ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΗ


Η Μαρία Παντίσκα, μια τραγική γυναίκα, μετά τη σφαγή του Διστόμου,
όπως την απαθανάτισε ο φακός του διάσημου φωτογράφου Dmitri Kessel,
για το άρθρο "What the Germans did to Greece" του περιοδικού Life στις 27-11-1944.


ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΗ

Ο ήλιος δεν περνά από δω
κι ούτε κλαράκι τρυφερό
στην αστραποκαμένη γη
που τη λησμόνησε η βροχή.

Παντού σκοτάδι κι ερημιά
μανάδες με λυτά μαλλιά
στα στήθια χέρια που χτυπούν
ζητούν μαχαίρια να κοπούν.

Ο ήλιος δεν περνά από δω
γιατί κρεμάσαν στο σταυρό
τη δίψα για τη λευτεριά
κι η νύχτα απλώνεται βαριά.

Καημοί θεόρατα βουνά
δε βγάζει ο δρόμος πουθενά
μπροστά η θάλασσα σωσμός
στα πόδια μας η γη σεισμός.

Ελλάδα, μάνα μου καημένη
στα σκλαβοπάζαρα δεμένη
πας να σηκώσεις το κεφάλι
μα στη σκλαβιά σε ρίχνουν πάλι.

Ελλάδα, μαυροφορεμένη
από τους φίλους προδομένη
πας να σηκώσεις το κεφάλι
μα στη σκλαβιά σε ρίχνουν πάλι.


Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ - ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ

Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας

ΑΚΟΥΣΤΕ...
" Ένα Μαχαίρι "




ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικάνικον ατσάλινο μαχαίρι
- όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες-
που από έναν γέρον έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το `χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του, γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο·
χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μι’ άγκυρα κ’ ένα οικόσημο έχει,
είν’ αλαφρύ, για πιάσε το· δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις».
-Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις, πάρτο.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το ’καμα δικό μου·
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

Νίκος Καββαδίας


Ποιητική συλλογή «Μαραμπού», εκδ. Κέδρος.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

ΑΠΟΛΟΓΙΑ



ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Στην άμμο ανάψαμε φωτιά να πούμε παραμύθια
μα τα παιδιά ζητούσανε να μάθουν την αλήθεια.
Λόγια μονάχα ξέραμε που τα αυτιά χαϊδεύουν
και για καράβια στα βουνά που χρόνια ταξιδεύουν.

Απ' τα μαλλιά αρπάξαμε όμως την ευκαιρία
το τέλος για να γράψουμε στη φαρσοκωμωδία.

Ψέματα καβαλάρηδες μας τάισαν με σκόνη
τα φωτεινά ιδανικά κρεμάσαν στην αγχόνη
τα εθνικά συνθήματα με μίσος ποτισμένα
και τα οράματα φτηνά, τσίπουρα νοθευμένα.

Στο λάκκο μέσα μάθαμε να ζούμε με λιοντάρια
κι αν γεννηθήκαμε λαγοί, μοιάζουμε παλληκάρια
μας πνίγει το φιλότιμο, σηκώνουμε παντιέρα
με φουστανέλα του τσολιά και ιαχή "αέρα"!

Πουλήσαμε το κίνημα σε οίκο ευκαιρίας
το κήρυγμα γυρεύουμε σανίδα σωτηρίας
χώσαμε το κεφάλι μας κάτω από κεραμίδι
τη σάρκα μας προσφέρουμε στ' άλογα του Διομήδη.

Γράψαμε στα παπούτσια μας την αξιοκρατία
σαν τέρας αναθρέψαμε τη γραφειοκρατία
τυφλά υπηρετήσαμε τους νόμους των αρχόντων
κακώς υποτιμήσαμε τη γνώση των γερόντων.

Αφού ολοκληρώσαμε την αυτοκριτική μας
κι είπαμε πώς πουλήσαμε την επανάστασή μας
σβήσαν τα φώτα του μπερντέ και μείναμε μονάχοι
και τα παιδιά μας μάθανε πώς χάσαμε τη μάχη.

Κι αν δεν τους γίνει μάθημα, το φταίξιμο δικό τους
που οι ξένοι θα ορίζουνε το μαύρο ριζικό τους.



Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΤΟ ΣΒΗΣΜΕΝΟ ΦΑΝΑΡΙ

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος
ΑΚΟΥΣΤΕ...
ΤΟ ΣΒΗΣΜΕΝΟ ΦΑΝΑΡΙ
θά ῾θέλᾳ - λέει- ν᾿ ἀφήσω στὸν καθένα σας αὐτὸ τὸ βλέμμα
τοῦ ἤρεμου θαυμασμοῦ μπροστὰ στὸ λιόγερμα. Θά ῾θέλᾳ ἀκόμη
νὰ σᾶς ἀφήσω τὸ περίλυπο ἄκουσμα
τῆς ἔρημης φωνῆς τοῦ ἰχθυοπώλη στὰ πρωινὰ τοῦ Ἰουλίου
καὶ τὸ βόμβο τῆς μέλισσας μέσα σ᾿ ἕνα τριαντάφυλλο
ἢ τὸ ἄηχο «ἄχ» μιᾶς λευκῆς πεταλούδας πλάι στὸ μὼβ λουλούδι.
Περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα θά ῾θελᾳ νὰ σᾶς ἀφήσω τὸν τρόπο
τῆς ἀλλαγῆς τῶν χρωμάτων πρὸς τὸ ἀσῆμι καὶ τὸ ρόδινο
ὅταν ἡ πόρτα κλείνει καὶ σκοτεινιάζουν τὰ δωμάτια
κι ὡστόσο οἱ καθρέφτες διατηροῦν ἀνέπαφη
τὴν εἰκόνα τῆς θάλασσας, γι᾿ αὐτὸ γαλανίζουν τὰ σεντόνια
στὸ μεγάλο γαμήλιο κρεβάτι τῶν νεκρῶν. Θά ῾θελα ἀλλὰ
τούτη τὴν ὥρα μὲ πρόλαβε ὁ Ἀόρατος,
ὁ Πανταχοῦ καὶ Πάντοτε Παρών, μοῦ ῾σβησε τὸ φανάρι
καὶ πιὰ δὲ βλέπω οὔτε νὰ δείξω τίποτα κι οὔτε νὰ περπατήσω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - Η ΓΕΦΥΡΑ

Ο ποιητή Γιάννης Ρίτσος
ΑΚΟΥΣΤΕ...
Η ΓΕΦΥΡΑ
Εἶναι μιὰ ὡραία περιπλάνηση, σχεδὸν μιὰ δραπέτευση -
δὲν ξέρω ἀπὸ ποῦ καὶ γιὰ ποῦ, - μιὰ μυστικὴ δραπέτευση ποὺ δίνει
μιὰ μυστικότητα στὴν κάθε κίνησή μας, στὸν ἴσκιο μας πάνω στὸν τοῖχο,
στὶς ἀπίθανες σχέσεις τῶν δακτύλων μας, στὸν ἦχο τῶν βημάτων
        μας - μία ἐξαίσια αἴσθηση
παρανομίας πρὸς ὅλα, σὰν τοῦ μοιχοῦ, τοῦ κλέφτη, τοῦ φονιά,
        του ἀρσενοκοίτη ἢ τοῦ λαθρεπιβάτη,
κ᾿ ἡ αἴσθηση τῆς παρανομίας αὐτῆς σου ἐπιβάλλει
μίαν ἄγρυπνη προσοχὴ γιὰ ν᾿ ἀποφύγεις τὴ σύλληψη,
ἐνῶ ἡ προσοχή σου αὐτὴ συλλαμβάνει
τὸ νόημα μιᾶς ἀρχικῆς ἐνοχῆς, συλλαμβάνει
τὶς πιὸ ἀδιόρατες ἐκφράσεις τῆς σιωπῆς· μὰ τότε πάλι
νιώθεις πῶς ἔτσι παραβιάζεις μ᾿ ἀντικλείδι ἕνα μεγάλο, ξένο
        σκοτεινό χρηματοκιβώτιο
ὕστερα ἀπὸ σκάλες πολλὲς καὶ μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους
ποῦ κάνουν ν᾿ ἀντηχοῦν ἀπεριόριστα οἱ κλειδώσεις σου,
κ᾿ ἕνα καχύποπτο φεγγάρι μπαίνει ἀπὸ φεγγίτες καγκελόφραχτους
μεγάλο, κίτρινο, προδοτικό, φέρνοντάς σε ἀντιμέτωπο
μὲ τὴν ἴδια πελώρια σκιά σου ποὺ κρατάει
μεγεθυσμένες τὶς σκιὲς τῶν κλειδιῶν, ποὺ ἐσὺ κρατᾶς, σὰ νἆναι κιόλας
τὰ κάγκελα τῆς φυλακῆς ποὺ θὰ σὲ κλείσει ἰσόβια· ὥσπου τέλος
ἀνακαλύπτεις πὼς αὐτὸ τὸ χρηματοκιβώτιο
εἶναι δικό σου, ὁλότελα δικό σου
καὶ μπορεῖς νὰ τ᾿ ἀνοίξεις ἐλεύθερα
καὶ μπορεῖς νὰ χαρίσεις ὅσα θέλεις στοὺς φίλους σου
καὶ μπορεῖς νὰ σκορπίσεις ὅσα θέλεις στὸν ἄνεμο
μὲ κείνη τὴ χαρὰ ποὺ δίνει τὸ ἀνεξάντλητο
μὲ κείνη τὴ χειρονομία μιᾶς ἄσκοπης λεβεντιᾶς κι᾿ ἀσωτείας
ποὺ εἶναι, ἴσως, ἡ μόνη ἀληθινὴ σκοπιμότητα.




Μὰ τότε νιώθεις ὁ ἴδιος, πόσο ἡ κίνηση αὐτὴ θὰ φαίνεται ὕποπτη
μὲς στὸ σκοτάδι τὸ καρφωμένο ἀπ᾿ τ᾿ ἄστρα, μὲ τὸ μετάλλινο ἦχο
        των κλειδιῶν,
σὰ χτύπημα σπαθιῶν, ψηλὰ στὸν ἀέρα, ἀόρατων μονομάχων ἢ ἱππέων,
μ᾿ αὐτὸ τὸ σκοτεινό, πελώριο στόμιο τοῦ χρηματοκιβώτιου
ποῦ χάσκει ἀνοιχτὸ μὲς στὴ νύχτα ἐνῶ στὸ βάθος τοῦ ἀστράφτουν
σωροὶ τὰ νομίσματα περίεργων ἐποχῶν καὶ τόπων,
ράβδοι χρυσοῦ σὰ μεγάλα καρφιὰ γιὰ μία σταύρωση· στοῖβες
        χαρτονομίσματα
σὰ μυστικὰ τραπουλόχαρτα τῆς Μοίρας. Κι᾿ ὅσοι
δέχτηκαν μία στιγμὴ τὴν προσφορά σου, μόλις στρίψεις τὸ κεφάλι σου
δοκιμάζουν στὴν πέτρα τὰ νομίσματα, μὰ ἐκεῖνα δὲν ἀφήνουν ἦχο,
προσπαθοῦν ν᾿ ἀποκρυπτογραφήσουν στὰ χαρτονομίσματα
τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὶς σφραγίδες, μ᾿ αὐτὰ δὲ διακρίνονται στὸ
        καταπληχτικό σκοτάδι,
καὶ τὰ πετοῦν ξανὰ μπροστὰ στὰ πόδια σου καὶ φεύγουν.
Καὶ μένεις μόνος μ᾿ ὅλο σου τὸν πλοῦτο ποδοπατημένο,
μόνος μπρὸς στὸ μαγνητικὸ ἀνοιγμένο στόμιο τοῦ ἀδειανοῦ πιὰ
        χρηματοκιβώτιου,
μόνος μπρὸς στὴν ἀκάλυπτη τρύπα τοῦ χάους,
μὲ τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
σὲ μισοτελειωμένη στάση θεατρικῆς γενναιοδωρίας,
σὰν ἄγαλμα ἥρωα ποὺ ὁ ἡρωισμός του
ἀποδείχτηκε ἀπατηλὸς μετὰ θάνατον - ἢ σὰν ἀτέλειωτη προσπάθεια
νὰ γίνεις ἄγαλμα γιὰ νὰ μὴ σωριαστεῖς στὸ χῶμα - ἕνα ἄγαλμα
ποῦ τείνει μάταια σὰν τσαμπὶ σταφύλι τ᾿ ἀναπόδεκτα κλειδιὰ ἑνὸς
        παραδείσου.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

(ἀπόσπασμα, ἀπὸ τὰ Ποιήματα 1930-1960, Γ´, Κέδρος 1964)


Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

ΑΡΓΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΜΕ



ΑΡΓΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΜΕ

Το πράγμα δεν περπάτησε
το βάρος μας γονάτισε
μας πήρε από κάτω.
Από μονάχο μίλαγε
κρυμμένο μας το φύλαγε
βουλιάξαμε στον πάτο.

Αργά το καταλάβαμε
στο τσακ δεν το προλάβαμε
δεν έπιασε το φρένο.
Ρεζίλι πάλι γίναμε
και με τη γλύκα μείναμε
το χάσαμε το τρένο.

Για γέλια η παράσταση
καμία συμπαράσταση
μηδέν η χορηγία.
Παιχνίδι η μοίρα έπαιξε
και το γλυκό δεν έδεσε
με λάθος οδηγία.

Με χαμηλή απόδοση
δεν σπάει η παράδοση
και το κατεστημένο.
Στα σκέλια μέσα η ουρά
κομμένα πάλι τα φτερά
και το χαρτί καμένο.

Όμως εμείς
το πολεμάμε
ποτέ μας πίσω δεν κοιτάμε.

Γιατί εμείς
ό,τι κι αν λέμε
ποτέ δε μάθαμε να κλαίμε.

Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ - ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ

Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης

ΑΚΟΥΣΤΕ...
... τον διαχρονικό ποιητικό λόγο
του Κώστα Βάρναλη
σε ένα ποίημα που, παρά τον τίτλο,
θα μπορούσε να είναι 
και αποκριάτικο
και καθημερινό...



ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ

Σαράντα σβέρκοι βωδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες, σταβροθολωτοί και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κ’ επίσημοι κι ωραίοι.

Σαράντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς χτυπά η καμπάνα)
καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στο τζάκι
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στο μπατζάκι.

Όξ’ ο κοσμάκης φώναζε : «Πεινάμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες
κ’ οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυραίοι
ανοίξαν τα παράθυρα και κράξαν : «Είστε αθέοι».

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

ΘΥΜΑΜΑΙ ΜΙΑ ΕΛΛΑΔΑ



ΘΥΜΑΜΑΙ ΜΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Θυμάμαι μια Ελλάδα
σε τρένα φορτωμένη
στην ξενιτιά σπρωγμένη/ριγμένη
πατρίδα ρημαγμένη.

Θυμάμαι μια Ελλάδα
σε πλοία στοιβαγμένη
καρδιά αλλοπαρμένη
ελπίδα προδομένη.

Θυμάμαι μια Ελλάδα
στα γήπεδα κλεισμένη
ζωή σημαδεμένη
βαριά φυλακισμένη.

Θυμάμαι μια Ελλάδα
στο δρόμο πεταμένη
εικόνα μαυρισμένη
ψυχή παραδομένη.


Τραγούδι σκουριασμένο
και παράταιρο
στου Στέλιου χαραγμένο
το παράπονο.

Τραγούδι κλειδωμένο
στο συρτάρι μας
αντίο ζυμωμένο
με το δάκρυ μας.


Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΡΑΤΟΣ



ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΡΑΤΟΣ

Υποχωρήσαμε
και καταλήξαμε
σε συμφωνία.
Πώς την πατήσαμε
και δεν δηλώσαμε
διαφωνία.

Διεκδικήσαμε
μα δεν πετύχαμε
ισοτιμία.
Πώς φανταστήκαμε
ότι νικήσαμε
την τυραννία.

Υπολογίσαμε
ότι αρπάξαμε
την ευκαιρία.
Πώς γελαστήκαμε
και εκτεθήκαμε
στην ιστορία.

Αντισταθήκαμε
και στηριχτήκαμε
στην κοινωνία.
Πώς κουραστήκαμε
και στριμωχτήκαμε
σε μια γωνία.

Όπου δεν υπάρχει κράτος
χαίρεται το παρακράτος
και πυροβολεί.
Όπου δεν υπάρχει νόμος
τι να κάνει ο αστυνόμος
που οπλοφορεί.

Όπου πέφτουνε οι λύκοι
το κοπάδι τους ανήκει
τρων και πίνουνε.
Δεν περνάνε από δίκη
δεν υπάρχει καταδίκη
δένουν λύνουνε.


Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΕΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Έργο του χαράκτη Α. Τάσσου για τους 200 μάρτυρες της Πρωτομαγιάς του '44

ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΕΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ένα πρωί Πρωτομαγιά
κόκκινος ήλιος αίμα
απ’ τα βλαστάρια η σοδειά
μαλλιά σγουρά, στήθια πλατιά
της λευτεριάς η γέννα.

Ένα πρωί Πρωτομαγιά
γιορτάζει ο προδότης
στο βάζο του τριαντάφυλλα
άλικα ροδοπέταλα
της μάνας για το γιο της.

Ένα πρωί Πρωτομαγιά
άσπρο τοπίο χιόνι
τα χέρια τα ασάλευτα
τα χείλη τα αμίλητα
της Παναγιάς οι πόνοι.

Ένα πρωί Πρωτομαγιά
γιορτάζει ο προδότης
μαυροφοριέται η γειτονιά
κατάρες κι αναφιλητά
ψάχνει τον αδελφό της.

Κόκκινο δάκρυ ο αγιασμός μου
Καισαριανές όλου του κόσμου.
Πίνω τη δίψα μου να σβήσω
ποτέ μου δεν θα γονατίσω.

Κόκκινο δάκρυ ο στεναγμός μου
στις θάλασσες του κάτω κόσμου
δεν κάνω ούτε βήμα πίσω
κι από το χώμα θα γυρίσω.

Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές



Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΙ



ΑΚΟΥΣΤΕ...
το αλληγορικό ποίημα
του Γιάννη Ρίτσου


ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΙ
Τέτοια ζωὴ μᾶς μέλλονταν, νὰ γράφουμεν ἐπιστολὲς
ποὺ νὰ μὴ στέλνουμε ἀπὸ μίαν ἀξήγητη δειλία
μονάχα νὰ τὶς δένουμε σὲ κορδελίτσες παρδαλὲς
καὶ νὰ τὸ βρίσκουμε καὶ τοῦτο ἀσήμαντη ἀσχολία.

Νὰ πάλλεται βαθιὰ ἡ καρδιά, ποὺ ἄξια εἴτανε γιὰ τὰ καλά,
κι ὅμως νὰ ζοῦμε πάντοτε στὴ σκοτισμένη ἀφάνεια·
οἱ ταπεινοὶ πατώντας μας νὰ δείχνουν μέτωπο ψηλὰ
καὶ τὰ δικά μας ἄπρεπα νὰ φέρουνε στεφάνια.

Τὸ πρόσωπό μας νὰ φορεῖ φρίκης γκριμάτσα τραγική,
φιλάρεσκα ν᾿ ἀφήνουμε νὰ λὲν πὼς μᾶς πηγαίνει
νὰ βλέπουμε νὰ φεύγει ἡ ζωὴ μακριά μας ξένη, βιαστικὴ
καὶ νὰ περνᾶμε, ἀθόρυβα μισώντας, μισημένοι.

Τὸ κάθε τί, καὶ πιὸ πολὺ τ᾿ ὄνειρο, νὰ μᾶς τυραγνᾷ
τὰ βλέμματα τῶν διαβατῶν στὰ μάτια μας λεκέδες.
Περήφανοι νὰ δείχνουμε κι ὅμως τὰ χέρια μας τ᾿ ἁγνὰ
νὰ κράτησαν καὶ νὰ κρατοῦν ἀκόμα μενεξέδες.

Νὰ λαχταροῦμε σὰν παιδάκια εὐαίσθητα κι ἀσθενικὰ
-δικαίωση καὶ παρηγοριὰ τῆς ζωῆς μας- τὴν ἀγάπη
κι ἂν κάποτε τὴ βρήκαμε νὰ μᾶς προσμένει μυστικὰ
ὅμως τὸ χέρι ν᾿ ἁπλωθεῖ ζητώντας την ἐντράπη.

Τὰ μέτρια ν᾿ ἀποφεύγουμε μ᾿ ἀδιάλλαχτην ἀποστροφή,
(ἀμετανόητοι κυνηγοὶ τοῦ Ὡραίου καὶ τοῦ Ἀπολύτου)
νἆναι μας ἔπαθλο ἡ πληγή, τί μάταιο γνώση μας σοφὴ
- ἡ χρυσὴ σμίλη δημιουργοῦ, κασμᾶς τοῦ καταλύτου.

Νὰ ξεκινᾶμε τὶς αὐγὲς καὶ πάνω μας μαῦροι οἰωνοὶ
οἱ ἀμφιβολίες νὰ μᾶς κρατοῦν στὴν ἴδια πάλι θέση
κ᾿ ἐμεῖς μ᾿ ἀηδία νὰ φτύνουμε τὸν ἑαυτό μας ποὺ θρηνεῖ
καὶ νὰ φορᾶμε κόκκινο τῆς ἀνταρσίας τὸ φέσι.


Τότε νὰ ὀνειρευόμαστε μίαν ἀλλαγὴ κ᾿ εὐθὺς ξανὰ
νὰ σκύβουμε, σκλάβοι χλωμοί, σὲ ἱερὴ λατρεία τοῦ πόνου,
τὶς ἧττες ν᾿ ἀνεμίζουμε φλάμπουρα νίκης φωτεινὰ
κι ἀξιοπρεπῶς νὰ παίρνουμε τὸ λάχτισμα καὶ τοῦ ὄνου.

Καχύποπτοι καὶ μίζεροι μέσα στὰ φρούρια τῆς σιωπῆς
νὰ κλειδωνόμαστε ἄβουλοι, νὰ κάνουμ᾿ ἔτσι χάζι
τὸν κόσμον ἐξετάζοντας πίσω ἀπ᾿ τὸν κύκλο μιᾶς ὀπῆς
καί, θαρραλέοι, σκιὰ μικροῦ πουλιοῦ νὰ μᾶς τρομάζει.

Δειλοὶ καὶ στὴν ἀγάπη μας μὰ καὶ στὸ μῖσος πιὸ δειλοὶ
κι ἀνίσχυροι κι ἀσάλευτοι νὰ ζοῦμε ἀνάμεσά τους,
νὰ μᾶς πληγώνουν καὶ τὰ δυὸ καὶ νὰ μετρᾶμε σιωπηλοὶ
στὰ παγωμένα δάχτυλα τοὺς ἴδιους μας θανάτους.

Ἐχθροὺς νὰ ὑποψιαζόμαστε παντοῦ κ᾿ οἱ ὁλόφωτοι οὐρανοὶ
νὰ ἰσκιώνονται ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο μας καί, φεύγοντας κινδύνους,
νὰ ζοῦμε μόνοι πλέκοντας γιὰ τοὺς ἐχθροὺς δημίου σκοινὶ
καὶ νὰ κρεμᾶμε ἐμεῖς ἐμᾶς ἀθῴους ἀντὶ γιὰ κείνους.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Τρακτέρ, Ποιήματα 1930-1960, Ἀθήνα, ἐκδ. Κέδρος, 1972, σσ. 41-42

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ

Πίνακας του ζωγράφου Γιώργου Σαββάκη


ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ

Γέρος με χοντρό μπαστούνι
και παχύ στριφτό μουστάκι
άσπρα γένια στο πηγούνι
στο κεφάλι καβουράκι.

Και εγώ γριά καμπούρα
με τη ράχη λυγισμένη
μούρη με πλισέ και σούρα
απ' τα χρόνια ζαρωμένη.

Είμαι μαύρο διαβολάκι
κατακόκκινη μουρίτσα
μου φυτρώνει κερατάκι
και μια γυριστή ουρίτσα.

Κι εγώ είμαι αγγελούδι
στα ολόλευκα ντυμένο
ένα απαλό τραγούδι
ξέρω μοναχά να ψέλνω.

Άσπρος σκούφος και κουτάλα
αρχιμάγειρας μεγάλος
στα γλυκά μου με το γάλα
σαν και μένα δεν είν' άλλος.

Σερβιτόρα από σόι
πήγαιν' έλα με το δίσκο
όποιος τρώει ξανατρώει
κι όλο το μπελά μου βρίσκω.

Καβαλάρης στ' άλογό μου
άφοβα στο δάσος τρέχω
το σπαθί μου στο πλευρό μου
πάντα συντροφιά μου έχω.

Η ωραία κοιμωμένη
σε προσμένει να τη σώσεις
απ' τα μάγια πετρωμένη
να την απελευθερώσεις.

Στης Απόκριας το γλέντι
παρδαλές μεταμορφώσεις
χάνει ο σκύλος τον αφέντη
ποιον γνωρίζεις μην προδώσεις.

Στης Απόκριας το κέφι
σ' άλλους κόσμους ταξιδεύω
χτύπα μου εσύ το ντέφι
κι όσο θέλεις σου χορεύω.

Στίχοι : © Δημήτρης Φιλελές