«Αγκούσα»
Συλλογή
διηγημάτων της Μαντώς Μάκκα
από
τις Εκδόσεις Νίκας (ISBN: 978-960-296-429-3)
Γράφει ο Δημήτρης Φιλελές
Αγκούσα·
μια λέξη που μερικές δεκαετίες πριν ήταν συνηθισμένη στα στόματα των ανθρώπων
του καθημερινού μόχθου, που έτσι περιέγραφαν όχι μόνο τη γενικότερη σωματική
δυσφορία αλλά και την αγωνιώδη ή τη μελαγχολική διάθεση από την οποία
διακατέχονταν.
«Αγκούσα»
είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος που επέλεξε η Μαντώ Μάκκα για τη συλλογή
διηγημάτων που εξέδωσε το 2023 σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Νίκας (ISBN:
978-960-296-429-3).
Εμένα το τσιγκέλι μού
το περάσανε ζωντανή χρόνια πριν και [...] δεν το έβγαλα ποτέ. Το στόλισα με
τατουάζ και χαμόγελα. Το έθαψα κάτω από ρούχα και ασχολίες και με τον καιρό
έγινε ένα με το σώμα μου. Το κατάπιε, το ρούφηξε όπως η κινούμενη άμμος το
ανυποψίαστο θύμα της και όταν προσπαθούσε να τρυπήσει πάλι το δέρμα και να βγει
στην επιφάνεια σαν να ήταν καρφί, με σφυρί μου το αλκοόλ και τα χάπια, το
κοπανούσα να μείνει κάτω. Πόσο κοπάνημα, όμως, να κάνεις χωρίς να σπάσεις τελείως;
Και μέχρι πότε θα μπορεί το «σφυρί» που επέλεξα να κάνει τη δουλειά του όταν
πια δεν θα μπορώ εγώ να το κρατώ; Μέχρι πότε η αγκούσα θα με πνίγει; (Αγκούσα,
σελ. 88)
Με
λόγο μεστό, πυκνό, αληθινό και βαθιά υπαρξιακό, η Μαντώ Μάκκα στήνει ένα αφηγηματικό
σκηνικό όπου στο κέντρο του βρίσκεται ο άνθρωπος και οι τρικυμίες της ζωής που
θα τον κάνουν πιο δυνατό, αφού δεν είναι ικανές να τον σκοτώσουν.
Με
άριστη χρήση της μικρής φόρμας και με απόλυτη προσήλωση στον στόχο, ακουμπά τα
τραύματα χωρίς φόβο ή δισταγμό επιδιώκοντας την ίαση μέσα από το συχνά οδυνηρό
βίωμα.
Δεν ήξερα ότι η πατρική
περηφάνια μετριόταν με το μέγεθος του πουλιού. Μέχρι εκείνη τη στιγμή νόμιζα
ότι ήταν καθαρά προσωπικό στοίχημα, αλλά φαίνεται είναι κάτι σαν
κοινοκτημοσύνη. «Γεννάμε», «περάσαμε στο πανεπιστήμιο», «πήραμε είκοσι» και τα
λοιπά κοινά που έχουμε όταν όλα είναι ωραία, γιατί στα άσχημα δεν άκουσα
κανέναν να λέει «αποτύχαμε». (Το «Λάθος», σελ. 99)
Διαθέτει
ποικιλία εκφραστικών μέσων που εναλλάσσονται με ευκινησία και, παρά την
επιφανειακή απαισιοδοξία, ένα ιδιότυπο χιούμορ και μια λεπτή λεκτική ειρωνεία
(με άριστη αντικραδασμική συμπεριφορά) ενεδρεύει σε πολλές από τις ιστορίες,
αφήνοντας μια αχτίδα φωτός να φανεί στην άκρη του τούνελ.
Αυτούς (τους Αγίους)
τους «έπαιζα», τον Ιησού όχι, του κρατούσα μούτρα. Ήθελα να νιώσει όπως και
εγώ, απομονωμένος και αποκομμένος από τον κόσμο. Και στην τελική έφταιγε. Ή
αυτός ή ο πατέρας του με έφεραν έτσι στη γη, άρα μπορούσα να κρατήσω αυτή τη
βεντέτα όσο ήθελα. (Και εγένετο φως, σελ. 32)
Παράλληλα,
η ροή της αφήγησης διακόπτεται από εμβόλιμες αποφθεγματικές διατυπώσεις, που
ουσιαστικά συμπληρώνουν το πλέγμα και ενοποιούνται αρμονικά με τη συνολική
εικόνα.
Η γιαγιά μου δεν είχε
καμουτσίκι γιατί δεν είχε άλογο. Είχε όμως μυγοσκοτώστρα γιατί είχε μύγες.
Αυτές δεν κάνουν διακρίσεις, πάνε παντού. Σαν τα σκατά ένα πράγμα, που όλοι τα
κουβαλάμε μέσα μας, αλλά τα αδειάζουμε όπου μας βολεύει. (Μυγοσκοτώστρα, σελ. 43)
Η
συγγραφέας με αριστοτεχνική επιλογή των ψηφίδων του αλφαβήτου δομεί τοιχογραφίες
λέξεων, άλλοτε μεγέθους ευρύχωρου δωματίου και άλλοτε μοναχικού κελιού, για να
εικονοποιήσει τις πιο ευαίσθητες πτυχές του ψυχικού κόσμου των χαρακτήρων των
διηγημάτων της. Αν επρόκειτο για ζωγραφικά έργα, θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να
πούμε ότι η καλλιτέχνις έχει επιλέξει συνειδητά τις στιγμές που το τελευταίο
φως βυθίζεται στο σκοτάδι ή το πιο βαθύ σκοτάδι δέχεται το φωτεινό βέλος της
πρώτης ηλιαχτίδας. Ζωή και θάνατος συνυφαίνονται και σφιχταγκαλιάζονται στον
καμβά της αφήγησης δημιουργώντας μια απρόσκοπτη αναγνωστική ευεξία.
Μια τρύπα δεν
καλύπτεται έτσι απλά. Μεγαλώνει όσο την τραβάς, όσο τη σκαλίζεις και όταν
σταματήσεις, αυτό το κενό σε υπνωτίζει και σε τραβάει μέσα του. (Ανάθεμα τους
εννιά, σελ. 76)
Λειτουργεί
ως συλλέκτης ιδιαίτερων περιστατικών που στιγματίζουν την ανθρώπινη ψυχή και
καταγράφει τις στιγμές της κορύφωσης, εκείνες που θα καθορίσουν όχι μόνο τη
μελλοντική στάση ζωής του ατόμου, αλλά και τη σχέση του με όλους αυτούς που θα
ανταμώσει στο διάβα του.
Υπάρχουν
άνθρωποι που [...] έχουν το χάρισμα της βροχής. Σε κάνουν μούσκεμα σε λίγα
δευτερόλεπτα και αυτοί βγαίνουν στεγνοί, γιατί στην ουσία δεν σε άγγιξαν ποτέ.
Κουνούν τα σχοινιά σου και εσύ χορεύεις στον παροξυσμό μιας ψεύτικης αγάπης,
βαφτισμένη σε πίσσα. (Πενήντα λεπτά μείον, σελ. 72)
Καθώς
η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ρέει και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα εκ βαθέων
εξομολόγησης, ο αναγνώστης αποκτά οικειότητα με τους χαρακτήρες, ανακαλύπτει προσωπικές του πτυχές που ίσως ποτέ δεν έχει
τολμήσει να εκθέσει και του γεννιέται μια ακατανίκητη επιθυμία να φτάσει
απνευστί μέχρι την τελευταία σελίδα. Και όταν φτάνει στο τέλος, έχει την
αίσθηση ότι με όλους αυτούς τους ανθρώπους που γνώρισε, κάπου οι δρόμοι τους
έχουν διασταυρωθεί. Και ασφαλώς ο νοερός διάλογος μαζί τους θα συνεχιστεί, όπως
και οι εσωτερικές αναζητήσεις καθενός μας.
Πάλι ακούω φωνές; Τις
ακούω κάθε μέρα που μπαίνω στο μετρό. Σε αυτή την τεράστια αλυσίδα σιδερένιων
κουτιών που κουβαλάει καθημερινά εκατοντάδες χιλιάδες μαρτυρίες πόνου και
απόγνωσης και σαν μαγνήτης τις εγκλωβίζει και κονταροχτυπιούνται η μία με την
άλλη να βγάλουν νικητή. Ποιος θέλει άραγε να πάρει ένα βραβείο ζωντανής
κόλασης; (Οι φωνές, σελ. 102)
Ως επίγευση του τέλους της αναγνωστικής διαδρομής στη σκέψη απομένει μια τρυφερή χαρμολύπη.
Λίγα λόγια τη
συγγραφέα:
Η Μαντώ Μάκκα γεννήθηκε τον Μάιο του 1980 στην
Αθήνα. Αποφοίτησε από το Κλασικό Λύκειο Αναβρύτων. Παρακολούθησε μαθήματα
Αγγλικών και Οικονομικών & Marketing.
Ακολούθησαν μαθήματα Δημιουργικής Γραφής με τη Στεύη Τσούτση και Εικαστικών
& Ιστορίας Τέχνης με την Άννα Παππά. Τελευταία ήρθε η Εξειδίκευση στη
Μετάφραση στο ΕΚΠΑ και η Εισαγωγή στην Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία και διδασκαλία
αγγλικής γλώσσας σε μαθητές άλλων γλωσσών από το Πανεπιστήμιο του Leicester. Παράλληλα ζωγραφίζει και κατασκευάζει κοσμήματα
από πέτρα. Τα τελευταία χρόνια αρθρογραφεί στο διαδίκτυο. Έχει εργαστεί ως
Καθηγήτρια Αγγλικών και ως διαχειρίστρια διαδικτυακών εφημερίδων. Είναι μέλος
της Επιτροπής Γυναικών Συγγραφέων και της Επιτροπής Μετάφρασης & Γλωσσικών
Δικαιωμάτων του PEN Greece.
Το 2020 το παραμύθι της «Τα ροζ Χριστούγεννα»
περιλήφθηκε στο βιβλίο «Santa Παραμύθια, 22
Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες» των Εκδόσεων Νίκας. Το 2021 κυκλοφόρησε η πρώτη
της συλλογή διηγημάτων «Όταν η ζωή σου δίνει λεμόνια» από τις εκδόσεις Νίκας.
Το 2022 το διήγημά της «Τραμουντάνα» διακρίθηκε και συμμετείχε στη συλλογική
έκδοση «Το ρούχο». Την ίδια χρονιά διακρίθηκε και το διήγημά της «Φως», το
οποίο συμμετείχε στη συλλογική έκδοση «Ανθρώπινες Σχέσεις. Ένα σχολείο που δεν
τελειώνει ποτέ». Η συλλογή διηγημάτων «Αγκούσα» είναι το δεύτερο βιβλίο της από
τις Εκδόσεις Νίκας.
Πηγή πρώτης δημοσίευσης: Η "Αγκούσα" της Μαντώς Μάκκα στο fractal

