λες τώρα θα ψηλώσουν ως τον ουρανό. Αδιάφοροι στις σαχλαμάρες του παλιόκοσμου, στρέφουν τα μάτια κάτω στον πράσινο κάμπο κι αντίπερα στα γαλανά βουνά της Γκούρας[15], σαν σταυραϊτοί που διαλέγουν τη βουνοκορφή, να βρούνε ποθητή συντρόφισσα. Κι έπειτα, μ’ ένα άλλο κραπ!... κραπ κραπ!..., γυρίζουν αντιμέτωποι και ρίχνουν ράθυμα[16] αλλά βαριά τα χέρια ο ένας στον ώμο του άλλου και κοιτάζονται άγρια, πεισμωμένα.

- Σ’ έφαγα!

- Σ’ έφαγα!...

Μα αντί να φαγωθούν, παρατάει ο ένας τον άλλο και μ’ ένα κραπ! κραπ κραπ!... σύγκαιρο[17] αρχίζουν πάλι την αντίθετη περιστροφή τους, με το ίδιο βάδισμα και το ίδιο κόρδωμα[18].

Τα τούμπανα χτυπούν, φυσούν οι καραμούζες κι ο αέρας διαλαλεί ως πέρα τον λαμπρό αγώνα˙

- Τώρα δεν έχει χωρατά[19]!

- Όχι, δεν έχει χωρατά!...

Οι δυο παλαιστές αρπάχτηκαν στα χέρια. Έπαψαν τα χωρατά και τα ευγενικά χάδια. Οι δυο λέοντες που έπαιζαν πριν και χαϊδεύονταν ξαπλωμένοι στο χλωρό χορτάρι κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο και δαγκώνονταν άκακα και γλείφονταν τρυφερά, άναψαν τώρα. Μπορεί ο πράσινος τάπητας, ο ζεστός ήλιος ίσως, να κέντησε το λαθροκρυμμένο στην ψυχή τους πάθος και πέφτουν μανιασμένοι ο ένας στον άλλον. Ανήμερη κοχλάζει η ψυχή τους˙ σπίθες πετούν τα μάτια τους. Δεν έχουν πια λύπη, ούτε έλεος! Αρπαγμένοι από τους ώμους, στυλώνουν τα πόδια τους στη γη, καμαρώνουν τα κορμιά και στέκουν ακίνητοι. Το πρόσωπό τους ήσυχο, δεν δείχνει καθόλου την αγωνία της ψυχής, ούτε των νεύρων την προσπάθεια. Κοιτάζουν μόνο, αντίθετα κοιτάζουν με τα μάτια τους τ’ ανοιχτά και λες πως κοιτάζουν, πως ψαχουλεύουν τον ορίζοντα, να δουν και να μετρήσουν σε ποιο κάμπο ή σε ποια θάλασσα θα σφεντονίσουν τον αντίπαλό τους.

-  Δεν έχει χωρατά!

- ‘Όχι, τώρα δεν έχει χωρατά!...

Ξάφνου, όμως, να που ξεριζώθηκαν τα δυο κορμόδεντρα! Ο Χάλης γονάτισε, με το ένα πόδι στη γη στρωμένο˙ τ’ άλλο λυγισμένο στο γόνατο. Και με τα ατσαλένια μπράτσα κολλητά στη μέση του Μπούρα, πασχίζει να τον φέρει κοντά του, να τον λυγίσει, να τον γκρεμίσει σωρό κουβάρι από πάνω του. Μα εκείνος σκυφτός, κάθεται πάνω του και τον βαραίνει με το βάρος του, έτοιμος να τον ρίξει τ’ ανάσκελα, να βάλει τη ράχη του στο χώμα. Έτσι μόνο θα σημαδευτεί η νίκη του.

Ο λαός περίγυρα καθισμένος, ολόρθος είτε σκυφτός˙ οι νέοι και οι γέροι, οι νιες κι οι γριές, τ’ ανήλικα παιδιά σερνικοθήλυκα, κοιτάζουν τους παλαιστές με τρόμο. Είναι αληθινά εκείνος ο γονατιστός ο Διονύσης ο Χάλης ο Σοφαδίτης! Κι είναι ο άλλος ο σκυφτός απάνω του ο Μήτρος Μπούρας, ο χωριανός τους! Παλεύουν αλήθεια, άνθρωποι με κρέας και κόκαλα, εργάτες του χωραφιού σαν κι αυτούς και σαν κι αυτούς φτωχοί και κακόμοιροι; Ή μήπως είναι δράκοι των παραμυθιών και παλεύουν για της βασιλοπούλας τα κάλλη; Ή μήπως είναι ο Διγενής, του τραγουδιού ο ήρωας, και παλεύει με τον Χάρο για τη ζωή του; Δεν είναι, όχι, δράκοι, δεν είναι ούτε ο Διγενής κι ο Χάρος. Είναι δυο χωριάτες ολοζώντανοι, ο Χάλης ο περίφημος κι ο Μπούρας ο θαυμαστός. Δεν παλεύουν για τα κάλλη της βασιλοπούλας ούτε για την ακριβή ζωή. Παλεύουν κι αγωνίζονται για να τιμήσουν τ’ όνομα του χωριού τους.

Ο Μήτρος Μπούρας πάνω στον αντίπαλό του ξαπλωμένος, βαρύς, με τα πόδια τυλιγμένα στα πόδια εκείνου, με τα χέρια κολλημένα στα λαιμοτράχηλά του, βλέπει γύρω τον λαό, τους χωριανούς του, να του γνέφουν θαρρετά, να τον συμβουλεύουν να κρατεί καλά, χάμω να τον γκρεμίσει στο χώμα. Βλέπει αγνάντια[20] τη λεβεντονιά να χαμηλώνει κατακόκκινη το βλέμμα και να σιγοτρέμει σαν καλάμι απ’ τη λαχτάρα. Βλέπει κι ανάμεσα στα σκέλια του, κάτω απ’ τα παλαμοδάχτυλά του, τον Διονύση Χάλη ξεθεωμένο, να σπαράζει σαν το σφαχτό κάτω από το γόνατο του μακελάρη[21] και γελά με τον ανώφελο αγώνα του. Τον βλέπει να στριφογυρίζει σαν ερπετό, να πασπατεύει[22] το γλιστερό κορμί του, ανάμεσα στους μηρούς, στις άντζες κάτω και πάνω στις μασχάλες, στους ώμους και τα λαιμοτράχηλα. Κάπου ζητούν να πιάσουν, να γαντζώσουν τα χέρια, να λυγίσουν το κορμί, είτε να συνεπάρουν κομμάτι ζωντανό από κρέατα και κόκαλα. Μάταια όμως αγωνίζονται! Πώς κατάντησες, καημένε Σοφαδίτη! Τι θα γίνει τώρα τ’ όνομα το ξακουσμένο στη Λάρισα και στα Τρίκαλα μέσα;

Ο Μήτρος Μπούρας γελά και αναπαύεται. Δεν προσμένει παρά την κατάλληλη στιγμή που μ’ ένα επιδέξιο ανασήκωμα θα στείλει τη ράχη του να φάει χώμα, να δείξει ολοφάνερα τη νίκη του. Γελά και αναπαύεται και δεν προσέχει τα επίβουλα[23] πασπατέματα του εχθρού ανάμεσα στα σκέλια του.

- Αχ! ακούστηκε ξάφνου φοβερό.

Αμέσως σώπασε το τούμπανο και βουβάθηκαν οι καραμούζες, λες και νέκρα πλάκωσε την πλάση. Όχι, δεν πλάκωσε νέκρα την πλάση. Ο Μήτρος Μπούρας κείτεται βαρύς στο χώμα και βογγομαχά σαν πληγωμένο αγριοδάμαλο[24].

- Αχ! βγήκε κι απ’ το στόμα της Σμάλτως.

Και τώρα, κάτω στο Σέχη, στο τσιφλίκι του Νάση Νούσα, το πάλεμα έχουν για ξεφάντωμά τους οι Καραγκούνηδες. Κάθε γιορτή της άνοιξης και σκόλη, όταν μπορούν ν’ αφήσουν τη δουλειά, να παραδώσουν το κορμί τους στην ανάπαυση και την ψυχή τους στη χαρά, συνάζονται όλοι, νιοι και νιες, γέροι και γριές, παιδιά και κορίτσια, μπροστά στο πυργωτό κονάκι του αφέντη κι έτσι διαλαλεί ο κήρυκας:

- Ακούστε, χωριανοί, κι ας λέει ο κόσμος!... Σήμερα παλεύει ο τάδε με τον τάδε! Κερνάει τ’ αφεντικό και τα τούμπανα παίζουν!... Μα μην ξεχνάτε και το πάθημα του Μήτρου Μπούρα!...

 

Ανδρέας Καρκαβίτσας (1900)

 

Από το βιβλίο «Παλιές αγάπες»

Α΄ έκδοση από το «Τυπογραφείον της Εστίας»

των Μάισνερ- Καργαδούρη, το 1900.

 

Μεταγραφή, σχολιασμός και ανάγνωση © Δημήτρης Φιλελές




[1]  το τσιφλίκι (τουρκικά ciftlik) = μεγάλη ιδιοκτησία γης που ανήκει στον τοπικό άρχοντα.

[2]  Καραγκούνηδες = οι κάτοικοι του θεσσαλικού κάμπου.

[3]  η σκόλη = η αργία.

[4]  συνάζομαι = συγκεντρώνομαι.

[5]  τα παιδιά = εννοούνται τα αγόρια.

[6]  το κονάκι (τουρκικά konak) = το σπίτι του τσιφλικά.

[7]  ο ακριβογιός = ο μοναχογιός.

[8]  Σοφάδες = κωμόπολη του Νομού Καρδίτσας.

[9]  τα αμελέτητα = τα ανδρικά γεννητικά όργανα.

[10]  οι άντζες = το μέρος του ποδιού από το γόνατο μέχρι τον αστράγαλο.

[11]  τορνευτός = καλλίγραμμος, σμιλευτός.

[12]  τα λαιμοτράχηλα (λαιμός + τράχηλος) = η περιοχή του λαιμού και του σβέρκου.

[13]  τα μούσκουλα (λατινικά musculus) = ο μυς.

[14]  βεργολυγερός = ψηλός, λεπτός και ευκίνητος.

[15]  Γκούρα = τοποθεσία κοντά στο χωριό Καστανιά του Νομού Τρικάλων.

[16]  ράθυμος = νωθρός, τεμπέλικος.

[17]  σύγκαιρος = ταυτόχρονος.

[18]  το κόρδωμα = το τέντωμα του σώματος, η έπαρση.

[19]  το χωρατό = το αστείο.

[20]  αγνάντια = απέναντι.

[21]  ο μακελάρης (λατινικά macellarius) = ο σφαγέας ζώων, ο αιμοχαρής άνθρωπος.

[22]  πασπατεύω = ψαχουλεύω.

[23]  επίβουλος = ύπουλος.

[24]  το αγριοδάμαλο = το άγριο μοσχάρι.