ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ



ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ

Γλυκόλαλη σαν με ξυπνά φλογέρα τα χαράματα
σταλάζει γύρω μου δροσιά απ’ τ’ ουρανού τα κλάματα
είναι τ’ αγέρι χαρωπό, τα σύννεφα τρομάζουνε
κι οι ηλιαχτίδες φωτεινές σαν άτια που καλπάζουνε.

Απ’ τις ραχούλες τα νερά στους κάμπους κελαρύζουνε
οι καλαμιές στις ρεματιές τραγούδι ψιθυρίζουνε
βοτάνια που μοσχοβολούν στολίδια μοιάζουν πλουμιστά
ποτάμια σέρνουν το χορό και χαιρετιούνται αντικριστά.

Απλώνει ο γερο-πλάτανος τη φυλλωσιά σαν αγκαλιά
αντιβουίζουν οι φωνές απ’ τα χαρούμενα πουλιά
χορεύουν οι γριές ελιές στου μελτεμιού το χάιδεμα
κάθε πρωί χαράς γιορτή απ’ της κορφής τ’ αγνάντεμα.

Στο πέλαγο αρμενίζουνε βάρκες με κάτασπρο πανί
που μια γοργόνα Παναγιά προσεύχονται για να φανεί
αντιφεγγίζουν στον αφρό ζαφείρια και μαλάματα
δελφίνια π’ αλαργεύουνε μ’ ονείρατα κι οράματα.

Ευλογημένα κόκαλα στα χώματα για λίπασμα
στον ουρανό χαράζουνε της λευτεριάς το σάλπισμα
κλήματα στάζουν κόκκινο σαν αίμα στο ποτήρι μας
κρασί από τον Όλυμπο, σπονδή στο πανηγύρι μας.


© Δημήτρης Φιλελές

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ



ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Οι μοίρες ρίχνουν τα χαρτιά και το γραφτό ορίζουν
βοτάνια πίνουν μαγικά, πικρά το μουρμουρίζουν
στην κάμαρα π’ αντιλαλεί το πρώτο σου το κλάμα
δαίμονες και αερικά χορεύουνε αντάμα.

Ψυχή μου πρωτοτάξιδη στη γης τα περιβόλια
καρτέρι στήνουν ύπουλο οι λύκοι με τα βόλια
να σου θερίσουν τον ανθό τη δίψα να μερώσουν
της νιότης σου τ’ αρώματα να πιούν να ξεφαντώσουν.

Κυλά στις γάργαρες πηγές νερό φαρμακωμένο
μη σκύψεις για να δροσιστείς κι άδικα σε προσμένω
ουράνιο τόξο να φανείς, στα σύννεφα να γείρεις
χρυσή βροχή να σκορπιστείς, την ομορφιά να σπείρεις.

Κόκκινα ρόδα της αυγής στη στράτα αν συναντήσεις
να τα μυρίσεις μοναχά, δάχτυλο μην τρυπήσεις.
Κι αν η πλανεύτρα θάλασσα λυσίκομη σε κράζει
σκέψου το φυλλοκάρδι μου πώς βαριαναστενάζει.



© Δημήτρης Φιλελές

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ - Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ



Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,                 
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.                 

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.
Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη                       
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!                 

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!


K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,                 
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),                 

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:           
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!


Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.                 

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου                 
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.


Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.                 

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσα, άλλη γη".


ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

ΕΣΤΕΜΜΕΝΟΙ



ΕΣΤΕΜΜΕΝΟΙ

Ελέω αμνήμονος λαού
συνωμότες υφαρπαγής οραμάτων
εστεμμένοι κυβερνήτες
αμέριμνοι ερωτιδείς δυσώδους εξουσίας
μωροί λάτρεις ανύπαρκτης αθανασίας
επίγονοι άδοξων βασιλέων
θεματοφύλακες κενών λόγων
εκούσιοι κληρούχοι χέρσων γαιών
αυτόκλητοι νομοθέτες επί ματαίω
ανεπίδεκτοι μαθήσεως
σφαλεροί διερμηνείς διφορούμενων χρησμών
συνένοχοι διά της πλήρους αποχής
και της αδιαλείπτου απουσίας
στην οδό της απωλείας
αργυραμοιβοί κίβδηλων νομισμάτων
επάρατοι οχετοί δεινών
νεκροπομποί της άσαρκης Κοιμωμένης του Αιγαίου
σας απευθύνω το ύστατο «χαίρε!».


© Δημήτρης Φιλελές