ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ - ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ



ΑΚΟΥΣΤΕ...
τον θαλασσινό ποιητικό λόγο
του Νίκου Καββαδία
τη μοναχική ώρα της προσευχής
καταμεσής στο πέλαγος...



ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
Βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
Κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
Μπρος σ’ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
Μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
Προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
Κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

 Οι Κούληδες με τη βαριά βλακώδη τους μορφή
Βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
Κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
Κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

 Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
Εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία
Και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
Που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες,  με τη μορφή τη βασανιστική,
Από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
Κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών…»
Το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

Νίκος Καββαδίας

Ποιητική συλλογή «Μαραμπού», εκδ. Κέδρος.




Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ - ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ



ΑΚΟΥΣΤΕ...
... τον συμβολικό ποιητικό λόγο
του Κώστα Βάρναλη




Μια λιόλουστη μέρα του χειμώνα η Παναγιά, στενεμένη από τους πόνους, αφήνει το σπιτικό της και βγαίνει στον κάμπο τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας. 
Κάθεται χάμου στο πράσινο χορτάρι, που το φωτίζουνε δω κι εκεί άγριες βιολέτες, κυκλάμινα, κρόκοι· και σφίγγοντας την κοιλιά της με τα δυο της χέρια κλαίει και δέρνεται, κουνώντας τ’ άμαθο κορμί της δεξιά κι αριστερά, όπως οι μοιρολογίστρες της Ανατολής.


Σπιτάκι μου — στενάχωρο, και κάμαρά μου, — χαμηλή!
Πόνοι μού σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί.
Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθίσω.
Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή,
ο πόνος, που με κυνηγά, θε να με φέρει πίσω.

Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πεύκος ο βαθύς,
όσο που μπάλσαμο κρυφό στα φύλλα του να σουρωθείς,
μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου.
Αχ, χάιδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής,
πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!

Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,
που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,
μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,
την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω ευωδερά
και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.

Ονείρατα, που γαλανά στο μισοξύπνι τ’ αυγινό
από τα μάτια τα γλαρά σαν τον αφρό, σαν τον αχνό
περνάτε μια και χάνεστε, σκήμα χωρίς και θώρι,
ελάτε κι άλλη μια φορά, πείτε μου να μην το ξεχνώ,
πως το παιδί, που καρτερώ, το πρώτο, θα ’ν’ αγόρι.


(Εδώ η Παναγιά μιλά για το όραμα του Αγγέλου).


Κάνε ψαρά, πεζόβολο στ’ ακροθαλάσσι να πετάς,
κάνε σε κάδο τρυγητή γλυκά σταφύλια να πατάς·
κάνε γκαμήλες να ποτίζεις σ’ έρημο πηγάδι·
κάν’ αναγνώστη στο Ναό να ψέλνεις και να θυμιατάς —
πού σ’ είδα, γνώριμη αστραψιά στου νου μου το σκοτάδι;

Ήσουν ωραίος σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές,
η μια βυθούσε στ’ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες·
κάτι στο χέρι κράταγες, γιά φλάμπουρο γιά κρίνο
—χορός, που ζεστοκόπησε τις φλέβες μου τις τιναχτές!—
ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω.

Μα γιατί μου ’δειξες, καλέ, δόξα πολλή για το παιδί;
Αχ, η καρδιά μου δε βαστά, το μέγα ψήλος ναν το δει!
Δεν τον αφήνω η Μάνα του μιαν πιθαμή να φύγει!
Μη μεγαλώσει μου ποτές κι όλα τα χρόνια, αυγή - βραδύ,
πάντα μωρό να σφίγγεται στου κόρφου μου τα ρίγη.

...............................................................

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.

Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακό καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου ‘τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
—Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…—
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!


ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ - ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΚΙ ΑΝΑΞΙΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ

ΑΚΟΥΣΤΕ...
... μέσα από τον αξεπέραστο ποιητικό λόγο 
του Νίκου Καββαδία 
πώς περιγράφεται η εμμονική αγάπη ενός ανθρώπου 
στη θάλασσα, στα μακρινά ταξίδια, στη φυγή...!!!



MAL DU DEPART


θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα `χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει"

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα `χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Νίκος Καββαδίας

Ποιητική συλλογή «Μαραμπού», εκδ. Κέδρος.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ - ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ



«Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…»
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ



ΑΚΟΥΣΤΕ...
τον πηγαίο ποιητικό λόγο του Νίκου Καββαδία
μέσα από το γράμμα προς τον ομότεχνό του
ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ



Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατέλειωτη γη.

Κάτι που θα ‘κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά.
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα’ κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ’ αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ… Σκεφτείτε… Εγώ.
Ένα καράβι… Να σας πάρει, Καίσαρ… Να μας πάρει…
Ένα καράβι, που πολύ μακριά θα τ’ οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
– Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ’ αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν’ ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ’ ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι’ ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει.
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουΐσκυ.

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
– μια γριά σ’ ένα πολύβοο καφενείο –
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε – ίσως – τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα ‘ναι ποιητικότερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντας τα να με οικτείρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα ‘τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν’ αδερφό εδεήθηκα,

για έναν τρελό εσείς προσευχηθείτε.

Νίκος Καββαδίας

Ποιητική συλλογή «Μαραμπού», εκδ. Κέδρος.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ - Η ΓΛΩΣΣΑ


ΑΚΟΥΣΤΕ...


Η ΓΛΩΣΣΑ

Ο κόσμος ας ενθυμηθεί
τα τρόπαια τα τόσα
κι αν σεις τροχίζετε σπαθί,
εγώ τροχίζω γλώσσα.

Με τούτη κάθε μου παιδί
νυχθημερόν κακίζει
τους άρπαγες και τους θρασείς
κι η γλώσσα, ξέρετε κι εσείς
πως αν δεν έχει κόκαλα
τα κόκαλα τσακίζει.

Μ' αυτήν μιλώ, μ' αυτήν λαλώ,
μ' αυτήν εμπνέω πνεύματα
μ' αυτήν ανοίγω στάδια
προόδου και τιμής
Κι αν άλλοι κινητοποιούν
αρμάδες και στρατεύματα
εγώ όμως κινητοποιώ
τους γλωσσικούς μου μυς.

Κοιτάξετε τη γλώσσα μου,
τι τρόμος σαν τη λύσω
μ' αυτήν χτυπώ, μ' αυτήν νικώ,
μ' αυτήν και καταπλήσσω.

Σε δύση και σ' ανατολή
τη δείχνω για φοβέρα
μ' αυτήν ο γερο-διάβολος
σας παίρνει τον πατέρα.

Μ' αυτήν μιλώ, μ' αυτήν λαλώ,
μ' αυτήν εμπνέω πνεύματα
μ' αυτήν ανοίγω στάδια
προόδου και τιμής
Κι αν άλλοι κινητοποιούν
αρμάδες και στρατεύματα
εγώ όμως κινητοποιώ
τους γλωσσικούς μου μυς.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ - ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟ ΜΟΥ ΠΟΥΛΙ


ΑΚΟΥΣΤΕ...


Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο,
η ξενιτιά σε χαίρεται κ’ εγώ ‘χω τον καημό σου.
Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδίσω;
Μήλο αν σου στείλω σέπεται, τριαντάφυλλο μαδιέται,
Σταφύλι ξερωγιάζεται, κυδώνι μαραγκιάζει.
Να στείλω με τα δάκρυα μου μαντήλι μουσκεμένο,
τα δάκρυα μου είναι καυτερά, και καίνε το μαντήλι.
Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδίσω;
Σηκώνομαι τη χαραυγή, γιατί ύπνο δεν ευρίσκω,
ανοίγω το παράθυρο, κοιτάζω τους διαβάτες,
κοιτάζω τις γειτόνισσες και τις καλοτυχίζω,
πως ταχταρίζουν τα μικρά και τα γλυκοβυζαίνουν.
Με παίρνει το παράπονο, το παραθύρι αφήνω,
Και μπαίνω μέσα, κάθομαι, και μαύρα δάκρυα χύνω.